14 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ ΥΨΩΣΙΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ, ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΠΛΑΚΙΛΛΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΜΑΚΑΡΙΟΥ ΤΟΥ ΝΕΟΥ

Τῷ αὐτῷ μηνί IΔ΄, ἡ Ὕψωσις τοῦ Τιμίου καί Ζωοποιοῦ Σταυροῦ.

 Τάς ἐν λάρυγγι Σῶτερ ὑψώσεις φέρει,

Ὑψούμενον βλέπουσα σόν Σταυρόν κτίσις.

Ὑψώθη δεκάτῃ Σταυροῦ ξύλον ἠδέ τετάρτῃ.

 Ὁ Κων­σταν­τῖ­νος ὁ Μέ­γας καί Ἰ­σα­πό­στο­λος, πρῶ­τος ἀ­νά­με­σα στούς βα­σι­λεῖς τῆς πα­λαι­ᾶς Ρώ­μης, δέ­χθη­κε τόν Χρι­στι­α­νι­σμό. Αὐ­τός λοι­πόν ἔ­χον­τας πό­λε­μο, ὄ­πως ἰ­σχυ­ρί­ζον­ται με­ρι­κοί, στήν Ρώ­μη κα­τά τοῦ Μά­γνεν­τιου, ὅ­πως ὅ­μως λέ­γουν με­ρι­κοί ἄλ­λοι στόν πο­τα­μό τοῦ Δου­νά­βε­ως κα­τά τῶν Σκυ­θῶν[1]· καί βλέ­πον­τας τό στρά­τευ­μα τῶν ἐ­χθρῶν, ὅ­τι ἦ­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό τό δι­κό του, βρι­σκό­ταν σέ ἀ­πο­ρί­α καί φό­βο. Ἐ­νῷ λοι­πόν βρι­σκό­ταν σέ τέ­τοι­α κα­τά­στα­σι, φά­νη­κε κα­τά τό με­ση­μέ­ρι τύ­πος τοῦ Σταυ­ροῦ στόν οὐ­ρα­νό, σχη­μα­τι­σμέ­νος μέ ἀ­στέ­ρια. Καί τρι­γύ­ρω στόν Σταυ­ρό φά­νη­καν γράμ­μα­τα τυ­πω­μέ­να καί αὐ­τά μέ ἀ­στέ­ρια μέ ρω­μα­ϊ­κά, δη­λα­δή λα­τι­νι­κά στοι­χεῖ­α, τά ὁ­ποῖ­α ἔ­λε­γαν τά ἑ­ξῆς·  «Ἐν τού­τῳ νί­κα»[2].  Ἀ­μέ­σως λοι­πόν, ἀ­φοῦ κα­τε­σκεύ­α­σε ἕ­να Σταυ­ρό, ὅ­μοι­ο μέ ἐ­κεῖ­νον, πού φά­νη­κε στόν οὐ­ρα­νό, πρό­στα­ξε νά προ­πο­ρεύ­ε­ται τοῦ στρα­τεύ­μα­τος. Ἔ­πει­τα συμ­πλέ­κε­ται μέ τούς ἐ­χθρούς καί τούς νι­κᾶ ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κά, ὥ­στε οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἀ­πό ἐ­κεί­νους θα­να­τώ­θη­καν, ἐ­νῷ οἱ ἄλ­λοι, ἔ­φυ­γαν ἀ­πό τόν φό­βο τους. Ὁ­πό­τε ἀ­πό τό θαῦ­μα αὐ­τό, ἀ­φοῦ κα­τά­λα­βε τήν δύ­να­μι τοῦ Σταυ­ρω­θέν­τος καί πί­στευ­σε, ὅ­τι αὐ­τός μό­νος εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νός Θε­ός, βα­πτί­σθη­κε μέ τήν μη­τέ­ρα του[3].

Τό­τε λοι­πόν στέλ­νει τήν μη­τέ­ρα του Ἑ­λέ­νη στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα, ἀ­φε­νός μέν, γιά νά προ­σκυ­νή­ση καί μέ λαμ­πρό­τη­τα νά τι­μή­ση τόν ζω­ο­ποι­ό Τά­φο τοῦ Κυ­ρί­ου καί τούς λοι­πούς Ἁ­γί­ους Τό­πους καί ἀ­φε­τέ­ρου, γιά νά ζη­τή­ση μέ σπου­δή νά βρῆ τόν τί­μιο Σταυ­ρό τοῦ Θε­αν­θρώ­που Σω­τῆ­ρος, τόν ὁ­ποῖ­ο μέ πο­λύ πό­θο ψά­χνον­τας τόν βρῆ­κε κρυμ­μέ­νο. Πα­ρό­μοι­α βρῆ­κε καί τούς ἄλ­λους δύ­ο σταυ­ρούς, στούς ὁ­ποί­ους σταυ­ρώ­θη­καν οἱ δύ­ο λῃ­στές. Βρῆ­κε ἀ­κό­μη καί τά καρφιά[4]. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ἡ βα­σί­λισ­σα βρι­σκό­ταν σέ ἀ­πο­ρί­α, ποι­ός ἀ­πό τούς τρεῖς νά εἶ­ναι ὁ Σταυ­ρός τοῦ Κυ­ρί­ου,  μέ τό θαῦ­μα πού ἔ­γι­νε στήν πε­θα­μέ­νη χή­ρα γυ­ναῖ­κα, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­να­στή­θη­κε μό­λις ἄγ­γι­σε στόν Σταυ­ρό τοῦ Κυ­ρί­ου, μέ τό θαῦ­μα αὐ­τό, λέ­ω, τόν ἀ­να­γνώ­ρι­σε. Ἐ­νῷ οἱ ἄλ­λοι δύ­ο σταυ­ροί τῶν λη­στῶν δέν ἔ­κα­ναν πα­ρό­μοι­ο θαῦ­μα[5].

Τό­τε λοι­πόν ἀ­σπά­σθη­κε καί προ­σκύ­νη­σε τόν τί­μιο Σταυ­ρό μέ πολ­λή εὐ­λά­βεια καί πί­στι, τό­σο ἡ βα­σί­λισ­σα Ἑ­λέ­νη, ὅ­σο καί ὅ­λη ἡ σύγ­κλη­τος τῶν ἀρ­χόν­των, πού ἦ­ταν μα­ζί της. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ζη­τοῦ­σε καί ὅ­λος ὁ λα­ός τῶν Χρι­στια­νῶν νά τόν προ­σκυ­νή­ση καί νά τόν ἀ­σπα­σθῆ, λόγῳ τοῦ πλή­θους ὅ­μως ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το νά γί­νη αὐ­τό, γιά τόν λό­γο αὐ­τόν, κα­τά δεύ­τε­ρο λό­γο, ζή­τη­σαν του­λά­χι­στον νά δοῦν μό­νο τήν γλυ­κύ­τα­τη θε­ω­ρί­α τοῦ τι­μί­ου Σταυ­ροῦ καί ἔ­τσι μό­νο μέ τήν θε­ω­ρί­α νά εὐ­χα­ρι­στή­σουν τόν πό­θο τους πρός αὐ­τόν. Ἔ­τσι ὁ τό­τε μα­κα­ρι­ώ­τα­τος Πα­τριά­ρχης τῶν Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων Μα­κά­ριος ἀ­νέ­βη­κε ἐ­πά­νω στόν ἄμ­βω­να καί, ἀ­φοῦ σή­κω­σε ψη­λά μέ τά δύ­ο του χέ­ρια τόν τί­μιο Σταυ­ρό, τόν ἔ­δει­ξε φα­νε­ρά σέ ὅ­λους τούς πα­ρευ­ρι­σκό­με­νους Χρι­στια­νούς, οἱ ὁ­ποῖ­οι μό­λις τόν εἶ­δαν, φώ­να­ξαν μέ τήν καρ­διά τους ὅ­λοι μα­ζί τό «Κύ­ρι­ε ἐ­λέ­η­σον». Ἀ­πό τό­τε λοι­πόν πρό­στα­ξαν οἱ θει­ό­τα­τοι καί θε­ό­πνευ­στοι Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, νά ἑ­ορ­τά­ζουν ὅ­λοι οἱ Χρι­στια­νοί τήν ση­με­ρι­νή ἡ­μέ­ρα, αὐ­τή τήν τί­μια καί παγ­κό­σμια Ὕ­ψω­σι τοῦ θεί­ου Σταυ­ροῦ πρός δό­ξαν τοῦ Χρι­στοῦ τοῦ ἀ­λη­θι­νοῦ Θε­οῦ μας ὁ ὁ­ποῖ­ος καρφώθηκε σ’ αὐ­τό[6].  (Τήν ἐκτενῆ τοῦ Σταυροῦ διήγησι, βλέπε στόν  Νέο Θησαυρό καί στήν Σαγήνη καί στούς Μαργαρίτες καί στόν Ποιμενικό Αὐλό καί στόν Κωφό).



[1] Ἡ ἀ­κρι­βέ­στε­ρη ὅ­μως καί ἀ­λη­θέ­στε­ρη γνώ­μη, πού ἐ­πι­κρα­τεῖ στούς πε­ρισ­σο­τέ­ρους εἶ­ναι αὐ­τή, ὅ­τι, δη­λα­δή, ὁ Μέ­γας Κων­σταν­τῖ­νος δέν εἶ­χε πό­λε­μο κα­τά τοῦ Μα­γνεν­τί­ου, οὔ­τε κα­τά τῶν Σκυ­θῶν, ἀλ­λά κα­τά τοῦ Μα­ξεν­τί­ου. Καί ὄ­χι στόν πο­τα­μό τοῦ Δου­νά­βε­ως, ἀλ­λά στήν Ἰ­τα­λί­α ἔ­γι­νε ὁ πό­λε­μος, ἐ­πά­νω στήν γέ­φυ­ρα τῆς Βολ­βί­ας ἤ Μολ­βί­ας. Ἐ­πει­δή ὁ Μα­ξέν­τιος χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε τήν αὐ­το­κρα­το­ρι­κή ἐ­ξου­σί­α στήν Ἰ­τα­λί­α καί ἦ­ταν σκλη­ρό­τα­τος δι­ώ­κτης τῶν Χρι­στια­νῶν, γιά ­τόν λό­γο αὐ­τόν ὁ Μέ­γας Κων­σταν­τῖ­νος θέ­λη­σε νά τόν ἐ­ξο­λο­θρεύ­ση. Ἔ­τσι πρίν νά μπῆ στά ὅ­ρια τῆς Ἰ­τα­λί­ας, βρι­σκό­με­νος σέ δι­α­λο­γι­σμούς, ποι­όν Θε­ό νά ἐ­πι­κα­λε­σθῆ ὡς βο­η­θό στόν πό­λε­μο, δι­ό­τι ἦ­ταν εἰ­δω­λο­λά­τρης, ὅ­μως ἔ­κλι­νε στόν Χρι­στι­α­νι­σμό· ἀ­φε­νός μέν δι­ό­τι ὁ Φιρ­μι­λια­νός Λα­κτάν­τιος σο­φώ­τα­τος ὄν­τας καί ἕ­νας ἀ­πό τούς φύ­λα­κες τῆς ἐν Ρώ­μῃ βα­σι­λι­κῆς βι­βλι­ο­θή­κης, ἀ­πό τήν ἀ­νά­γνω­σι τῶν βι­βλί­ων τῶν Σι­βυλ­λῶν ὅ­λων τῶν χρη­σμῶν πού προ­α­νήγ­γει­λαν φα­νε­ρά, ὅ­τι ὁ Χρι­στός εἶ­ναι Θε­ός, ἀ­φοῦ φω­τί­σθη­κε, πί­στευ­σε στόν Χρι­στό. Καί μά­λι­στα στόν Κρί­σπο, στόν γυι­ό τοῦ Κων­σταν­τί­νου, ἔ­γι­νε δά­σκα­λος τῆς πί­στε­ως στόν Χρι­στό. Ὁ Κρί­σπος πά­λι φα­νέ­ρω­σε τά βι­βλί­α αὐ­τά στόν πα­τέ­ρα του Κων­σταν­τῖ­νο καί αὐ­τό πο­λύ τόν ὠ­φέ­λη­σε στό νά πι­στεύ­ση στόν Χρι­στό, ὅ­πως τό ἀ­να­φέ­ρει αὐ­τό ὁ Γεν­νά­διος ὁ Σχο­λά­ριος σέ κά­ποι­α ἀ­νέκ­δο­τη δι­ά­λε­ξι μέ κά­ποι­ον στρα­τι­ώ­τη πού στάλ­θη­κε ἀ­πό τόν βα­σι­λιά τῶν Ἀ­γα­ρη­νῶν, γιά νά τόν ρω­τή­ση.

Καί αὐ­τό, δι­ό­τι, σύμ­φω­να μέ τόν Με­λέ­τιο, εἶ­δε ὅ­τι ὁ πα­τέ­ρας του ἔ­ζη­σε εὐ­τυ­χισμένα, ἐ­πει­δή ἀ­πο­στρε­φό­ταν τήν θρη­σκεί­α τῶν Ἑλ­λή­νων. Σέ τέ­τοι­ους, λέ­ω, δι­α­λο­γι­σμούς ὄν­τας ὁ Ἰ­σα­πό­στο­λος, καί μά­λι­στα ἐ­πει­δή ὁ Μα­ξέν­τιος μέν εἶ­χε στρά­τευ­μα ἑ­κα­τόν ἐνε­νήν­τα χι­λιά­δες, ἐ­νῷ αὐ­τός εἶ­χε πο­λύ λι­γώ­τε­ρο, ἕ­να με­ση­μέ­ρι βά­δι­ζε μέ τούς ἀρ­χι­στρα­τή­γους του, καί, ἐ­νῷ ἦ­ταν ὁ οὐ­ρα­νός κα­θα­ρός, βλέ­πει μα­ζί μέ τήν συ­νο­δί­α του ἕ­να στῦ­λο φω­τός σέ σχῆ­μα Σταυ­ροῦ, στόν ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν καί γράμ­μα­τα πού ἔ­λε­γαν· «ἐν τού­τῳ νί­κα»: δη­λα­δή, μέ τήν δύ­να­μι αὐ­τοῦ τοῦ ση­μεί­ου θά νι­κή­σης. Καί ὄ­χι μό­νο αὐ­τό συ­νέ­βη, ἀλ­λά καί κα­τά τήν νύ­κτα ἐ­κεί­νη βλέ­πει σέ ὅ­ρα­μα τόν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό νά τοῦ  λέ­η, νά κα­τα­σκευά­ση μί­α ση­μαί­α πα­ρό­μοι­α μέ τόν τύ­πο τοῦ Σταυ­ροῦ, πού φά­νη­κε καί νά τήν βά­λη στήν λόγ­χη του καί ἔ­τσι θά νικήση τούς ἐ­χθρούς. Ὅ­ταν λοι­πόν ἔ­κα­νε αὐ­τό, νί­κη­σε τόν Μα­ξέν­τιο. Ὁ Μα­ξέν­τιος νι­κη­μέ­νος θέ­λη­σε νά ἐ­πι­στρέ­ψη στήν Ρώ­μη. Καί ὅ­ταν περ­νοῦ­σε τήν γέ­φυ­ρα τοῦ πο­τα­μοῦ Τί­βε­ρι, αὐ­τή ἔ­πε­σε. Τό­­τε πέ­φτον­τας καί αὐ­τός πνί­γη­κε μέ τό ἄ­λο­γό του στόν πο­τα­μό καί ἔ­δω­σε κα­κό τέ­λος, ἀ­φοῦ τε­λι­κά βα­σί­λευ­σε στήν Ἰ­τα­λί­α γιά ἕ­ξι χρό­νια. Βλέ­πε τόν Με­λέ­τιο, Ἐκ­κλ. Ἱ­στορ., τό­μος α΄, σελ. 298. Πα­ρό­μοι­α βλέ­πε καί στήν 21η τοῦ Μα­ΐ­ου τό Συ­να­ξά­ρι τοῦ Ἁ­γί­ου Κων­σταν­τί­νου, ὅ­που λέ­γε­ται, ὅ­τι κα­τά τοῦ Μα­ξεν­τί­ου ἔ­κα­νε τόν πό­λε­μο καί ὄ­χι κα­τά τοῦ Μα­γνεν­τί­ου, ὅ­πως εἴ­πα­με πα­ρα­πά­νω.

[2] Ὄχι μόνο αὐτός ὁ Συναξαριστής Μαυρίκιος, ἀλλά καί ὅλοι οἱ ἀξιόλογοι ἱστορικοί βεβαιώνουν, ὅτι λατινικά ἦταν ἐκεῖνα τά γράμματα, καί  ἄν ἀκόμη ὁ Λέων ὁ Σοφός λέη, ὅτι ἦταν ἑλληνικά, διότι γνώριζε ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος καί ἑλληνικά, ὅπως λέει ὁ Γάζης Παΐσιος. Ὁ δέ Δοσίθεος στήν σελ. 703 τῆς Δωδεκαβίβλου, ἀναφέρει ὡς ἑξῆς· «Κωνσταντῖνε, ἐν τούτῳ νίκα».

[3] Πότε καί ἀπό ποιόν βαπτίσθηκε, βλέπε στό Συναξάρι τοῦ Ἁγίου Σιλβέστρου, κατά τήν 2α τοῦ Ἰανουαρίου.

[4] Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι ἡ Ἁ­γί­α Ἑ­λέ­νη ἔ­φε­ρε καί τά καρφιά, μέ τά ὁποῖα οἱ Ἰουδαῖοι κάρφωσαν τό σῶ­μα τοῦ Σω­τῆ­ρος, στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι, δῶ­ρο ἀ­ξι­ο­τί­μη­το στόν υἱ­ό της. Ἀ­πό αὐ­τούς τό ἕ­να ἔ­βα­λε ὁ Μέ­γας Κων­σταν­τῖ­νος στό χα­λι­νά­ρι τοῦ ἀ­λό­γου του, κα­τά τό λό­γιο τοῦ προ­φή­τη Ζα­χα­ρί­α, πού λέ­ει· «Κατά τήν ἡ­μέ­ρα ἐ­κεί­νη κάθε στόλισμα στόν χαλινό τοῦ ἵπ­που θά θεωρῆται ὡς ἀφιερωμένο στόν Παν­το­κρά­το­ρα Κύριο» (Ζαχ. 14,20), ἐ­νῷ τό δεύ­τε­ρο, τό κρα­τοῦ­σε στό πο­λε­μι­κό ἔν­δυ­μα τῆς κε­φα­λῆς του, δη­λα­δή στήν πε­ρι­κε­φα­λαί­α του. Τό τρί­το, λέ­γει ὁ θεῖ­ος Ἀμ­βρό­σιος, ὅ­τι ἡ Ἁ­γί­α Ἑ­λέ­νη περ­νῶντας τό Ἀ­δρι­α­τι­κό πέ­λα­γος καί κιν­δυ­νεύ­ον­τας ἀ­πό φουρ­τοῦ­να, τό ἔρριξε στήν θά­λασ­σα καί ἔ­γι­νε γα­λή­νη. Ἀ­πί­στευ­το ὅ­μως τό κρί­νει αὐ­τό ὁ Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων Δο­σί­θε­ος, δι­ό­τι δέν πῆ­γε στό Ἀ­δρι­α­τι­κό πέ­λα­γος ἡ Ἁ­γί­α Ἑ­λέ­νη, ὅ­ταν ἔ­φυ­γε ἀ­πό τά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα. Ὁ Σω­κρά­της λέ­ει, ὅ­τι ὁ Κων­σταν­τῖ­νος ἔ­κρυ­ψε τό τί­μιο ξύ­λο καί τά καρφιά ἐ­πά­νω ἀ­πό τόν πορ­φυ­ρό με­γά­λο κί­ο­να στόν ἀν­δριά­ντα τοῦ Κων­σταν­τί­νου γιά προ­στα­σί­α τῆς Πό­λε­ως. Τρία μά­λι­στα φαί­νον­ται ὅ­τι ἦ­ταν τά καρφιά· δύ­ο πού κάρ­φω­σαν τά χέ­ρια τοῦ Σω­τῆ­ρος, καί ἕ­να, αὐτό πού κάρ­φω­σε τά δύ­ο του πό­δια, ἐ­πει­δή ἦταν βαλμένα τό ἕ­να ἐ­πά­νω στό ἄλ­λο. (Βλέ­πε σελ. 102, τῆς Δω­δε­κα­βί­βλου). Μο­λο­νό­τι καί ὁ Γά­ζης Πα­ΐ­σιος λέ­γει, ὅ­τι ἡ κοι­νή πα­ρά­δο­σις θέ­λει νά ἦ­ταν τέσ­σα­ρα τά καρφιά, δύ­ο αὐ­τά πού κάρ­φω­σαν τά χέ­ρια καί δύ­ο αὐ­τά πού κάρ­φω­σαν τά πό­δια τοῦ Κυ­ρί­ου

[5]  Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι οἱ δύ­ο σταυ­ροί τῶν λη­στῶν μεταφέρθηκαν στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι καί τοποθετήθηκαν κάτω ἀπό τόν πορφυρό κίονα στόν Φόρο καί τό βι­κί­ο τοῦ μύ­ρου, μέ τό ὁποῖο ἀλείφθηκε ὁ Κύ­ριος. Στόν κί­ο­να τοῦ Κων­σταν­τί­νου, ἦ­ταν τά καρφιά τοῦ Σταυ­ροῦ, ὅπως λέχθηκε, καί τό στό­μιο τοῦ φρέ­α­τος, στό ὁποῖο κάθισε ὁ Χρι­στός. Στήν βάσι τοῦ πορ­φυ­ροῦ κί­ο­να ἔ­βα­λε ὁ Μέ­γας Κων­σταν­τῖ­νος μέ τά δικά του χέρια τά δώ­δε­κα κο­φί­νια καί τίς ἑ­πτά σπυ­ρί­δες, στίς ὁποῖες τοποθετήθηκαν τά πε­ρισ­σεύ­μα­τα τῆς ἀρ­το­κλα­σί­ας τοῦ Κυ­ρί­ου. Ἐπίσης καί τόν πέ­λε­κυ τοῦ Νῶ­ε, μέ τόν ὁποῖο κα­τε­σκεύ­α­σε τήν Κι­βω­τό (βλέπε σελ. 1152, τῆς Δω­δε­κα­βί­βλου). Ὁ δέ σο­φός Εὐ­θύ­μιος ὁ Ζυ­γα­δη­νός στήν ἑρ­μη­νεία τοῦ κα­τά Ματ­θαῖ­ον Εὐ­αγ­γε­λί­ου λέ­ει, ὅ­τι ὁ Σταυ­ρός τοῦ Χρι­στοῦ ἀνα­γνω­ρί­σθηκε καί ἀ­πό τόν τί­τλο (δηλαδή τήν αἰ­τί­α) πού εἶ­χε ἐ­πά­νω, ὁ ὁποῖος ἐπειδή ἦ­ταν ἀ­πό σα­νί­δι, δια­φυ­λά­χθηκε ἀ­δι­ά­φθο­ρος. Οἱ ἄλ­λοι ὅμως σταυ­ροί τῶν λῃ­στῶν δὲν εἶχαν τί­τλο.

[6]      Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι ἡ Ἁ­γί­α Ἑ­λέ­νη βρί­σκον­τας τό Τί­μιο Ξύ­λο, μέ­ρος ἀ­πό αὐ­τό ἄ­φη­σε στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα, πα­ρα­δί­νον­τάς το σέ ἀρ­γυ­ρό κι­βώ­τιο στόν Πα­τριά­ρχη Μα­κά­ριο, ὅ­πως λέ­ει ὁ θεῖ­ος Ἀμ­βρό­σιος. Ἄλ­λο πά­λι μέ­ρος του τό με­τέ­φε­ρε στόν υἱ­ό της Κων­σταν­τῖ­νο, τό ὁ­ποῖ­ο με­τέ­φε­ρε στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι ἀ­πό­ τήν πύ­λη τοῦ Ὑ­ψω­μα­θεί­ου. Ὅ­σα πά­λι βρέ­θη­καν μα­ζί μέ τό Τί­μιο Ξύ­λο βάλ­σα­μα, κρί­να, ρό­δα, κώ­στους, βα­σι­λι­κούς καί ἄλ­λα εὐ­ώ­δη, τά φύ­τευ­σε σέ γά­στρες, γιά νά σώ­ζων­ται. Ἀ­νή­γει­ρε ἀ­κό­μη Μο­να­στήρι καί τό ὠ­νό­μα­σε Γα­στρί­α, (ἴ­σως γιά τίς ἀ­νω­τέ­ρω γά­στρες), ὅ­που καί κα­τοί­κη­σε. Ση­μεί­ω­σε ἀ­κό­μη καί τοῦ­το, ὅ­τι τό Τί­μιο Ξύ­λο, ὄ­χι μό­νο δι­α­φυ­λά­χθη­κε ἄ­ση­πτο στήν γῆ τρι­α­κό­σια τριά­ντα χρό­νια, ἀλ­λά καί ἀ­νέ­στη­σε μί­α γριά γυ­ναίκα μι­σο­πε­θα­μέ­νη κα­τά τόν Σῳ­ζό­με­νο, καί τελείως νε­κρή, κα­τά τόν Νι­κη­φό­ρο. Ἀλ­λά καί μο­λο­νό­τι δι­α­μοι­ρά­σθη­κε σέ ὅ­λα τα μέ­ρη τοῦ κό­σμου, πα­ρέ­με­νε ἀ­δα­πά­νη­το. Δι­ό­τι εἶ­πε ὁ θεῖ­ος Κύ­ριλ­λος, στήν τέταρτη κα­τή­χη­σι· «Μέ τό σταυ­ρι­κό ξύ­λο, πού δι­α­μοι­ρά­σθη­κε σέ τμή­μα­τα, γέ­μι­σε ὅ­λος ὁ κό­σμος». Δι­η­γεῖ­ται ἀ­κό­μη καί ὁ Παυ­λῖνος στήν ἑν­δέ­κα­τη Ἐ­πι­στο­λή του, ὅ­τι ὁ Σταυ­ρός ἀ­πό ἐ­κεῖ­νον τόν και­ρό τῆς εὑ­ρέ­σε­ώς του, με­τα­δί­δε­ται γιά κοι­νή ὠ­φέ­λεια καί δέν μει­ώ­νε­ται, ἀλ­λά πα­ρα­μέ­νει ἀ­νελ­λι­πής καί ἀ­κέ­ραι­ος. Καί μο­λο­νό­τι με­ρί­ζε­ται, κα­τέ­χε­ται καί πά­λι ὅ­λος προ­σκυ­νεῖ­ται. Δι­ό­τι ὑ­πῆρ­χε τά­ξις, σύμ­φω­να μέ τήν ὁ­ποί­α ὅ­ταν οἱ προ­σκυ­νη­τές πή­γαι­ναν στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα, νά λαμ­βά­νουν μέ­ρος ἀ­πό τό Τί­μιο Ξύ­λο καί νά τό παίρ­νουν μα­ζί τους ὡς μαρ­τυ­ρί­α καί ἀ­πό­δει­ξι τῆς ἐ­κεῖ ἐ­λεύ­σε­ώς των. Ὁ­πό­τε ἐ­κεῖ πού κο­βό­ταν καί με­τα­δι­δό­ταν ἀ­πό τόν Ἀρ­χι­ε­ρέ­α, ἐ­κεῖ καί αὐ­ξα­νό­ταν, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς καί οἱ πέν­τε ἄρ­τοι αὐ­ξά­νον­ταν μέ τά χέ­ρια τῶν Ἀ­πο­στό­λων. Αὐ­τό φαί­νε­ται νά τό ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νει καί ὁ θεῖ­ος Χρυ­σό­στο­μος. Δι­ό­τι λέ­ει· «Αὐ­τό τό ξύ­λο ἐ­κεῖ­νο, ἐ­πά­νω στό ὁ­ποῖ­ο στά­θη­κε τό Ἅ­γιο Σῶ­μα καί ἀ­να­σκο­λο­πί­σθη­κε, πῶς εἶ­ναι γιά ὅ­λους πε­ρι­μά­χη­το; Καί δε­χό­με­νοι μι­κρό κόκ­κο ἀ­πό ἐ­κεῖ­νο πολ­λοί καί κλεί­νον­τάς το σέ χρυ­σό καί ἄν­δρες καί γυ­ναῖ­κες τό κρε­μοῦν ἀ­πό τό λαι­μό τους καί μέ αὐ­τό καλ­λω­πί­ζον­ται; Μο­λο­νό­τι τό ξύ­λο ἦ­ταν γνώ­ρι­σμα κα­τα­δί­κης καί τι­μω­ρί­ας» (Λόγ. ὅ­τι «Θε­ός ὁ Χρι­στός», τόμ. ε΄). Γι’ αὐ­τό, ὅπως φαί­νε­ται, βρί­σκον­ται στόν κό­σμο καί τό­σα πολ­λά μέ­ρη Τι­μί­ου Ξύ­λου.               Τό δέ μέ­γε­θος τοῦ Τι­μί­ου Σταυ­ροῦ ἦ­ταν στό μῆ­κος, δε­κα­πέν­τε πό­δια· στό πλά­τος, δη­λα­δή στό πλά­γιο ξύ­λο, ὀ­κτώ πό­δια, ὅ­πως εἶ­ναι πα­λαι­ά πα­ρά­δο­σις (καί βλέ­πε σελ. 20 τοῦ νε­ο­τυ­πώ­του Τρο­παί­ου τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Πί­στε­ως). Ὁ Χρυ­σό­στο­μος λέ­ει, ὅ­τι τό χόν­δρος καί τοῦ ὀρ­θοῦ καί τοῦ πλα­γί­ου ξύ­λου τοῦ Σταυ­ροῦ ἦ­ταν μί­α πι­θα­μή. Δι­ό­τι λέ­ει τά ἑ­ξῆς· «Ἐν­νό­η­σε καί τοῦ Σταυ­ροῦ τόν τό­πο. Ἄ­ρα μιᾶς σπι­θα­μῆς εἶ­χε πε­ρί­με­τρο ὁ τύ­πος τοῦ ξύ­λου; εἶ­χε μέ­τρο πο­δός ἡ πῆ­ξις τοῦ Σταυ­ροῦ;» (Λόγ. στό Πῶς οἶ­δε γράμ­μα­τα μή με­μα­θη­κώς, τό­μος ε΄).

       Ἡ αἰ­τί­α, γιά τήν ὁ­ποί­α μα­ζί μέ τόν Σταυ­ρό ἑ­νώ­νε­ται καί βα­σι­λι­κός, ὅ­ταν γί­νε­ται ὁ Ἁ­για­σμός, εἶ­ναι ἡ ἑ­ξῆς· Ἱ­στο­ρεῖ ὁ μο­να­χός Ἀ­λέ­ξαν­δρος, ὅ­τι βα­σι­λι­κός φύ­τρω­νε πάν­το­τε ἐ­πά­νω στόν τό­πο τοῦ Ἁ­γί­ου Γολ­γο­θᾶ, κά­τω ἀ­πό τόν ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν χω­μέ­νος ὁ τί­μιος Σταυ­ρός. Τόν ἔ­σπα­ζαν τόν βα­σι­λι­κό οἱ Ἕλ­λη­νες, οἱ ὁ­ποῖ­οι εἶ­χαν ἐ­κεῖ ἐ­πά­νω να­ό καί ἄ­γαλ­μα τῆς Ἀ­φρο­δί­της, ἀλ­λά αὐ­τός πά­λι ἔ­βγα­ζε βλα­στά­ρια. Ἔ­τσι στήν  μνή­μη τοῦ θαύ­μα­τος μέ τόν βα­σι­λι­κό καί ὄ­χι μέ ἄλ­λο φυ­τό κά­νου­με τόν μι­κρό καί μέ­γα Ἁ­για­σμό μέ τόν Σταυ­ρό. (Βλέ­πε σελ. 25 καί 177, τῆς Δω­δε­κα­βί­βλου. Βλέ­πε καί στήν 6η  τοῦ Μαρ­τί­ου μη­νός, ὅ­που ἑ­ορ­τά­ζε­ται ἰ­δι­αί­τε­ρα ἡ εὕ­ρε­σις τοῦ Σταυ­ροῦ καί τῶν τι­μί­ων ἥ­λων).

        Προ­σθέ­τω ἐ­δῶ καί ἐ­κεῖ­να πού ση­μει­ώ­νει ὁ Γά­ζης Πα­ΐ­σιος στά προ­βλή­μα­τα πού λύ­νει τοῦ Ἀ­λε­ξί­ου Μι­χα­ή­λο­βι­τζ, βα­σι­λέ­ως Μο­σχο­βί­ας κα­τά τό ἔ­τος 1645, ὡς ἀ­ξι­ό­λο­γα, τά ὁ­ποῖ­α σῴ­ζον­ται σέ χει­ρό­γρα­φα. Δη­λα­δή, ὅ­τι τό σχῆ­μα τοῦ Τι­μί­ου Σταυ­ροῦ ἦ­ταν ὅ­μοι­ο μέ τό στοι­χεῖ­ο Ταῦ. Ὁ­πό­τε τό ρη­τό ἐ­κεῖ­νο τοῦ Ἰ­ε­ζε­κι­ήλ πού λέ­ει· «Πέρασε μέσα ἀπό την Ἱερουσαλήμ καί δῶσε σημάδι στά μέτωπα τῶν ἀνδρῶν πού ἐργά-ζονται», καί τά ἑ­ξῆς (Ἰ­εζ. 9,4)· αὐτό, λέ­γω, με­τέ­φρα­σαν ὁ Ἀ­κύ­λας καί ὁ Θε­ο­δο­τί­ων ὡς ἑ­ξῆς· «Δῶσε τό Ταῦ στά μέ­τω­πα». Συμ­φω­νεῖ μέ αὐ­τούς καί ὁ Ὠ­ρι­γέ­νης καί ὁ Θε­ο­φό­ρος Μά­ξι­μος. Ἔ­τσι καί ὁ ἄ­θε­ος Λου­κια­νός στόν ἐ­πι­γρα­φό­με­νο λό­γο του «Δί­κη φω­νη­έν­των», ἀ­πο­φα­σί­ζει νά μήν ἔ­χη ἄλ­λη κα­τα­δί­κη τό Ταῦ, πα­ρά τήν ση­μεί­ω­σί του δη­λα­δή τόν Σταυ­ρό. Δέν εἶ­ναι ἀ­κό­μη, λέ­ει, γι’ αὐ­τό τρι­με­ρής μό­νον ὁ Σταυ­ρός, ὅ­πως τό T, ἀλ­λά καί τε­τρα­με­ρής. Δι­ό­τι ὁ τί­τλος πού το­πο­θε­τή­θη­κε ἀ­πό τόν Πι­λᾶ­το ἐ­πά­νω στόν Σταυ­ρό πού ἔ­χει τό σχῆ­μα τοῦ T, σχη­μά­τι­σε τόν Σταυ­ρό τε­τρα­με­ρῆ. Σέ σα­νί­δα μά­λι­στα ὁ τί­τλος καί ἡ ἐ­πι­γρα­φή χα­ρά­χθη­καν, ὅ­πως ἑρ­μη­νεύ­ει Εὐ­θύ­μιος ὁ Ζυ­γα­βη­νός στήν ἑρ­μη­νεί­α τοῦ κα­τά Ματ­θαῖ­ον καί ὄ­χι σέ χαρ­τί, ὅ­πως εἴ­πα­με πα­ρα­πά­νω.

        Καί γιά ἄλ­λον λό­γο ὅ­μως λέ­γε­ται τρι­με­ρής, γιά τήν ἱ­στο­ρί­α τοῦ Λώτ, πού προ­έρ­χε­ται ἀ­πό τήν πα­ρά­δο­σι. Γι’ αὐ­τό καί ὁ Δα­μα­σκη­νός ψάλ­λει σέ κά­ποι­ο τρο­πά­ριο «Θέλησες ἐπάνω στό κυπαρίσσι καί στό πεῦκο νά ὑψωθῆς μέ τήν σάρκα», ἀ­κο­λου­θῶντας τόν Ἡ­σα­ΐ­α πού λέ­ει: «Θά ἔλθουν τό κυ­πα­ρίσ­σι καί τό πεῦ­κο καί ὁ κέ­δρος, γιά νά δο­ξά­σουν τόν τό­πο, πού εἶναι ἀφιερωμένος σέ ἐμένα» (Ἡσ. 60,13). Εἶ­χε ἀ­κό­μη, λέ­ει, καί βά­σι ὁ Σταυ­ρός, ἐ­πά­νω στήν ὁ­ποί­α το­πο­θε­τή­θη­καν τά πό­δια τοῦ Δε­σπό­του Χρι­στοῦ, γιά νά καρ­φω­θοῦν σ’ αὐ­τό δυ­να­τώ­τε­ρα, ὅ­πως γρά­φουν ὁ θεῖ­ος Εἰ­ρη­ναῖ­ος καί ὁ Ἰ­ου­στῖνος. Καί ἔ­τσι ἐκ­πλη­ρώ­θη­κε τό Δα­βι­τι­κόν· «Δοξολογεῖτε τόν Κύ­ριο τόν Θε­ό μας καί προ­σκυ­νεῖ­τε τό ὑ­πο­πόδιο τῶν πο­διῶν του, διότι εἶναι τόπος ἅγιος» (Ψαλμ. 8,5). Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι ὁ θεῖ­ος Χρυ­σό­στο­μος ἔ­χει λό­γο στήν Ὕ­ψω­σι τοῦ Σταυ­ροῦ· ὁ Κρή­της Ἀν­δρέ­ας δύ­ο λό­γους, ἀ­πό τούς ὁ­ποί­ους τοῦ ἑ­νός ἡ ἀρ­χή εἶναι αὐ­τή · «Σταυ­ροῦ πα­νή­γυ­ριν ἄ­γο­μεν», ἐ­νῷ τοῦ ἄλ­λου· «Κι­νή­σω­μεν ἀ­γα­πη­τοί». Ὁ Παν­το­λέ­ων ὁ Πρε­σβύ­τε­ρος Μο­νῆς τῶν Βυ­ζαν­τί­ων, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι αὐ­τή· «Ὄ­τε τῆς πα­ρού­σης ἑ­ορ­τῆς». Ὁ Ἀ­λέ­ξαν­δρος Μο­να­χός, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι αὐ­τή· «Τήν κέ­λευ­σιν τῆς ὑ­με­τέ­ρας». (Σῴ­ζον­ται στό Κοινόβιο τοῦ Δι­ο­νυ­σί­ου καί στήν τοῦ Βα­το­παι­δί­ου). Ὁ Ἰ­ά­κω­βος ὁ Μο­να­χός καί τα­πει­νός. (Σῴ­ζε­ται στήν τοῦ Παν­το­κρά­το­ρος). Ὁ Ἰ­ω­σήφ Θεσ­σα­λο­νί­κης, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι αὐ­τή· «Σταυ­ροῦ πρό­κει­ται σή­με­ρον ἑ­ορ­τή». Ὁ Παν­το­λέ­ων ὁ Δι­ά­κο­νος, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι αὐ­τή· «Πά­λιν ὑ­ψοῦται Σταυ­ρός». (Σῴ­ζον­ται καί αὐ­τοί καί οἱ πα­ρα­πά­νω στήν Λαύ­ρα καί στήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή τῶν Ἰ­βή­ρων). O Χρυ­σό­στο­μος, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι αὐ­τή· «Σταυ­ροῦ πρό­κει­ται σή­με­ρον ἑ­ορ­τή». Πα­ρό­μοι­α καί ἄλ­λον λό­γο ἔ­χει ὁ ἴ­διος, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Πᾶ­σα μέν ἡ ἀ­πό τῶν χει­ρό­νων ἐ­πί τά κρείτ­το­να με­τα­βο­λή». (Σῴ­ζον­ται στόν ε΄ τό­μο τῆς ἐν Ἐ­τό­νῃ ἐκ­δό­σε­ως).

   Μνήμη τῆς εὐσεβεστάτης βασιλίσσης Πλακίλλης, συζύγου γενομένης τοῦ εὐσεβεστάτου βασιλέως Θεοδοσίου τοῦ μεγάλου.

 Φθαρτόν λιποῦσα στέμμα γῆς ἡ Πλακίλλα,

Ἐν οὐρανοῖς ἄφθαρτον εὑρίσκει στέφος.

 Αὐ­τή μο­λο­νό­τι ἦ­ταν σύ­ζυ­γος τοῦ εὐ­σε­βέ­στα­του βα­σι­λιᾶ Θε­ο­δο­σί­ου τοῦ με­γά­λου, ὁ ὁ­ποῖ­ος βα­σί­λευ­σε κα­τά τό ἔ­τος 379, καί εἶ­χε τήν ἐ­πί­γεια βα­σι­λεί­α, πα­ρό­λα αὐ­τά ἀ­γα­ποῦ­σε καί ἐπι­θυ­μοῦ­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο νά ἀ­πο­κτή­ση τήν Βα­σι­λεί­α τῶν Οὐ­ρα­νῶν. Δι­ό­τι δέν τήν ἔ­κα­νε νά ὑ­πε­ρη­φα­νευ­θῆ τό ὕ­ψος τῆς ἐ­πί­γειας βα­σι­λεί­ας πού εἶ­χε, ἀλ­λά πε­ρισ­σό­τε­ρο τα­πεί­νω­νε τόν ἑ­αυ­τό της καί ἄ­να­βε μέ­σα της τόν πό­θο τῆς Οὐ­ρά­νιας Βα­σι­λεί­ας. Δι­ό­τι ὅ­σο με­γά­λη ἦ­ταν ἡ εὐ­ερ­γε­σί­α, πού τῆς χάρισε ὁ Θεός, τόσο καί αὐτή ἔδειξε μεγάλη ἀγάπη στόν εὐεργέτη της Θεό.

Γι’ αὐ­τό ἡ ἀ­οί­δι­μη μέ δι­ά­φο­ρους τρό­πους φρόν­τι­ζε νά ἐ­πι­σκέ­πτε­ται τούς ἀ­σθε­νεῖς καί ὅ­σους εἶ­χαν τά μέ­λη τοῦ σώ­μα­τος βλαμ­μέ­να καί ἀ­νά­πη­ρα. Ἐ­πι­σκε­πτό­ταν μά­λι­στα τούς ἀ­σθε­νεῖς αὐ­τούς, χω­ρίς νά ἔ­χη μα­ζί της ὑ­πη­ρέ­τες καί δού­λους καί δο­ρυ­φό­ρους, ὡς βα­σί­λισ­σα πού ἦ­ταν. Ἀλ­λά τούς ὑ­πη­ρε­τοῦ­σε μό­νη μέ τά ἴ­δια της χέ­ρια, πη­γαί­νον­τας στά σπί­τια τους καί δί­δον­τας στόν κα­θέ­να ἐ­κεῖ­να, πού τοῦ χρει­α­ζό­ταν. Ἀλ­λά καί στά ξε­νο­δο­χεῖ­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας πη­γαί­νον­τας ἡ μα­κα­ρί­α, ὑ­πη­ρε­τοῦ­σε τούς κλι­νή­ρεις, μό­νη της πι­ά­νον­τας τήν χύ­τρα καί μα­γει­ρεύ­ον­τας γι’ αὐ­τούς, μό­νη της γευ­ό­με­νη ἀ­πό τό ζου­μί, γιά νά δο­κι­μά­ση τό φα­γη­τό τους, μό­νη της πλέ­νον­τας τό πο­τή­ρι τῶν ἀρ­ρώ­στων καί μό­νη της ἔ­κα­μνε ὅ­λα τά ἄλ­λα ἔρ­γα, πού εἶ­ναι γνώ­ρι­σμα τῶν δού­λων καί δου­λευ­τρι­ῶν. Σ’ ἐ­κεί­νους μά­λι­στα πού προ­σπα­θοῦ­σαν νά τήν ἐμ­πο­δί­σουν καί νά ὑ­πη­ρε­τή­σουν αὐ­τοί τούς ἀ­σθε­νεῖς, ἔ­λε­γε αὐ­τά τά ἀ­ξι­ο­μνη­μό­νευ­τα λό­για. «Πρέ­πει ἡ βα­σι­λεί­α πού ἔ­χω νά μοι­ρά­ζη στούς φτω­χούς τό χρυ­σό καί τό ἀ­σῆ­μι. Ἐ­γώ ὅ­μως πού εἶ­μαι βα­σί­λισ­σα, πρέ­πει νά προ­σφέ­ρω στόν Θε­ό τήν σω­μα­τι­κή μου ὑ­πη­ρε­σί­α, εὐ­χα­ρι­στῶν­τας πού μοῦ χά­ρι­σε αὐ­τή τήν βα­σι­λεί­α».

Στόν σύ­ζυ­γό της βα­σι­λέ­α Θε­ο­δό­σιο, συ­νή­θι­ζε νά λέ­η πο­λύ συ­χνά. «Πάν­το­τε, ἄν­δρα μου, πρέ­πει νά σκέ­φτε­σαι, τί ἤ­σουν πρίν νά γί­νης βα­σι­λιάς καί τί εἶ­σαι τώ­ρα. Δι­ό­τι, ἄν θυ­μᾶ­σαι­ αὐ­τά, δέν θά γί­νης ἀ­χά­ρι­στος στόν εὐ­ερ­γέ­τη σου Θε­ό. Ἀλ­λά θά κυ­βερ­νή­σης σύ­μω­να μέ τούς νό­μους τήν βα­σι­λεί­α, πού αὐ­τός σοῦ χά­ρι­σε. Καί μέ αὐ­τόν τόν τρό­πο θά εὐ­χα­ρι­στή­σης αὐ­τόν πού σοῦ χά­ρι­σε τήν βα­σι­λεί­α». Τέ­τοι­α λό­για χρη­σι­μο­ποι­ῶντας πάν­το­τε ἡ ἀ­εί­μνη­στη βα­σί­λισ­σα, τά πρό­σφε­ρε στά κα­λά σπέρ­μα­τα τῆς ἀ­ρε­τῆς τοῦ ἄν­δρα της, σάν ἕ­να πό­τι­σμα κάλ­λι­στο καί πά­ρα πο­λύ κα­τάλ­λη­λο. Μέ τέ­τοι­ον λοι­πόν τρό­πο δί­δα­σκε ἀ­κρι­βῶς τούς νό­μους τοῦ Θε­οῦ, τό­σο στόν ἑ­αυ­τό της, ὅ­σο καί στόν ἄν­δρα της. Ἔ­τσι ὑ­πη­ρε­τῶντας ὅ­λη της τήν ζω­ή μέ ἐγ­κρά­τεια, μέ προ­σευ­χή, μέ κα­κο­πά­θεια γεν­ναί­α, μέ τήν κα­λωσύ­νη πρός ὅ­λους καί μέ τήν συμ­πά­θεια τῶν πτω­χῶν, πού εἶ­χαν ἀ­νάγ­κη, ἔ­τσι πα­ρέ­δω­σε τό πνεῦ­μα της στόν Θε­ό, πού ὑ­πη­ρε­τοῦ­σε, πρίν πε­θά­νη ὁ ἄν­δρας της.

Τό­ση δέ ἀ­γά­πη ἔ­δει­ξε σ’ αὐ­τήν καί με­τά τόν θά­να­τό της ὁ βα­σι­λιάς καί σύ­ζυ­γός της Θε­ο­δό­σιος, ὥ­στε, ὅ­ταν οἱ Ἀν­τι­ο­χεῖς, πα­ρα­κι­νη­θέν­τες ἀ­πό ἕ­ναν ἄ­γριο καί πο­νη­ρό δαί­μο­να, θύ­μω­σαν ἐ­ναν­τί­ον τῶν βα­σι­λι­κῶν ἀ­γαλ­μά­των καί γκρέ­μι­σαν τό χάλ­κι­νο ἄ­γαλ­μα τῆς πα­νέν­δο­ξης αὐ­τῆς Πλα­κίλ­λας καί τό ἔ­συ­ραν χω­ρίς τι­μή σέ με­γά­λο μέ­ρος τῆς πό­λε­ως, τό­ση, λέω, ἀ­γά­πη ἔ­δει­ξε σ’ αὐ­τήν τό­τε, ὥ­στε θύ­μω­σε πο­λύ γιά τήν προ­σβο­λή αὐ­τή, ὅ­πως καί ἔ­πρε­πε νά θυ­μώ­ση, καί ἀ­φή­ρε­σε τά προ­νό­μια τῆς πό­λε­ως τῆς Ἀν­τι­ό­χειας καί ἀ­πεί­λη­σε ὅ­τι θά τήν κα­τα­καύ­ση καί ὅ­τι ἀ­πό πό­λι θά τήν με­τα­τρέ­ψη σέ χω­ριό[1].

Ἐ­πει­δή ὅ­μως ὁ Ὅ­σιος Μα­κε­δό­νιος, ὁ ὁ­ποῖ­ος τό­τε ἀ­σκή­τευ­ε στούς πρό­πο­δες τοῦ βου­νοῦ, πού εἶ­ναι στήν Ἀν­τι­ό­χεια, ἔ­γρα­ψε στόν βα­σι­λιά καί τόν συμ­βού­λευ­ε νά παύ­ση τήν ὀρ­γή του, ἀ­πό αὐ­τό πα­ρα­κι­νή­θη­κε νά τοῦ ἀ­παν­τή­ση ὁ βα­σι­λιάς τά ἑ­ξῆς: «Δέν ἔ­πρε­πε, πά­τερ, ἐ­πει­δή ἐ­γώ ἔ­σφα­λα στούς Ἀν­τι­ο­χεῖς, αὐ­τοί νά δεί­ξουν τό­ση πε­ρι­φρό­νη­σι καί ἀ­τι­μί­α με­τά τόν θά­να­το σέ μί­α τέ­τοι­α γυ­ναῖ­κα, πού ἦ­ταν ἄ­ξια κά­θε ἐ­παί­νου καί τι­μῆς. Ἐ­ναν­τί­ον μου ἔ­πρε­πε οἱ Ἀν­τι­ο­χεῖς νά ὁ­πλί­σουν τόν θυ­μό τους καί ὄ­χι ἐ­ναν­τί­ον ἐ­κεί­νης». Με­τά ἀ­πό αὐ­τά ὅ­μως ὠ­φε­λή­θη­κε ὁ ἴ­διος ὁ βα­σι­λιάς ἀ­πό τίς ἀ­γα­θές συμ­βου­λές, πού ­τοῦ ἔ­λε­γε ἡ μα­κα­ρί­α σύ­ζυ­γός του Πλα­κίλ­λα, στό νά κρα­τᾶ τόν θυ­μό καί νά νι­κᾶ τήν ὀρ­γή του, ὅ­πως θά δεί­ξη τό γε­γο­νός πού θά λε­χθῆ. Δι­ό­τι τόν και­ρό, πού ὁ βα­σι­λιάς ἔ­πρε­πε νά ἐκ­δι­κη­θῆ καί νά τι­μω­ρή­ση αὐ­στη­ρά τούς Ἀν­τι­ο­χεῖς γιά τήν τό­ση πε­ρι­φρό­νη­σι πού ἔ­δει­ξαν στά βα­σι­λι­κά ἀ­γάλ­μα­τα καί τό­τε, πού ἔ­πρε­πε ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κά νά τούς ἐ­ξα­φα­νί­ση, αὐ­τός θυ­μού­με­νος τά προ­η­γού­με­να λό­για τῆς γυ­ναί­κας του καί τόν νό­μο, πού τόν νο­μο­θέ­τη­σε ὁ Ἅ­γιος Ἀμ­βρό­σιος ὁ Με­δι­ο­λά­νων· αὐ­τά, λέ­ω, θυ­μού­με­νος, ἀ­πεί­λη­σε βέ­βαι­α ὅ­τι θά ἐ­ξα­φα­νί­ση τήν πό­λι τῶν Ἀν­τι­ο­χέ­ων, ἀλ­λά πά­λι τούς φέρ­θη­κε ἤ­ρε­μα καί φι­λάν­θρω­πα.

[1]      Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι αὐ­τή ἡ πε­ρι­φρό­νη­σις καί ἀ­τι­μί­α, πού ἔ­δει­ξαν οἱ Ἀν­τι­ο­χεῖς, ἐ­νάν­τια στούς ἀν­δριά­ντες τῆς βα­σί­λισ­σας Πλα­κίλ­λας, ἔ­γι­νε ὕ­λη καί ὑ­πό­θε­σις, γιά νά συγ­γρά­ψη ὁ Χρυ­σο­στο­μι­κός κά­λα­μος τοῦ Ἰ­ω­άν­νη, τούς κα­λούς ἐ­κεί­νους καί ρη­το­ρι­κώ­τα­τους λό­γους τῶν Ἀν­δριά­ντων.

  * O Ἅγιος νέος Ὁσιομάρτυς Μακάριος, ὁ ἐν Θεσσαλονίκῃ μαρτυρήσας κατά τό ἔτος 1527, ὁ καί μαθητής χρηματίσας τοῦ Ἁγίου Νήφωνος τοῦ Κωνσταντινουπόλεως, ξίφει τελειοῦται.

 + Μακάριος σύ καί μακάρων εἰς τόπον,

Θανών ἀπῆλθες διά τοῦ μαρτυρίου.

  Αὐ­τός ὁ πα­νύ­μνη­τος ποι­ά μέν εἶ­χε πα­τρί­δα καί ποι­ῶν γο­νέ­ων ἦ­ταν υἱ­ός, ἡ ἱ­στο­ρί­α σχε­τι­κά μέ ­αὐ­τόν δέν μᾶς φα­νέ­ρω­σε. Τό γε­γο­νός βέ­βαι­α ὅ­τι ὑ­πῆρ­ξε μα­θη­τής τοῦ Ἁ­γι­ω­τά­του Πα­τριά­ρχου Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως Κυ­ρί­ου Νή­φω­νος, ὡ­ραῖ­ος στό σῶ­μα καί στήν ψυ­χή ὡ­ραι­ό­τε­ρος, καί τό γε­γο­νός ὅ­τι ἔ­δω­κε μαρ­τυ­ρι­κό τέ­λος, τό β­ρί­σκου­με γραμ­μέ­νο στόν βί­ο τοῦ ἴ­διου τοῦ Ἁ­γι­ω­τά­του Νή­φω­νος. Αὐ­τός λοι­πόν ὁ ἀ­λη­θι­νά Μα­κά­ριος, στά­θη­κε ἕ­νας ἀ­πό τούς με­γά­λους ἀ­γω­νι­στές τῆς ἀσκήσεως πού εἶναι σύμφωνη μέ τόν Χρι­στό καί φύ­λα­κας τῆς ἀ­κρι­βεί­ας τοῦ μο­να­δι­κοῦ βί­ου καί ζη­λω­τής σέ ὅ­λα τῶν ἀ­ρε­τῶν τοῦ δι­δα­σκά­λου του Ἁ­γί­ου Νή­φω­νος. Καί ὅ­ταν ἔ­φθα­σε στό ἄ­κρο καί τέ­λει­ο ση­μεῖ­ο τῆς θεί­ας ἀ­γά­πης, φλε­γό­ταν κα­θη­με­ρι­νά ἡ καρ­διά του καί πο­θοῦ­σε νά ἀ­ξι­ω­θῆ νά τε­λει­ώ­ση τήν ζω­ή του μέ μαρ­τυ­ρι­κό θά­να­το. Γι’ αὐ­τό φανέ­ρω­σε τόν πό­θο αὐ­τόν καί τόν ἔν­θε­ο σκο­πό του στόν Ἅ­γιο, πού βρι­σκό­ταν τό­τε στήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή τοῦ Βα­το­πε­δί­ου, κα­τά τήν δεύ­τε­ρη φο­ρά πού ­πῆ­γε στό Ἅγιο Ὄρος. Καί αὐ­τός, ὅ­ταν ἄ­κου­σε τόν σκο­πό του καί ἀ­φοῦ ἀ­να­γνώ­ρι­σε ὅ­τι εἶ­ναι σύμ­φω­να μέ τήν θεί­α βού­λη­σι, τοῦ εἶ­πε· «Πή­γαι­νε, τέ­κνο, στήν ὁ­δό τοῦ Μαρ­τυ­ρί­ου, δι­ό­τι σύμ­φω­να μέ τήν προ­θυ­μί­α σου πρό­κει­ται νά ἀ­ξι­ω­θῆς νά λά­βης τόν Στέ­φα­νο τῆς ἀ­θλή­σε­ως καί νά ἀ­γάλ­λε­σαι αἰ­ω­νί­ως μα­ζί μέ τούς Μάρ­τυ­ρες καί τούς Ὁ­σί­ους». Καί ἀ­φοῦ ἔ­κα­νε εὐ­χή καί τόν σφρά­γι­σε μέ τό ση­μεῖ­ο τοῦ Τι­μί­ου Σταυ­ροῦ, τόν κα­τε­φί­λη­σε καί τόν ἄ­φη­σε νά φύ­γη ἐν εἰ­ρή­νῃ.

Ὁ δέ εὐ­λο­γη­μέ­νος Μα­κά­ριος, ἀ­φοῦ ἁρ­μα­τώ­θη­κε μέ τίς εὐ­χές τοῦ Ἁ­γί­ου, βγῆ­κε χα­ρού­με­νος ἀ­πό τό Ὄ­ρος καί ἔ­τρε­χε νά φθά­ση στόν πο­θού­με­νο ἀ­γῶ­να. Πη­γαί­νον­τας λοι­πόν στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη, ἐ­νῷ σκε­φτό­ταν, στά­θη­κε ἐ­κεῖ ὅ­που ἦ­ταν συγ­κεν­τρω­μέ­νο με­γά­λο πλῆ­θος τῶν Ὀ­θω­μα­νῶν, καί δί­δα­σκε μέ παρ­ρη­σί­α ὅ­τι ὁ Χρι­στός εἶ­ναι Υἱ­ός τοῦ Θε­οῦ καί κα­τέ­βη­κε ἀ­πό τούς κόλ­πους τοῦ Πα­τρός καί ἔ­γι­νε γιά μᾶς ἄν­θρω­πος καί στήν συ­νέ­χεια δι­η­γεῖτο ὅ­λα τά σχε­τι­κά μέ τήν ἔν­σαρ­κη οἰ­κο­νο­μί­α τοῦ Χρι­στοῦ. Καί ἐ­κεῖ­νοι, μό­λις τά ἄ­κου­σαν αὐ­τά, ὥρ­μη­σαν κα­τε­πά­νω του μέ μα­χαί­ρια καί ξύ­λα καί κτυ­πῶντας τον κα­τε­πλή­γω­σαν ὅ­λο του τό σῶ­μα, ἔ­τσι ὥ­στε ἔ­τρε­χε πο­τά­μι τό αἷ­μα ἀ­πό τίς πλη­γές. Ἔ­πει­τα τόν ἔ­βα­λαν στήν φυ­λα­κή. Καί ἀ­φοῦ συγ­κεν­τρώ­θη­καν τό πρω­ί, ἔ­φε­ραν τόν Μάρ­τυ­ρα μπρο­στά στό δι­κα­στή­ριό τους καί ἄρ­χι­σαν νά τόν κο­λα­κεύ­ουν, ἐ­πι­χει­ρῶντας μέ ὑ­πο­σχέ­σεις δω­ρε­ῶν νά τόν με­τα­στρέ­ψουν ἀ­πό τήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ στήν θρη­σκεί­α τους. Ἀλ­λά ὁ Μάρ­τυς τοῦ Χρι­στοῦ μέ παρ­ρη­σί­α ἀ­πο­κρί­θη­κε· «Μα­κά­ρι καί ἐ­σεῖς νά γνω­ρί­ζα­τε τήν ἀ­λη­θι­νή καί ἄ­μεμ­πτη πί­στι μας τῶν Χρι­στια­νῶν καί νά βα­πτι­ζώ­σα­σταν στό ὄ­νο­μα τοῦ Πα­τρός καί τοῦ Υἱ­οῦ καί τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, στήν Ἁ­γί­α Τριά­δα καί νά ἐ­λευ­θε­ρω­νώ­σα­σταν ἀ­πό τήν ἀ­πα­τη­λή θρη­σκεί­α σας». Μό­λις τά  ἄ­κου­σαν αὐ­τά ἐ­κεῖ­νοι, τόν ἅρ­πα­ξαν ἀ­μέ­σως καί κτυ­πῶντας τον καί τρυ­πῶντας μέ τά μα­χαί­ρια τό σῶ­μα του καί κα­τα­πλη­γώ­νον­τάς το, τέ­λος πάν­των, ἀ­πέ­κο­ψαν καί τήν τι­μί­α του κε­φα­λή καί ἔ­τσι ἔ­λα­βε ὁ Ὅ­σιος τόν στέ­φα­νο τοῦ Μαρ­τυ­ρί­ου. Ὁ δέ Ἅ­γιος Νή­φων, ἐ­νῷ βρι­σκό­ταν στό Βα­το­πέ­δι, τοῦ ἀ­πο­κα­λύ­φθη­καν αὐ­τά ἀ­πό τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα καί λέ­ει στόν ἄλ­λο του μα­θη­τή Ἰ­ω­ά­σαφ. «Νά ξέ­ρης τέ­κνο μου, ὅ­τι ὁ συ­νά­δελ­φός σου Μα­κά­ριος τε­λεί­ω­σε σή­με­ρα μέ­σῳ τοῦ Μαρ­τυ­ρί­ου καί πά­ει νά χαί­ρε­ται στούς Οὐ­ρα­νούς μέ τούς χο­ρούς τῶν Ὁ­σί­ων καί τῶν Μαρ­τύ­ρων». Μέ τῶν ὁ­ποί­ων τίς πρε­σβεῖ­ες ἄς ἀ­ξι­ω­θοῦ­με καί ἐ­μεῖς τῆς οὐ­ρά­νιας μα­κα­ρι­ό­τη­τας. Ἀ­μήν.

 

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης