Τῷ αὐτῷ μηνί IΘ΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀρχίππου.

Τῷ αὐτῷ μηνί IΘ΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀρχίππου.

Αὐ­τός ἦ­ταν μα­θη­τής τοῦ Ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου, ἀ­πό τόν ὁ­ποῖ­ο ἐ­παι­νεῖ­ται καί συ­στρα­τι­ώ­της του ὀ­νο­μά­ζε­ται στήν πρός Φι­λή­μο­να ἐ­πι­στο­λή, καί στήν πρός Κο­λοσ­σα­εῖς ἐ­πι­στο­λή γρά­φει γι’ αὐ­τόν· «Νά πῆτε στόν Ἄρχιππο× Πρόσεχε τήν ὑπηρεσία, τήν ὁποία παρέλαβες ἐν Κυρίῳ νά τήν ἐκπληρώνης» (Κολ. 4,17). Αὐ­τός λοι­πόν ὄν­τας στίς Κο­λασ­σές, πού εἶ­ναι πό­λις τῆς Φρυ­γί­ας, κή­ρυτ­τε τόν λό­γο τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου μα­ζί μέ τόν Ἅ­γιο Φι­λή­μο­να. Τό­τε οἱ ἐ­κεῖ εἰ­δω­λο­λά­τρες ὥρ­μη­σαν ἐ­ναν­τί­ον τους καί, ἀ­φοῦ συ­νέ­λα­βαν αὐ­τόν τόν Ἀ­πό­στο­λο, τόν ὡ­δή­γη­σαν μπροστά στόν ἡ­γε­μό­να Ἁ­δρο­κλῆ. Καί ἐ­πει­δή δέν πεί­σθη­κε νά θυ­σιά­ση στό εἴ­δω­λο, πού λέ­γε­ται τοῦ Μη­νᾶ, το­πο­θε­τή­θη­κε μέ­σα σέ ἕ­ναν λάκ­κο καί πα­ρα­χώ­θη­κε μέ­χρι τήν μέ­ση. Κα­τό­πιν ἐ­κεν­τή­θη μέ βε­λό­νες ἀ­πό παι­διά, καί στό τέ­λος μέ λι­θο­βο­λι­σμό, ἐ­τε­λει­ώ­θη, καί ἔ­λα­βε ἀ­πό τόν Κύ­ριο τόν τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου ἁ­μα­ράν­τι­νο στέ­φα­νο[189].

  Μνή­μη τῶν ἁ­γί­ων Μαρ­τύ­ρων Μα­ξί­μου, Θε­ο­δό­του, Ἡ­συ­χί­ου καί τῆς Ἁ­γί­ας Μάρ­τυ­ρος Ἀ­σκλη­πι­ο­δό­της.

Αὐ­τοί οἱ ἀ­νω­τέ­ρω Ἅ­γιοι πα­ρου­σι­ά­σθη­καν στόν ἡ­γε­μό­να καί, ἐ­πει­δή δέν πεί­σθη­καν νά ἀρ­νη­θοῦν τόν Χρι­στό, δέ­χθη­καν πολ­λές τι­μω­ρί­ες. Καί ἀρ­χι­κά κρε­μά­σθη­καν ἐ­πά­νω σέ ξύ­λο, τούς ἔ­γδα­ραν μέ νύ­χια σι­δε­ρέ­νια, ἔ­πει­τα με­τα­φέ­ρον­ται καί σύ­ρον­ται ἀ­πό μί­α πό­λι σέ ἄλ­λη, με­τά ἀ­πό αὐ­τά πα­ρα­δί­νον­ται στά θη­ρί­α, γιά νά τούς φᾶ­νε, ἀλ­λ’ ὅ­μως ἀ­πό τήν θεί­α χά­ρι δι­α­τη­ρή­θη­καν ἀ­βλα­βεῖς. Πα­ρό­μοι­α καί ἡ Ἁ­γί­α Ἀ­σκλη­πι­ο­δό­τη, ἀ­φοῦ ρί­χθη­κε κα­τά γῆς, τεν­τώ­θη­κε ἐ­πά­νω σέ ξύ­λο, ἔ­πει­τα δέ­θη­κε σέ ἕ­ναν ταῦ­ρο. Με­τά ἀ­πό αὐ­τά ὅ­λοι μα­ζί λι­θο­βο­λοῦν­ται καί σέρ­νον­ται σέ τό­πους δα­σώ­δεις καί δύ­σβα­τους καί στό τέ­λος ἀ­πο­κε­φα­λί­ζον­ται καί ἔ­τσι οἱ μα­κά­ριοι δέ­χον­ται τούς στε­φά­νους τῆς ἀ­θλή­σε­ως.

 Ὁ Ὅ­σιος Πα­τήρ ἡ­μῶν Ρα­βου­λᾶς ἐν εἰ­ρή­νῃ τε­λει­οῦ­ται.

Αὐ­τός ὁ ἐν Ἁ­γί­οις Πα­τήρ ἡ­μῶν Ρα­βου­λᾶς ἔ­ζη­σε στά χρό­νια τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα Ζή­νω­να, κα­τά τό ἔ­τος 476, γεν­νή­θη­κε στήν πό­λι, πού λέ­γε­ται Σα­μό­σα­τα, ἡ ὁ­ποί­α τώ­ρα κοι­νῶς ὀ­νο­μά­ζε­ται Σεμ­ψάτ, βρί­σκε­ται στήν Συ­ρί­α καί ἔ­χει τήν τι­μή νά εἶ­ναι ἕ­δρα Ἐ­πι­σκό­που ὑ­πα­γό­με­νη στόν Μη­τρο­πο­λί­τη Ἐ­δέσ­σης. Ἀ­φοῦ ἐκ­παι­δεύ­θη­κε ἀ­πό ἕ­να ἄν­δρα ἐν­δο­ξό­τα­το, Βα­ρυ­ψα­βά ὀ­νό­μα­τι, ἔ­μα­θε τήν συ­ρια­κή γλῶσ­σα. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ἀ­πό τήν νε­α­ρή του ἡ­λι­κί­α ἐ­ξα­σκοῦ­σε κά­θε ἀ­ρε­τή, γι’ αὐ­τό ἔ­γι­νε Μο­να­χός. Τό­τε ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε ἀ­πό τούς ἀν­θρώ­πους καί κα­τοι­κοῦ­σε στά ὄ­ρη καί στά σπή­λαι­α μό­νος, ὅ­πως κα­τοι­κοῦ­σε μό­νος καί ὁ μέ­γας Ἠ­λί­ας καί ὁ Ἰ­ω­άν­νης ὁ Βα­πτι­στής. Ὕ­στε­ρα ἀ­πό λί­γα χρό­νια πῆ­γε μα­ζί μέ με­ρι­κούς ἄλ­λους στήν Φοι­νί­κη. Καί, ἐ­πει­δή ἐ­κεῖ ἔ­λαμ­ψε πε­ρισ­σό­τε­ρο μέ τίς ἀ­ρε­τές, γι’ αὐ­τό καί μή θέ­λον­τας ἔ­γι­νε γνω­στός σέ ὅ­λους.

Ἔ­τσι μέ τήν συ­νερ­γα­σί­α τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα Ζή­νω­να καί τοῦ Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Ἐ­πι­σκό­που τῆς Βη­ρυ­τοῦ, δη­λα­δή τοῦ Βε­ρου­τί­ου, ἔ­κα­νε Μο­να­στή­ρι στό κέν­τρο τοῦ βου­νοῦ. Τό­τε λοι­πόν ὁ θεῖ­ος Αὐ­τός Ρα­βου­λᾶς καί οἱ σύν αὐ­τῷ ζοῦ­σαν ἀ­νά­με­σα στούς εἰ­δω­λο­λά­τρες, ὅ­πως ἦ­ταν ἀ­νά­με­σα στούς Ἰ­ου­δαί­ους ὁ Παῦ­λος καί ὁ Βαρ­νά­βας ἤ καί ὁ Πέ­τρος καί Ἰ­ω­άν­νης. Ἔ­τσι ἄλ­λο­τε τούς ἔ­λεγ­χαν, ἄλ­λο­τε πά­λι τούς νου­θε­τοῦ­σαν. Μέ τόν τρό­πο αὐ­τόν ὅ­λους τούς εἰ­δω­λο­λά­τρες, πού ζοῦ­σαν ἐ­κεῖ, τούς ὡ­δή­γη­σαν σέ θε­ο­γνω­σί­α. Αὐ­τό ἦ­ταν τό πρῶ­το καί ἐ­ξαί­ρε­το ἔρ­γο, πού κα­τώρ­θω­σε ὁ μα­κά­ριος Ρα­βου­λᾶς. Ἀ­φοῦ ὅ­μως πέ­θα­νε ὁ Ζή­νων, ἔ­γι­νε δι­ά­δο­χος τῆς βα­σι­λεί­ας ὁ Δί­κο­ρος Ἀ­να­στά­σιος, κα­τά τό ἔ­τος 491, μέ τήν συ­νερ­γα­σί­α τοῦ ὁ­ποί­ου ἔ­κτι­σε ἄλ­λο Μο­να­στή­ρι ὁ Ὅ­σιος Ρα­βου­λᾶς στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι, τό ὁ­ποῖ­ο ὀ­νο­μά­ζε­ται ἀ­πό τό ὄ­νο­μά του τοῦ Ρα­βου­λᾶ. Πα­ρό­μοι­α συ­νέ­στη­σε καί ἄλ­λα πολ­λά Μο­να­στή­ρια σέ δι­ά­φο­ρους τό­πους.

Ἦ­ταν ὅ­μως ὁ Ὅ­σιος Αὐ­τός σέ ὅ­λα προ­σε­κτι­κός καί νη­φά­λιος, δι­δα­κτι­κός, ἀ­όρ­γη­τος, συμ­πα­θής, φι­λά­δελ­φος καί σέ ὅ­λους σπλαγ­χνι­κός. Ὅ­ταν μά­λι­στα μέ κά­ποι­ο πά­θος τόν ἐ­νω­χλοῦ­σε ὁ πο­νη­ρός Δι­ά­βο­λος, τό­τε αὐ­τός ἀν­τέ­λε­γε στό πά­θος ἐ­κεῖ­νο μέ ἕ­να ρη­τό τῆς Ἁ­γί­ας Γρα­φῆς καί ἔ­τσι τό ἔ­δι­ω­χνε ἀ­πό μό­νος του, ἐ­πει­δή καί ἦ­ταν γε­μᾶ­τος ἀ­πό ρη­τά τῆς Πα­λαι­ᾶς καί Νέ­ας Γρα­φῆς. Ἔ­ζη­σε ὁ Ὅ­σιος Αὐ­τός μέ­χρι τά χρό­νια τοῦ με­γά­λου Ἰ­ου­στι­νια­νοῦ, πού ἔ­κτι­σε τόν Να­ό τῆς Ἁ­γί­ας Σο­φί­ας καί βα­σί­λευ­σε κα­τά τό ἔ­τος 527. Ὅ­ταν δέ ἔ­γι­νε ὀ­γδόν­τα ἐ­τῶν γέ­ρον­τας καί λί­γο πε­ρισ­σό­τε­ρο, τό­τε ἄ­κου­σε μί­α φω­νή ἀ­πό τόν οὐ­ρα­νό, ἡ ὁ­ποί­α ἔ­λε­γε· «Δεῦ­τε πρός με πάν­τες οἱ κο­πι­ῶν­τες καί πε­φορ­τι­σμέ­νοι, κἀ­γώ ἀ­να­παύ­σω ὑ­μᾶς». Ἔ­τσι, ἀ­φοῦ ἀ­σθέ­νη­σε γιά λί­γο, ἀ­πῆλ­θε πρός Κύ­ριον.

  Οἱ Ὅ­σιοι Πα­τέ­ρες ἡ­μῶν καί Ὁ­μο­λο­γη­ταί Εὐ­γέ­νιος καί Μα­κά­ριος, ἐν εἰ­ρή­νῃ τε­λει­οῦν­ται.

 

Ὅ­ταν ὁ Πα­ρα­βά­της Ἰ­ου­λια­νός βα­σί­λευ­σε, κα­τά πα­ρα­χώ­ρη­σι Θε­οῦ, κα­τά τό ἔ­τος 361, τό­τε οἱ Χρι­στια­νοί ὅ­λοι ἔ­φευ­γαν καί κρύ­βον­ταν, γιά νά μή βλέ­πουν τίς μια­ρές θυ­σί­ες, πού πρό­σφε­ρε ὁ ἀ­λι­τή­ριος στά εἴ­δω­λα. Οἱ δέ ὁ­μό­φρο­νές του Ἕλ­λη­νες ὄ­χι μό­νο αὐ­τοί ἔ­κα­μναν ἀ­σέλ­γει­ες μα­ζί μέ αὐ­τόν, καί μέ αὐ­τές ἔ­κα­μναν τόν ἑ­αυ­τό τούς ὕ­λη καί προ­σά­ναμ­μα τοῦ αἰ­ω­νί­ου πυ­ρός τῆς κο­λά­σε­ως, ἀλ­λά ἀ­κό­μη καί τούς Χρι­στια­νούς ἀ­νάγ­κα­ζαν νά κά­μνουν τίς ἴ­δι­ες ἀ­σέλ­γει­ες καί χω­ρίς νά θέ­λουν. Τό­τε λοι­πόν ὁ Μα­κά­ριος Αὐ­τός καί ὁ Εὐ­γέ­νιος, οἱ δοῦ­λοι καί θε­ρά­πον­τες τοῦ Χρι­στοῦ, συ­νε­λή­φθη­σαν καί τόν μέν Χρι­στό ὡ­μο­λό­γη­σαν μπροστά στόν Πα­ρα­βά­τη Θε­ό ἀ­λη­θι­νό καί κρι­τή ζών­των καί νε­κρῶν. Αὐ­τόν ὅ­μως τόν δυσ­σε­βῆ καί ἀ­λα­ζο­νι­κό τύ­ραν­νο ἔ­λεγ­ξαν, δι­ό­τι ἀ­θέ­τη­σε τήν πί­στι στόν Χρι­στό καί ἔ­γι­νε εἰ­δω­λο­λά­τρης. Τό­τε θύ­μω­σε ὁ μια­ρός καί δι­έ­τα­ξε νά δε­θοῦν οἱ Ἅ­γιοι μέ λε­πτά λου­ριά καί ἔ­τσι νά κρε­μα­σθοῦν κα­τα­κέ­φα­λα καί γιά πολ­λές ὧ­ρες νά καί­η ἀ­πό κά­τω τους φω­τιά μέ κο­πριά. Ἔ­πει­τα δι­έ­τα­ξε νά πυ­ρω­θῆ μί­α σκά­ρα καί πά­νω σ’ αὐ­τήν νά ἁ­πλω­θοῦν γυ­μνοί οἱ Ἅ­γιοι Μάρ­τυ­ρες, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἔ­χον­τας τά μά­τια τους στόν Οὐ­ρα­νό καί ἐν­δυ­να­μού­με­νοι ἀ­πό τήν θεί­α χά­ρι, ἔ­λεγ­χαν τήν πο­νη­ρί­α καί ἀ­σέ­βεια τοῦ Πα­ρα­βά­τη. Γι’ αὐ­τό δι­έ­τα­ξε ὁ θη­ρι­ώ­δης καί ἔ­βα­λαν σί­δη­ρα σέ ὅ­λα τά μέ­λη τοῦ σώ­μα­τός τους καί ἔ­τσι τούς ἐ­ξώ­ρι­σε στήν Μαυ­ρι­τα­νί­α, ἡ ὁ­ποί­α βρί­σκε­ται στήν Ἀ­φρι­κή στό βα­σί­λει­ο τοῦ Ἀ­λι­τζε­ρί­ου. Οἱ Ἅ­γιοι Μάρ­τυ­ρες χαί­ρον­ταν, ἐ­πει­δή ἐ­ξω­ρί­ζον­ταν γιά τόν Χρι­στό. Γι’ αὐ­τό καί μέ ἀ­γαλ­λί­α­σι τῆς ψυ­χῆς τους ἔ­ψαλ­λαν· «Μα­κά­ριοι οἱ ἄ­μω­μοι ἐν ὁ­δῷ, οἱ πο­ρευ­ό­με­νοι ἐν νό­μῳ Κυ­ρί­ου». Ὅ­ταν ἔ­φθα­σαν στήν Μαυ­ρι­τα­νί­α, ἀ­νέ­βη­καν ἐ­πά­νω σέ ἕ­ναν τό­πο ὑ­ψη­λό καί ἐ­κεῖ ζοῦ­σαν μό­νοι.

Οἱ δέ ἐν­τό­πιοι τούς ἔ­λε­γαν× «Φύ­γε­τε, ἀ­δελ­φοί, ἀ­πό τόν τό­πο αὐ­τόν, δι­ό­τι σ’ αὐ­τόν κα­τοι­κεῖ ἕ­νας φο­βε­ρός δρά­κον­τας, ὁ ὁ­ποῖ­ος σκο­τώ­νει ὅ­σους τόν πλη­σιά­ζουν». Οἱ Ἅ­γιοι εἶ­παν· «Δεῖξ­τε μας τό σπή­λαι­ο, στό ὁ­ποῖ­ο εἶ­ναι ὁ δρά­κον­τας». Ἐ­κεῖ­νοι τούς ἔ­δει­ξαν ἀ­πό μα­κριά τό σπή­λαι­ο. Οἱ ἀ­οί­δι­μοι Μάρ­τυ­ρες γο­να­τί­ζον­τας προ­σευ­χή­θη­καν καί, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος!, ἀ­μέ­σως ᾖλ­θε ἀ­στρα­πο­πε­λέ­κι ἀ­πό τόν οὐ­ρα­νό καί κα­τέ­κα­ψε τόν δρά­κον­τα, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­τρε­ξε, γιά νά φύ­γη, ἀλ­λά δέν μπό­ρε­σε. Κα­τα­κά­η­κε λοι­πόν καί αὐ­τό τό χῶ­μα τῆς γῆς μα­ζί μέ τόν δρά­κον­τα καί ὁ ἀ­έ­ρας ὅ­λος γέ­μι­σε ἀ­πό φαρ­μά­κι. Αὐ­τό τό θαῦ­μα βλέ­πον­τας οἱ ἐν­τό­πιοι Εἰ­δω­λο­λά­τρες, πί­στε­ψαν στόν Χρι­στό.

Τό­τε, μπαί­νον­τας οἱ Ἅ­γιοι μέ­σα στό σπή­λαι­ο τοῦ δρά­κον­τα, προ­σεύ­χον­ταν συ­νέ­χεια γιά τριά­ντα ὁ­λό­κλη­ρες ἡ­μέ­ρες, χω­ρίς νά ἔ­χουν τί νά φᾶ­νε ἤ τί νά πιοῦν. Ἀλ­λ’ ὅ­μως με­τά ἀ­πό αὐ­τά ἄ­κου­σαν φω­νή πού ἔ­λε­γε· «Δοῦ­λοι τοῦ ἀ­λη­θι­νοῦ Θε­οῦ καί Κυ­ρί­ου μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, πη­γαί­νε­τε στήν πέ­τρα, πού εἶ­ναι κον­τά σας». Οἱ Ἅ­γιοι προ­σέ­χον­τας, εἶ­δαν φῶς σέ μί­α πέ­τρα, καί ὤ τοῦ θαύ­μα­τος!, ἀ­μέ­σως σχί­σθη­κε ἡ πέ­τρα σέ δύ­ο μέ­ρη καί βγῆ­κε νε­ρό πο­λύ, ἀ­πό τό ὁ­ποῖ­ο παίρ­νον­τας οἱ Ἅ­γιοι ἤ­πιαν καί χόρ­τα­σαν. Τό­τε μέ τήν δύ­να­μι ἐ­κεί­νου ξα­λά­φρω­σαν ἀ­πό τήν πεῖ­να καί τήν δί­ψα, πού εἶ­χαν προ­η­γου­μέ­νως. Κα­τά τήν τρι­α­κο­στή ὄ­γδο­η ἡ­μέ­ρα πα­ρα­κά­λε­σαν τόν Θε­ό, νά φύ­γουν ἀ­πό τήν πα­ροῦ­σα ζω­ή καί νά με­τα­βοῦν στήν ἄλ­λη. Ὁ δέ Κύ­ριος, ἐ­πα­κού­ον­τας τῆς δε­ή­σε­ώς τους, πα­ρέ­λα­βε τίς ψυ­χές καί τῶν δύ­ο, δο­ξά­ζον­τας καί εὐ­λο­γῶν­τας αὐ­τόν.

  Μνή­μη τοῦ Ὁ­σί­ου Πα­τρός ἡ­μῶν Κό­νω­νος.

Αὐ­τός ὁ Ὅ­σιος κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν Κι­λι­κί­α καί ἔ­γι­νε Μο­να­χός, ὅ­ταν ἦ­ταν πο­λύ νέ­ος, στό Μο­να­στή­ρι τοῦ Πεν­θου­κλᾶ, τό ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν κον­τά στόν Ἰ­ορ­δά­νη. Ἔ­γι­νε ἀ­κό­μη καί Πρε­σβύ­τε­ρος καί ἔ­φθα­σε στό ὕ­ψος τῆς ἀ­σκή­σε­ως. Ἐ­πει­δή λοι­πόν ὁ τό­τε Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων, Πέ­τρος ὀ­νό­μα­τι, ἔ­μα­θε τήν θαυ­μα­στή ἄ­σκη­σι τοῦ Ὁ­σί­ου, γι’ αὐ­τό τόν δι­ώ­ρι­σε νά βα­πτί­ζη ὅ­λους ἐ­κεί­νους, πού πή­γαι­ναν στόν Ἰ­ορ­δά­νη. Ἔ­τσι τούς ἔ­χρι­ζε μέ τό ἅ­γιο ἔ­λαι­ο καί τούς βά­πτι­ζε. Ὅ­ταν ὅ­μως ἐ­πρό­κει­το νά χρί­ση κά­ποι­α γυ­ναῖ­κα, σκαν­δα­λι­ζό­ταν ὡς ἄν­θρω­πος καί γι’ αὐ­τό σκε­πτό­ταν νά ἀ­να­χω­ρή­ση ἀ­πό τό Κοι­νό­βιο. Ὅ­σες φο­ρές ὅ­μως τοῦ ἐρ­χό­ταν λο­γι­σμός νά ἀ­να­χω­ρή­ση, τοῦ ἐμ­φα­νι­ζό­ταν ὁ μα­κά­ριος Ἰ­ω­άν­νης ὁ Βα­πτι­στής καί Πρό­δρο­μος τοῦ Κυ­ρί­ου, λέ­γον­τας· “Ὑ­πό­μει­νε γέ­ροντα, καί ἐ­γώ σέ ἐ­λα­φρώ­νω ἀ­πό τόν πό­λε­μο”.

Μί­α ἡ­μέ­ρα λοι­πόν ἦλ­θε μί­α νέ­α ἀ­πό τήν Περ­σί­α, γιά νά βα­πτι­σθῆ· ἦ­ταν ὅ­μως τό­σο πο­λύ ὡ­ραί­α, πού δέν μπό­ρε­σε ὁ Ἅ­γιος νά τήν χρί­ση γυ­μνή. Ἔ­τσι πα­ρέ­μει­νε ἐ­κεῖ δύ­ο ἡ­μέ­ρες ἡ νέ­α ἄ­χρι­στη καί ἀ­βά­πτι­στη. Ὅ­ταν τό πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε αὐ­τό ὁ Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος, ἐ­ξε­πλά­γη γιά τό σκάν­δα­λο τοῦ γέ­ρον­τα καί θέ­λη­σε νά δι­ο­ρί­ση γυ­ναῖ­κα ἐ­πί­τη­δες, γιά νά χρί­η καί νά βα­πτί­ζη τίς γυ­ναῖ­κες. Ἀλ­λ’ ὅ­μως δέν ἦ­ταν δυ­να­τό αὐ­τό, δι­ό­τι ὁ τό­πος εἶ­ναι ἔ­ρη­μος ἤ καί γιά ἄλ­λες ἐ­πι­τρε­πό­ταν νά γί­νη κά­τι πα­ρό­μοι­ο. Τό­τε ὁ γέ­ροντας παίρ­νον­τας τήν μη­λω­τή του, δη­λα­δή τόν ντορ­βά του, πού ἦ­ταν κα­τα­σκευ­α­σμέ­νος ἀ­πό δέρ­μα, ὁ ὁ­ποῖ­ος κοι­νῶς λέ­γε­ται ταρ­γα­τζί­κα, ἀ­να­χώ­ρη­σε, λέ­γον­τας× «Δέν μπο­ρῶ νά μεί­νω ἄλ­λο σ’ αὐ­τόν τόν τό­πο».  Τό­τε τόν συ­νάν­τη­σε ὁ τί­μιος Πρό­δρο­μος ἔ­ξω ἀ­πό τό Κοι­νό­βιο καί τοῦ λέ­ει μέ γλυ­κειά φω­νή· «Γύ­ρι­σε στό Μο­να­στή­ρι σου καί ἐ­γώ θά σέ ἐ­λα­φρώ­σω ἀ­πό τόν πό­λε­μο». Τό­τε ὁ Ἀβ­βᾶς Κό­νων τοῦ λέ­ει μέ θυ­μό· «Πί­στε­ψε ὅ­τι δέν γυ­ρί­ζω, ἐ­πει­δή πολ­λές φο­ρές ὑ­πο­σχέ­θη­κες, ὅ­τι θά μέ ἐ­λα­φρώ­σης, καί δέν ἔ­κα­νες τί­πο­τε».

Τό­τε τόν ἔ­πια­σε ὁ θεῖ­ος Πρό­δρο­μος καί, γυ­ρί­ζον­τας τά ἐν­δύ­μα­τά του, σφρά­γι­σε μέ τό ση­μεῖ­ο τοῦ τι­μί­ου Σταυ­ροῦ τά μέ­ρη τοῦ σώ­μα­τος, πού ἦ­ταν κά­τω ἀ­πό τόν ὀμ­φα­λό του καί εἶ­πε· «Πί­στε­ψέ με, Ἀβ­βᾶ Κό­νων, ἐ­γώ ἤ­θε­λα νά ἔ­χης μι­σθό γιά τόν πό­λε­μο αὐ­τό[2], τώ­ρα ὅ­μως γύ­ρι­σε στό Μο­να­στή­ρι σου καί στό ἑ­ξῆς μήν ἀμ­φι­βά­λης γι’ αὐ­τό». Τό­τε ὁ γέ­ροντας ἐ­πέ­στρε­ψε στό Κοι­νό­βιο καί τήν αὐ­ρι­ανή ἡ­μέ­ρα ἔ­χρι­σε καί βά­πτι­σε τήν Περ­σί­δα νέ­α, χω­ρίς νά σκε­φθῆ κα­θό­λου, ὅ­τι ἦ­ταν γυ­ναῖ­κα. Ἔ­ζη­σε με­τά ἀ­πό αὐ­τά ὁ Ὅ­σιος ἄλ­λα εἴ­κο­σι ἔ­τη καί, ἀ­φοῦ ἔ­φθα­σε στό ὕ­ψος τῆς ἀ­πα­θεί­ας, ὥ­στε ἐ­θε­ω­ρεῖ­το, ὅ­τι ἔ­γι­νε ἀ­νώ­τε­ρος ἀ­πό ἄν­θρω­πο, ἐν εἰ­ρή­νῃ ἐ­κοι­μή­θη.



 

 

[2] Γι’ αὐτό διαβάζουμε στό Γεροντικό, ὅτι εἶπε γέρων, πώς ὅποιος ὑποφέρει τόν πόλεμο τῆς σάρκας καί δέν συγκατατίθεται στούς πορνικούς λογισμούς, αὐτός στέφανο μαρτυρίου θά λάβη ἀπό τόν Θεό.

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης