Τῇ 24ῃ τοῦ αὐτοῦ μηνός μνήμη τοῦ Ὁσίου καί θεοφόρου Πατρός ἡμῶν Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου († 1938).
Αὐτό τό νεοφανές ἄστρο τοῦ στερεώματος τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ὅσιος Σιλουανός, κατά κόσμον Συμεών Ἰβάνοβιτς Ἀντόνωφ, γεννήθηκε τό 1866 σέ οἰκογένεια χωρικῶν στό χωριό Σόβοκ τῆς περιφερείας Λεμπεντιάσκ -Ταμπώφ τῆς Ρωσίας.
Ἀπό τήν ἡλικία τῶν τεσσάρων ἐτῶν ἀναρωτιόταν: «ΙΙοῦ εἶναι αὐτός ὁ Θεός; Ὅταν μεγαλώσω, 0ά γυρίσω ὅλη τήν γῆ ἀναζητῶντας τον!»
Ὅταν μεγάλωσε, οἱ βίοι τῶν ἁγίων καί τά θαύματά τους πυρπόλησαν τήν νεανική του καρδιά ἀπό ἀγάπη πρός τόν Θεό, ὁ νοῦς του προσκολλήθηκε στήν ἀδιάλειπτη μνήμη του καί προσευχόταν πολύ μέ δάκρυα. Ἡ χαρισματική αὐτή κατάστασι, πού διήρκεσε τρεῖς μῆνες, διήγειρε μέσα του τόν πόθο γιά τήν μοναχική ζωή. Νέος ὅμως ἐπανῆλθε στήν κοσμική ζωή καί συμμετεῖχε σέ ὅλες τίς διασκεδάσεις τοῦ χωριοῦ. Κάποια ἡμέρα σέ μία συμπλοκή παρά λίγο θά σκότωνε ἕναν συγχωριανό του. Λίγον καιρό μετά ἀπό αὐτό τό ἐπεισόδιο ἀποκοιμήθηκε ἐλαφρά καί εἶδε στόν ὕπνο του ἕνα φίδι νά σύρεται μέσα του ἀπό τό στόμα. Μαζί μέ τήν ἀηδία, πού ἔνοιωσε, ἄκουσε τήν φωνή τῆς Θεοτόκου νά τοῦ λέη μέ ἀσυνήθιστη γλυκύτητα: «Κατάπιες στό ὄνειρό σου φίδι καί δέν σοῦ ἄρεσε· τό ἴδιο δέν ἀρέσει καί σέ μένα νά βλέπω τά ἔργα σου».
Ὕστερα ἀπό τήν κλῆσι αὐτή ἡ ζωή του ἄλλαξε ριζικά. Αἰσθάνθηκε βαθειά ἀποστροφή πρός τήν ἁμαρτία καί κυριευμένος ἀπό θερμή μετάνοια δέν σκεπτόταν τίποτε ἄλλο, παρά μόνον τό Ἅγιον Ὄρος καί τήν μέλλουσα κρίσι. Τό 1892, ἀμέσως μόλις τελείωσε τήν στρατιωτική του θητεία, ζήτησε ἀπό τόν ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κροστάνδης νά εὔχεται γι’ αὐτόν «νά μήν τόν κρατήση ὁ κόσμος» καί ἀναχώρησε γιά τό Περιβόλι τῆς Παναγίας. Εἰσῆλθε ὡς δόκιμος στήν ρωσική μονή τοῦ ἁγίου ΙΙαντελεήμονος, πού τότε βρισκόταν στό ὕψιστο σημεῖο τῆς ἀκμῆς της καί ἀριθμοῦσε δύο χιλιάδες περίπου μοναχούς.
Μετά τήν γενική ἐξομολόγησι, ὁ πνευματικός τοῦ εἶπε, ὅτι συγχωρήθηκαν ὅλες του οἱ ἁμαρτίες καί ὁ νεαρός δόκιμος παραδόθηκε στήν χαρά. Ἔτσι, ἔχασε τήν βαθειά του μετάνοια καί ἄρχισε νά πολεμῆται ἀπό σαρκικούς λογισμούς. Ὁ πνευματικός τόν συμβούλευσε ποτέ νά μή συγκατατίθεται στούς λογισμούς, ἀλλά νά τούς διώχνη ἀμέσως μέ τήν ἐπίκλησι τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ. Ἀπό τήν στιγμή ἐκείνη ὁ μακάριος δοῦλος τοῦ Θεοῦ δέν δέχθηκε κατά τά σαράντα πέντε χρόνια τῆς μοναστικῆς του ζωῆς οὔτε ἕναν ἀπρεπῆ λογισμό. Μέ ἀπόφασι εἶπε στόν ἑαυτό του: «Ἐδῶ θά πεθάνω γιά τίς ἁμαρτίες μου», καί ἄρχισε μέ πύρινη ἀδιάλειπτη προσευχή νά ζητᾶ ἀπό τόν Κύριο νά τόν ἐλεήση. Συνολικά κοιμόταν δύο ὧρες τό εἰκοσιτετράωρο καί αὐτές διακεκομμένες.
Εἶχαν περάσει τρεῖς μόνον ἑβδομάδες ἀπό τήν ἄφιξί του στό Μονα-στήρι, ὅταν κάποιο βράδυ, καθώς προσευχόταν μπροστά στήν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, ἡ εὐχή τοῦ Ἰησοῦ μπῆκε στήν καρδιά του καί ἄρχισε νά ἐνεργῆται ἐκεῖ μόνη της ἀσταμάτητα ἡμέρα καί νύκτα. Τήν σπάνια καί μεγάλη αὐτή δωρεά, πού μερικές φορές χαρίζει ὁ Θεός στούς ἀρχάριους, ἀκολούθησε σκληρός ἀγώνας κατά τῶν λογισμῶν, πού τοῦ ὑπέβαλλαν οἱ δαίμονες. Ἄλλοτε τοῦ ἔλεγαν, ὅτι εἶναι ἅγιος, ἄλλοτε πάλι τόν ἔρριχναν σέ ἀπόγνωσι, ὅτι δέν θά σωθῆ. Μία νύκτα, τήν ὥρα τῆς προσευχῆς, τό κελλί του γέμισε ἔξαφνα ἀπό ἀσυνήθιστο φῶς, πού διαπέρασε ὅλο του τό σῶμα. Ἡ ψυχή του ταράχθηκε. Ἡ προσευχή, ἄν καί συνέχισε νά ἐνεργῆται μέσα του, εἶχε χάσει τήν συντριβή καί ὁ δόκιμος Συμεών κατάλαβε, ὅτι ἐπρόκειτο γιά σατανικά πλάνη.
Ἕξι μῆνες πάλευε μέ αὐτές τίς δαιμονικές ἐπιθέσεις, προσευχόμενος μέ ὅλη τήν δυνατή ἔντασι ὁπουδήποτε καί ἄν βρισκόταν, εἴτε στόν ναό εἴτε στό διακόνημα τοῦ μύλου εἴτε στό κελλί, ὥσπου ἔφθασε σέ ἔσχατη ἀπόγνωσι. Καθισμένος μία ἡμέρα στό κελλί του πρίν ἀπό τόν ἑσπερινό, σκέφθηκε: «Ὁ Θεός εἶναι ἀδυσώπητος». Τήν ἴδια στιγμή ἔννοιωσε τελεία ἐγκατάλειψι καί ἡ ψυχή του γιά μία ὥρα περίπου βυθίσθηκε στό σκοτάδι ἀπερίγραπτης ἀγωνίας. Τήν ὥρα τοῦ ἑσπερινοῦ, ἐνῷ προσευχόταν μέ τήν εὐχή: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον μέ τόν ἁμαρτωλό», ἔχοντας τό βλέμμα του προσηλωμένο στήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ τοῦ τέμπλου τοῦ παρεκκλησίου τοῦ μύλου, ξαφνικά τόν περιέλαμψε ὑπερφυσικό φῶς - ἱλαρό καί γλυκύτατο αὐτή τήν φορά - καί εἶδε τόν Χριστό ζωντανό νά τόν ἀτενίζη μέ ἀνεκλάλητη πραότητα. Ἡ θεία ἀγάπη διεπέρασε ὅλη του τήν ὕπαρξι καί ἅρπαξε τό πνεῦμα του στήν θεωρία τοῦ Θεοῦ, ἔξω ἀπό τά σχήματα τοῦ κόσμου.
Στά ἑπόμενα σαράντα πέντε χρόνια τοῦ μοναχικοῦ του βίου ἀκατάπαυστα μαρτυροῦσε, ὅτι διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γνώρισε τόν ἴδιο τόν Κύριο, ὁ ὁποῖος τοῦ ἐμφανίσθηκε καί τοῦ ἀποκάλυψε τήν χάρι του στήν πληρότητά της. Τό ὅραμα ἀλλοίωσε τόσο τήν ψυχή του ἀπό ἄμετρη ἀγάπη πρός τόν Κύριο, ὥστε ἀκόρεστα πιά τό πνεῦμα του, νύκτα καί ἡμέρα στραμμένο πρός τόν Ἠγαπημένο, ἔκραζε: «Διψᾶ ἡ ψυχή μου τόν Κύριο καί μέ δάκρυα τόν ζητῶ. Πῶς νά μή σέ ζητῶ; Σύ πρῶτος μέ ζήτησες καί μοῦ ἔδωσες νά γευθῶ τήν γλυκύτητα τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου καί ἡ ψυχή μου σέ ἀγάπησε ὁλοκληρωτικά».
Μόλις πέρασε ὁ πρῶτος καιρός μετά τήν ἐμφάνισι τοῦ Κυρίου, οἱ δαίμονες ὥρμησαν πάλι ἐναντίον του μέ λογισμούς τώρα ὑπερηφάνειας. Ὁ Συμεών συγκέντρωσε ὅλες του τίς δυνάμεις στόν ἀγῶνα γιά καθαρή προσευχή. Κατά καιρούς παρηγορεῖτο ἀπό ὀλιγόχρονιες ἐπισκέψεις τῆς χάριτος, ἀλλ’ ὅταν αὐτή τόν ἐγκατέλειπε, ἐμφανίζονταν δαίμονες. Ἡ ὀδύνη τῆς ψυχῆς του ἦταν ἀπερίγραπτη. Προκειμένου νά κρατήση ἀναφαίρετη τήν χάρι μέσα του, ἄρχισε ἕναν μακροχρόνιο καί ἐξαιρετικά ἐπίπονο ἀγῶνα, πού συχνά ξεπερνοῦσε τίς συνηθισμένες ἀνθρώπινες δυνάμεις. Τό 1892 ἐκάρη μικρόσχημος μοναχός μέ τό ὄνομα Σιλουανός. Ἐξωτερικά συνέχισε νά ἀκολουθῆ τήν γενική τάξι τῆς μονῆς, ἀλλά ἡ ἔντασι τοῦ ἐσωτερικοῦ του βίου τόν δίδασκε σταδιακά τήν τελειότερη ἀσκητική πρᾶξι.
Πέρασαν δεκαπέντε χρόνια μαρτυρικῶν ἀγώνων ἀπό τήν ἡμέρα, πού τοῦ ἐμφανίσθηκε ὁ Κύριος, καί μία νύκτα, ὅταν σηκώθηκε ἀπό τό σκαμνί του, γιά νά κάνη μετάνοιες, ἕνας δαίμονας ἐμφανίσθηκε μπροστά στήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ περιμένοντας νά δεχθῆ αὐτός τήν προσκύνησι. Ὁ Σιλουανός μέ ὀδύνη καρδίας ζήτησε τήν βοήθεια τοῦ Κυρίου καί ἄκουσε στήν ψυχή του τήν ἀπάντησι: «Οἱ ὑπερήφανοι πάντα ἔτσι ὑποφέρουν ἀπό τούς δαίμονες». «Κύριε», εἶπε ὁ Σιλουανός, «δίδαξέ με τί πρέπει νά κάνω, γιά νά ταπεινωθῆ ἡ ψυχή μου;» Καί πῆρε τήν ἀπάντησι: «Κράτα τόν νοῦ σου στόν ᾅδη καί μή ἀπελπίζεσαι».
Μέ τόν λόγο αὐτό - παρακαταθήκη στήν γενεά μας - ὁ Θεός τοῦ ἀπεκάλυψε ὅτι κάθε ἀσκητικός ἀγώνας πρέπει νά ἀποβλέπη στήν ἀπόκτησι τῆς ταπεινώσεως τοῦ Χριστοῦ καί ὅτι αὐτή ἡ ταπείνωσι εἶναι ἡ βασιλική καί ἀσφαλής ὁδός, πού ὁδηγεῖ στήν καθαρή προσευχή καί στήν ἀπάθεια. Ἔλεγε, ὅτι μόλις ὁ νοῦς του ἔφευγε ἀπό τήν μνήμη τοῦ πυρός της κολάσεως, οἱ λογισμοί ἀποκτοῦσαν πάλι δύναμι.
Στό ἑξῆς, τηρῶντας ὡς κανόνα ἀπλανῆ τόν λόγο τοῦ Κυρίου, πορευόταν σταθερά στήν ὁδό τῆς δεσποτικῆς ταπεινώσεως. Ἡ χάρις κατοίκησε μόνιμα μέσα του. Πέρασαν ἄλλα δεκαπέντε χρόνια ἐντατικοῦ ἀγῶνα, μέχρις ὅτου ἀποκτήση πλήρη κυριαρχία ἐπάνω σέ κάθε κίνησι τῆς καρδιᾶς του καί εἰσέλθη κατά τήν τελευταία δεκαπενταετία τοῦ ἐπιγείου βίου του στήν μακάρια κατάστασι τῆς ἀπάθειας.
Τό 1911 ἐκάρη μεγαλόσχημος μοναχός. Ἐκείνη περίπου τήν ἐποχή, ποθῶντας ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή του νά εἶναι ἀπερίσπαστη, ζήτησε ἀπό τόν ἡγούμενο τήν εὐλογία νά ἀφήση τό διακόνημα τοῦ οἰκονόμου, πού εἶχε καί νά πάη στό παλαιό Ρωσικό - ἐξάρτημα τῆς μονῆς, πού βρίσκεται ὑψηλότερα στό βουνό, - ὅπου, χάρι στήν ἐρημική ἡσυχία τοῦ τόπου ζοῦσαν αὐστηροί ἀσκητές. Ἐκεῖ ἔπαθε ψῦξι στό κεφάλι καί ἕως τόν θάνατό του ὑπέφερε ἀπό μαρτυρικούς πονοκεφάλους, τούς ὁποίους θεώρησε ὡς παιδαγωγική τιμωρία, ἐπειδή εἶχε κάνει τό θέλημά του.
Ἐνάμισυ χρόνο ἀργότερα τό Μοναστήρι τόν ἀνακάλεσε στό διακόνημα τοῦ οἰκονόμου, στό ὁποῖο παρέμεινε ὡς τό τέλος τῆς ζωῆς του. Ἐπιστρέφοντας στήν ὑπακοή του, μολονότι ἀνέλαβε ὑπό τήν εὐθύνη του διακοσίους περίπου ἐργάτες, ἡ προσευχή του ἔγινε θερμότερη παρά στό παλαιό Ρωσικό. Κάθε πρωί περιερχόταν τά ἐργαστήρια, γιά νά κατανείμη τίς ἐργασίες τῆς ἡμέρας, καί ἐπέστρεφε πάλι στό κελλί του νά προσευχηθῆ μέ δάκρυα γι’ αὐτούς τούς ἀνθρώπους καί τίς οἰκογένειές τους, «γιά τόν λαό τοῦ Θεοῦ». Ἔχοντας λάβει ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα τό χάρισμα νά βιώνη ἐνεργά τήν ἀπέραντη ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ πρός τόν κόσμο, προσευχόταν μέ πύρινα δάκρυα ἀδιάλειπτα γιά ὅλη τήν ἀνθρωπότητα, γιά ὅλον τόν Ἀδάμ, ἰδιαίτερα ὅμως γιά τούς κεκοιμημένους. Ἔλεγε: «Νά προσεύχεσαι γιά τούς ἀνθρώπους, σημαίνει νά χύνης αἷμα»· καί δίδασκε, ὅτι τό κριτήριο τῆς ἀληθινῆς πίστεως εἶναι ἡ ἀγάπη πρός τούς ἐχθρούς.
Αὐτός ὁ ταπεινός ἁγιορείτης μοναχός, πού ἔζησε ὅλα τά χρόνια τῆς μοναχικῆς του ζωῆς ἕναν μαρτυρικό ἀγῶνα στήν ἀφάνεια, ἄφησε ὡς κληρονομιά στήν Ἐκκλησία - σάν ἕνας νέος προφήτης - τήν προσευχή ὑπέρ τοῦ κόσμου· αὐτή εἶναι ἡ σύνθεσι τοῦ χριστιανισμοῦ καί ἡ συντομώτερη ὁδός γιά τήν ἐπίτευξι τῆς τελειότητας. Στηρίζοντας τόν κόσμο μέ τήν προσευχή του καί δεόμενος στόν Κύριο νά τόν γνωρίσουν ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ ὅλοι οἱ λαοί τῆς γῆς, ἐτελείωσε ἐν εἰρήνῃ τόν ἐπίγειο δρόμο του στίς 24 (11)Σεπτεμβρίου 1938.
Ἡ ἐπίσημη ἀναγνώρισι ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἔγινε στίς 26 Νοεμβρίου 1987.


Login