Τῷ αὐτῷ μηνί IΔ΄, ἡ Ὕψωσις τοῦ Τιμίου καί Ζωοποιοῦ Σταυροῦ.
Τάς ἐν λάρυγγι Σῶτερ ὑψώσεις φέρει,
Ὑψούμενον βλέπουσα σόν Σταυρόν κτίσις.
Ὑψώθη δεκάτῃ Σταυροῦ ξύλον ἠδέ τετάρτῃ.
Ὁ Κωνσταντῖνος ὁ Μέγας καί Ἰσαπόστολος, πρῶτος ἀνάμεσα στούς βασιλεῖς τῆς παλαιᾶς Ρώμης, δέχθηκε τόν Χριστιανισμό. Αὐτός λοιπόν ἔχοντας πόλεμο, ὄπως ἰσχυρίζονται μερικοί, στήν Ρώμη κατά τοῦ Μάγνεντιου, ὅπως ὅμως λέγουν μερικοί ἄλλοι στόν ποταμό τοῦ Δουνάβεως κατά τῶν Σκυθῶν[1]· καί βλέποντας τό στράτευμα τῶν ἐχθρῶν, ὅτι ἦταν περισσότερο ἀπό τό δικό του, βρισκόταν σέ ἀπορία καί φόβο. Ἐνῷ λοιπόν βρισκόταν σέ τέτοια κατάστασι, φάνηκε κατά τό μεσημέρι τύπος τοῦ Σταυροῦ στόν οὐρανό, σχηματισμένος μέ ἀστέρια. Καί τριγύρω στόν Σταυρό φάνηκαν γράμματα τυπωμένα καί αὐτά μέ ἀστέρια μέ ρωμαϊκά, δηλαδή λατινικά στοιχεῖα, τά ὁποῖα ἔλεγαν τά ἑξῆς· «Ἐν τούτῳ νίκα»[2]. Ἀμέσως λοιπόν, ἀφοῦ κατεσκεύασε ἕνα Σταυρό, ὅμοιο μέ ἐκεῖνον, πού φάνηκε στόν οὐρανό, πρόσταξε νά προπορεύεται τοῦ στρατεύματος. Ἔπειτα συμπλέκεται μέ τούς ἐχθρούς καί τούς νικᾶ ὁλοκληρωτικά, ὥστε οἱ περισσότεροι ἀπό ἐκείνους θανατώθηκαν, ἐνῷ οἱ ἄλλοι, ἔφυγαν ἀπό τόν φόβο τους. Ὁπότε ἀπό τό θαῦμα αὐτό, ἀφοῦ κατάλαβε τήν δύναμι τοῦ Σταυρωθέντος καί πίστευσε, ὅτι αὐτός μόνος εἶναι ἀληθινός Θεός, βαπτίσθηκε μέ τήν μητέρα του[3].
Τότε λοιπόν στέλνει τήν μητέρα του Ἑλένη στά Ἱεροσόλυμα, ἀφενός μέν, γιά νά προσκυνήση καί μέ λαμπρότητα νά τιμήση τόν ζωοποιό Τάφο τοῦ Κυρίου καί τούς λοιπούς Ἁγίους Τόπους καί ἀφετέρου, γιά νά ζητήση μέ σπουδή νά βρῆ τόν τίμιο Σταυρό τοῦ Θεανθρώπου Σωτῆρος, τόν ὁποῖο μέ πολύ πόθο ψάχνοντας τόν βρῆκε κρυμμένο. Παρόμοια βρῆκε καί τούς ἄλλους δύο σταυρούς, στούς ὁποίους σταυρώθηκαν οἱ δύο λῃστές. Βρῆκε ἀκόμη καί τά καρφιά[4]. Ἐπειδή ὅμως ἡ βασίλισσα βρισκόταν σέ ἀπορία, ποιός ἀπό τούς τρεῖς νά εἶναι ὁ Σταυρός τοῦ Κυρίου, μέ τό θαῦμα πού ἔγινε στήν πεθαμένη χήρα γυναῖκα, ἡ ὁποία ἀναστήθηκε μόλις ἄγγισε στόν Σταυρό τοῦ Κυρίου, μέ τό θαῦμα αὐτό, λέω, τόν ἀναγνώρισε. Ἐνῷ οἱ ἄλλοι δύο σταυροί τῶν ληστῶν δέν ἔκαναν παρόμοιο θαῦμα[5].
Τότε λοιπόν ἀσπάσθηκε καί προσκύνησε τόν τίμιο Σταυρό μέ πολλή εὐλάβεια καί πίστι, τόσο ἡ βασίλισσα Ἑλένη, ὅσο καί ὅλη ἡ σύγκλητος τῶν ἀρχόντων, πού ἦταν μαζί της. Ἐπειδή ὅμως ζητοῦσε καί ὅλος ὁ λαός τῶν Χριστιανῶν νά τόν προσκυνήση καί νά τόν ἀσπασθῆ, λόγῳ τοῦ πλήθους ὅμως ἦταν ἀδύνατο νά γίνη αὐτό, γιά τόν λόγο αὐτόν, κατά δεύτερο λόγο, ζήτησαν τουλάχιστον νά δοῦν μόνο τήν γλυκύτατη θεωρία τοῦ τιμίου Σταυροῦ καί ἔτσι μόνο μέ τήν θεωρία νά εὐχαριστήσουν τόν πόθο τους πρός αὐτόν. Ἔτσι ὁ τότε μακαριώτατος Πατριάρχης τῶν Ἱεροσολύμων Μακάριος ἀνέβηκε ἐπάνω στόν ἄμβωνα καί, ἀφοῦ σήκωσε ψηλά μέ τά δύο του χέρια τόν τίμιο Σταυρό, τόν ἔδειξε φανερά σέ ὅλους τούς παρευρισκόμενους Χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι μόλις τόν εἶδαν, φώναξαν μέ τήν καρδιά τους ὅλοι μαζί τό «Κύριε ἐλέησον». Ἀπό τότε λοιπόν πρόσταξαν οἱ θειότατοι καί θεόπνευστοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, νά ἑορτάζουν ὅλοι οἱ Χριστιανοί τήν σημερινή ἡμέρα, αὐτή τήν τίμια καί παγκόσμια Ὕψωσι τοῦ θείου Σταυροῦ πρός δόξαν τοῦ Χριστοῦ τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ μας ὁ ὁποῖος καρφώθηκε σ’ αὐτό[6]. (Τήν ἐκτενῆ τοῦ Σταυροῦ διήγησι, βλέπε στόν Νέο Θησαυρό καί στήν Σαγήνη καί στούς Μαργαρίτες καί στόν Ποιμενικό Αὐλό καί στόν Κωφό).
[1] Ἡ ἀκριβέστερη ὅμως καί ἀληθέστερη γνώμη, πού ἐπικρατεῖ στούς περισσοτέρους εἶναι αὐτή, ὅτι, δηλαδή, ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος δέν εἶχε πόλεμο κατά τοῦ Μαγνεντίου, οὔτε κατά τῶν Σκυθῶν, ἀλλά κατά τοῦ Μαξεντίου. Καί ὄχι στόν ποταμό τοῦ Δουνάβεως, ἀλλά στήν Ἰταλία ἔγινε ὁ πόλεμος, ἐπάνω στήν γέφυρα τῆς Βολβίας ἤ Μολβίας. Ἐπειδή ὁ Μαξέντιος χρησιμοποιοῦσε τήν αὐτοκρατορική ἐξουσία στήν Ἰταλία καί ἦταν σκληρότατος διώκτης τῶν Χριστιανῶν, γιά τόν λόγο αὐτόν ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος θέλησε νά τόν ἐξολοθρεύση. Ἔτσι πρίν νά μπῆ στά ὅρια τῆς Ἰταλίας, βρισκόμενος σέ διαλογισμούς, ποιόν Θεό νά ἐπικαλεσθῆ ὡς βοηθό στόν πόλεμο, διότι ἦταν εἰδωλολάτρης, ὅμως ἔκλινε στόν Χριστιανισμό· ἀφενός μέν διότι ὁ Φιρμιλιανός Λακτάντιος σοφώτατος ὄντας καί ἕνας ἀπό τούς φύλακες τῆς ἐν Ρώμῃ βασιλικῆς βιβλιοθήκης, ἀπό τήν ἀνάγνωσι τῶν βιβλίων τῶν Σιβυλλῶν ὅλων τῶν χρησμῶν πού προανήγγειλαν φανερά, ὅτι ὁ Χριστός εἶναι Θεός, ἀφοῦ φωτίσθηκε, πίστευσε στόν Χριστό. Καί μάλιστα στόν Κρίσπο, στόν γυιό τοῦ Κωνσταντίνου, ἔγινε δάσκαλος τῆς πίστεως στόν Χριστό. Ὁ Κρίσπος πάλι φανέρωσε τά βιβλία αὐτά στόν πατέρα του Κωνσταντῖνο καί αὐτό πολύ τόν ὠφέλησε στό νά πιστεύση στόν Χριστό, ὅπως τό ἀναφέρει αὐτό ὁ Γεννάδιος ὁ Σχολάριος σέ κάποια ἀνέκδοτη διάλεξι μέ κάποιον στρατιώτη πού στάλθηκε ἀπό τόν βασιλιά τῶν Ἀγαρηνῶν, γιά νά τόν ρωτήση.
Καί αὐτό, διότι, σύμφωνα μέ τόν Μελέτιο, εἶδε ὅτι ὁ πατέρας του ἔζησε εὐτυχισμένα, ἐπειδή ἀποστρεφόταν τήν θρησκεία τῶν Ἑλλήνων. Σέ τέτοιους, λέω, διαλογισμούς ὄντας ὁ Ἰσαπόστολος, καί μάλιστα ἐπειδή ὁ Μαξέντιος μέν εἶχε στράτευμα ἑκατόν ἐνενήντα χιλιάδες, ἐνῷ αὐτός εἶχε πολύ λιγώτερο, ἕνα μεσημέρι βάδιζε μέ τούς ἀρχιστρατήγους του, καί, ἐνῷ ἦταν ὁ οὐρανός καθαρός, βλέπει μαζί μέ τήν συνοδία του ἕνα στῦλο φωτός σέ σχῆμα Σταυροῦ, στόν ὁποῖο ἦταν καί γράμματα πού ἔλεγαν· «ἐν τούτῳ νίκα»: δηλαδή, μέ τήν δύναμι αὐτοῦ τοῦ σημείου θά νικήσης. Καί ὄχι μόνο αὐτό συνέβη, ἀλλά καί κατά τήν νύκτα ἐκείνη βλέπει σέ ὅραμα τόν Ἰησοῦ Χριστό νά τοῦ λέη, νά κατασκευάση μία σημαία παρόμοια μέ τόν τύπο τοῦ Σταυροῦ, πού φάνηκε καί νά τήν βάλη στήν λόγχη του καί ἔτσι θά νικήση τούς ἐχθρούς. Ὅταν λοιπόν ἔκανε αὐτό, νίκησε τόν Μαξέντιο. Ὁ Μαξέντιος νικημένος θέλησε νά ἐπιστρέψη στήν Ρώμη. Καί ὅταν περνοῦσε τήν γέφυρα τοῦ ποταμοῦ Τίβερι, αὐτή ἔπεσε. Τότε πέφτοντας καί αὐτός πνίγηκε μέ τό ἄλογό του στόν ποταμό καί ἔδωσε κακό τέλος, ἀφοῦ τελικά βασίλευσε στήν Ἰταλία γιά ἕξι χρόνια. Βλέπε τόν Μελέτιο, Ἐκκλ. Ἱστορ., τόμος α΄, σελ. 298. Παρόμοια βλέπε καί στήν 21η τοῦ Μαΐου τό Συναξάρι τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου, ὅπου λέγεται, ὅτι κατά τοῦ Μαξεντίου ἔκανε τόν πόλεμο καί ὄχι κατά τοῦ Μαγνεντίου, ὅπως εἴπαμε παραπάνω.
[2] Ὄχι μόνο αὐτός ὁ Συναξαριστής Μαυρίκιος, ἀλλά καί ὅλοι οἱ ἀξιόλογοι ἱστορικοί βεβαιώνουν, ὅτι λατινικά ἦταν ἐκεῖνα τά γράμματα, καί ἄν ἀκόμη ὁ Λέων ὁ Σοφός λέη, ὅτι ἦταν ἑλληνικά, διότι γνώριζε ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος καί ἑλληνικά, ὅπως λέει ὁ Γάζης Παΐσιος. Ὁ δέ Δοσίθεος στήν σελ. 703 τῆς Δωδεκαβίβλου, ἀναφέρει ὡς ἑξῆς· «Κωνσταντῖνε, ἐν τούτῳ νίκα».
[3] Πότε καί ἀπό ποιόν βαπτίσθηκε, βλέπε στό Συναξάρι τοῦ Ἁγίου Σιλβέστρου, κατά τήν 2α τοῦ Ἰανουαρίου.
[4] Σημείωσε, ὅτι ἡ Ἁγία Ἑλένη ἔφερε καί τά καρφιά, μέ τά ὁποῖα οἱ Ἰουδαῖοι κάρφωσαν τό σῶμα τοῦ Σωτῆρος, στήν Κωνσταντινούπολι, δῶρο ἀξιοτίμητο στόν υἱό της. Ἀπό αὐτούς τό ἕνα ἔβαλε ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος στό χαλινάρι τοῦ ἀλόγου του, κατά τό λόγιο τοῦ προφήτη Ζαχαρία, πού λέει· «Κατά τήν ἡμέρα ἐκείνη κάθε στόλισμα στόν χαλινό τοῦ ἵππου θά θεωρῆται ὡς ἀφιερωμένο στόν Παντοκράτορα Κύριο» (Ζαχ. 14,20), ἐνῷ τό δεύτερο, τό κρατοῦσε στό πολεμικό ἔνδυμα τῆς κεφαλῆς του, δηλαδή στήν περικεφαλαία του. Τό τρίτο, λέγει ὁ θεῖος Ἀμβρόσιος, ὅτι ἡ Ἁγία Ἑλένη περνῶντας τό Ἀδριατικό πέλαγος καί κινδυνεύοντας ἀπό φουρτοῦνα, τό ἔρριξε στήν θάλασσα καί ἔγινε γαλήνη. Ἀπίστευτο ὅμως τό κρίνει αὐτό ὁ Ἱεροσολύμων Δοσίθεος, διότι δέν πῆγε στό Ἀδριατικό πέλαγος ἡ Ἁγία Ἑλένη, ὅταν ἔφυγε ἀπό τά Ἱεροσόλυμα. Ὁ Σωκράτης λέει, ὅτι ὁ Κωνσταντῖνος ἔκρυψε τό τίμιο ξύλο καί τά καρφιά ἐπάνω ἀπό τόν πορφυρό μεγάλο κίονα στόν ἀνδριάντα τοῦ Κωνσταντίνου γιά προστασία τῆς Πόλεως. Τρία μάλιστα φαίνονται ὅτι ἦταν τά καρφιά· δύο πού κάρφωσαν τά χέρια τοῦ Σωτῆρος, καί ἕνα, αὐτό πού κάρφωσε τά δύο του πόδια, ἐπειδή ἦταν βαλμένα τό ἕνα ἐπάνω στό ἄλλο. (Βλέπε σελ. 102, τῆς Δωδεκαβίβλου). Μολονότι καί ὁ Γάζης Παΐσιος λέγει, ὅτι ἡ κοινή παράδοσις θέλει νά ἦταν τέσσαρα τά καρφιά, δύο αὐτά πού κάρφωσαν τά χέρια καί δύο αὐτά πού κάρφωσαν τά πόδια τοῦ Κυρίου
[5] Σημείωσε, ὅτι οἱ δύο σταυροί τῶν ληστῶν μεταφέρθηκαν στήν Κωνσταντινούπολι καί τοποθετήθηκαν κάτω ἀπό τόν πορφυρό κίονα στόν Φόρο καί τό βικίο τοῦ μύρου, μέ τό ὁποῖο ἀλείφθηκε ὁ Κύριος. Στόν κίονα τοῦ Κωνσταντίνου, ἦταν τά καρφιά τοῦ Σταυροῦ, ὅπως λέχθηκε, καί τό στόμιο τοῦ φρέατος, στό ὁποῖο κάθισε ὁ Χριστός. Στήν βάσι τοῦ πορφυροῦ κίονα ἔβαλε ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος μέ τά δικά του χέρια τά δώδεκα κοφίνια καί τίς ἑπτά σπυρίδες, στίς ὁποῖες τοποθετήθηκαν τά περισσεύματα τῆς ἀρτοκλασίας τοῦ Κυρίου. Ἐπίσης καί τόν πέλεκυ τοῦ Νῶε, μέ τόν ὁποῖο κατεσκεύασε τήν Κιβωτό (βλέπε σελ. 1152, τῆς Δωδεκαβίβλου). Ὁ δέ σοφός Εὐθύμιος ὁ Ζυγαδηνός στήν ἑρμηνεία τοῦ κατά Ματθαῖον Εὐαγγελίου λέει, ὅτι ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ ἀναγνωρίσθηκε καί ἀπό τόν τίτλο (δηλαδή τήν αἰτία) πού εἶχε ἐπάνω, ὁ ὁποῖος ἐπειδή ἦταν ἀπό σανίδι, διαφυλάχθηκε ἀδιάφθορος. Οἱ ἄλλοι ὅμως σταυροί τῶν λῃστῶν δὲν εἶχαν τίτλο.
[6] Σημείωσε, ὅτι ἡ Ἁγία Ἑλένη βρίσκοντας τό Τίμιο Ξύλο, μέρος ἀπό αὐτό ἄφησε στά Ἱεροσόλυμα, παραδίνοντάς το σέ ἀργυρό κιβώτιο στόν Πατριάρχη Μακάριο, ὅπως λέει ὁ θεῖος Ἀμβρόσιος. Ἄλλο πάλι μέρος του τό μετέφερε στόν υἱό της Κωνσταντῖνο, τό ὁποῖο μετέφερε στήν Κωνσταντινούπολι ἀπό τήν πύλη τοῦ Ὑψωμαθείου. Ὅσα πάλι βρέθηκαν μαζί μέ τό Τίμιο Ξύλο βάλσαμα, κρίνα, ρόδα, κώστους, βασιλικούς καί ἄλλα εὐώδη, τά φύτευσε σέ γάστρες, γιά νά σώζωνται. Ἀνήγειρε ἀκόμη Μοναστήρι καί τό ὠνόμασε Γαστρία, (ἴσως γιά τίς ἀνωτέρω γάστρες), ὅπου καί κατοίκησε. Σημείωσε ἀκόμη καί τοῦτο, ὅτι τό Τίμιο Ξύλο, ὄχι μόνο διαφυλάχθηκε ἄσηπτο στήν γῆ τριακόσια τριάντα χρόνια, ἀλλά καί ἀνέστησε μία γριά γυναίκα μισοπεθαμένη κατά τόν Σῳζόμενο, καί τελείως νεκρή, κατά τόν Νικηφόρο. Ἀλλά καί μολονότι διαμοιράσθηκε σέ ὅλα τα μέρη τοῦ κόσμου, παρέμενε ἀδαπάνητο. Διότι εἶπε ὁ θεῖος Κύριλλος, στήν τέταρτη κατήχησι· «Μέ τό σταυρικό ξύλο, πού διαμοιράσθηκε σέ τμήματα, γέμισε ὅλος ὁ κόσμος». Διηγεῖται ἀκόμη καί ὁ Παυλῖνος στήν ἑνδέκατη Ἐπιστολή του, ὅτι ὁ Σταυρός ἀπό ἐκεῖνον τόν καιρό τῆς εὑρέσεώς του, μεταδίδεται γιά κοινή ὠφέλεια καί δέν μειώνεται, ἀλλά παραμένει ἀνελλιπής καί ἀκέραιος. Καί μολονότι μερίζεται, κατέχεται καί πάλι ὅλος προσκυνεῖται. Διότι ὑπῆρχε τάξις, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ὅταν οἱ προσκυνητές πήγαιναν στά Ἱεροσόλυμα, νά λαμβάνουν μέρος ἀπό τό Τίμιο Ξύλο καί νά τό παίρνουν μαζί τους ὡς μαρτυρία καί ἀπόδειξι τῆς ἐκεῖ ἐλεύσεώς των. Ὁπότε ἐκεῖ πού κοβόταν καί μεταδιδόταν ἀπό τόν Ἀρχιερέα, ἐκεῖ καί αὐξανόταν, ὅπως ἀκριβῶς καί οἱ πέντε ἄρτοι αὐξάνονταν μέ τά χέρια τῶν Ἀποστόλων. Αὐτό φαίνεται νά τό ἐπιβεβαιώνει καί ὁ θεῖος Χρυσόστομος. Διότι λέει· «Αὐτό τό ξύλο ἐκεῖνο, ἐπάνω στό ὁποῖο στάθηκε τό Ἅγιο Σῶμα καί ἀνασκολοπίσθηκε, πῶς εἶναι γιά ὅλους περιμάχητο; Καί δεχόμενοι μικρό κόκκο ἀπό ἐκεῖνο πολλοί καί κλείνοντάς το σέ χρυσό καί ἄνδρες καί γυναῖκες τό κρεμοῦν ἀπό τό λαιμό τους καί μέ αὐτό καλλωπίζονται; Μολονότι τό ξύλο ἦταν γνώρισμα καταδίκης καί τιμωρίας» (Λόγ. ὅτι «Θεός ὁ Χριστός», τόμ. ε΄). Γι’ αὐτό, ὅπως φαίνεται, βρίσκονται στόν κόσμο καί τόσα πολλά μέρη Τιμίου Ξύλου. Τό δέ μέγεθος τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ἦταν στό μῆκος, δεκαπέντε πόδια· στό πλάτος, δηλαδή στό πλάγιο ξύλο, ὀκτώ πόδια, ὅπως εἶναι παλαιά παράδοσις (καί βλέπε σελ. 20 τοῦ νεοτυπώτου Τροπαίου τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως). Ὁ Χρυσόστομος λέει, ὅτι τό χόνδρος καί τοῦ ὀρθοῦ καί τοῦ πλαγίου ξύλου τοῦ Σταυροῦ ἦταν μία πιθαμή. Διότι λέει τά ἑξῆς· «Ἐννόησε καί τοῦ Σταυροῦ τόν τόπο. Ἄρα μιᾶς σπιθαμῆς εἶχε περίμετρο ὁ τύπος τοῦ ξύλου; εἶχε μέτρο ποδός ἡ πῆξις τοῦ Σταυροῦ;» (Λόγ. στό Πῶς οἶδε γράμματα μή μεμαθηκώς, τόμος ε΄).
Ἡ αἰτία, γιά τήν ὁποία μαζί μέ τόν Σταυρό ἑνώνεται καί βασιλικός, ὅταν γίνεται ὁ Ἁγιασμός, εἶναι ἡ ἑξῆς· Ἱστορεῖ ὁ μοναχός Ἀλέξανδρος, ὅτι βασιλικός φύτρωνε πάντοτε ἐπάνω στόν τόπο τοῦ Ἁγίου Γολγοθᾶ, κάτω ἀπό τόν ὁποῖο ἦταν χωμένος ὁ τίμιος Σταυρός. Τόν ἔσπαζαν τόν βασιλικό οἱ Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἐκεῖ ἐπάνω ναό καί ἄγαλμα τῆς Ἀφροδίτης, ἀλλά αὐτός πάλι ἔβγαζε βλαστάρια. Ἔτσι στήν μνήμη τοῦ θαύματος μέ τόν βασιλικό καί ὄχι μέ ἄλλο φυτό κάνουμε τόν μικρό καί μέγα Ἁγιασμό μέ τόν Σταυρό. (Βλέπε σελ. 25 καί 177, τῆς Δωδεκαβίβλου. Βλέπε καί στήν 6η τοῦ Μαρτίου μηνός, ὅπου ἑορτάζεται ἰδιαίτερα ἡ εὕρεσις τοῦ Σταυροῦ καί τῶν τιμίων ἥλων).
Προσθέτω ἐδῶ καί ἐκεῖνα πού σημειώνει ὁ Γάζης Παΐσιος στά προβλήματα πού λύνει τοῦ Ἀλεξίου Μιχαήλοβιτζ, βασιλέως Μοσχοβίας κατά τό ἔτος 1645, ὡς ἀξιόλογα, τά ὁποῖα σῴζονται σέ χειρόγραφα. Δηλαδή, ὅτι τό σχῆμα τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ἦταν ὅμοιο μέ τό στοιχεῖο Ταῦ. Ὁπότε τό ρητό ἐκεῖνο τοῦ Ἰεζεκιήλ πού λέει· «Πέρασε μέσα ἀπό την Ἱερουσαλήμ καί δῶσε σημάδι στά μέτωπα τῶν ἀνδρῶν πού ἐργά-ζονται», καί τά ἑξῆς (Ἰεζ. 9,4)· αὐτό, λέγω, μετέφρασαν ὁ Ἀκύλας καί ὁ Θεοδοτίων ὡς ἑξῆς· «Δῶσε τό Ταῦ στά μέτωπα». Συμφωνεῖ μέ αὐτούς καί ὁ Ὠριγένης καί ὁ Θεοφόρος Μάξιμος. Ἔτσι καί ὁ ἄθεος Λουκιανός στόν ἐπιγραφόμενο λόγο του «Δίκη φωνηέντων», ἀποφασίζει νά μήν ἔχη ἄλλη καταδίκη τό Ταῦ, παρά τήν σημείωσί του δηλαδή τόν Σταυρό. Δέν εἶναι ἀκόμη, λέει, γι’ αὐτό τριμερής μόνον ὁ Σταυρός, ὅπως τό T, ἀλλά καί τετραμερής. Διότι ὁ τίτλος πού τοποθετήθηκε ἀπό τόν Πιλᾶτο ἐπάνω στόν Σταυρό πού ἔχει τό σχῆμα τοῦ T, σχημάτισε τόν Σταυρό τετραμερῆ. Σέ σανίδα μάλιστα ὁ τίτλος καί ἡ ἐπιγραφή χαράχθηκαν, ὅπως ἑρμηνεύει Εὐθύμιος ὁ Ζυγαβηνός στήν ἑρμηνεία τοῦ κατά Ματθαῖον καί ὄχι σέ χαρτί, ὅπως εἴπαμε παραπάνω.
Καί γιά ἄλλον λόγο ὅμως λέγεται τριμερής, γιά τήν ἱστορία τοῦ Λώτ, πού προέρχεται ἀπό τήν παράδοσι. Γι’ αὐτό καί ὁ Δαμασκηνός ψάλλει σέ κάποιο τροπάριο «Θέλησες ἐπάνω στό κυπαρίσσι καί στό πεῦκο νά ὑψωθῆς μέ τήν σάρκα», ἀκολουθῶντας τόν Ἡσαΐα πού λέει: «Θά ἔλθουν τό κυπαρίσσι καί τό πεῦκο καί ὁ κέδρος, γιά νά δοξάσουν τόν τόπο, πού εἶναι ἀφιερωμένος σέ ἐμένα» (Ἡσ. 60,13). Εἶχε ἀκόμη, λέει, καί βάσι ὁ Σταυρός, ἐπάνω στήν ὁποία τοποθετήθηκαν τά πόδια τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ, γιά νά καρφωθοῦν σ’ αὐτό δυνατώτερα, ὅπως γράφουν ὁ θεῖος Εἰρηναῖος καί ὁ Ἰουστῖνος. Καί ἔτσι ἐκπληρώθηκε τό Δαβιτικόν· «Δοξολογεῖτε τόν Κύριο τόν Θεό μας καί προσκυνεῖτε τό ὑποπόδιο τῶν ποδιῶν του, διότι εἶναι τόπος ἅγιος» (Ψαλμ. 8,5). Σημείωσε, ὅτι ὁ θεῖος Χρυσόστομος ἔχει λόγο στήν Ὕψωσι τοῦ Σταυροῦ· ὁ Κρήτης Ἀνδρέας δύο λόγους, ἀπό τούς ὁποίους τοῦ ἑνός ἡ ἀρχή εἶναι αὐτή · «Σταυροῦ πανήγυριν ἄγομεν», ἐνῷ τοῦ ἄλλου· «Κινήσωμεν ἀγαπητοί». Ὁ Παντολέων ὁ Πρεσβύτερος Μονῆς τῶν Βυζαντίων, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι αὐτή· «Ὄτε τῆς παρούσης ἑορτῆς». Ὁ Ἀλέξανδρος Μοναχός, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι αὐτή· «Τήν κέλευσιν τῆς ὑμετέρας». (Σῴζονται στό Κοινόβιο τοῦ Διονυσίου καί στήν τοῦ Βατοπαιδίου). Ὁ Ἰάκωβος ὁ Μοναχός καί ταπεινός. (Σῴζεται στήν τοῦ Παντοκράτορος). Ὁ Ἰωσήφ Θεσσαλονίκης, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι αὐτή· «Σταυροῦ πρόκειται σήμερον ἑορτή». Ὁ Παντολέων ὁ Διάκονος, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι αὐτή· «Πάλιν ὑψοῦται Σταυρός». (Σῴζονται καί αὐτοί καί οἱ παραπάνω στήν Λαύρα καί στήν Ἱερά Μονή τῶν Ἰβήρων). O Χρυσόστομος, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι αὐτή· «Σταυροῦ πρόκειται σήμερον ἑορτή». Παρόμοια καί ἄλλον λόγο ἔχει ὁ ἴδιος, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Πᾶσα μέν ἡ ἀπό τῶν χειρόνων ἐπί τά κρείττονα μεταβολή». (Σῴζονται στόν ε΄ τόμο τῆς ἐν Ἐτόνῃ ἐκδόσεως).
Μνήμη τῆς εὐσεβεστάτης βασιλίσσης Πλακίλλης, συζύγου γενομένης τοῦ εὐσεβεστάτου βασιλέως Θεοδοσίου τοῦ μεγάλου.
Φθαρτόν λιποῦσα στέμμα γῆς ἡ Πλακίλλα,
Ἐν οὐρανοῖς ἄφθαρτον εὑρίσκει στέφος.
Αὐτή μολονότι ἦταν σύζυγος τοῦ εὐσεβέστατου βασιλιᾶ Θεοδοσίου τοῦ μεγάλου, ὁ ὁποῖος βασίλευσε κατά τό ἔτος 379, καί εἶχε τήν ἐπίγεια βασιλεία, παρόλα αὐτά ἀγαποῦσε καί ἐπιθυμοῦσε περισσότερο νά ἀποκτήση τήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Διότι δέν τήν ἔκανε νά ὑπερηφανευθῆ τό ὕψος τῆς ἐπίγειας βασιλείας πού εἶχε, ἀλλά περισσότερο ταπείνωνε τόν ἑαυτό της καί ἄναβε μέσα της τόν πόθο τῆς Οὐράνιας Βασιλείας. Διότι ὅσο μεγάλη ἦταν ἡ εὐεργεσία, πού τῆς χάρισε ὁ Θεός, τόσο καί αὐτή ἔδειξε μεγάλη ἀγάπη στόν εὐεργέτη της Θεό.
Γι’ αὐτό ἡ ἀοίδιμη μέ διάφορους τρόπους φρόντιζε νά ἐπισκέπτεται τούς ἀσθενεῖς καί ὅσους εἶχαν τά μέλη τοῦ σώματος βλαμμένα καί ἀνάπηρα. Ἐπισκεπτόταν μάλιστα τούς ἀσθενεῖς αὐτούς, χωρίς νά ἔχη μαζί της ὑπηρέτες καί δούλους καί δορυφόρους, ὡς βασίλισσα πού ἦταν. Ἀλλά τούς ὑπηρετοῦσε μόνη μέ τά ἴδια της χέρια, πηγαίνοντας στά σπίτια τους καί δίδοντας στόν καθένα ἐκεῖνα, πού τοῦ χρειαζόταν. Ἀλλά καί στά ξενοδοχεῖα τῆς Ἐκκλησίας πηγαίνοντας ἡ μακαρία, ὑπηρετοῦσε τούς κλινήρεις, μόνη της πιάνοντας τήν χύτρα καί μαγειρεύοντας γι’ αὐτούς, μόνη της γευόμενη ἀπό τό ζουμί, γιά νά δοκιμάση τό φαγητό τους, μόνη της πλένοντας τό ποτήρι τῶν ἀρρώστων καί μόνη της ἔκαμνε ὅλα τά ἄλλα ἔργα, πού εἶναι γνώρισμα τῶν δούλων καί δουλευτριῶν. Σ’ ἐκείνους μάλιστα πού προσπαθοῦσαν νά τήν ἐμποδίσουν καί νά ὑπηρετήσουν αὐτοί τούς ἀσθενεῖς, ἔλεγε αὐτά τά ἀξιομνημόνευτα λόγια. «Πρέπει ἡ βασιλεία πού ἔχω νά μοιράζη στούς φτωχούς τό χρυσό καί τό ἀσῆμι. Ἐγώ ὅμως πού εἶμαι βασίλισσα, πρέπει νά προσφέρω στόν Θεό τήν σωματική μου ὑπηρεσία, εὐχαριστῶντας πού μοῦ χάρισε αὐτή τήν βασιλεία».
Στόν σύζυγό της βασιλέα Θεοδόσιο, συνήθιζε νά λέη πολύ συχνά. «Πάντοτε, ἄνδρα μου, πρέπει νά σκέφτεσαι, τί ἤσουν πρίν νά γίνης βασιλιάς καί τί εἶσαι τώρα. Διότι, ἄν θυμᾶσαι αὐτά, δέν θά γίνης ἀχάριστος στόν εὐεργέτη σου Θεό. Ἀλλά θά κυβερνήσης σύμωνα μέ τούς νόμους τήν βασιλεία, πού αὐτός σοῦ χάρισε. Καί μέ αὐτόν τόν τρόπο θά εὐχαριστήσης αὐτόν πού σοῦ χάρισε τήν βασιλεία». Τέτοια λόγια χρησιμοποιῶντας πάντοτε ἡ ἀείμνηστη βασίλισσα, τά πρόσφερε στά καλά σπέρματα τῆς ἀρετῆς τοῦ ἄνδρα της, σάν ἕνα πότισμα κάλλιστο καί πάρα πολύ κατάλληλο. Μέ τέτοιον λοιπόν τρόπο δίδασκε ἀκριβῶς τούς νόμους τοῦ Θεοῦ, τόσο στόν ἑαυτό της, ὅσο καί στόν ἄνδρα της. Ἔτσι ὑπηρετῶντας ὅλη της τήν ζωή μέ ἐγκράτεια, μέ προσευχή, μέ κακοπάθεια γενναία, μέ τήν καλωσύνη πρός ὅλους καί μέ τήν συμπάθεια τῶν πτωχῶν, πού εἶχαν ἀνάγκη, ἔτσι παρέδωσε τό πνεῦμα της στόν Θεό, πού ὑπηρετοῦσε, πρίν πεθάνη ὁ ἄνδρας της.
Τόση δέ ἀγάπη ἔδειξε σ’ αὐτήν καί μετά τόν θάνατό της ὁ βασιλιάς καί σύζυγός της Θεοδόσιος, ὥστε, ὅταν οἱ Ἀντιοχεῖς, παρακινηθέντες ἀπό ἕναν ἄγριο καί πονηρό δαίμονα, θύμωσαν ἐναντίον τῶν βασιλικῶν ἀγαλμάτων καί γκρέμισαν τό χάλκινο ἄγαλμα τῆς πανένδοξης αὐτῆς Πλακίλλας καί τό ἔσυραν χωρίς τιμή σέ μεγάλο μέρος τῆς πόλεως, τόση, λέω, ἀγάπη ἔδειξε σ’ αὐτήν τότε, ὥστε θύμωσε πολύ γιά τήν προσβολή αὐτή, ὅπως καί ἔπρεπε νά θυμώση, καί ἀφήρεσε τά προνόμια τῆς πόλεως τῆς Ἀντιόχειας καί ἀπείλησε ὅτι θά τήν κατακαύση καί ὅτι ἀπό πόλι θά τήν μετατρέψη σέ χωριό[1].
Ἐπειδή ὅμως ὁ Ὅσιος Μακεδόνιος, ὁ ὁποῖος τότε ἀσκήτευε στούς πρόποδες τοῦ βουνοῦ, πού εἶναι στήν Ἀντιόχεια, ἔγραψε στόν βασιλιά καί τόν συμβούλευε νά παύση τήν ὀργή του, ἀπό αὐτό παρακινήθηκε νά τοῦ ἀπαντήση ὁ βασιλιάς τά ἑξῆς: «Δέν ἔπρεπε, πάτερ, ἐπειδή ἐγώ ἔσφαλα στούς Ἀντιοχεῖς, αὐτοί νά δείξουν τόση περιφρόνησι καί ἀτιμία μετά τόν θάνατο σέ μία τέτοια γυναῖκα, πού ἦταν ἄξια κάθε ἐπαίνου καί τιμῆς. Ἐναντίον μου ἔπρεπε οἱ Ἀντιοχεῖς νά ὁπλίσουν τόν θυμό τους καί ὄχι ἐναντίον ἐκείνης». Μετά ἀπό αὐτά ὅμως ὠφελήθηκε ὁ ἴδιος ὁ βασιλιάς ἀπό τίς ἀγαθές συμβουλές, πού τοῦ ἔλεγε ἡ μακαρία σύζυγός του Πλακίλλα, στό νά κρατᾶ τόν θυμό καί νά νικᾶ τήν ὀργή του, ὅπως θά δείξη τό γεγονός πού θά λεχθῆ. Διότι τόν καιρό, πού ὁ βασιλιάς ἔπρεπε νά ἐκδικηθῆ καί νά τιμωρήση αὐστηρά τούς Ἀντιοχεῖς γιά τήν τόση περιφρόνησι πού ἔδειξαν στά βασιλικά ἀγάλματα καί τότε, πού ἔπρεπε ὁλοκληρωτικά νά τούς ἐξαφανίση, αὐτός θυμούμενος τά προηγούμενα λόγια τῆς γυναίκας του καί τόν νόμο, πού τόν νομοθέτησε ὁ Ἅγιος Ἀμβρόσιος ὁ Μεδιολάνων· αὐτά, λέω, θυμούμενος, ἀπείλησε βέβαια ὅτι θά ἐξαφανίση τήν πόλι τῶν Ἀντιοχέων, ἀλλά πάλι τούς φέρθηκε ἤρεμα καί φιλάνθρωπα.
[1] Σημείωσε, ὅτι αὐτή ἡ περιφρόνησις καί ἀτιμία, πού ἔδειξαν οἱ Ἀντιοχεῖς, ἐνάντια στούς ἀνδριάντες τῆς βασίλισσας Πλακίλλας, ἔγινε ὕλη καί ὑπόθεσις, γιά νά συγγράψη ὁ Χρυσοστομικός κάλαμος τοῦ Ἰωάννη, τούς καλούς ἐκείνους καί ρητορικώτατους λόγους τῶν Ἀνδριάντων.
* O Ἅγιος νέος Ὁσιομάρτυς Μακάριος, ὁ ἐν Θεσσαλονίκῃ μαρτυρήσας κατά τό ἔτος 1527, ὁ καί μαθητής χρηματίσας τοῦ Ἁγίου Νήφωνος τοῦ Κωνσταντινουπόλεως, ξίφει τελειοῦται.
+ Μακάριος σύ καί μακάρων εἰς τόπον,
Θανών ἀπῆλθες διά τοῦ μαρτυρίου.
Αὐτός ὁ πανύμνητος ποιά μέν εἶχε πατρίδα καί ποιῶν γονέων ἦταν υἱός, ἡ ἱστορία σχετικά μέ αὐτόν δέν μᾶς φανέρωσε. Τό γεγονός βέβαια ὅτι ὑπῆρξε μαθητής τοῦ Ἁγιωτάτου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Κυρίου Νήφωνος, ὡραῖος στό σῶμα καί στήν ψυχή ὡραιότερος, καί τό γεγονός ὅτι ἔδωκε μαρτυρικό τέλος, τό βρίσκουμε γραμμένο στόν βίο τοῦ ἴδιου τοῦ Ἁγιωτάτου Νήφωνος. Αὐτός λοιπόν ὁ ἀληθινά Μακάριος, στάθηκε ἕνας ἀπό τούς μεγάλους ἀγωνιστές τῆς ἀσκήσεως πού εἶναι σύμφωνη μέ τόν Χριστό καί φύλακας τῆς ἀκριβείας τοῦ μοναδικοῦ βίου καί ζηλωτής σέ ὅλα τῶν ἀρετῶν τοῦ διδασκάλου του Ἁγίου Νήφωνος. Καί ὅταν ἔφθασε στό ἄκρο καί τέλειο σημεῖο τῆς θείας ἀγάπης, φλεγόταν καθημερινά ἡ καρδιά του καί ποθοῦσε νά ἀξιωθῆ νά τελειώση τήν ζωή του μέ μαρτυρικό θάνατο. Γι’ αὐτό φανέρωσε τόν πόθο αὐτόν καί τόν ἔνθεο σκοπό του στόν Ἅγιο, πού βρισκόταν τότε στήν Ἱερά Μονή τοῦ Βατοπεδίου, κατά τήν δεύτερη φορά πού πῆγε στό Ἅγιο Ὄρος. Καί αὐτός, ὅταν ἄκουσε τόν σκοπό του καί ἀφοῦ ἀναγνώρισε ὅτι εἶναι σύμφωνα μέ τήν θεία βούλησι, τοῦ εἶπε· «Πήγαινε, τέκνο, στήν ὁδό τοῦ Μαρτυρίου, διότι σύμφωνα μέ τήν προθυμία σου πρόκειται νά ἀξιωθῆς νά λάβης τόν Στέφανο τῆς ἀθλήσεως καί νά ἀγάλλεσαι αἰωνίως μαζί μέ τούς Μάρτυρες καί τούς Ὁσίους». Καί ἀφοῦ ἔκανε εὐχή καί τόν σφράγισε μέ τό σημεῖο τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, τόν κατεφίλησε καί τόν ἄφησε νά φύγη ἐν εἰρήνῃ.
Ὁ δέ εὐλογημένος Μακάριος, ἀφοῦ ἁρματώθηκε μέ τίς εὐχές τοῦ Ἁγίου, βγῆκε χαρούμενος ἀπό τό Ὄρος καί ἔτρεχε νά φθάση στόν ποθούμενο ἀγῶνα. Πηγαίνοντας λοιπόν στήν Θεσσαλονίκη, ἐνῷ σκεφτόταν, στάθηκε ἐκεῖ ὅπου ἦταν συγκεντρωμένο μεγάλο πλῆθος τῶν Ὀθωμανῶν, καί δίδασκε μέ παρρησία ὅτι ὁ Χριστός εἶναι Υἱός τοῦ Θεοῦ καί κατέβηκε ἀπό τούς κόλπους τοῦ Πατρός καί ἔγινε γιά μᾶς ἄνθρωπος καί στήν συνέχεια διηγεῖτο ὅλα τά σχετικά μέ τήν ἔνσαρκη οἰκονομία τοῦ Χριστοῦ. Καί ἐκεῖνοι, μόλις τά ἄκουσαν αὐτά, ὥρμησαν κατεπάνω του μέ μαχαίρια καί ξύλα καί κτυπῶντας τον κατεπλήγωσαν ὅλο του τό σῶμα, ἔτσι ὥστε ἔτρεχε ποτάμι τό αἷμα ἀπό τίς πληγές. Ἔπειτα τόν ἔβαλαν στήν φυλακή. Καί ἀφοῦ συγκεντρώθηκαν τό πρωί, ἔφεραν τόν Μάρτυρα μπροστά στό δικαστήριό τους καί ἄρχισαν νά τόν κολακεύουν, ἐπιχειρῶντας μέ ὑποσχέσεις δωρεῶν νά τόν μεταστρέψουν ἀπό τήν πίστι τοῦ Χριστοῦ στήν θρησκεία τους. Ἀλλά ὁ Μάρτυς τοῦ Χριστοῦ μέ παρρησία ἀποκρίθηκε· «Μακάρι καί ἐσεῖς νά γνωρίζατε τήν ἀληθινή καί ἄμεμπτη πίστι μας τῶν Χριστιανῶν καί νά βαπτιζώσασταν στό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, στήν Ἁγία Τριάδα καί νά ἐλευθερωνώσασταν ἀπό τήν ἀπατηλή θρησκεία σας». Μόλις τά ἄκουσαν αὐτά ἐκεῖνοι, τόν ἅρπαξαν ἀμέσως καί κτυπῶντας τον καί τρυπῶντας μέ τά μαχαίρια τό σῶμα του καί καταπληγώνοντάς το, τέλος πάντων, ἀπέκοψαν καί τήν τιμία του κεφαλή καί ἔτσι ἔλαβε ὁ Ὅσιος τόν στέφανο τοῦ Μαρτυρίου. Ὁ δέ Ἅγιος Νήφων, ἐνῷ βρισκόταν στό Βατοπέδι, τοῦ ἀποκαλύφθηκαν αὐτά ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα καί λέει στόν ἄλλο του μαθητή Ἰωάσαφ. «Νά ξέρης τέκνο μου, ὅτι ὁ συνάδελφός σου Μακάριος τελείωσε σήμερα μέσῳ τοῦ Μαρτυρίου καί πάει νά χαίρεται στούς Οὐρανούς μέ τούς χορούς τῶν Ὁσίων καί τῶν Μαρτύρων». Μέ τῶν ὁποίων τίς πρεσβεῖες ἄς ἀξιωθοῦμε καί ἐμεῖς τῆς οὐράνιας μακαριότητας. Ἀμήν.


Login