Τῇ 5ῃ τοῦ αὐτοῦ μηνός μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν
Νικολάου ἐπισκόπου Ζίτσης.
Ὁ ἅγιος Νικόλαος, ὁ Ἱερός Χρυσόστομος τῆς Σερβίας, γεννήθηκε στίς 23 Δεκεμβρίου 1880 στό χωριό Λέλιτς τῆς κεντροδυτικῆς Σερβίας. Ἦταν τό πρῶτο ἀπό τά ἐννέα τέκνα τῶν εὐσεβῶν ἀγροτῶν Δραγομίρου καί Αἰκατερίνης. Ἀσθενικός στήν σωματική του διάπλασι καί κρᾶσι, ἐπέδειξε ἀπό μικρός τήν εὐφυΐα του, τήν μεγάλη του ἀγάπη πρός τόν Θεό καί τήν Ἐκκλησία καί τήν κλίσι πρός τό μοναχικό βίο. Διδάχθηκε τά πρῶτα γράμμματα στήν Μονή Τσέλιε. Σπούδασε, παρά τό γεγονός τῆς μεγάλης πτωχείας τῆς οἰκογένειάς του, στήν θεολογική σχολή Βελιγραδίου, ἀνακηρύχθηκε διδάκτωρ τῆς Θεολογίας στή Βέρνη τῆς Ἐλβετίας (1908), διδάκτωρ στήν Ὀξφόρδη τῆς Ἀγγλίας (1909) καί στό Χάλλε τῆς Γερμανίας (1911). Γνώριζε ἑπτά γλῶσσες, μεταξύ τῶν ὁποίων καί τήν ἑλληνική. Ἀσχολήθηκε ἀπό τήν ἀρχαία ἰνδική φιλοσοφία μέχρι καί τήν εὐρωπαϊκή λογοτεχνία, γιά νά δείξη τήν ἀνωτερότητα τῆς πίστεως καί τῆς Ὀρθόδοξης Πνευματικότητας.
Τό 1908 ὑποστήριξε μέ μεγάλη ἐπιτυχία στήν Βέρνη διατριβή μέ θέμα: «Ἡ πίστι στήν Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ, ὡς θεμελιῶδες δόγμα τῆς ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας», διδασκαλία πού ἀπέβη τό κέντρο τῆς βιοτῆς του καί τοῦ κηρύγματός του. Τόν ἑπόμενο χρόνο ἐγγράφηκε στό Πανεπιστήμιο τῆς Ὀξφόρδης καί ὑποστήριξε ἄλλη διδακτορική διατριβή στήν Γενεύη γιά τήν φιλοσοφία τοῦ Μπέρκλεϋ.
Ἐπιστρέφοντας στήν πατρίδα του τό 1909, προσβλήθηκε ἀπό βαρειά μορφή δυσεντερίας. Σκέφθηκε τότε: «Ἐάν οἱ ὑπηρεσίες μου εἶναι ἀπαραίτητες στόν Κύριο, θά μέ γιατρέψη». Καί ὑποσχέθηκε, ἐάν θεραπευθῆ, νά μονάση καί νά ἀφοσιωθῆ στήν ὑπηρεσία τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Μόλις ἀνάρρωσε, πιστός στήν ὑπόσχεσί του, ἐκάρη μοναχός καί ἀργότερα χειροτονήθηκε πρεσβύτερος στήν Μονή Ρακόβιτσα κοντά στό Βελιγράδι.
Κατά τήν περίοδο 1915-1919 στάλθηκε στήν Ἀμερική καί στήν Ἀγγλία, γιά νά ἐνισχύση τόν πολύπαθο Σερβικό λαό. Τό ἔτος 1919 ἐκλέχθηκε Ἐπίσκοπος Ζίτσης στήν κεντρική Σερβία καί τό ἔτος 1921 μεταφέρθηκε στήν Ἀχρίδα, ὅπου ἀνέπτυξε ἕνα τεράστιο ἱεραποστολικό, ποιμαντικό, κοινωνικό καί φιλανθρωπικό ἔργο.
Ἡ παραμονή του στήν Ρωσία γιά ἕνα χρόνο καί οἱ ἐτήσιες ἐπισκέψεις του στό Ἅγιον Ὄρος, ὅπου συνάντησε τόν Ὅσιο Σιλουανό [24 Σεπτ.] στήν Μονή Ἁγίου Παντελεήμονος καί ἔδωσε μαρτυρία τῆς ἁγιότητάς του - τοῦ ἐπέτρεψαν νά ἐμβαθύνη στό νόημα τῆς κληρονομιᾶς τῶν Πατέρων, ὁπότε ἀπό λαμπρός ἱερομόναχος, κάτοχος διδακτορικῶν διπλωμάτων ἀπό εὐρωπαϊκά πανεπιστήμια, μαθήτευσε στό σχολεῖο τῶν ἁπλῶν μοναχῶν καί τοῦ ὀρθόδοξου λαοῦ.
Ἦταν ἀφοσιωμένος κυρίως σέ ἔντονη ποιμαντική δραστηριότητα στήν ἐπισκοπή του. Ἀνακαίνισε πολλές καταστραμμένες ἤ ἐγκαταλειμμένες μονές καί ἵδρυσε ὀρφανοτροφεῖα γιά παιδιά, ἀδιακρίτως ἐθνικότητας καί θρησκεύματος. Τό πιό ὀνομαστό ἀπό αὐτά τά φιλανθρωπικά καθιδρύματα ἦταν ἐκεῖνο στά Μπίτολα (Μοναστήρι), ὅπου δίδασκε ὁ ἅγιος Ἰωάννης Μαξίμοβιτς [19 Ἰουν.]. Ἄλλα πάλι ἱδρύθηκαν στό Κράλιεβο, στό Τσατσάκ, στό Γκόρνι Μιλάνοβατς καί τό Κραγκούγιεβατς, πού φιλοξενοῦσε περισσότερα ἀπό ἑξακόσια παιδιά πρίν τόν Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Προσηλωμένος στήν ἠθική καί πνευματική οἰκοδομή τοῦ ποιμνίου του ὁ ἅγιος Ἐπίσκοπος Νικόλαος συνέγραψε πολυάριθμα ἔργα, ποιητικοῦ καί βαθυστόχαστου ὕφους, τά ὁποῖα ἐκδόθηκαν σέ εἴκοσι τόμους. Ἀνάμεσα στά γραπτά του τό πλέον ἀγαπητό ἀνάγνωσμα παραμένει ὁ Πρόλογος τῆς Ἀχρίδας, στό ὁποῖο παραθέτει σύντομους Βίους τῶν ἁγίων τῆς κάθε ἡμέρας τοῦ ἔτους, μαζί μέ σχόλια καί θέματα πνευματικοῦ ἐνδιαφέροντος. Συνέθεσε ἐπίσης πολλά ποιήματα, ὕμνους καί Ἀκολουθίες. Σχετικά μέ αὐτές τίς τελευταῖες, ὁ ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς δέν δίστασε νά γράψη: «Ἄς μέ συγχωρήση ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ἀλλά ὁ Νικόλαος τόν ξεπέρασε». Πνευματικός πατέρας ἔμπειρος καί διαποτισμένος μέ τήν αἰώνια σοφία τῆς Ἐκκλησίας, ἄφησε περί τίς τριακόσιες Ἱεραποστολικές Ἐπιστολές, οἱ ὁποῖες ἀπαντοῦν σέ συγκεκριμένα ποιμαντικά ἐρωτήματα, πού ἔθεταν οἱ πιστοί.
Ὑπῆρξε ἀκόμη ὁ ἐμπνευστής ἑνός λαϊκοῦ θρησκευτικοῦ κινήματος, πού ἔδινε ἰδιαίτερη βαρύτητα στήν προσευχή, στήν συχνή θεία Μετάληψι καί στήν μετάφρασι ἤ σύνθεσι ὕμνων καί προσευχῶν στήν σερβική καί τοῦ ὁποίου οἱ ὀπαδοί ἐμφύσησαν τήν ἐποχή ἐκείνη πνευματικό ἐνθουσιασμό καί ἀποστολικό ζῆλο στήν Σερβική Ἐκκλησία. Τόση ἦταν ἡ ἐπιρροή τοῦ ἐπισκόπου Νικολάου στόν λαό, ὥστε θεωροῦσαν κάθε λόγο του, γραπτό ἤ προφορικό, ἰσάξιο τῶν Ἀποφθεγμάτων τοῦ Γεροντικοῦ.
Πέρα ἀπό τήν μέριμνα γιά τό ποίμνιο, πού τοῦ εἶχε ἐμπιστευθῆ ὁ Θεός, ἐπεξέτεινε τήν στοργή του σέ ὁλόκληρη τήν Ἐκκλησία. Ἐπέδειχνε στάσι εἰρήνης καί συναλλαγῆς καί ἐπεδίωκε νά διατηρῆ καλές σχέσεις μέ τούς Ἕλληνες καί Βούλγαρους ὀρθοδόξους. Τό 1930 ἔλαβε μέρος στήν Πανορθόδοξη Προσυνοδική Διάσκεψι στήν Μονή Βατοπαιδίου στό Ἅγιον Ὄρος, ὅπου ἐξέφρασε τό ὀρθόδοξο φρόνημα ἀντίθετος στήν τάσι προσαρμογῆς τῶν παραδόσεων τῆς Ἐκκλησίας στό πνεῦμα τοῦ αἰώνα. Ὑπῆρξε ἀκόμη ὁ πρωτεργάτης τῆς καταγγελίας τῆς συμφωνίας μέ τό Βατικανό, πού ἦταν ἕτοιμη νά συνάψη ἡ Γιουγκοσλαβία τό 1937, ἡ ὁποία καθιστοῦσε τήν χώρα πεδίο ἱεραποστολῆς τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας. Ἀπό καιρό ὁ ἅγιος ἱεράρχης εἶχε προβλέψει, ὅτι ἡ παντοδύναμι Εὐρώπη θά γινόταν συντρίμμια, ἄν ἀνατρέπονταν τά χριστιανικά της θεμέλια. Γι’ αὐτό τό ζήτημα ἔγραφε προφητικά: «Ὁ Χριστός ἀπομακρύνθηκε ἀπό τήν Εὐρώπη, ὅπως ἄλλοτε ἀπό τήν χώρα τῶν Γαδαρηνῶν μετά ἀπό αἴτημα τῶν κατοίκων της».
Ὅταν ξέσπασε ὁ Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, ὁ ἐπίσκοπος Νικόλαος προτίμησε νά συγκακουχηθῆ μέ τόν λαό τοῦ Θεοῦ, παρά νά ἀναζητήση ἀσφάλεια. Διαμαρτυρήθηκε θαρραλέα ἐναντίον τῶν μαζικῶν ἐκτελέσεων στό Κράλιεβο, ἀναφωνῶντας: «Αὐτό εἶναι ὁ γερμανικός πολιτισμός, νά σκοτώνης ἑκατό ἀθῴους Σέρβους γιά ἕναν Γερμανό! Τότε οἱ Τοῦρκοι ἦσαν δικαιότεροι... Ἐάν εἶμαι ἔνοχος, σκοτῶστε με. Προτιμῶ νά πεθάνω, παρά νά ἀντικρύζω καθημερινά τίς συμφορές τοῦ λαοῦ μου». Κατήγγειλε μέ ἀγανάκτησι τήν χριστιανική ὑποκρισία πού δικαιολογοῦσε τά εἰδεχθῆ ἐγκλήματα, πού διαπράχθηκαν ἐναντίον τῶν ὀρθοδόξων Σέρβων τῆς Κροατίας, χωρίς καθόλου μῖσος ἐναντίον αὐτῶν πού τά διέπραξαν, γιά τούς ὁποίους ἀντίθετα ἔνοιωθε βαθύτατο οἶκτο. Ἀργότερα συνέθεσε ἔξοχη Ἀκολουθία πρός τιμήν τῶν Σέρβων νεομαρτύρων [15 Ἰουν.].
Τό 1941 οἱ ἀρχές κατοχῆς τῆς χώρας του, οἱ Γερμανοί, τόν συνέ-λαβαν, τόν περιώρισαν καί τό 1944 τόν ἔστειλαν στό στρατόπεδο συγκεντρώσεως τοῦ Νταχάου στή Γερμανία, ὅπου ὑπέστη πάνδεινα βασανιστήρια. Ὁ δοῦλος τοῦ Κυρίου βάσταζε τά στίγματα τοῦ μαρτυρίου στό σῶμα του, πού ὅλο εἶχε γίνει μία πληγή. Μάλιστα, δέρμα στήν πλάτη καί στά πέλματα δέν ὑπῆρχε. Ὅταν τόν ρωτοῦσαν γιά τήν ζωή στό Νταχάου, ἀποκρινόταν τά ἑξῆς: «Στό στρατόπεδο νά τί γίνεται: κάθεσαι σέ μία γωνιά καί λές στόν ἑαυτό σου: “Κύριε, εἶμαι γῆ καί σποδός, πᾶρε τήν ψυχή μου!” Τότε ἡ ψυχή ὑψώνεται στά οὐράνια καί ἀντικρύζεις τόν Θεό πρόσωπο πρός πρόσωπο. Ὅμως δέν τό ἀντέχεις καί τοῦ λές: “Δέν εἶμαι ἀκόμη ἕτοιμος, ἄφησέ με νά κατέβω πάλι”. Μέ δύο λόγια, θά ἔδινα ὅλη τήν ζωή, πού μοῦ ἀπομένει γιά μία ὥρα στό Νταχάου!»
Μετά τήν ἀπελευθέρωσί του, τόν Μάιο τοῦ 1945, δέν θέλησε πλέον νά ἐπιστρέψη στήν πατρίδα του. Τό τότε καθεστώς τόν θεωροῦσε ἀνεπιθύμητο πρόσωπο. Πῆγε, λοιπόν, στήν Ἀμερική καί παρά τήν κλονισμένη ὑγεία του συνέχισε τό φιλανθρωπικό καί ἱεραποστολικό ἔργο τοῦ Χριστοῦ. Δίδαξε στήν ἱερατική σχολή τῆς μονῆς τοῦ Ἁγίου Σάββα στό Λίμπερτβιλ τοῦ Ἰλλινόις καί ἀπό τό 1951 ἐγκαταστάθηκε στή ρωσική μονή τοῦ Ἁγίου Τύχωνος στήν Πενσυλβάνια, ὅπου καθοδηγοῦσε τούς μοναχούς καί διηύθυνε τό θεολογικό σεμινάριο τῆς μονῆς. Στήν Θεολογική Ἀκαδημία Ἁγίου Βλαδιμήρου καί στίς Ἱερατικές Σχολές τῆς Τζόρντανβιλ (Νέας Ὑόρκης) καί Ἁγίου Τύχωνος (Πενσυλβανία). Ἐκεῖ στόν Ἅγιο Τύχωνα ὁ ἅγιος Νικόλαος παρέδωσε τήν γενναία του ψυχή στόν Κύριο, τήν Κυριακή στίς 5/18 Μαρτίου 1956, τήν ὥρα πού ἑτοιμαζόταν νά τελέση τήν θεία Λειτουργία. Τό 1991, τά τίμια λείψανά του μεταφέρθηκαν ἀπό τίς Ἡνωμένες Πολιτεῖες στήν Μονή Τσέλιε καί ἀναπαύονται δίπλα στόν τάφο τοῦ ἐξαίρετου μαθητῆ του ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς (+1979).
Βιογράφος του καλός ὑπῆρξε ὁ ἐπίσης μαθητής του ἐπίσκοπος Ράσκας Ἀρτέμιος Ραντοσάβλιεβιτς. Ἡ ἐπίσημη ἀναγνώρισί του ἀπό τή Σερβική Ἐκκλησία ἔγινε τόν Μάιο τοῦ 2003. Ἡ μνήμη του τιμᾶται στίς 5 Μαρτίου.
Πηγές: Νέος Συναξαριστής…, μήνας Μάρτιος, σελ. 64-68
Συναξαριστής…, μήνας Μάρτιος, σελ. 59-61
Μοναχοῦ Μωϋσέως Ἁγιορείτου, Ἅγιοι Ἁγίου Ὄρους, Ἐκδόσεις Μυγδονία, Θεσσαλονίκη 2007.



Login