Τῷ αὐτῷ μηνί ΙΘ΄, μνήμη τῶν Ὁσίων Πατέρων ἡμῶν καί συνωνύμων Μακαρίων, τοῦ τε ἀναχωρητοῦ καί Αἰγυπτίου, καί τοῦ πολιτικοῦ καί Ἀλεξανδρέως.
Ἀπό αὐτούς τούς δύο Ὁσίους Μακαρίους, ὁ μέν ἕνας, ἦταν ἀπό τήν Αἴγυπτο, δηλαδή ἀπό τό Μισήρι, γι’ αὐτό καί Αἰγύπτιος ἐπονομάζεται. Ὁ δέ ἄλλος, ἦταν ἀπό τήν Ἀλεξάνδρεια, γι’ αὐτό καί ὀνομάζεται Ἀλεξανδρέας. Καί ὁ μέν Αἰγύπτιος Μακάριος, ὁ ὁποῖος ἔζησε κατά τούς χρόνους Θεοδοσίου τοῦ Μεγάλου, κατά τό ἔτος 373, Μέγας ὠνομαζόταν, διότι ἦταν πρῶτος καί μεγαλύτερος κατά τήν ἡλικία καί τούς χρόνους. Αὐτός λοιπόν, ἐπειδή ἀγάπησε τήν ἀρετή ἀπό τήν νεαρή του ἡλικία, γι’ αὐτό καί φάνηκε ἄμεμπτος καί στήν ζωή, μέχρι τό τριακοστό ἔτος τῆς ἡλικίας του. Μετά ὅμως ἀπό τό τριακοστό ἔτος, ἀνεχώρησε στήν ἔρημο. Τόση ὑπομονή ὅμως ἔδειξε στούς κόπους τῆς ἀσκήσεως ὁ ἀοίδιμος, ὥστε σέ λίγα χρόνια ἀξιώθηκε νά λάβη τό χάρισμα τῆς διακρίσεως καί τήν ἐξουσία κατά τῶν δαιμόνων καί δύναμι, καί τό νά προλέγη τά μέλλοντα καί νά κάνη θαύματα. Μέ μεγάλη καί ἐπίμονη παράκλησι τοῦ Ἀρχιερέως ἔλαβε καί τό τῆς ἱερωσύνης ἀξίωμα. Ἐπειδή δέν ὑπέφερε νά κρύβεται ὁ λύχνος κάτω στό μόδιο αὐτός προεῖπε σέ ἕνα μαθητή του, πού ἔκλεβε τά χρήματα, πού δίνονται στούς πτωχούς, ὅτι θά δεχθῆ τήν ὀργή καί τήν τιμωρία τοῦ Κυρίου, ἄν δέν πάψη καί δέν διορθωθῆ. Ἔγινε λοιπόν ἔργο ἡ πρόρρησί του. Διότι ὁ ἀδελφός ἐκεῖνος, ἐπειδή δέν διωρθώθηκε, ἔπιασε λέπρα.
Ἀπό τά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου λοιπόν πολλοί παρακινούμενοι, ἔτρεχαν κοντά του καί ἐνοχλοῦσαν τήν ἡσυχία του. Τότε ὁ Ὅσιος κατασκεύασε ἕναν λάκκο κάτω ἀπό τό ἔδαφος μέ στροφές στό εἶδος τοῦ κοχλία σέ ἀπόστασι μισό στάδιο περίπου ἀπό τό κελλί του καί στήν ἄκρη τοῦ λάκκου ἔσκαψε μέ τά χέρια του ἕνα σπήλαιο. Καί ὅταν ἔρχονταν πολλοί ἄνθρωποι καί τόν ἐνωχλοῦσαν, τότε περνοῦσε κρυφά ἀπό τόν λάκκο καί κρυβόταν μέσα στό σπήλαιο, ὅπου δέν τόν εὕρισκε κανένας. Περιττό ὅμως εἶναι νά ποῦμε γιά τό λίγο φαγητό καί πιοτό, πού ἔτρωγε καί ἔπινε ὁ ἀοίδιμος, διότι καί αὐτή μόνο ἡ θέα τοῦ σώματός του, μαρτυροῦσε τήν ἀπόλυτη ἐγκράτεια πού ἀσκοῦσε.
Ἦλθε μία φορά ἕνας αἱρετικός στόν Ἅγιο, ὁ ὁποῖος ἰσχυριζόταν, ὅτι δέν ὑπάρχει ἀνάστασις νεκρῶν. Τότε ὁ Μέγας Μακάριος ἀνέστησε ἕνα νεκρό[1], γιά νά τόν πείση καί νά τόν πληροφορήση. Ἔλεγε δέ ὁ Ὅσιος, ὅτι ὑπάρχουν δύο τάγματα τῶν δαιμόνων. Τό ἕνα τάγμα, πολεμεῖ τούς ἀνθρώπους σέ διάφορα πάθη, θυμοῦ καί ἐπιθυμίας. Τό ἄλλο τάγμα, τό ὁποῖο ὀνομάζεται ἀρχικό, πολεμεῖ τούς ἀνθρώπους καί τούς ρίχνει σέ διάφορες αἱρέσεις καί βλασφημίες καί πλάνες. Αὐτό τό ἀρχικό τάγμα τῶν δαιμόνων, τό στέλνει ὁ ἀρχηγός τους ὁ Σατανᾶς στούς μάγους καί στούς αἱρεσιάρχες.
Αὐτός ὁ Ὅσιος ἔκανε τόν ἄνθρωπο ἐκεῖνο, πού ἔτρωγε τριῶν μοδίων ψωμί, μέ διαβολική ἐνέργεια καί πού ἔπινε ἕνα μέτρο κρασί, αὐτόν, λέω, τόν ἔκανε νά τρώη τρία λίτρα μόνο ψωμί, δηλαδή διακόσια ὀγδόντα ὀκτώ δράμια[2].
Μιά φορά εἶδε ὁ Ἅγιος Αὐτός τόν Διάβολο, πού εἶχε τίς μηχανές καί τά ἐργαλεῖα του μέσα σέ μίαν λήκυθο, δηλαδή σέ ἕνα δοχεῖο τοῦ λαδιοῦ. Καί ἀφοῦ τόν ρώτησε, τί εἶναι αὐτά, ἔμαθε καί διώρθωσε τόν μοναχό Θεόπεμπτο, ὁ ὁποῖος ἀπατῶταν ἀπό τίς μηχανές τοῦ Διαβόλου. Αὐτός βαδίζοντας στήν ἔρημο, βρῆκε ἕνα κρανίο, τό ὁποῖο ἦταν ἑνός ἱερέως τῶν εἰδώλων. Ὅταν τό ρώτησε ἄκουσε νά τοῦ λέη τό κρανίο ὅτι, ὅταν προσφέρη στόν Θεό τίς προσευχές του, τότε ξαλαφρώνουν λίγο ἀπό τά βάσανα αὐτοί, πού βρίσκονται στήν κόλασι[3].
Αὐτός ἀνέστησε καί ἄλλον νεκρό, γιά νά πῆ ποῦ ἔκρυψε τήν παρακαταθήκη ἐκείνων πού τήν ζητοῦσαν καί πάλι τόν διέταξε καί κοιμήθηκε. Προεῖπε ἀκόμη, ὅτι θά ἐρημωθῆ ἡ Σκήτη. Διηγεῖται ὁ Ὅσιος Παλλάδιος γιά τόν Αἰγύπτιο αὐτόν Μακάριο, ὅτι ἕνας ἀκόλαστος, ζητῶντας νά ἑλκύση σέ σατανικό ἔρωτα μία σώφρονα γυναῖκα, καί μή μπορῶντας τήν ἔκανε μέ διαβολικές μαγεῖες νά φαίνεται στούς ἀνθρώπους σάν φοράδα. Τότε ὁ Ὅσιος Αὐτός ἐπικαλούμενος τόν Θεό, τήν ἀποκατέστησε νά φαίνεται πάλι στούς ἀνθρώπους γυναῖκα, καθώς ἦταν ἐκ φύσεως[4].
Λέγεται ἀκόμη γιά τόν οὐράνιο αὐτόν ἄνθρωπο, ὅτι τόν περισσότερο χρόνο τῆς ζωῆς του, ἀσχολοῦταν μᾶλλον στήν νοερή ἕνωσι μέ τόν Θεό, παρά μέ ὅλα τά ὑπό τόν οὐρανόν πράγματα τοῦ κόσμου. Μέ τέτοια λοιπόν θεάρεστα ἔργα καί θαύματα ὑπερφυσικά, ἀφοῦ διέλαμψε ὁ φερωνύμως Μακάριος ὁ Μέγας καί ἔγινε ἐνενῆντα ἐτῶν, ἀπῆλθε πρός Κύριον. (Τόν ἐκτενῆ Βίο του βλέπε στό Ἐκλόγιο).
Ὁ Ἅγιος Μακάριος ὁ Ἀλεξανδρέας, ὁ ὁποῖος καί ὠνομαζόταν καί πολιτικός (ἐπειδή περισσότερο ἀπό τόν Αἰγύπτιο σύναζε στίς πόλεις καί μέ τούς ἀνθρώπους συναναστρεφόταν γιά τήν διόρθωσι τῶν πολλῶν), αὐτός, λέω, ἔγινε Ἱερέας τῶν λεγομένων Κελλίων, χρησιμοποιῶντας ἄκρα ἐγκράτεια καί ὑπομονή. Γι’ αὐτό καί ἔλαβε ἀπό τόν Θεό τήν χάρι τῶν θαυμάτων. Αὐτοῦ τίς ἀρετές θαυμάζοντας ὁ Μέγας Ἀντώνιος, τοῦ εἶπε· «Ἰδού ἀναπαύθηκε τό Πνεῦμα τό Ἅγιο σέ ἐσένα, καί θά γίνης κληρονόμος τῶν ἀρετῶν μου».
Αὐτός ὁ Ὅσιος, ὅταν ἄκουγε κανένα Μοναχό, πώς ἔκαμνε ἔργο καί κατόρθωμα ἀσκητικό, δεχόταν ζῆλο ἀγαθό στήν ψυχή του, καί μιμούμενος ἐκεῖνον, ἔκαμνε καί αὐτός τό ἴδιο κατόρθωμα. Ὅταν ἄκουσε λοιπόν, ὅτι οἱ Μοναχοί, πού βρίσκονταν στά Τάβεννα, καί γι’ αὐτό ὠνομάζονταν Ταβεννησιῶτες, ὅλη τήν Μεγάλη Τεσσαρακοστή δέν ἔτρωγαν φαγητό μαγειρεμένο, μόλις ἄκουσε αὐτό, λέω, τούς μιμήθηκε καί αὐτός. Καί ἑπτά χρόνια δέν ἔφαγε φαγητό μαγειρεμένο ἐκτός ἀπό λάχανα ὠμά καί ὄσπρια βρεγμένα. Ἄλλη φορά ἄκουσε, ὅτι ἕνας ἄλλος Ὅσιος ἔτρωγε μόνον ἕνα λίτρο ψωμί, δηλαδή ἐννενηνταέξι δράμια. Τότε βίασε καί αὐτός τόν ἑαυτό του καί ἔτρωγε σέ τρία χρόνια τέσσερις ἤ πέντε οὐγγιές ψωμί, δηλαδή τριανταδύο ἤ σαράντα δράμια. Παρόμοια ἔπινε καί τόσο λίγο νερό, ὅσο ἀναλογοῦσε καί ἦταν ἀρκετό σέ τόσο λίγο ψωμί, πού ἔτρωγε.
Πηγαίνοντας μία φορά στό Μοναστήρι τῶν Ταβεννησιωτῶν, γιά νά μάθη τοῦ καθενός τήν πολιτεία, καί ὅταν ἦλθε ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή, εἶδε πώς ἄλλοι ἀπό αὐτούς ἔτρωγαν τό βράδυ τῆς κάθε ἡμέρας, ἄλλοι πάλι σέ δύο ἡμέρες, ἄλλοι σέ τρεῖς, καί ἄλλοι σέ πέντε, ἄλλοι πάλι ὅλη τήν νύκτα στέκονταν στήν προσευχή καί δούλευαν τήν ἡμέρα. Αὐτά, λέω, βλέποντας ὁ Ὅσιος, στάθηκε ὄρθιος ὁ μεγαλόψυχος σέ μία γωνία ἑνός κελλιοῦ καί ἀφοῦ ἔβρεξε φοινίκια, δούλευε ἕως ὅτου τέλειωσε ὅλη ἡ Τεσσαρακοστή καί ἔφθασε τό Πάσχα. Καί κατά τίς ἡμέρες αὐτές δέν λύγισε τό γόνατο, δέν κάθισε, δέν πλάγιασε σέ κλίνη, δέν ἔφαγε καθόλου ψωμί, οὔτε ἤπιε νερό ἀλλά ἔτρωγε μόνον φύλλα ἀπό καπρολάχανο ἀλλά καί αὐτά τά ἔτρωγε, μόνο τήν Κυριακή, ὅσο μόνο γιά νά φανῆ στούς ἄλλους, ὅτι τρώει.
Ἄλλη φορά δέν μπῆκε ὁ Ὅσιος κάτω ἀπό στέγη κελλιοῦ εἴκοσι ὁλόκληρα ἡμερονύκτια, μόνο γιά νά νικήση τόν ὕπνο. Ἔτσι κατά τήν διάρκεια αὐτῶν τῶν ἡμερονυκτίων δέν κοιμήθηκε καθόλου. Ἀλλά, τήν ἡμέρα καιγόταν ἀπό τό καῦμα τοῦ ἡλίου, ἐνῷ τήν νύκτα πάγωνε ἀπό τήν ψυχρότητα. Αὐτός φιλονείκησε καί ἀγωνίσθηκε μία φορά νά μή χωρίση τόν νοῦ του ἀπό τόν Θεό γιά πέντε μέρες. Καί τόσο πολύ θύμωσε τόν Διάβολο, ὥστε ἐκεῖνος ἔβαλε φωτιά καί ἔκαψε τό ψαθί, πάνω στό ὁποῖο στεκόταν ὁ Ὅσιος. Παρόμοια ἔκαψε καί ὅσα ἄλλα εἶχε στό κελλί του. Μία φορά ἐνώχλησε ὁ λογισμός τόν Ὅσιο, γιά νά πάη στήν Ρώμη, γιά νά ὠφεληθῆ ἀπό τούς Ὁσίους πού βρίσκονταν ἐκεῖ. Αὐτός ὅμως πέφτοντας στήν γῆ ἅπλωσε τά πόδια του καί ἔλεγε· «Τραβᾶτε μέ ἐσεῖς δαίμονες, διότι ἐγώ μέ τήν θέλησί μου μέ τά πόδια μου σέ ἄλλο μέρος δέν πηγαίνω». Ἐπειδή ὅμως πάλι τόν ἐνωχλοῦσε ὁ λογισμός, φόρτωνε στήν πλάτη του ἕνα ζιμπίλι γεμᾶτο ἀπό ἄμμο καί πήγαινε σέ ἕνα καί ἄλλο μέρος. Καί ἔτσι μέ τέτοιους τρόπους, νίκησε τόν λογισμό, πού τόν ἐνωχλοῦσε μέ τήν χάρι τοῦ Χριστοῦ.
Μία φορά ἐνωχλήθηκε ὁ Ὅσιος ἀπό τόν δαίμονα τῆς πορνείας. Τότε πῆγε στήν πανέρημο καί μπῆκε μέσα σέ ἕνα βαλτώδη τόπο καί ἐκεῖ ἔμεινε ἕξι μῆνες· καί τόσο πολύ καταπλήγωσαν τό σῶμα του τά κουνούπια, πού ἦταν ἐκεῖ καί ἦταν πάρα πολύ μεγάλα, ὥστε ὅλα τά μέλη τοῦ σώματός του γέμισαν ἀπό πρίσματα καί φυσαλίδες. Ὅταν μετά ἀπό ἕξι μῆνες γύρισε στό κελλί του, ἀπό ἄλλο τίποτε δέν γνωριζόταν πώς εἶναι ὁ Μακάριος, παρά μόνο ἀπό τήν φωνή· διότι ἀλλοιώθηκε ὅλο του τό πρόσωπο καί τό σῶμα, καί ἦταν ὅμοιος μέ τούς λεπρούς.
Αὐτός ἄνοιγε μία φορά ἕνα πηγάδι, καί ἐκεῖ ἔτυχε νά βρεθῆ μία ἀσπίδα, ἡ ὁποία δάγκασε τόν Ὅσιο στά χέρια. Τό δάγκωμα ὅμως τῆς ἀσπίδας εἶναι θανατηφόρο. Τότε ὁ Ὅσιος τήν ἔπιασε μέ τά δυό του τά χέρια ἀπό τά χείλη καί σιαγόνια καί τήν ἔσχισε λέγοντας· «Ἀφοῦ ὁ Θεός δέν σέ ἔστειλε, πῶς ἐσύ τόλμησες νά μέ δαγκάσης;». Μία φορά καθόταν ὁ Ὅσιος στήν αὐλή καί ἔλεγε στούς ἀδελφούς πού ἦταν ἐκεῖ τά ἀπαραίτητα γιά τήν σωτηρία. Τότε ἔρχεται ἐκεῖ μία ἀγριογουρούνα, ἡ ὁποία παίρνοντας μαζί της τό γουρουνόπουλό της, πού ἦταν τυφλό, τό ἔρριξε μπροστά στά πόδια του. Ὁ δέ Ὅσιος φτύνοντας στούς τυφλούς ὀφθαλμούς τοῦ ζῴου, τό ἔκανε νά ἀναβλέψη. Ἡ δέ γουρούνα παίρνοντας τό γέννημά της, ἀνεχώρησε καί τό πρωί φρόντισε καί ἔφερε στόν Ὅσιο ἕνα δέρμα μεγάλο ἑνός προβάτου. Ὁ δέ Ἅγιος τῆς εἶπε· «Ἐγώ τά πράγματα πού προέρχονται ἀπό ἀδικία δέν τά δέχομαι». Ἡ δέ γουρούνα σκύβοντας τό κεφάλι βγῆκε ἔξω ἀπό τήν αὐλή.
Κοντά λοιπόν στά ἄλλα θαύματα, ἔκανε καί τά ἑξῆς ὁ Ὅσιος. Θεράπευσε ἕναν ἀνάξιο Ἱερέα, τοῦ ὁποίου ἡ κεφαλή φαγώθηκε ὅλη μέχρι τό κόκκαλο, ἀφοῦ προηγουμένως ὑποσχέθηκε νά μήν ἱερουργῆ στό ἑξῆς ἀνάξια, πρᾶγμα τό ὁποῖο ἦταν αἰτία τοῦ πάθους αὐτοῦ καί τῆς ἀσθένειάς του, ὅπως τοῦ τό προεῖπε καί ὁ Ἅγιος. Ἀλλά καί μία εὐγενῆ παρθένα καί παράλυτη, ἡ ὁποία ἦλθε καί τόν βρῆκε ἀπό τήν Θεσσαλονίκη, τήν ἔκανε ὑγιῆ ὁ Ἅγιος. Καί ἕνα παιδί, πού ἦταν προισμένο καί ἔβγαζε νερό ἀπό ὅλες του τίς αἰσθήσεις, τό θεράπευσε ὁ Ὅσιος καί τό ἔδωσε στόν πατέρα του ὑγιές. Καί τόσο πλῆθος δαιμονισμένων θεράπευσε ὁ Ὅσιος αὐτός, πού σχεδόν δέν ἔχει ἀριθμό. Καί αὐτός ἀκόμη ὁ Ἀλεξανδρείας Μακάριος, εἶδε τόν Διάβολο (καθώς τόν εἶδε δηλαδή καί ὁ προαναφερθείς Αἰγύπτιος) καί κρατοῦσε τά εἴδη καί ἐργαλεῖα, μέ τά ὁποῖα πλανοῦσε τούς Μοναχούς. Τά φανέρωνε δέ αὐτά ὁ μιαρός αἰνιγματικά μέ ἕνα τρυπημένο φόρεμα πού φοροῦσε καί μέ κάποια κολοκυθιά, πού σήκωνε. Αὐτός ὁ Ὅσιος κάνοντας κάποτε μία μεγάλη πορεία, μπῆκε στό κηποτάφειο τοῦ Ἰαννῆ καί Ἰαμβρῆ, τῶν μάγων, πού ἔζησαν τήν ἐποχή τοῦ Φαραώ καί πάλι ἐπέστρεψε χωρίς νά πάθη κανένα κακό ἀπό τούς δαίμονες. Εἶχε δέ ὁ Ἅγιος Αὐτός σῶμα μικρό καί κολοβό. Εἶχε λίγες τρίχες στά χείλη καί στήν ἄκρη τοῦ πωγωνιοῦ, διότι ἐξ αἰτίας τῆς ὑπερβολῆς τῶν ἀσκητικῶν κόπων, δέν ἔβαλε οὔτε τρίχες ἔβγαλε. Μέ τέτοια λοιπόν πολιτεία καί θαύματα, ἀφοῦ διέλαμψε καί αὐτός ὁ θεῖος Μακάριος, ἀνεπαύθη ἐν εἰρήνῃ.
Μέ αὐτούς τούς δύο Μακαρίους συνταξιδεύοντας μαζί μερικοί τριβοῦνοι τοῦ βασιλέως πάρα πολύ ἔνδοξοι, θαύμαζαν τήν ταπείνωσι καί πτωχεία πού εἶχαν. Τότε ἕνας ἀπό αὐτούς εἶπε· «Εὐτυχισμένοι εἶσθε ἐσεῖς, πού περιπαίζετε τόν κόσμο». Ὁ δέ Ἀλεξανδρείας Μακάριος, τοῦ ἀπήντησε· «Ἐμεῖς μέν περιπαίξαμε τόν κόσμο, ἀλλά ὁ κόσμος, περιπαίζει ἐσᾶς. Γνώριζε ὅμως καλά, ὅτι καί ἐμεῖς Μακάριοι ὀνομαζόμαστε, ὅπως ἐσύ καί χωρίς νά θέλης μᾶς ὠνόμασες». Ὅταν εἶπε αὐτά ὁ Ἅγιος, κατανύχθηκε ὁ τριβοῦνος καί, ἀφοῦ κατεφρόνησε τά λαμπρά τοῦ βίου πράγματα, ἀρνήθηκε τά ὑπάρχοντά του καί ἔγινε Μοναχός. (Γιά τόν Ἀλεξανδρέα Μακάριο βλέπε καί στό Λαυσαϊκό).
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Εὐφρασίας.
Ἡ Ἁγία αὐτή καταγόταν ἀπό τήν πόλι τῆς Νικομηδείας κατά τούς χρόνους τοῦ βασιλέως Μαξιμιανοῦ, κατά τό ἔτος 290, καί προερχόταν ἀπό γένος πλούσιο καί εἶχε διάθεσι σώφρονα καί εὐσεβῆ. Αὐτή συκοφαντήθηκε λοιπόν ὡς Χριστιανή καί ἐπειδή δέν πείσθηκε νά προσφέρη θυσία στούς δαίμονες, δέρνεται δυνατά. Καί ἐπειδή ἐπέμενε στήν ὁμολογία τῆς πίστεως τοῦ Χριστοῦ, γιά τόν λόγο αὐτόν παραδόθηκε σέ ἕναν βάρβαρο ἄνθρωπο, γιά νά τήν ἀτιμάση.
Ἡ Ἁγία ὅμως τόν ἐξαπάτησε μέ τόν ἑξῆς σοφό τρόπο· Ὑποσχέθηκε ἡ Ἁγία στόν βάρβαρο ἐκεῖνο, ὅτι ἄν αὐτός δέν τήν πειράξη, θά τοῦ δώση ἕνα ἰατρικό, μέ τό ὁποῖο θά εἶναι ἀνώτερος ἀπό κάθε σπαθί καί ἀπό κάθε κοντάρι τῶν ἐχθρῶν του. Αὐτά λέγοντας, πρόσθεσε καί αὐτό· ὅτι, ἐάν θέλης νά πληροφορηθῆς, ὅτι αὐτό πού σοῦ λέω εἶναι ἀληθινό, δοκίμασε στόν δικό μου λαιμό· καί ἀμέσως ἅπλωσε τόν λαιμό της. Ὁ δέ βάρβαρος νομίζοντας, ὅτι τοῦ λέει λόγια ἀληθινά, κτύπησε δυνατώτερα στόν λαιμό της μέ τό σπαθί καί ἔκοψε τήν ἁγία της κεφαλή.
Καί ἔτσι μένοντας ἀμόλυντη, ἔλαβε ἡ μακαρία τόν τοῦ μαρτυρίου ἄφθαρτο στέφανο.
[1] Αὐτός ὁ νεκρός ἦταν εἰδωλολάτρης καί ὅταν ἀναστήθηκε, πίστεψε στόν Χριστό καί βαπτίσθηκε καί ἔινε καί μέ τό ὄνομα Μίλης. Γι’ αὐτόν γίνεται ἀναφορά στόν ἀσματικό κανόνα τοῦ Σαββάτου τῆς Τυρινῆς, ὁ ὁποῖος ἀναφέρει σέ ἀλφαβητική σειρά τά ὀνόματα τῶν Ὁσίων, ὀνομάζοντας τόν Μίλη νεκρέγερτο.
[2] Ἡ λίτρα περιέχει δώδεκα οὐγγιές, ἐνῷ ἡ οὐγγιά περιέχει δράμια ὀκτώ.
[3] Βάσανος καί κόλασις ἐδῶ δέν ἐννοεῖται ἐννοεῖται ἡ γενική, διότι αὐτή ἀκόμη δέν δόθηκε στούς ἁμαρτωλούς, ἀλλά ἡ μερική, πού εἶναι λύπη καί θλῖψις καί σκότος, τά ὁποῖα λαμβάνουν ἁμαρτωλοί, πού βρίσκονται στήν φυλακή τοῦ Ἅδη μέχρι τήν δευτέρα τοῦ Χριστοῦ παρουσία.
[4] Προσθέτει ἀκόμη καί τό ἑξῆς ὁ Παλλάδιος, ὅτι ἀφοῦ ὁ Ἅγιος θεράπευσε τήν ἀνωτέρω γυναῖκα, τῆς ἔδωκε τήν ἑξῆς συμβουλή λέοντας· «Γυναῖκα, νά μήν ἀπουσιάζης ἀπό τήν κοινωνία τῶν Μυστηρίων τοῦ Χριστοῦ· ἀλλά νά μεταλαμβάνης συχνά· διότι αὐτή ἡ διαβολική ἐνέργεια σοῦ συνέβη, ἐπειδή δέν μετάλαβες πέντε ἑβδομάδες. Καί ἀπό αὐτό βρῆκε εὐκαιρία ὁ Διάβολος καί σέ πείραξε». Μεγάλος λόγος πράγματι ἀναφέρεται γι’ αὐτόν τόν Μέγα Μακάριο στόν Εὐεργετινό, σελ. 592, δηλαδή, ὅτι αὐτός ἔγινε Θεός ἐπίγειος, ὅπως εἶναι γραμμένο. Δηλαδή, ὅτι ὅπως ὁ Θεός σκεπάζει τόν κόσμο, ἔτσι καί ὁ Ἀββᾶς Μακάριος σκέπαζε τά ἐλαττώματα, τά ὁποῖα ἔβλεπε, σάν νά μή βλέπη καί ἄκουγε σάν νά μήν ἀκούη.


Login