Τῷ αὐτῷ μηνί ΙΘ΄, μνήμη τῶν Ὁσίων Πατέρων ἡμῶν καί συνωνύμων Μακαρίων, τοῦ τε ἀναχωρητοῦ καί Αἰγυπτίου, καί τοῦ πολιτικοῦ καί Ἀλεξανδρέως.

Τῷ αὐτῷ μηνί ΙΘ΄, μνήμη τῶν Ὁσίων Πατέρων ἡμῶν καί συνωνύμων Μακαρίων, τοῦ τε ἀναχωρητοῦ καί Αἰγυπτίου, καί τοῦ πολιτικοῦ καί Ἀλεξανδρέως.

 Ἀ­πό αὐ­τούς τούς δύ­ο Ὁ­σί­ους Μα­κα­ρί­ους, ὁ μέν ἕ­νας, ἦ­ταν ἀ­πό τήν Αἴ­γυ­πτο, δη­λα­δή ἀ­πό τό Μι­σή­ρι, γι’ αὐ­τό καί Αἰ­γύ­πτιος ἐ­πο­νο­μά­ζε­ται. Ὁ δέ ἄλ­λος, ἦ­ταν ἀ­πό τήν Ἀ­λε­ξάν­δρεια, γι’ αὐ­τό καί ὀ­νο­μά­ζε­ται Ἀ­λε­ξαν­δρέ­ας. Καί ὁ μέν Αἰ­γύ­πτιος Μα­κά­ριος, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­ζη­σε κα­τά τούς χρό­νους Θε­ο­δο­σί­ου τοῦ Με­γά­λου, κα­τά τό ἔ­τος 373, Μέ­γας ὠ­νο­μα­ζό­ταν, δι­ό­τι ἦ­ταν πρῶ­τος καί με­γα­λύ­τε­ρος κα­τά τήν ἡ­λι­κί­α καί τούς χρό­νους. Αὐ­τός λοι­πόν, ἐ­πει­δή ἀ­γά­πη­σε τήν ἀ­ρε­τή ἀ­πό τήν νε­α­ρή του ἡ­λι­κί­α, γι’ αὐ­τό καί φά­νη­κε ἄ­μεμ­πτος καί στήν ζω­ή, μέ­χρι τό τρι­α­κο­στό ἔ­τος τῆς ἡ­λι­κί­ας του. Με­τά ὅ­μως ἀ­πό τό τρι­α­κο­στό ἔ­τος, ἀ­νε­χώ­ρη­σε στήν ἔ­ρη­μο. Τό­ση ὑ­πο­μο­νή ὅ­μως ἔ­δει­ξε στούς κό­πους τῆς ἀ­σκή­σε­ως ὁ ἀ­οί­δι­μος, ὥ­στε σέ λί­γα χρό­νια ἀ­ξι­ώ­θη­κε νά λά­βη τό χά­ρισμα τῆς δι­α­κρί­σε­ως καί τήν ἐ­ξου­σί­α κα­τά τῶν δαι­μό­νων καί δύ­να­μι, καί τό νά προ­λέ­γη τά μέλ­λον­τα καί νά κά­νη θαύ­μα­τα. Μέ με­γά­λη καί ἐ­πί­μο­νη πα­ρά­κλη­σι τοῦ Ἀρ­χι­ε­ρέ­ως ἔ­λα­βε καί τό τῆς ἱ­ε­ρω­σύ­νης ἀ­ξί­ω­μα. Ἐ­πει­δή δέν ὑ­πέ­φε­ρε νά κρύ­βε­ται ὁ λύ­χνος κά­τω στό μό­διο αὐ­τός προ­εῖ­πε σέ ἕ­να μα­θη­τή του, πού ἔ­κλε­βε τά χρή­μα­τα, πού δί­νον­ται στούς πτω­χούς, ὅ­τι θά δε­χθῆ τήν ὀρ­γή καί τήν τι­μω­ρί­α τοῦ Κυ­ρί­ου, ἄν δέν πά­ψη καί δέν δι­ορ­θω­θῆ. Ἔ­γι­νε λοι­πόν ἔρ­γο ἡ πρόρ­ρη­σί του. Δι­ό­τι ὁ ἀ­δελ­φός ἐ­κεῖ­νος, ἐ­πει­δή δέν δι­ωρ­θώ­θη­κε, ἔ­πια­σε λέ­πρα.

Ἀ­πό τά χα­ρί­σμα­τα τοῦ Ἁ­γί­ου λοι­πόν πολ­λοί πα­ρα­κι­νού­με­νοι, ἔ­τρε­χαν κον­τά του καί ἐ­νο­χλοῦ­σαν τήν ἡ­συ­χί­α του. Τό­τε ὁ Ὅ­σιος κα­τα­σκεύ­α­σε ἕ­ναν λάκ­κο κά­τω ἀ­πό τό ἔ­δα­φος μέ στρο­φές στό εἶ­δος τοῦ κο­χλί­α σέ ἀ­πό­στα­σι μι­σό στά­διο πε­ρί­που ἀ­πό τό κελ­λί του καί στήν ἄ­κρη τοῦ λάκ­κου ἔ­σκα­ψε μέ τά χέ­ρια του ἕ­να σπή­λαι­ο. Καί ὅ­ταν ἔρ­χον­ταν πολ­λοί ἄν­θρω­ποι καί τόν ἐ­νωχλοῦ­σαν, τό­τε περ­νοῦ­σε κρυ­φά ἀ­πό τόν λάκ­κο καί κρυ­βό­ταν μέ­σα στό σπή­λαι­ο, ὅ­που δέν τόν εὕ­ρι­σκε κα­νέ­νας. Πε­ριτ­τό ὅ­μως εἶ­ναι νά ποῦ­με γιά τό λί­γο φα­γη­τό καί πι­ο­τό, πού ἔ­τρω­γε καί ἔ­πι­νε ὁ ἀ­οί­δι­μος, δι­ό­τι καί αὐ­τή μό­νο ἡ θέ­α τοῦ σώ­μα­τός του, μαρ­τυ­ροῦ­σε τήν ἀ­πό­λυ­τη ἐγ­κρά­τεια πού ἀ­σκοῦ­σε.

Ἦλ­θε μί­α φο­ρά ἕ­νας αἱ­ρε­τι­κός στόν Ἅ­γιο, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἰ­σχυ­ρι­ζό­ταν, ὅ­τι δέν ὑ­πάρ­χει ἀ­νά­στα­σις νε­κρῶν. Τό­τε ὁ Μέ­γας Μα­κά­ριος ἀ­νέ­στη­σε ἕ­να νε­κρό[1], γιά νά τόν πεί­ση καί νά τόν πλη­ρο­φο­ρή­ση. Ἔ­λε­γε δέ ὁ Ὅσιος, ὅτι ὑπάρχουν δύο τάγματα τῶν δαιμόνων. Τό ἕνα τάγμα, πολεμεῖ τούς ἀν­θρώ­πους σέ δι­ά­φο­ρα πά­θη, θυ­μοῦ καί ἐ­πι­θυ­μί­ας. Τό ἄλ­λο τάγ­μα, τό ὁ­ποῖ­ο ὀ­νο­μά­ζε­ται ἀρ­χι­κό, πο­λε­μεῖ τούς ἀν­θρώ­πους καί τούς ρί­χνει σέ δι­ά­φο­ρες αἱ­ρέ­σεις καί βλα­σφη­μί­ες καί πλά­νες. Αὐ­τό τό ἀρ­χι­κό τάγ­μα τῶν δαι­μό­νων, τό στέλ­νει ὁ ἀρ­χη­γός τους ὁ Σα­τα­νᾶς στούς μά­γους καί στούς αἱ­ρε­σιά­ρχες.

Αὐ­τός ὁ Ὅ­σιος ἔ­κα­νε τόν ἄν­θρω­πο ἐ­κεῖ­νο, πού ἔ­τρω­γε τρι­ῶν μο­δί­ων ψω­μί, μέ δι­α­βο­λι­κή ἐ­νέρ­γεια καί πού ἔ­πι­νε ἕ­να μέ­τρο κρα­σί, αὐ­τόν, λέ­ω, τόν ἔκανε νά τρώ­η τρί­α λί­τρα μό­νο ψω­μί, δη­λα­δή δι­α­κό­σια ὀ­γδόν­τα ὀ­κτώ δρά­μια[2].

Μιά φο­ρά εἶ­δε ὁ Ἅ­γιος Αὐ­τός τόν Δι­ά­βο­λο, πού εἶ­χε τίς μη­χα­νές καί τά ἐρ­γα­λεῖ­α του μέ­σα σέ μί­αν λή­κυ­θο, δη­λα­δή σέ ἕ­να δο­χεῖ­ο τοῦ λα­διοῦ. Καί ἀ­φοῦ τόν ρώ­τη­σε, τί εἶ­ναι αὐ­τά, ἔ­μα­θε καί δι­ώρ­θω­σε τόν μο­να­χό Θε­ό­πεμ­πτο, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­πα­τῶ­ταν ἀ­πό τίς μη­χα­νές τοῦ Δι­α­βό­λου. Αὐ­τός βα­δί­ζον­τας στήν ἔ­ρη­μο, βρῆ­κε ἕ­να κρα­νί­ο, τό ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν ἑ­νός ἱ­ε­ρέ­ως τῶν εἰ­δώ­λων. Ὅ­ταν τό ρώ­τη­σε ἄ­κου­σε νά τοῦ λέ­η τό κρα­νί­ο ὅ­τι, ὅ­ταν προ­σφέ­ρη στόν Θε­ό τίς προ­σευ­χές του, τό­τε ξα­λα­φρώ­νουν λί­γο ἀ­πό τά βά­σα­να αὐ­τοί, πού βρί­σκον­ται στήν κό­λα­σι[3].

Αὐ­τός ἀ­νέ­στη­σε καί ἄλ­λον νε­κρό, γιά νά πῆ ποῦ ἔ­κρυ­ψε τήν πα­ρα­κα­τα­θή­κη ἐ­κεί­νων πού τήν ζη­τοῦ­σαν καί πά­λι τόν δι­έ­τα­ξε καί κοι­μή­θη­κε. Προ­εῖ­πε ἀ­κό­μη, ὅ­τι θά ἐ­ρη­μω­θῆ ἡ Σκή­τη. Δι­η­γεῖ­ται ὁ Ὅ­σιος Παλ­λά­διος γιά τόν Αἰ­γύ­πτιο αὐ­τόν Μα­κά­ριο, ὅ­τι ἕ­νας ἀ­κό­λα­στος, ζη­τῶν­τας νά ἑλ­κύ­ση σέ σα­τα­νι­κό ἔ­ρω­τα μί­α σώ­φρο­να γυ­ναῖ­κα, καί μή μπο­ρῶν­τας τήν ἔ­κα­νε μέ δι­α­βο­λι­κές μα­γεῖ­ες νά φαί­νε­ται στούς ἀν­θρώ­πους σάν φο­ρά­δα. Τό­τε ὁ Ὅ­σιος Αὐ­τός ἐ­πι­κα­λού­με­νος τόν Θε­ό, τήν ἀ­πο­κα­τέ­στη­σε νά φαί­νε­ται πά­λι στούς ἀν­θρώ­πους γυ­ναῖ­κα, κα­θώς ἦ­ταν ἐκ φύ­σε­ως[4].

  Λέ­γε­ται ἀ­κό­μη γιά τόν οὐ­ρά­νιο αὐ­τόν ἄν­θρω­πο, ὅ­τι τόν πε­ρισ­σό­τε­ρο χρό­νο τῆς ζω­ῆς του, ἀ­σχο­λοῦ­ταν μᾶλ­λον στήν νο­ε­ρή ἕ­νω­σι μέ τόν Θε­ό, πα­ρά μέ ὅ­λα τά ὑ­πό τόν οὐ­ρα­νόν πράγ­μα­τα τοῦ κό­σμου. Μέ τέ­τοι­α λοι­πόν θε­ά­ρε­στα ἔρ­γα καί θαύ­μα­τα ὑ­περ­φυ­σι­κά, ἀ­φοῦ δι­έ­λαμ­ψε ὁ φε­ρω­νύ­μως Μα­κά­ριος ὁ Μέ­γας καί ἔ­γι­νε ἐ­νε­νῆν­τα ἐ­τῶν, ἀ­πῆλ­θε πρός Κύ­ριον. (Τόν ἐ­κτε­νῆ Βί­ο του βλέ­πε στό Ἐ­κλό­γιο).

 Ὁ Ἅ­γιος Μα­κά­ριος ὁ Ἀ­λε­ξαν­δρέ­ας, ὁ ὁ­ποῖ­ος καί ὠ­νο­μα­ζό­ταν καί πο­λι­τι­κός (ἐ­πει­δή πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό τόν Αἰ­γύ­πτιο σύ­να­ζε στίς πό­λεις καί μέ τούς ἀν­θρώ­πους συ­να­να­στρε­φό­ταν γιά τήν δι­όρ­θω­σι τῶν πολ­λῶν), αὐ­τός, λέ­ω, ἔ­γι­νε Ἱ­ε­ρέ­ας τῶν λε­γο­μέ­νων Κελ­λί­ων, χρη­σι­μο­ποι­ῶν­τας ἄ­κρα ἐγ­κρά­τεια καί ὑ­πο­μο­νή. Γι’ αὐ­τό καί ἔ­λα­βε ἀ­πό τόν Θε­ό τήν χά­ρι τῶν θαυ­μά­των. Αὐ­τοῦ τίς ἀ­ρε­τές θαυ­μά­ζον­τας ὁ Μέ­γας Ἀν­τώ­νιος, τοῦ εἶ­πε· «Ἰ­δού ἀ­να­παύ­θη­κε τό Πνεῦ­μα τό Ἅ­γιο σέ ἐ­σέ­να, καί θά γί­νης κλη­ρο­νό­μος τῶν ἀ­ρε­τῶν μου».

Αὐ­τός ὁ Ὅ­σιος, ὅ­ταν ἄ­κου­γε κα­νέ­να Μο­να­χό, πώς ἔ­κα­μνε ἔρ­γο καί κα­τόρ­θω­μα ἀ­σκη­τι­κό, δε­χό­ταν ζῆ­λο ἀ­γα­θό στήν ψυ­χή του, καί μι­μού­με­νος ἐ­κεῖ­νον, ἔ­κα­μνε καί αὐ­τός τό ἴ­διο κα­τόρ­θω­μα. Ὅ­ταν ἄ­κου­σε λοι­πόν, ὅ­τι οἱ Μο­να­χοί, πού βρί­σκον­ταν στά Τά­βεν­να, καί γι’  αὐ­τό ὠ­νο­μά­ζον­ταν Τα­βεν­νη­σι­ῶ­τες, ὅ­λη τήν Με­γά­λη Τεσ­σα­ρα­κο­στή δέν ἔ­τρω­γαν φα­γη­τό μα­γει­ρε­μέ­νο, μό­λις ἄ­κου­σε αὐ­τό, λέ­ω, τούς μι­μή­θη­κε καί αὐ­τός. Καί ἑ­πτά χρό­νια δέν ἔ­φα­γε φα­γη­τό μα­γει­ρε­μέ­νο ἐ­κτός ἀ­πό λά­χα­να ὠ­μά καί ὄ­σπρια βρεγ­μέ­να. Ἄλ­λη φο­ρά ἄ­κου­σε, ὅ­τι ἕ­νας ἄλ­λος Ὅ­σιος ἔ­τρω­γε μό­νον ἕ­να λί­τρο ψω­μί, δη­λα­δή ἐν­νε­νην­τα­έ­ξι δρά­μια. Τό­τε βί­α­σε καί αὐ­τός τόν ἑ­αυ­τό του καί ἔ­τρω­γε σέ τρί­α χρό­νια τέσ­σε­ρις ἤ πέν­τε οὐγ­γι­ές ψω­μί, δη­λα­δή τρι­αν­τα­δύ­ο ἤ σα­ράν­τα δρά­μια. Πα­ρό­μοι­α ἔ­πι­νε καί τό­σο λί­γο νε­ρό, ὅ­σο ἀ­να­λο­γοῦ­σε καί ἦ­ταν ἀρ­κε­τό σέ τό­σο λί­γο ψω­μί, πού ἔ­τρω­γε.

Πη­γαί­νον­τας μί­α φο­ρά στό Μο­να­στή­ρι τῶν Τα­βεν­νη­σι­ω­τῶν, γιά νά μά­θη τοῦ κα­θε­νός τήν πο­λι­τεί­α, καί ὅ­ταν ἦλ­θε ἡ Με­γά­λη Τεσ­σα­ρα­κο­στή, εἶ­δε πώς ἄλ­λοι ἀ­πό αὐ­τούς ἔ­τρω­γαν τό βρά­δυ τῆς κά­θε ἡ­μέ­ρας, ἄλ­λοι πά­λι σέ δύ­ο ἡ­μέ­ρες, ἄλ­λοι σέ τρεῖς, καί ἄλ­λοι σέ πέν­τε, ἄλ­λοι πά­λι ὅ­λη τήν νύ­κτα στέ­κον­ταν στήν προ­σευ­χή καί δού­λευ­αν τήν ἡ­μέ­ρα. Αὐ­τά, λέ­ω, βλέ­πον­τας ὁ Ὅ­σιος, στά­θη­κε ὄρ­θιος ὁ με­γα­λό­ψυ­χος σέ μί­α γω­νί­α ἑ­νός κελ­λιοῦ καί ἀ­φοῦ ἔ­βρε­ξε φοι­νί­κια, δού­λευ­ε ἕ­ως ὅ­του τέ­λει­ω­σε ὅ­λη ἡ Τεσ­σα­ρα­κο­στή καί ἔ­φθα­σε τό Πά­σχα. Καί κα­τά τίς ἡμέρες αὐτές δέν λύγισε τό γόνατο, δέν κάθισε, δέν πλάγιασε σέ κλίνη, δέν ἔφαγε κα­θό­λου ψω­μί, οὔ­τε ἤ­πι­ε νε­ρό ἀλ­λά ἔ­τρω­γε μό­νον φύλ­λα ἀ­πό κα­προ­λά­χα­νο ἀλ­λά καί αὐ­τά τά ἔ­τρω­γε, μό­νο τήν Κυ­ρια­κή, ὅ­σο μό­νο γιά νά φα­νῆ στούς ἄλ­λους, ὅ­τι τρώ­ει.

 Ἄλ­λη φο­ρά δέν μπῆ­κε ὁ Ὅ­σιος κά­τω ἀ­πό στέ­γη κελ­λιοῦ εἴ­κο­σι ὁ­λό­κλη­ρα ἡ­με­ρο­νύ­κτια, μό­νο γιά νά νι­κή­ση τόν ὕ­πνο. Ἔ­τσι κα­τά τήν διά­ρκεια αὐ­τῶν τῶν ἡ­με­ρο­νυ­κτί­ων δέν κοι­μή­θη­κε κα­θό­λου. Ἀλ­λά, τήν ἡ­μέ­ρα και­γό­ταν ἀ­πό τό καῦ­μα τοῦ ἡ­λί­ου, ἐ­νῷ τήν νύ­κτα πά­γω­νε ἀ­πό τήν ψυ­χρό­τη­τα. Αὐ­τός φι­λο­νεί­κη­σε καί ἀ­γω­νί­σθη­κε μί­α φο­ρά νά μή χω­ρί­ση τόν νοῦ του ἀ­πό τόν Θε­ό γιά πέν­τε μέ­ρες. Καί τό­σο πο­λύ θύ­μω­σε τόν Δι­ά­βο­λο, ὥ­στε ἐ­κεῖ­νος ἔ­βα­λε φω­τιά καί ἔ­κα­ψε τό ψα­θί, πά­νω στό ὁ­ποῖ­ο στε­κό­ταν ὁ Ὅ­σιος. Πα­ρό­μοι­α ἔ­κα­ψε καί ὅ­σα ἄλ­λα εἶ­χε στό κελ­λί του. Μί­α φο­ρά ἐ­νώ­χλη­σε ὁ λο­γι­σμός τόν Ὅ­σιο, γιά νά πά­η στήν Ρώ­μη, γιά νά ὠ­φε­λη­θῆ ἀ­πό τούς Ὁ­σί­ους πού βρί­σκον­ταν ἐ­κεῖ. Αὐ­τός ὅ­μως πέ­φτον­τας στήν γῆ ἅ­πλω­σε τά πό­δια του καί ἔ­λε­γε· «Τρα­βᾶ­τε μέ ἐ­σεῖς δαί­μο­νες, δι­ό­τι ἐ­γώ μέ τήν θέ­λη­σί μου μέ τά πό­δια μου σέ ἄλ­λο μέ­ρος δέν πη­γαί­νω». Ἐ­πει­δή ὅ­μως πά­λι τόν ἐ­νω­χλοῦ­σε ὁ λο­γι­σμός, φόρ­τω­νε στήν πλά­τη του ἕ­να ζιμ­πί­λι γε­μᾶ­το ἀ­πό ἄμ­μο καί πή­γαι­νε σέ ἕ­να καί ἄλ­λο μέ­ρος. Καί ἔ­τσι μέ τέ­τοι­ους τρό­πους, νί­κη­σε τόν λο­γι­σμό, πού τόν ἐ­νω­χλοῦ­σε μέ τήν χά­ρι τοῦ Χρι­στοῦ.

Μί­α φο­ρά ἐ­νω­χλή­θη­κε ὁ Ὅ­σιος ἀ­πό τόν δαί­μο­να τῆς πορ­νεί­ας. Τό­τε πῆ­γε στήν πα­νέ­ρη­μο καί μπῆ­κε μέ­σα σέ ἕ­να βαλ­τώ­δη τό­πο καί ἐ­κεῖ ἔ­μει­νε ἕ­ξι μῆ­νες· καί τό­σο πο­λύ κα­τα­πλή­γω­σαν τό σῶ­μα του τά κου­νού­πια, πού ἦ­ταν ἐ­κεῖ καί ἦ­ταν πά­ρα πο­λύ με­γά­λα, ὥ­στε ὅ­λα τά μέ­λη τοῦ σώ­μα­τός του γέ­μι­σαν ἀ­πό πρί­σμα­τα καί φυσαλίδες. Ὅ­ταν με­τά ἀ­πό ἕ­ξι μῆ­νες γύ­ρι­σε στό κελ­λί του, ἀ­πό ἄλ­λο τί­πο­τε δέν γνω­ρι­ζό­ταν πώς εἶ­ναι ὁ Μα­κά­ριος, πα­ρά μό­νο ἀ­πό τήν φω­νή· δι­ό­τι ἀλ­λοι­ώ­θη­κε ὅ­λο του τό πρό­σω­πο καί τό σῶ­μα, καί ἦ­ταν ὅ­μοι­ος μέ τούς λε­προύς.

Αὐ­τός ἄ­νοι­γε μί­α φο­ρά ἕ­να πη­γά­δι, καί ἐ­κεῖ ἔ­τυ­χε νά βρε­θῆ μί­α ἀ­σπί­δα, ἡ ὁ­ποί­α δάγ­κα­σε τόν Ὅ­σιο στά χέ­ρια. Τό δάγ­κω­μα ὅ­μως τῆς ἀ­σπί­δας εἶ­ναι θα­να­τη­φό­ρο. Τό­τε ὁ Ὅ­σιος τήν ἔ­πια­σε μέ τά δυ­ό του τά χέ­ρια ἀ­πό τά χεί­λη καί σι­α­γό­νια καί τήν ἔ­σχι­σε λέ­γον­τας· «Ἀ­φοῦ ὁ Θε­ός δέν σέ ἔ­στει­λε, πῶς ἐ­σύ τόλ­μη­σες νά μέ δαγ­κά­σης;­». Μί­α φο­ρά κα­θό­ταν ὁ Ὅ­σιος στήν αὐ­λή καί ἔ­λε­γε στούς ἀ­δελ­φούς πού ἦ­ταν ἐ­κεῖ τά ἀ­πα­ραί­τη­τα γιά τήν σω­τη­ρί­α. Τό­τε ἔρ­χε­ται ἐ­κεῖ μί­α ἀ­γρι­ο­γου­ρού­να, ἡ ὁ­ποί­α παίρ­νον­τας μα­ζί της τό γου­ρου­νό­που­λό της, πού ἦ­ταν τυ­φλό, τό ἔρ­ρι­ξε μπρο­στά στά πό­δια του. Ὁ δέ Ὅ­σιος φτύ­νον­τας στούς τυ­φλούς ὀ­φθαλ­μούς τοῦ ζῴ­ου, τό ἔ­κα­νε νά ἀ­να­βλέ­ψη. Ἡ δέ γου­ρού­να παίρ­νον­τας τό γέν­νη­μά της, ἀ­νε­χώ­ρη­σε καί τό πρω­ί φρόν­τι­σε καί ἔ­φε­ρε στόν Ὅ­σιο ἕ­να δέρ­μα με­γά­λο ἑ­νός προ­βά­του. Ὁ δέ Ἅ­γιος τῆς εἶ­πε· «Ἐ­γώ τά πράγ­μα­τα πού προ­έρ­χον­ται ἀ­πό ἀ­δι­κί­α δέν τά δέ­χο­μαι». Ἡ δέ γου­ρού­να σκύ­βον­τας τό κε­φά­λι βγῆ­κε ἔ­ξω ἀ­πό τήν αὐ­λή.

Κον­τά λοι­πόν στά ἄλ­λα θαύ­μα­τα, ἔ­κα­νε καί τά ἑ­ξῆς ὁ Ὅ­σιος. Θε­ρά­πευ­σε ἕ­ναν ἀ­νά­ξιο Ἱ­ε­ρέ­α, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ κε­φα­λή φα­γώ­θη­κε ὅ­λη μέ­χρι τό κόκ­κα­λο, ἀ­φοῦ προ­η­γου­μέ­νως ὑ­πο­σχέ­θη­κε νά μήν ἱ­ε­ρουρ­γῆ στό ἑ­ξῆς ἀ­νά­ξια, πρᾶγ­μα τό ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν αἰ­τί­α τοῦ πά­θους αὐ­τοῦ καί τῆς ἀ­σθέ­νειάς του, ὅ­πως τοῦ τό προ­εῖ­πε καί ὁ Ἅ­γιος. Ἀλ­λά καί μί­α εὐ­γε­νῆ παρ­θέ­να καί πα­ρά­λυ­τη, ἡ ὁ­ποί­α ἦλ­θε καί τόν βρῆ­κε ἀ­πό τήν Θεσ­σα­λο­νί­κη, τήν ἔ­κα­νε ὑ­γι­ῆ ὁ Ἅ­γιος. Καί ἕ­να παι­δί, πού ἦ­ταν προι­σμέ­νο καί ἔ­βγα­ζε νε­ρό ἀ­πό ὅ­λες του τίς αἰ­σθή­σεις, τό θε­ρά­πευ­σε ὁ Ὅ­σιος καί τό ἔ­δω­σε στόν πα­τέ­ρα του ὑ­γι­ές. Καί τό­σο πλῆ­θος δαι­μο­νι­σμέ­νων θε­ρά­πευ­σε ὁ Ὅ­σιος αὐ­τός, πού σχε­δόν δέν ἔ­χει ἀ­ριθ­μό. Καί αὐ­τός ἀ­κό­μη ὁ Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας Μα­κά­ριος, εἶ­δε τόν Δι­ά­βο­λο (κα­θώς τόν εἶ­δε δη­λα­δή καί ὁ προ­α­να­φερ­θείς Αἰ­γύ­πτιος) καί κρα­τοῦ­σε τά εἴ­δη καί ἐρ­γα­λεῖ­α, μέ τά ὁ­ποῖ­α πλα­νοῦ­σε τούς Μο­να­χούς. Τά φα­νέ­ρω­νε δέ αὐ­τά ὁ μια­ρός αἰ­νιγ­μα­τι­κά μέ ἕ­να τρυ­πη­μέ­νο φό­ρε­μα πού φο­ροῦ­σε καί μέ κά­ποι­α κο­λο­κυ­θιά, πού σή­κω­νε. Αὐ­τός ὁ Ὅ­σιος κά­νον­τας κά­πο­τε μί­α με­γά­λη πο­ρεί­α, μπῆ­κε στό κη­πο­τά­φει­ο τοῦ Ἰ­αν­νῆ καί Ἰ­αμ­βρῆ, τῶν μά­γων, πού ἔ­ζη­σαν τήν ἐ­πο­χή τοῦ Φα­ρα­ώ καί πά­λι ἐ­πέ­στρε­ψε χω­ρίς νά πά­θη κα­νέ­να κα­κό ἀ­πό τούς δαί­μο­νες. Εἶ­χε δέ ὁ Ἅ­γιος Αὐ­τός σῶ­μα μι­κρό καί κο­λο­βό. Εἶ­χε λί­γες τρί­χες στά χεί­λη καί στήν ἄ­κρη τοῦ πω­γω­νιοῦ, δι­ό­τι ἐξ αἰ­τί­ας τῆς ὑ­περ­βο­λῆς τῶν ἀ­σκη­τι­κῶν κό­πων, δέν ἔ­βα­λε οὔ­τε τρί­χες ἔ­βγα­λε. Μέ τέ­τοι­α λοι­πόν πο­λι­τεί­α καί θαύ­μα­τα, ἀ­φοῦ δι­έ­λαμ­ψε καί αὐ­τός ὁ θεῖ­ος Μα­κά­ριος, ἀ­νε­παύ­θη ἐν εἰ­ρή­νῃ.

Μέ αὐ­τούς τούς δύ­ο Μα­κα­ρί­ους συν­τα­ξι­δεύ­ον­τας μα­ζί με­ρι­κοί τρι­βοῦ­νοι τοῦ βα­σι­λέ­ως πά­ρα πο­λύ ἔν­δο­ξοι, θαύ­μα­ζαν τήν τα­πεί­νω­σι καί πτω­χεί­α πού εἶ­χαν. Τό­τε ἕ­νας ἀ­πό αὐ­τούς εἶ­πε· «Εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι εἶ­σθε ἐ­σεῖς, πού πε­ρι­παί­ζε­τε τόν κό­σμο». Ὁ δέ Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας Μα­κά­ριος, τοῦ ἀ­πήν­τη­σε· «Ἐ­μεῖς μέν πε­ρι­παί­ξα­με τόν κό­σμο, ἀλ­λά ὁ κό­σμος, πε­ρι­παί­ζει ἐ­σᾶς. Γνώ­ρι­ζε ὅ­μως κα­λά, ὅ­τι καί ἐ­μεῖς Μα­κά­ριοι ὀ­νο­μα­ζό­μα­στε, ὅ­πως ἐ­σύ καί χω­ρίς νά θέ­λης μᾶς ὠ­νό­μα­σες». Ὅ­ταν εἶ­πε αὐ­τά ὁ Ἅ­γιος, κα­τα­νύ­χθη­κε ὁ τρι­βοῦ­νος καί, ἀ­φοῦ κα­τε­φρό­νη­σε τά λαμ­πρά τοῦ βί­ου πράγ­μα­τα, ἀρ­νή­θη­κε τά ὑ­πάρ­χον­τά του καί ἔ­γι­νε Μο­να­χός. (Γιά τόν Ἀ­λε­ξαν­δρέ­α Μα­κά­ριο βλέ­πε καί στό Λαυ­σα­ϊ­κό).

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Εὐφρασίας.

Ἡ Ἁ­γί­α αὐ­τή κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν πό­λι τῆς Νι­κο­μη­δεί­ας κα­τά τούς χρό­νους τοῦ βα­σι­λέ­ως Μα­ξι­μια­νοῦ, κα­τά τό ἔ­τος 290, καί προ­ερ­χό­ταν ἀ­πό γέ­νος πλού­σιο καί εἶ­χε δι­ά­θε­σι σώ­φρο­να καί εὐ­σε­βῆ. Αὐ­τή συ­κο­φαν­τή­θη­κε λοι­πόν ὡς Χρι­στια­νή καί ἐ­πει­δή δέν πεί­σθη­κε νά προ­σφέ­ρη θυ­σί­α στούς δαί­μο­νες, δέρ­νε­ται δυ­να­τά. Καί ἐ­πει­δή ἐ­πέ­με­νε στήν ὁ­μο­λο­γί­α τῆς πί­στε­ως τοῦ Χρι­στοῦ, γιά τόν λό­γο αὐ­τόν πα­ρα­δό­θηκε σέ ἕ­ναν βάρ­βα­ρο ἄν­θρω­πο, γιά νά τήν ἀ­τι­μά­ση.

Ἡ Ἁ­γί­α ὅ­μως τόν ἐ­ξα­πά­τη­σε μέ τόν ἑ­ξῆς σο­φό τρό­πο· Ὑ­πο­σχέ­θη­κε ἡ Ἁ­γί­α στόν βάρ­βα­ρο ἐ­κεῖ­νο, ὅ­τι ἄν αὐ­τός δέν τήν πει­ρά­ξη, θά τοῦ δώ­ση ἕ­να ἰ­α­τρι­κό, μέ τό ὁ­ποῖ­ο θά εἶ­ναι ἀ­νώ­τε­ρος ἀ­πό κά­θε σπα­θί καί ἀ­πό κά­θε κον­τά­ρι τῶν ἐ­χθρῶν του. Αὐ­τά λέ­γον­τας, πρό­σθε­σε καί αὐ­τό· ὅ­τι, ἐ­άν θέ­λης νά πλη­ρο­φο­ρη­θῆς, ὅ­τι αὐ­τό πού σοῦ λέ­ω εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νό, δο­κί­μα­σε στόν δι­κό μου λαι­μό· καί ἀ­μέ­σως ἅ­πλω­σε τόν λαι­μό της. Ὁ δέ βάρ­βα­ρος νο­μί­ζον­τας, ὅ­τι τοῦ λέ­ει λό­για ἀ­λη­θι­νά, κτύ­πη­σε δυ­να­τώ­τε­ρα στόν λαι­μό της μέ τό σπα­θί καί ἔ­κο­ψε τήν ἁ­γί­α της κε­φα­λή.

Καί ἔ­τσι μέ­νον­τας ἀ­μό­λυν­τη, ἔ­λα­βε ἡ μα­κα­ρί­α τόν τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου ἄ­φθαρ­το στέ­φα­νο.



[1] Αὐ­τός ὁ νε­κρός ἦ­ταν εἰ­δω­λο­λά­τρης καί ὅ­ταν ἀ­να­στή­θη­κε, πί­στε­ψε στόν Χρι­στό καί βα­πτί­σθη­κε καί ἔι­νε καί μέ τό ὄ­νο­μα Μί­λης. Γι’ αὐ­τόν γί­νε­ται ἀ­να­φο­ρά στόν ἀ­σμα­τι­κό κα­νό­να τοῦ Σαβ­βά­του τῆς Τυ­ρι­νῆς, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­να­φέ­ρει σέ ἀλ­φα­βη­τι­κή σει­ρά τά ὀ­νό­μα­τα τῶν Ὁ­σί­ων, ὀ­νο­μά­ζον­τας τόν Μί­λη νε­κρέ­γερ­το.

[2] Ἡ λίτρα περιέχει δώδεκα οὐγγιές, ἐνῷ ἡ οὐγγιά περιέχει δράμια ὀκτώ.

[3] Βάσανος καί κόλασις ἐδῶ δέν ἐννοεῖται ἐννοεῖται ἡ γενική, διότι αὐτή ἀκόμη δέν δόθηκε στούς ἁμαρτωλούς, ἀλλά ἡ μερική, πού εἶναι λύπη καί θλῖψις καί σκότος, τά ὁποῖα λαμβάνουν ἁμαρτωλοί, πού βρίσκονται στήν φυλακή τοῦ Ἅδη μέχρι τήν δευτέρα τοῦ Χριστοῦ παρουσία.

[4] Προ­σθέ­τει ἀ­κό­μη καί τό ἑ­ξῆς ὁ Παλ­λά­διος, ὅ­τι ἀ­φοῦ ὁ Ἅ­γιος θε­ρά­πευ­σε τήν ἀ­νω­τέ­ρω γυ­ναῖ­κα, τῆς ἔ­δω­κε τήν ἑ­ξῆς συμ­βου­λή λέ­ον­τας· «Γυ­ναῖ­κα, νά μήν ἀ­που­σιά­ζης ἀ­πό τήν κοι­νω­νί­α τῶν Μυ­στη­ρί­ων τοῦ Χρι­στοῦ· ἀλ­λά νά με­τα­λαμ­βά­νης συ­χνά· δι­ό­τι αὐ­τή ἡ δι­α­βο­λι­κή ἐ­νέρ­γεια σοῦ συ­νέ­βη, ἐ­πει­δή δέν με­τά­λα­βες πέν­τε ἑ­βδο­μά­δες. Καί ἀ­πό αὐ­τό βρῆ­κε εὐ­και­ρί­α ὁ Δι­ά­βο­λος καί σέ πεί­ρα­ξε». Με­γά­λος λό­γος πράγ­μα­τι ἀ­να­φέ­ρε­ται γι’  αὐ­τόν τόν Μέ­γα Μα­κά­ριο στόν Εὐ­ερ­γε­τι­νό, σελ. 592, δη­λα­δή, ὅ­τι αὐ­τός ἔ­γι­νε Θε­ός ἐ­πί­γει­ος, ὅ­πως εἶ­ναι γραμ­μέ­νο. Δη­λα­δή, ὅ­τι ὅ­πως ὁ Θε­ός σκε­πά­ζει τόν κό­σμο, ἔ­τσι καί ὁ Ἀβ­βᾶς Μα­κά­ριος σκέ­πα­ζε τά ἐ­λατ­τώ­μα­τα, τά ὁ­ποῖ­α ἔ­βλε­πε, σάν νά μή βλέ­πη καί ἄ­κου­γε σάν νά μήν ἀ­κού­η.

 

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης