Τῷ αὐτῷ μηνί Θ΄, τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Νικηφόρου.

Αὐ­τός ὁ Ἅ­γιος Μάρ­τυ­ρας Νι­κη­φό­ρος ἔ­ζη­σε στά χρό­νια τῶν αὐ­το­κρα­τό­ρων Οὐ­αλ­λε­ρια­νοῦ καί Γα­λη­ΐ­νου, κα­τά τό ἔ­τος 260, ἰ­δι­ώ­της ὡς πρός τό ἐ­πάγ­γελ­μα. Αὐ­τός λοι­πόν εἶ­χε φι­λί­α ὑ­περ­βο­λι­κή μέ κά­ποι­ον Σα

πρί­κιο, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν Ἱ­ε­ρέ­ας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἀν­τι­ο­χεί­ας. Αὐ­τός κα­τό­πιν, γιά κά­ποι­ον λό­γο, μᾶλ­λον ἀ­πό δι­α­βο­λι­κή ἐ­νέρ­γεια, μί­ση­σε τόν Ἅ­γιο καί ἔ­γι­νε ἄ­σπον­δος ἐ­χθρός του. Ὁ Ἅ­γιος Νι­κη­φό­ρος πολ­λές φο­ρές χρη­σι­μο­ποί­η­σε με­σῖ­τες καί ἔ­βα­λε συμ­φι­λι­ω­τές, ζη­τῶν­τας συγ­χώ­ρη­σι καί τήν ἀ­να­σύ­στα­σι τῆς πα­λαι­ᾶς φι­λί­ας. Ὁ Σα­πρί­κιος ὅ­μως δέν ἤ­θε­λε κα­θό­λου νά συγ­χω­ρή­ση τόν φί­λο του, ἀλ­λά φύ­λατ­τε τήν ἔ­χθρα καί τήν μνη­σι­κα­κί­α στήν καρ­διά του. Μί­α φο­ρά ὅ­μως συ­νε­λή­φθη ὁ Σα­πρί­κιος ἀ­πό τούς εἰ­δω­λο­λά­τρες, ὡς Χρι­στια­νός καί ὡς Ἱ­ε­ρέ­ας τῶν Χρι­στια­νῶν, καί ὡ­δη­γεῖ­το στά βα­σα­νι­στή­ρια. Τό­τε ὁ θεῖ­ος Νι­κη­φό­ρος σκε­πτό­με­νος, ὅ­τι ἦ­ταν και­ρός κα­τάλ­λη­λος, γιά νά ἐ­λευ­θε­ρώ­ση τόν Σα­πρί­κιο ἀ­πό τήν ἔ­χθρα, ἔ­τρε­ξε καί ἔ­πε­σε στά πό­δια του, πα­ρα­κα­λῶν­τας νά τόν συγ­χω­ρή­ση, μο­λο­νό­τι αὐ­τός ὁ εὐ­λο­γη­μέ­νος δέν ἦ­ταν αἴ­τιος τῆς ἔ­χθρας αὐ­τῆς. Ἐ­πει­δή ὅ­μως δέν τόν ἄ­κου­γε ὁ Σα­πρί­κιος, πολ­λές φο­ρές τόν ἔ­φθα­νε στόν δρό­μο ὁ ἀ­οί­δι­μος καί ἔ­πε­φτε στά πό­δια του, ζη­τῶν­τας συγ­χώ­ρη­σι. Ὁ σα­πρός Σα­πρί­κιος ὅ­μως, πα­ρέ­με­νε ἀ­νυ­πο­χώ­ρη­τος καί δέν ἤ­θε­λε νά ὑ­πο­χω­ρή­ση.

Ἀ­φοῦ λοι­πόν δο­κί­μα­σε πολ­λά βά­σα­να γιά τήν ἀ­γά­πη τοῦ Χρι­στοῦ καί δέν πεί­σθη­κε νά θυ­σιά­ση στά εἴ­δω­λα, στό τέ­λος κα­τα­δι­κά­σθη­κε νά ἀ­πο­κε­φα­λι­σθῆ. Ὡ­δη­γεῖ­το λοι­πόν ὁ δυ­στυ­χής Σα­πρί­κιος στόν τό­πο τῆς κα­τα­δί­κης, καί πλη­σί­α­ζε νά λά­βη τόν στέ­φα­νο τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου. Τό­τε ὁ κα­λός Νι­κη­φό­ρος, φο­βού­με­νος, μή­πως τό μαρ­τύ­ριο τοῦ Σα­πρι­κί­ου δέν γί­νη δε­κτό στόν Θε­ό, ἐξ αἰ­τί­ας τοῦ πά­θους τῆς ὀρ­γῆς καί τῆς μνη­σι­κα­κί­ας. πού εἶ­χε, χρη­σι­μο­ποί­η­σε κά­θε τρό­πο, γιά νά τόν πεί­ση νά δι­α­λύ­ση τήν ἔ­χθρα, γιά νά γί­νη τό μαρ­τύ­ριό του ἀ­κα­τη­γό­ρη­το. Ὁ Σα­πρί­κιος ὅ­μως, οὔ­τε τό­τε ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τήν ὀρ­γή καί τήν μνη­σι­κα­κί­α. Ἔ­τσι, ἀ­φοῦ ἔ­χα­σε ὁ ἄ­θλιος τήν βο­ή­θεια τοῦ Θε­οῦ καί σκο­τί­σθη­κε ὁ νοῦς του, ἀρ­νή­θη­κε, ἀλ­λοί­μο­νο! τόν Χρι­στό. Καί μα­ζί μέ τήν ἀ­γά­πη τοῦ πλη­σί­ον, ἔ­χα­σε καί τήν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ[1]. Ὅ­ταν εἶ­δε αὐ­τό ὁ μα­κά­ριος Νι­κη­φό­ρος, λυ­πή­θη­κε ὑ­περ­βο­λι­κά. Τό­τε πολ­λά δά­κρυ­α ἔ­χυ­σε καί πο­λύ πα­ρε­κά­λε­σε τόν Σα­πρί­κιο, νά μήν ἐκ­πέ­ση τε­λεί­ως ἀ­πό τόν Χρι­στό καί γί­νη παί­γνιο στούς ὁ­ρα­τούς καί ἀ­ό­ρα­τους ἐ­χθρούς, στούς τύ­ραν­νους μα­ζί καί στούς δαί­μο­νες.

Ἐ­πει­δή ὅ­μως ἔ­λε­γε τά λό­για του σέ κου­φό, ὅ­πως λέ­ει ἡ λα­ϊ­κή πα­ροι­μί­α, γι’ αὐ­τό ἀν­τί τοῦ Σα­πρι­κί­ου, πού ἀρ­νή­θη­κε τόν Χρι­στό, μπῆ­κε ὁ τρι­σόλ­βιος Νι­κη­φό­ρος στόν ἀ­γῶ­να τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου, καί ὡ­μο­λό­γη­σε μέ θάρ­ρος τόν Χρι­στό. Ἔ­τσι, μέ δι­α­τα­γή τοῦ ἡ­γε­μό­να, ἀ­πο­κε­φα­λί­σθη­κε ὁ ἀ­οί­δι­μος καί ἔ­λα­βε τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου τόν στέ­φα­νο. Τό δέ ἑλ­λη­νι­κό του Μαρ­τύ­ριο σῴ­ζε­ται στήν Μο­νή τῶν Ἰ­βή­ρων καί σέ ἄλ­λες Μο­νές, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Οὐ­δέν ἔ­οι­κεν ἀ­γά­πης εἶ­ναι μα­κα­ρι­ώ­τε­ρον».



[1] Ἐ­δῶ εἶ­ναι κα­τάλ­λη­λος και­ρός νά ποῦ­με τά λό­για, πού ἀ­να­φέ­ρει ὁ ἱ­ε­ρός Χρυ­σό­στο­μος· «Δέν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τε με­γα­λύ­τε­ρο ἀ­πό τήν ἀ­γά­πη, οὔ­τε ἴ­σο, οὔ­τε αὐ­τό τό μαρ­τύ­ριο, πού εἶ­ναι τό ἀ­πο­κο­ρύ­φω­μα τῶν ἀ­γα­θῶν. Καί πῶς; ἄ­κου­σε. Ἡ ἀ­γά­πη καί χω­ρίς τό μαρ­τύ­ριο κά­νει μα­θη­τές τοῦ Χρι­στοῦ. Μαρ­τύ­ριο ὅ­μως χω­ρίς ἀ­γά­πης, δέν θά μπο­ρέ­ση νά τό κά­νη αὐ­τό». (Λόγ. στόν Με­γα­λο­μάρ­τυ­ρα Ρω­μα­νό). Καί πά­λι ἑρ­μη­νεύ­ον­τας τό «Ἐ­πί πᾶ­σι δέ αὐ­τοῖς τήν ἀ­γά­πην, ἥ­τις ἐ­στί σύν­δε­σμος τῆς τε­λει­ό­τη­τος», λέ­ει, «αὐ­τό πού θέ­λει νά πῆ ση­μαί­νει τό ἑ­ξῆς· ὅ­τι αὐ­τή ὅ­λα ἐ­κεῖ­να τά ἑ­νώ­νει, καί ὅ­ποι­ο ἀ­γα­θό καί νά ἀ­να­φέ­ρης, ὅ­ταν δέν ὑ­πάρ­χη ἡ ἀ­γά­πη, δέν εἶ­ναι τί­πο­τε, ἀλ­λά ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται. Δι­ό­τι, ὅ­ταν δέν ὑ­πάρ­χη ἀ­γά­πη, ὅ­σα κα­τορ­θώ­μα­τα καί νά ἔ­χη κά­ποι­ος, ὅ­λα εἶ­ναι μά­ται­α». (Λό­γος η΄, στήν πρός Κο­λασ­σα­εῖς.) Καί πά­λι λέ­ει ὁ ἴ­διος, ὅ­τι οὔ­τε τούς ἄ­πι­στους δέν πρέ­πει νά μι­σοῦ­με, ἀλ­λά νά μι­σοῦ­με τά πο­νη­ρά τους δόγ­μα­τα. «Τί λοι­πόν λέ­ει, ἄν εἶ­ναι εἰ­δω­λο­λά­τρες καί ἐ­χθροί, δέν πρέ­πει νά τούς μι­σοῦ­με; Πρέ­πει νά μι­σοῦ­με ὄ­χι ἐ­κεί­νους, ἀλ­λά τό δόγ­μα, ὄ­χι τόν ἄν­θρω­πο ἀλ­λά τήν πο­νη­ρή πρᾶ­ξι, τήν δι­ε­φθαρ­μέ­νη γνώ­μη. Δι­ό­τι ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι ἔρ­γο Θε­οῦ, ἐ­νῷ ἡ πλά­νη ἔρ­γο τοῦ δι­α­βό­λου. Λοι­πόν μήν ἀ­να­μί­ξης τά ἔρ­γα τοῦ Θε­οῦ καί τά ἔρ­γα τοῦ Δι­α­βό­λου». (Λόγ. λγ΄,  στήν Α΄ πρός Κο­ριν­θί­ους). Κα­τάλ­λη­λο εἶ­ναι νά ἀ­να­φέ­ρου­με ἐ­δῶ καί ἐ­κεῖ­νο, πού γρά­φει ὁ Εὐ­ερ­γε­τι­νός, σελ. 541, Δη­λα­δή ὅ­τι δύ­ο ἀ­δελ­φοί συ­νε­λή­φθη­καν στόν και­ρό τοῦ δι­ωγ­μοῦ, καί ἀ­φοῦ βα­σα­νί­σθη­καν, φυ­λα­κί­σθη­καν. Ἐ­πει­δή ὅ­μως συ­νέ­βη κά­ποι­α δι­α­φω­νί­α με­τα­ξύ τους καί κά­ποι­ος πα­ρο­ξυ­σμός, ὁ ἕ­νας, ἀ­φοῦ με­τα­νό­η­σε γι’ αὐ­τό, γρή­γο­ρα ἔ­βα­λε με­τά­νοι­α στόν ἀ­δελ­φό, λέ­γον­τας· «Αὔ­ριο πρό­κει­ται νά τε­λει­ω­θοῦ­με μέ τό μαρ­τύ­ριο. Λοι­πόν ἄς δι­α­λύ­σου­με τήν ἔ­χθρα καί ἄς δεί­ξου­με ἀ­γά­πη. Ὁ ἄλ­λος ὅ­μως, δέν ἐ­πεί­θε­το. Τήν ἐρ­χό­με­νη ἡ­μέ­ρα, ὡ­δη­γή­θη­καν καί οἱ δύ­ο στό κρι­τή­ριο καί βα­σα­νί­σθη­καν. Καί ἐ­κεῖ­νος πού δέν θέ­λη­σε νά δι­α­λύ­ση τήν ἔ­χθρα, ἀ­μέ­σως μέ τήν πρώ­τη δο­κι­μή τῶν βα­σά­νων νι­κή­θη­κε καί ἀρ­νή­θη­κε τόν Χρι­στό. Τό­τε τόν ρώ­τη­σε ὁ ἄρ­χον­τας, για­τί χθές μέ τό­σα βά­σα­να πού δο­κί­μα­σες, δέν ἀρ­νή­θη­κες, τώ­ρα ὅ­μως τό­σο γρή­γο­ρα νι­κή­θη­κες; Καί ἐ­κεῖ­νος ἀ­πο­κρί­θη­κε. Δι­ό­τι ἐ­χθές εἶ­χα ἀ­γά­πη μέ τόν ἀ­δελ­φό μου, γι’ αὐ­τό καί ἡ χά­ρις τοῦ Θε­οῦ μέ ἐν­δυ­νά­μω­νε καί ὑ­πέ­μει­να τά βά­σα­να. Τώ­ρα ὅ­μως, ἐ­πει­δή μνη­σι­κά­κη­σα κα­τά τοῦ ἀ­δελ­φοῦ μου, γι’ αὐ­τό ἀ­πο­γυ­μνώ­θη­κα ἀ­πό τήν σκέ­πη τοῦ Θε­οῦ καί ἀ­πό τήν πα­ρη­γο­ριά καί τήν δύ­να­μι».

 

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης