Τῷ αὐτῷ μηνί IΘ΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀρχίππου.
Αὐτός ἦταν μαθητής τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ἀπό τόν ὁποῖο ἐπαινεῖται καί συστρατιώτης του ὀνομάζεται στήν πρός Φιλήμονα ἐπιστολή, καί στήν πρός Κολοσσαεῖς ἐπιστολή γράφει γι’ αὐτόν· «Νά πῆτε στόν Ἄρχιππο× Πρόσεχε τήν ὑπηρεσία, τήν ὁποία παρέλαβες ἐν Κυρίῳ νά τήν ἐκπληρώνης» (Κολ. 4,17). Αὐτός λοιπόν ὄντας στίς Κολασσές, πού εἶναι πόλις τῆς Φρυγίας, κήρυττε τόν λόγο τοῦ Εὐαγγελίου μαζί μέ τόν Ἅγιο Φιλήμονα. Τότε οἱ ἐκεῖ εἰδωλολάτρες ὥρμησαν ἐναντίον τους καί, ἀφοῦ συνέλαβαν αὐτόν τόν Ἀπόστολο, τόν ὡδήγησαν μπροστά στόν ἡγεμόνα Ἁδροκλῆ. Καί ἐπειδή δέν πείσθηκε νά θυσιάση στό εἴδωλο, πού λέγεται τοῦ Μηνᾶ, τοποθετήθηκε μέσα σέ ἕναν λάκκο καί παραχώθηκε μέχρι τήν μέση. Κατόπιν ἐκεντήθη μέ βελόνες ἀπό παιδιά, καί στό τέλος μέ λιθοβολισμό, ἐτελειώθη, καί ἔλαβε ἀπό τόν Κύριο τόν τοῦ μαρτυρίου ἁμαράντινο στέφανο[189].
Μνήμη τῶν ἁγίων Μαρτύρων Μαξίμου, Θεοδότου, Ἡσυχίου καί τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Ἀσκληπιοδότης.
Αὐτοί οἱ ἀνωτέρω Ἅγιοι παρουσιάσθηκαν στόν ἡγεμόνα καί, ἐπειδή δέν πείσθηκαν νά ἀρνηθοῦν τόν Χριστό, δέχθηκαν πολλές τιμωρίες. Καί ἀρχικά κρεμάσθηκαν ἐπάνω σέ ξύλο, τούς ἔγδαραν μέ νύχια σιδερένια, ἔπειτα μεταφέρονται καί σύρονται ἀπό μία πόλι σέ ἄλλη, μετά ἀπό αὐτά παραδίνονται στά θηρία, γιά νά τούς φᾶνε, ἀλλ’ ὅμως ἀπό τήν θεία χάρι διατηρήθηκαν ἀβλαβεῖς. Παρόμοια καί ἡ Ἁγία Ἀσκληπιοδότη, ἀφοῦ ρίχθηκε κατά γῆς, τεντώθηκε ἐπάνω σέ ξύλο, ἔπειτα δέθηκε σέ ἕναν ταῦρο. Μετά ἀπό αὐτά ὅλοι μαζί λιθοβολοῦνται καί σέρνονται σέ τόπους δασώδεις καί δύσβατους καί στό τέλος ἀποκεφαλίζονται καί ἔτσι οἱ μακάριοι δέχονται τούς στεφάνους τῆς ἀθλήσεως.
Ὁ Ὅσιος Πατήρ ἡμῶν Ραβουλᾶς ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.
Αὐτός ὁ ἐν Ἁγίοις Πατήρ ἡμῶν Ραβουλᾶς ἔζησε στά χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Ζήνωνα, κατά τό ἔτος 476, γεννήθηκε στήν πόλι, πού λέγεται Σαμόσατα, ἡ ὁποία τώρα κοινῶς ὀνομάζεται Σεμψάτ, βρίσκεται στήν Συρία καί ἔχει τήν τιμή νά εἶναι ἕδρα Ἐπισκόπου ὑπαγόμενη στόν Μητροπολίτη Ἐδέσσης. Ἀφοῦ ἐκπαιδεύθηκε ἀπό ἕνα ἄνδρα ἐνδοξότατο, Βαρυψαβά ὀνόματι, ἔμαθε τήν συριακή γλῶσσα. Ἐπειδή ὅμως ἀπό τήν νεαρή του ἡλικία ἐξασκοῦσε κάθε ἀρετή, γι’ αὐτό ἔγινε Μοναχός. Τότε ἀπομακρύνθηκε ἀπό τούς ἀνθρώπους καί κατοικοῦσε στά ὄρη καί στά σπήλαια μόνος, ὅπως κατοικοῦσε μόνος καί ὁ μέγας Ἠλίας καί ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής. Ὕστερα ἀπό λίγα χρόνια πῆγε μαζί μέ μερικούς ἄλλους στήν Φοινίκη. Καί, ἐπειδή ἐκεῖ ἔλαμψε περισσότερο μέ τίς ἀρετές, γι’ αὐτό καί μή θέλοντας ἔγινε γνωστός σέ ὅλους.
Ἔτσι μέ τήν συνεργασία τοῦ αὐτοκράτορα Ζήνωνα καί τοῦ Ἰωάννου τοῦ Ἐπισκόπου τῆς Βηρυτοῦ, δηλαδή τοῦ Βερουτίου, ἔκανε Μοναστήρι στό κέντρο τοῦ βουνοῦ. Τότε λοιπόν ὁ θεῖος Αὐτός Ραβουλᾶς καί οἱ σύν αὐτῷ ζοῦσαν ἀνάμεσα στούς εἰδωλολάτρες, ὅπως ἦταν ἀνάμεσα στούς Ἰουδαίους ὁ Παῦλος καί ὁ Βαρνάβας ἤ καί ὁ Πέτρος καί Ἰωάννης. Ἔτσι ἄλλοτε τούς ἔλεγχαν, ἄλλοτε πάλι τούς νουθετοῦσαν. Μέ τόν τρόπο αὐτόν ὅλους τούς εἰδωλολάτρες, πού ζοῦσαν ἐκεῖ, τούς ὡδήγησαν σέ θεογνωσία. Αὐτό ἦταν τό πρῶτο καί ἐξαίρετο ἔργο, πού κατώρθωσε ὁ μακάριος Ραβουλᾶς. Ἀφοῦ ὅμως πέθανε ὁ Ζήνων, ἔγινε διάδοχος τῆς βασιλείας ὁ Δίκορος Ἀναστάσιος, κατά τό ἔτος 491, μέ τήν συνεργασία τοῦ ὁποίου ἔκτισε ἄλλο Μοναστήρι ὁ Ὅσιος Ραβουλᾶς στήν Κωνσταντινούπολι, τό ὁποῖο ὀνομάζεται ἀπό τό ὄνομά του τοῦ Ραβουλᾶ. Παρόμοια συνέστησε καί ἄλλα πολλά Μοναστήρια σέ διάφορους τόπους.
Ἦταν ὅμως ὁ Ὅσιος Αὐτός σέ ὅλα προσεκτικός καί νηφάλιος, διδακτικός, ἀόργητος, συμπαθής, φιλάδελφος καί σέ ὅλους σπλαγχνικός. Ὅταν μάλιστα μέ κάποιο πάθος τόν ἐνωχλοῦσε ὁ πονηρός Διάβολος, τότε αὐτός ἀντέλεγε στό πάθος ἐκεῖνο μέ ἕνα ρητό τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί ἔτσι τό ἔδιωχνε ἀπό μόνος του, ἐπειδή καί ἦταν γεμᾶτος ἀπό ρητά τῆς Παλαιᾶς καί Νέας Γραφῆς. Ἔζησε ὁ Ὅσιος Αὐτός μέχρι τά χρόνια τοῦ μεγάλου Ἰουστινιανοῦ, πού ἔκτισε τόν Ναό τῆς Ἁγίας Σοφίας καί βασίλευσε κατά τό ἔτος 527. Ὅταν δέ ἔγινε ὀγδόντα ἐτῶν γέροντας καί λίγο περισσότερο, τότε ἄκουσε μία φωνή ἀπό τόν οὐρανό, ἡ ὁποία ἔλεγε· «Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καί πεφορτισμένοι, κἀγώ ἀναπαύσω ὑμᾶς». Ἔτσι, ἀφοῦ ἀσθένησε γιά λίγο, ἀπῆλθε πρός Κύριον.
Οἱ Ὅσιοι Πατέρες ἡμῶν καί Ὁμολογηταί Εὐγένιος καί Μακάριος, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦνται.
Ὅταν ὁ Παραβάτης Ἰουλιανός βασίλευσε, κατά παραχώρησι Θεοῦ, κατά τό ἔτος 361, τότε οἱ Χριστιανοί ὅλοι ἔφευγαν καί κρύβονταν, γιά νά μή βλέπουν τίς μιαρές θυσίες, πού πρόσφερε ὁ ἀλιτήριος στά εἴδωλα. Οἱ δέ ὁμόφρονές του Ἕλληνες ὄχι μόνο αὐτοί ἔκαμναν ἀσέλγειες μαζί μέ αὐτόν, καί μέ αὐτές ἔκαμναν τόν ἑαυτό τούς ὕλη καί προσάναμμα τοῦ αἰωνίου πυρός τῆς κολάσεως, ἀλλά ἀκόμη καί τούς Χριστιανούς ἀνάγκαζαν νά κάμνουν τίς ἴδιες ἀσέλγειες καί χωρίς νά θέλουν. Τότε λοιπόν ὁ Μακάριος Αὐτός καί ὁ Εὐγένιος, οἱ δοῦλοι καί θεράποντες τοῦ Χριστοῦ, συνελήφθησαν καί τόν μέν Χριστό ὡμολόγησαν μπροστά στόν Παραβάτη Θεό ἀληθινό καί κριτή ζώντων καί νεκρῶν. Αὐτόν ὅμως τόν δυσσεβῆ καί ἀλαζονικό τύραννο ἔλεγξαν, διότι ἀθέτησε τήν πίστι στόν Χριστό καί ἔγινε εἰδωλολάτρης. Τότε θύμωσε ὁ μιαρός καί διέταξε νά δεθοῦν οἱ Ἅγιοι μέ λεπτά λουριά καί ἔτσι νά κρεμασθοῦν κατακέφαλα καί γιά πολλές ὧρες νά καίη ἀπό κάτω τους φωτιά μέ κοπριά. Ἔπειτα διέταξε νά πυρωθῆ μία σκάρα καί πάνω σ’ αὐτήν νά ἁπλωθοῦν γυμνοί οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες, οἱ ὁποῖοι ἔχοντας τά μάτια τους στόν Οὐρανό καί ἐνδυναμούμενοι ἀπό τήν θεία χάρι, ἔλεγχαν τήν πονηρία καί ἀσέβεια τοῦ Παραβάτη. Γι’ αὐτό διέταξε ὁ θηριώδης καί ἔβαλαν σίδηρα σέ ὅλα τά μέλη τοῦ σώματός τους καί ἔτσι τούς ἐξώρισε στήν Μαυριτανία, ἡ ὁποία βρίσκεται στήν Ἀφρική στό βασίλειο τοῦ Ἀλιτζερίου. Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες χαίρονταν, ἐπειδή ἐξωρίζονταν γιά τόν Χριστό. Γι’ αὐτό καί μέ ἀγαλλίασι τῆς ψυχῆς τους ἔψαλλαν· «Μακάριοι οἱ ἄμωμοι ἐν ὁδῷ, οἱ πορευόμενοι ἐν νόμῳ Κυρίου». Ὅταν ἔφθασαν στήν Μαυριτανία, ἀνέβηκαν ἐπάνω σέ ἕναν τόπο ὑψηλό καί ἐκεῖ ζοῦσαν μόνοι.
Οἱ δέ ἐντόπιοι τούς ἔλεγαν× «Φύγετε, ἀδελφοί, ἀπό τόν τόπο αὐτόν, διότι σ’ αὐτόν κατοικεῖ ἕνας φοβερός δράκοντας, ὁ ὁποῖος σκοτώνει ὅσους τόν πλησιάζουν». Οἱ Ἅγιοι εἶπαν· «Δεῖξτε μας τό σπήλαιο, στό ὁποῖο εἶναι ὁ δράκοντας». Ἐκεῖνοι τούς ἔδειξαν ἀπό μακριά τό σπήλαιο. Οἱ ἀοίδιμοι Μάρτυρες γονατίζοντας προσευχήθηκαν καί, ὤ τοῦ θαύματος!, ἀμέσως ᾖλθε ἀστραποπελέκι ἀπό τόν οὐρανό καί κατέκαψε τόν δράκοντα, ὁ ὁποῖος ἔτρεξε, γιά νά φύγη, ἀλλά δέν μπόρεσε. Κατακάηκε λοιπόν καί αὐτό τό χῶμα τῆς γῆς μαζί μέ τόν δράκοντα καί ὁ ἀέρας ὅλος γέμισε ἀπό φαρμάκι. Αὐτό τό θαῦμα βλέποντας οἱ ἐντόπιοι Εἰδωλολάτρες, πίστεψαν στόν Χριστό.
Τότε, μπαίνοντας οἱ Ἅγιοι μέσα στό σπήλαιο τοῦ δράκοντα, προσεύχονταν συνέχεια γιά τριάντα ὁλόκληρες ἡμέρες, χωρίς νά ἔχουν τί νά φᾶνε ἤ τί νά πιοῦν. Ἀλλ’ ὅμως μετά ἀπό αὐτά ἄκουσαν φωνή πού ἔλεγε· «Δοῦλοι τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καί Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, πηγαίνετε στήν πέτρα, πού εἶναι κοντά σας». Οἱ Ἅγιοι προσέχοντας, εἶδαν φῶς σέ μία πέτρα, καί ὤ τοῦ θαύματος!, ἀμέσως σχίσθηκε ἡ πέτρα σέ δύο μέρη καί βγῆκε νερό πολύ, ἀπό τό ὁποῖο παίρνοντας οἱ Ἅγιοι ἤπιαν καί χόρτασαν. Τότε μέ τήν δύναμι ἐκείνου ξαλάφρωσαν ἀπό τήν πεῖνα καί τήν δίψα, πού εἶχαν προηγουμένως. Κατά τήν τριακοστή ὄγδοη ἡμέρα παρακάλεσαν τόν Θεό, νά φύγουν ἀπό τήν παροῦσα ζωή καί νά μεταβοῦν στήν ἄλλη. Ὁ δέ Κύριος, ἐπακούοντας τῆς δεήσεώς τους, παρέλαβε τίς ψυχές καί τῶν δύο, δοξάζοντας καί εὐλογῶντας αὐτόν.
Μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Κόνωνος.
Αὐτός ὁ Ὅσιος καταγόταν ἀπό τήν Κιλικία καί ἔγινε Μοναχός, ὅταν ἦταν πολύ νέος, στό Μοναστήρι τοῦ Πενθουκλᾶ, τό ὁποῖο ἦταν κοντά στόν Ἰορδάνη. Ἔγινε ἀκόμη καί Πρεσβύτερος καί ἔφθασε στό ὕψος τῆς ἀσκήσεως. Ἐπειδή λοιπόν ὁ τότε Ἀρχιεπίσκοπος Ἱεροσολύμων, Πέτρος ὀνόματι, ἔμαθε τήν θαυμαστή ἄσκησι τοῦ Ὁσίου, γι’ αὐτό τόν διώρισε νά βαπτίζη ὅλους ἐκείνους, πού πήγαιναν στόν Ἰορδάνη. Ἔτσι τούς ἔχριζε μέ τό ἅγιο ἔλαιο καί τούς βάπτιζε. Ὅταν ὅμως ἐπρόκειτο νά χρίση κάποια γυναῖκα, σκανδαλιζόταν ὡς ἄνθρωπος καί γι’ αὐτό σκεπτόταν νά ἀναχωρήση ἀπό τό Κοινόβιο. Ὅσες φορές ὅμως τοῦ ἐρχόταν λογισμός νά ἀναχωρήση, τοῦ ἐμφανιζόταν ὁ μακάριος Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής καί Πρόδρομος τοῦ Κυρίου, λέγοντας· “Ὑπόμεινε γέροντα, καί ἐγώ σέ ἐλαφρώνω ἀπό τόν πόλεμο”.
Μία ἡμέρα λοιπόν ἦλθε μία νέα ἀπό τήν Περσία, γιά νά βαπτισθῆ· ἦταν ὅμως τόσο πολύ ὡραία, πού δέν μπόρεσε ὁ Ἅγιος νά τήν χρίση γυμνή. Ἔτσι παρέμεινε ἐκεῖ δύο ἡμέρες ἡ νέα ἄχριστη καί ἀβάπτιστη. Ὅταν τό πληροφορήθηκε αὐτό ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, ἐξεπλάγη γιά τό σκάνδαλο τοῦ γέροντα καί θέλησε νά διορίση γυναῖκα ἐπίτηδες, γιά νά χρίη καί νά βαπτίζη τίς γυναῖκες. Ἀλλ’ ὅμως δέν ἦταν δυνατό αὐτό, διότι ὁ τόπος εἶναι ἔρημος ἤ καί γιά ἄλλες ἐπιτρεπόταν νά γίνη κάτι παρόμοιο. Τότε ὁ γέροντας παίρνοντας τήν μηλωτή του, δηλαδή τόν ντορβά του, πού ἦταν κατασκευασμένος ἀπό δέρμα, ὁ ὁποῖος κοινῶς λέγεται ταργατζίκα, ἀναχώρησε, λέγοντας× «Δέν μπορῶ νά μείνω ἄλλο σ’ αὐτόν τόν τόπο». Τότε τόν συνάντησε ὁ τίμιος Πρόδρομος ἔξω ἀπό τό Κοινόβιο καί τοῦ λέει μέ γλυκειά φωνή· «Γύρισε στό Μοναστήρι σου καί ἐγώ θά σέ ἐλαφρώσω ἀπό τόν πόλεμο». Τότε ὁ Ἀββᾶς Κόνων τοῦ λέει μέ θυμό· «Πίστεψε ὅτι δέν γυρίζω, ἐπειδή πολλές φορές ὑποσχέθηκες, ὅτι θά μέ ἐλαφρώσης, καί δέν ἔκανες τίποτε».
Τότε τόν ἔπιασε ὁ θεῖος Πρόδρομος καί, γυρίζοντας τά ἐνδύματά του, σφράγισε μέ τό σημεῖο τοῦ τιμίου Σταυροῦ τά μέρη τοῦ σώματος, πού ἦταν κάτω ἀπό τόν ὀμφαλό του καί εἶπε· «Πίστεψέ με, Ἀββᾶ Κόνων, ἐγώ ἤθελα νά ἔχης μισθό γιά τόν πόλεμο αὐτό[2], τώρα ὅμως γύρισε στό Μοναστήρι σου καί στό ἑξῆς μήν ἀμφιβάλης γι’ αὐτό». Τότε ὁ γέροντας ἐπέστρεψε στό Κοινόβιο καί τήν αὐριανή ἡμέρα ἔχρισε καί βάπτισε τήν Περσίδα νέα, χωρίς νά σκεφθῆ καθόλου, ὅτι ἦταν γυναῖκα. Ἔζησε μετά ἀπό αὐτά ὁ Ὅσιος ἄλλα εἴκοσι ἔτη καί, ἀφοῦ ἔφθασε στό ὕψος τῆς ἀπαθείας, ὥστε ἐθεωρεῖτο, ὅτι ἔγινε ἀνώτερος ἀπό ἄνθρωπο, ἐν εἰρήνῃ ἐκοιμήθη.
[2] Γι’ αὐτό διαβάζουμε στό Γεροντικό, ὅτι εἶπε γέρων, πώς ὅποιος ὑποφέρει τόν πόλεμο τῆς σάρκας καί δέν συγκατατίθεται στούς πορνικούς λογισμούς, αὐτός στέφανο μαρτυρίου θά λάβη ἀπό τόν Θεό.


Login