Τῇ 24ῃ τοῦ αὐτοῦ μηνός μνήμη τοῦ Ὁσίου καί θεοφόρου Πατρός ἡμῶν Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου († 1938).

Τῇ 24 τοῦ αὐ­τοῦ μη­νός μνή­μη τοῦ Ὁ­σί­ου καί θε­ο­φό­ρου Πα­τρός ἡμῶν Σι­λουα­νοῦ τοῦ Ἀ­θω­νί­του († 1938).

Αὐ­τό τό νε­ο­φα­νές ἄ­στρο τοῦ στε­ρε­ώ­μα­τος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ὁ ὅ­σιος Σι­λουα­νός, κα­τά κό­σμον Συ­με­ών Ἰ­βά­νο­βιτς Ἀν­τό­νωφ, γεν­νή­θη­κε τό 1866 σέ οἰ­κο­γέ­νεια χω­ρι­κῶν στό χω­ριό Σό­βοκ τῆς πε­ρι­φε­ρεί­ας Λεμ­πεν­τιά­σκ -Ταμ­πώφ τῆς Ρω­σί­ας.

Ἀ­πό τήν ἡ­λι­κί­α τῶν τεσ­σά­ρων ἐ­τῶν ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν: «ΙΙοῦ εἶ­ναι αὐ­τός ὁ Θε­ός; Ὅ­ταν με­γα­λώ­σω, 0ά γυ­ρί­σω ὅ­λη τήν γῆ ἀ­να­ζη­τῶντας τον!»

Ὅ­ταν με­γά­λω­σε, οἱ βί­οι τῶν ἁγίων καί τά θαύ­μα­τά τους πυρ­πό­λη­σαν τήν νε­α­νι­κή του καρ­διά ἀ­πό ἀ­γά­πη πρός τόν Θε­ό, ὁ νοῦς του προ­σκολ­λή­θη­κε στήν ἀ­δι­ά­λει­πτη μνή­μη του καί προ­σευ­χό­ταν πο­λύ μέ δά­κρυ­α. Ἡ χα­ρι­σμα­τι­κή αὐ­τή κα­τά­στα­σι, πού δι­ήρ­κε­σε τρεῖς μῆ­νες, δι­ή­γει­ρε μέ­σα του τόν πό­θο γιά τήν μο­να­χι­κή ζω­ή. Νέ­ος ὅ­μως ἐ­πα­νῆλ­θε στήν κο­σμι­κή ζω­ή καί συμ­με­τεῖ­χε σέ ὅ­λες τίς δι­α­σκε­δά­σεις τοῦ χω­ριοῦ. Κά­ποι­α ἡμέρα σέ μί­α συμ­πλο­κή πα­ρά λί­γο θά σκό­τω­νε ἕ­ναν συγ­χω­ρια­νό του. Λί­γον και­ρό με­τά ἀ­πό αὐ­τό τό ἐ­πει­σό­διο ἀ­πο­κοι­μή­θη­κε ἐ­λα­φρά καί εἶ­δε στόν ὕ­πνο του ἕ­να φί­δι νά σύ­ρε­ται μέ­σα του ἀ­πό τό στό­μα. Μα­ζί μέ τήν ἀ­η­δί­α, πού ἔ­νοι­ω­σε, ἄ­κου­σε τήν φω­νή τῆς Θε­ο­τό­κου νά τοῦ λέ­η μέ ἀ­συ­νή­θι­στη γλυ­κύ­τη­τα: «Κα­τά­πι­ες στό ὄ­νει­ρό σου φί­δι καί δέν σοῦ ἄ­ρε­σε· τό ἴ­διο δέν ἀ­ρέ­σει καί σέ μέ­να νά βλέ­πω τά ἔρ­γα σου».

Ὕ­στε­ρα ἀ­πό τήν κλῆ­σι αὐ­τή ἡ ζω­ή του ἄλ­λα­ξε ρι­ζι­κά. Αἰ­σθάν­θη­κε βα­θειά ἀ­πο­στρο­φή πρός τήν ἁ­μαρ­τί­α καί κυ­ρι­ευ­μέ­νος ἀ­πό θερ­μή με­τά­νοι­α δέν σκε­πτό­ταν τί­πο­τε ἄλ­λο, πα­ρά μό­νον τό Ἅγιον Ὄρος καί τήν μέλ­λου­σα κρί­σι. Τό 1892, ἀ­μέ­σως μό­λις τε­λεί­ω­σε τήν στρα­τι­ω­τι­κή του θη­τεί­α, ζή­τη­σε ἀ­πό τόν ἅ­γιο Ἰ­ω­άν­νη τῆς Κρο­στάν­δης νά εὔ­χε­ται γι’ αὐτόν «νά μήν τόν κρα­τή­ση ὁ κό­σμος» καί ἀ­να­χώ­ρη­σε γιά τό Πε­ρι­βό­λι τῆς Πα­να­γί­ας. Εἰ­σῆλ­θε ὡς δό­κι­μος στήν ρω­σι­κή μο­νή τοῦ ἁ­γί­ου ΙΙαντελεήμονος, πού τό­τε βρι­σκό­ταν στό ὕ­ψι­στο ση­μεῖ­ο τῆς ἀκ­μῆς της καί ἀ­ριθ­μοῦ­σε δύ­ο χι­λιά­δες πε­ρί­που μο­να­χούς.

Με­τά τήν γε­νι­κή ἐ­ξο­μο­λό­γη­σι, ὁ πνευ­μα­τι­κός τοῦ εἶ­πε, ὅ­τι συγ­χω­ρή­θη­καν ὅ­λες του οἱ ἁ­μαρ­τί­ες καί ὁ νε­α­ρός δό­κι­μος πα­ρα­δό­θη­κε στήν χα­ρά. Ἔ­τσι, ἔ­χα­σε τήν βα­θειά του με­τά­νοι­α καί ἄρ­χι­σε νά πο­λε­μῆ­ται ἀ­πό σαρ­κι­κούς λο­γι­σμούς. Ὁ πνευ­μα­τι­κός τόν συμ­βού­λευ­σε πο­τέ νά μή συγ­κα­τα­τί­θε­ται στούς λο­γι­σμούς, ἀλ­λά νά τούς δι­ώ­χνη ἀ­μέ­σως μέ τήν ἐ­πί­κλη­σι τοῦ ὀ­νό­μα­τος τοῦ Ἰ­η­σοῦ. Ἀ­πό τήν στιγ­μή ἐ­κεί­νη ὁ μα­κά­ριος δοῦ­λος τοῦ Θε­οῦ δέν δέ­χθη­κε κα­τά τά σα­ράν­τα πέν­τε χρό­νια τῆς μο­να­στι­κῆς του ζω­ῆς οὔ­τε ἕ­ναν ἀ­πρε­πῆ λο­γι­σμό. Μέ ἀ­πό­φα­σι εἶ­πε στόν ἑ­αυ­τό του: «Ἐ­δῶ θά πε­θά­νω γιά τίς ἁ­μαρ­τί­ες μου», καί ἄρ­χι­σε μέ πύ­ρι­νη ἀ­δι­ά­λει­πτη προ­σευ­χή νά ζη­τᾶ ἀ­πό τόν Κύ­ριο νά τόν ἐ­λε­ή­ση. Συ­νο­λι­κά κοι­μό­ταν δύ­ο ὧ­ρες τό εἰ­κο­σι­τε­τρά­ω­ρο καί αὐ­τές δι­α­κε­κομ­μέ­νες.

Εἶ­χαν πε­ρά­σει τρεῖς μό­νον ἑ­βδο­μά­δες ἀ­πό τήν ἄ­φι­ξί του στό Μονα-στήρι, ὅ­ταν κά­ποι­ο βρά­δυ, κα­θώς προ­σευ­χό­ταν μπρο­στά στήν εἰ­κό­να τῆς Θε­ο­τό­κου, ἡ εὐ­χή τοῦ Ἰ­η­σοῦ μπῆκε στήν καρ­διά του καί ἄρ­χι­σε νά ἐ­νερ­γῆ­ται ἐ­κεῖ μό­νη της ἀσταμάτητα ἡ­μέ­ρα καί νύ­κτα. Τήν σπά­νια καί με­γά­λη αὐτή δω­ρε­ά, πού με­ρι­κές φο­ρές χα­ρί­ζει ὁ Θε­ός στούς ἀρ­χά­ρι­ους, ἀ­κο­λού­θη­σε σκλη­ρός ἀ­γώ­νας κα­τά τῶν λο­γι­σμῶν, πού τοῦ ὑ­πέ­βαλ­λαν οἱ δαί­μο­νες. Ἄλ­λο­τε τοῦ ἔ­λε­γαν, ὅ­τι εἶ­ναι ἅ­γιος, ἄλ­λο­τε πά­λι τόν ἔρρι­χναν σέ ἀ­πό­γνω­σι, ὅτι δέν θά σω­θῆ. Μί­α νύ­κτα, τήν ὥ­ρα τῆς προ­σευ­χῆς, τό κελ­λί του γέ­μι­σε ἔ­ξαφ­να ἀ­πό ἀ­συ­νή­θι­στο φῶς, πού δι­α­πέ­ρα­σε ὅ­λο του τό σῶ­μα. Ἡ ψυ­χή του τα­ρά­χθη­κε. Ἡ προ­σευ­χή, ἄν καί συ­νέ­χι­σε νά ἐ­νερ­γῆ­ται μέ­σα του, εἶ­χε χά­σει τήν συν­τρι­βή καί ὁ δό­κι­μος Συ­με­ών κα­τά­λα­βε, ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το γιά σα­τα­νι­κά πλά­νη.

Ἕ­ξι μῆ­νες πά­λευ­ε μέ αὐ­τές τίς δαι­μο­νι­κές ἐ­πι­θέ­σεις, προ­σευ­χό­με­νος μέ ὅ­λη τήν δυ­να­τή ἔν­τα­σι ὁ­που­δή­πο­τε καί ἄν βρι­σκό­ταν, εἴ­τε στόν να­ό εἴ­τε στό δι­α­κό­νη­μα τοῦ μύ­λου εἴ­τε στό κελ­λί, ὥ­σπου ἔ­φθα­σε σέ ἔ­σχα­τη ἀ­πό­γνω­σι. Κα­θι­σμέ­νος μί­α ἡ­μέ­ρα στό κελ­λί του πρίν ἀ­πό τόν ἑ­σπε­ρι­νό, σκέ­φθη­κε: «Ὁ Θε­ός εἶ­ναι ἀ­δυ­σώ­πη­τος». Τήν ἴ­δια στιγ­μή ἔννοι­ω­σε τε­λεί­α ἐγ­κα­τά­λει­ψι καί ἡ ψυ­χή του γιά μί­α ὥ­ρα πε­ρί­που βυ­θί­σθη­κε στό σκο­τά­δι ἀ­πε­ρί­γρα­πτης ἀ­γω­νί­ας. Τήν ὥ­ρα τοῦ ἑ­σπε­ρι­νοῦ, ἐ­νῷ προ­σευ­χό­ταν μέ τήν εὐ­χή: «Κύ­ρι­ε Ἰ­η­σοῦ Χρι­στέ, ἐ­λέ­η­σον μέ τόν ἁ­μαρ­τω­λό», ἔ­χον­τας τό βλέμ­μα του προ­ση­λω­μέ­νο στήν εἰ­κό­να τοῦ Χρι­στοῦ τοῦ τέμ­πλου τοῦ πα­ρεκ­κλη­σί­ου τοῦ μύ­λου, ξαφ­νι­κά τόν πε­ρι­έ­λαμ­ψε ὑ­περ­φυ­σι­κό φῶς - ἱ­λα­ρό καί γλυ­κύ­τα­το αὐτή τήν φο­ρά - καί εἶ­δε τόν Χρι­στό ζων­τα­νό νά τόν ἀ­τε­νί­ζη μέ ἀ­νε­κλά­λη­τη πρα­ό­τη­τα. Ἡ θεί­α ἀ­γά­πη δι­ε­πέ­ρα­σε ὅ­λη του τήν ὕ­παρ­ξι καί ἅρ­πα­ξε τό πνεῦ­μα του στήν θε­ω­ρί­α τοῦ Θε­οῦ, ἔ­ξω ἀ­πό τά σχή­μα­τα τοῦ κό­σμου.

Στά ἑ­πό­με­να σα­ράν­τα πέν­τε χρό­νια τοῦ μο­να­χι­κοῦ του βί­ου ἀ­κα­τά­παυ­στα μαρ­τυ­ροῦ­σε, ὅ­τι διά τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος γνώ­ρι­σε τόν ἴ­διο τόν Κύ­ριο, ὁ ὁ­ποῖ­ος τοῦ ἐμ­φα­νί­σθη­κε καί τοῦ ἀ­πο­κά­λυ­ψε τήν χά­ρι του στήν πλη­ρό­τη­τά της. Τό ὅ­ρα­μα ἀλ­λοί­ω­σε τό­σο τήν ψυ­χή του ἀ­πό ἄ­με­τρη ἀ­γά­πη πρός τόν Κύ­ριο, ὥ­στε ἀ­κό­ρε­στα πιά τό πνεῦ­μα του, νύ­κτα καί ἡ­μέ­ρα στραμ­μέ­νο πρός τόν Ἠ­γα­πη­μέ­νο, ἔ­κρα­ζε: «Δι­ψᾶ ἡ ψυ­χή μου τόν Κύ­ριο καί μέ δά­κρυ­α τόν ζη­τῶ. Πῶς νά μή σέ ζη­τῶ; Σύ πρῶ­τος μέ ζή­τη­σες καί μοῦ ἔ­δω­σες νά γευ­θῶ τήν γλυ­κύ­τη­τα τοῦ Πνεύ­μα­τος τοῦ Ἁ­γί­ου καί ἡ ψυ­χή μου σέ ἀ­γά­πη­σε ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κά».

Μό­λις πέ­ρα­σε ὁ πρῶ­τος και­ρός με­τά τήν ἐμ­φά­νι­σι τοῦ Κυ­ρί­ου, οἱ δαί­μο­νες ὥρ­μη­σαν πά­λι ἐ­ναν­τί­ον του μέ λο­γι­σμούς τώ­ρα ὑ­πε­ρη­φά­νει­ας. Ὁ Συ­με­ών συγ­κέν­τρω­σε ὅ­λες του τίς δυ­νά­μεις στόν ἀ­γῶ­να γιά κα­θα­ρή προ­σευ­χή. Κα­τά και­ρούς πα­ρη­γο­ρεῖ­το ἀ­πό ὀ­λι­γό­χρο­νιες ἐ­πι­σκέ­ψεις τῆς χά­ρι­τος, ἀλ­λ’ ὅ­ταν αὐτή τόν ἐγ­κα­τέ­λει­πε, ἐ­μ­φα­νί­ζον­ταν δαί­μο­νες. Ἡ ὀδύ­νη τῆς ψυ­χῆς του ἦ­ταν ἀ­πε­ρί­γρα­πτη. Προ­κει­μέ­νου νά κρα­τή­ση ἀ­να­φαί­ρε­τη τήν χά­ρι μέ­σα του, ἄρ­χι­σε ἕ­ναν μα­κρο­χρό­νιο καί ἐ­ξαι­ρε­τι­κά ἐ­πί­πο­νο ἀ­γῶ­να, πού συ­χνά ξε­περ­νοῦ­σε τίς συ­νη­θι­σμέ­νες ἀν­θρώ­πι­νες δυ­νά­μεις. Τ­ό 1892 ἐ­κά­ρη μι­κρό­σχη­μος μο­να­χός μέ τό ὄ­νο­μα Σι­λουα­νός. Ἐ­ξω­τε­ρι­κά συ­νέ­χι­σε νά ἀ­κο­λου­θῆ τήν γε­νι­κή τά­ξι τῆς μο­νῆς, ἀλ­λά ἡ ἔν­τα­σι τοῦ ἐ­σω­τε­ρι­κοῦ του βί­ου τόν δί­δα­σκε στα­δια­κά τήν τε­λει­ό­τε­ρη ἀ­σκη­τι­κή πρᾶ­ξι.

Πέρασαν δε­κα­πέν­τε χρό­νια μαρ­τυ­ρι­κῶν ἀ­γώ­νων ἀ­πό τήν ἡ­μέ­ρα, πού τοῦ ἐμ­φα­νί­σθη­κε ὁ Κύ­ριος, καί μί­α νύ­κτα, ὅ­ταν ση­κώ­θη­κε ἀ­πό τό σκα­μνί του, γιά νά κά­νη με­τά­νοι­ες, ἕ­νας δαί­μο­νας ἐμ­φα­νί­σθη­κε μπρο­στά στήν εἰ­κό­να τοῦ Χρι­στοῦ πε­ρι­μέ­νον­τας νά δε­χθῆ αὐ­τός τήν προ­σκύ­νη­σι. Ὁ Σι­λουα­νός μέ ὀ­δύ­νη καρ­δί­ας ζή­τη­σε τήν βο­ή­θεια τοῦ Κυ­ρί­ου καί ἄ­κου­σε στήν ψυ­χή του τήν ἀ­πάν­τη­σι: «Οἱ ὑ­πε­ρή­φα­νοι πάν­τα ἔ­τσι ὑ­πο­φέ­ρουν ἀ­πό τούς δαί­μο­νες». «Κύ­ρι­ε», εἶ­πε ὁ Σι­λουα­νός, «δί­δα­ξέ με τί πρέ­πει νά κά­νω, γιά νά τα­πει­νω­θῆ ἡ ψυ­χή μου;» Καί πῆ­ρε τήν ἀ­πάν­τη­σι: «Κρά­τα τόν νοῦ σου στόν ᾅ­δη καί μή ἀ­πελ­πί­ζεσαι».

Μέ τόν λό­γο αὐ­τό - πα­ρα­κα­τα­θή­κη στήν γε­νε­ά μας - ὁ Θε­ός τοῦ ἀ­πε­κά­λυ­ψε ὅ­τι κά­θε ἀ­σκη­τι­κός ἀ­γώ­νας πρέ­πει νά ἀ­πο­βλέ­πη στήν ἀ­πό­κτη­σι τῆς τα­πει­νώ­σε­ως τοῦ Χρι­στοῦ καί ὅ­τι αὐ­τή ἡ τα­πεί­νω­σι εἶ­ναι ἡ βα­σι­λι­κή καί ἀσφα­λής ὁ­δός, πού ὁ­δη­γεῖ στήν κα­θα­ρή προ­σευ­χή καί στήν ἀ­πά­θεια. Ἔλεγε, ὅτι μό­λις ὁ νοῦς του ἔ­φευ­γε ἀ­πό τήν μνή­μη τοῦ πυ­ρός της κο­λά­σε­ως, οἱ λο­γι­σμοί ἀ­πο­κτοῦ­σαν πά­λι δύ­να­μι.

Στό ἑ­ξῆς, τη­ρῶντας ὡς κα­νό­να ἀπλα­νῆ τόν λό­γο τοῦ Κυ­ρί­ου, πο­ρευ­ό­ταν στα­θε­ρά στήν ὁ­δό τῆς δε­σπο­τι­κῆς τα­πει­νώ­σε­ως. Ἡ χά­ρις κατοί­κη­σε μόνιμα μέ­σα του. Πέ­ρα­σαν ἄλ­λα δε­κα­πέν­τε χρό­νια ἐν­τα­τι­κοῦ ἀ­γῶ­να, μέ­χρις ὅ­του ἀ­πο­κτή­ση πλή­ρη κυ­ρι­αρ­χί­α ἐ­πά­νω σέ κά­θε κί­νη­σι τῆς καρ­διᾶς του καί εἰ­σέλ­θη κα­τά τήν τε­λευ­ταί­α δε­κα­πεν­τα­ε­τί­α τοῦ ἐ­πι­γεί­ου βί­ου του στήν μα­κά­ρι­α κα­τά­στα­σι τῆς ἀ­πά­θει­ας.

Τό 1911 ἐ­κά­ρη με­γα­λό­σχη­μος μο­να­χός. Ἐ­κεί­νη πε­ρί­που τήν ἐ­πο­χή, πο­θῶντας ἡ ἀ­δι­ά­λει­πτη προ­σευ­χή του νά εἶ­ναι ἀ­πε­ρί­σπα­στη, ζή­τη­σε ἀ­πό τόν ἡ­γού­με­νο τήν εὐ­λο­γί­α νά ἀ­φή­ση τό δι­α­κό­νη­μα τοῦ οἰ­κο­νό­μου, πού εἶ­χε καί νά πά­η στό πα­λαι­ό Ρω­σι­κό - ἐ­ξάρ­τη­μα τῆς μο­νῆς, πού βρί­σκε­ται ὑ­ψη­λό­τε­ρα στό βου­νό, - ὅ­που, χά­ρι στήν ἐ­ρη­μι­κή ἡ­συ­χί­α τοῦ τό­που ζοῦ­σαν αὐ­στη­ροί ἀ­σκη­τές. Ἐ­κεῖ ἔ­πα­θε ψῦ­ξι στό κε­φά­λι καί ἕ­ως τόν θά­να­τό του ὑ­πέ­φε­ρε ἀ­πό μαρ­τυ­ρι­κούς πο­νο­κε­φά­λους, τούς ὁ­ποί­ους θε­ώ­ρη­σε ὡς παι­δα­γω­γι­κή τι­μω­ρί­α, ἐ­πει­δή εἶ­χε κά­νει τό θέ­λη­μά του.

Ἐ­νά­μι­συ χρό­νο ἀρ­γό­τε­ρα τό Μο­να­στή­ρι τόν ἀ­να­κά­λε­σε στό δι­α­κό­νη­μα τοῦ οἰ­κο­νό­μου, στό ὁ­ποῖ­ο πα­ρέ­μει­νε ὡς τό τέ­λος τῆς ζω­ῆς του. Ἐ­πι­στρέ­φον­τας στήν ὑ­πα­κο­ή του, μο­λο­νό­τι ἀ­νέ­λα­βε ὑ­πό τήν εὐ­θύ­νη του δι­α­κο­σί­ους πε­ρί­που ἐρ­γά­τες, ἡ προ­σευ­χή του ἔ­γι­νε θερ­μό­τε­ρη πα­ρά στό πα­λαι­ό Ρω­σι­κό. Κά­θε πρω­ί πε­ρι­ερ­χό­ταν τά ἐρ­γα­στή­ρια, γιά νά κα­τα­νεί­μη τίς ἐρ­γα­σί­ες τῆς ἡ­μέ­ρας, καί ἐ­πέ­στρε­φε πά­λι στό κελ­λί του νά προ­σευ­χη­θῆ μέ δά­κρυ­α γι’ αὐ­τούς τούς ἀν­θρώ­πους καί τίς οἰ­κο­γέ­νει­ές τους, «γιά τόν λα­ό τοῦ Θε­οῦ». Ἔ­χον­τας λά­βει ἀ­πό τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα τό χά­ρι­σμα νά βι­ώ­νη ἐ­νερ­γά τήν ἀ­πέ­ραν­τη ἀ­γά­πη τοῦ Χρι­στοῦ πρός τόν κό­σμο, προ­σευ­χό­ταν μέ πύ­ρι­να δά­κρυ­α ἀ­δι­ά­λει­πτα γιά ὅ­λη τήν ἀν­θρω­πό­τη­τα, γιά ὅ­λον τόν Ἀ­δάμ, ἰ­δι­αί­τε­ρα ὅ­μως γιά τούς κε­κοι­μη­μέ­νους. Ἔ­λε­γε: «Νά προ­σεύ­χε­σαι γιά τούς ἀν­θρώ­πους, ση­μαί­νει νά χύ­νης αἷ­μα»· καί δί­δα­σκε, ὅ­τι τό κρι­τή­ριο τῆς ἀ­λη­θι­νῆς πί­στε­ως εἶ­ναι ἡ ἀ­γά­πη πρός τούς ἐ­χθρούς.

Αὐ­τός ὁ τα­πει­νός ἁ­γι­ο­ρεί­της μο­να­χός, πού ἔ­ζη­σε ὅ­λα τά χρό­νια τῆς μο­να­χι­κῆς του ζω­ῆς ἕ­ναν μαρ­τυ­ρι­κό ἀ­γῶ­να στήν ἀ­φά­νεια, ἄ­φη­σε ὡς κλη­ρο­νο­μιά στήν Ἐκ­κλη­σί­α - σάν ἕ­νας νέ­ος προ­φή­της - τήν προ­σευ­χή ὑ­πέρ τοῦ κό­σμου· αὐ­τή εἶ­ναι ἡ σύν­θε­σι τοῦ χρι­στι­α­νι­σμοῦ καί ἡ συν­το­μώ­τε­ρη ὁ­δός γιά τήν ἐ­πί­τευ­ξι τῆς τε­λει­ό­τη­τας. Στη­ρί­ζον­τας τόν κό­σμο μέ τήν προ­σευ­χή του καί δε­ό­με­νος στόν Κύ­ριο νά τόν γνω­ρί­σουν ἐν Πνεύ­μα­τι Ἁ­γί­ῳ ὅ­λοι οἱ λα­οί τῆς γῆς, ἐ­τε­λεί­ω­σε ἐν εἰ­ρή­νῃ τόν ἐ­πί­γει­ο δρό­μο του στίς 24 (11)Σε­πτεμ­βρί­ου 1938.

Ἡ ἐ­πί­ση­μη ἀ­να­γνώ­ρι­σι ἀ­πό τό Οἰ­κου­με­νι­κό Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο ἔ­γι­νε στίς 26 Νο­εμ­βρί­ου 1987.

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης