Τῷ αὐτῷ μηνί ΛA΄ , μνήμη τῆς Ὁσίας Μeλάνης τῆς Ρωμαίας.

 Τῷ αὐ­τῷ μη­νί ΛA΄ , μνή­μη τῆς Ὁ­σί­ας Με­λά­νης τῆς Ρω­μαί­ας.

Αὐ­τή ἡ Ἁ­γί­α ἔ­ζη­σε στά χρό­νια τοῦ βα­σι­λιᾶ Ὀ­νω­ρί­ου τοῦ υἱ­οῦ τοῦ Θε­ο­δο­σί­ου τοῦ Με­γά­λου, τό ἔ­τος 400. Κα­τα­γό­ταν ἀ­πό γέ­νος πλού­σιο καί λαμ­πρό καί ἔν­δο­ξο. Ἐ­πει­δή ὅμως ἀ­γά­πη­σε τόν Κύ­ριο μέ ὅ­λη της τήν ψυ­χή, γι’ αὐ­τό ­προ­τί­μη­σε νά πα­ρα­μεί­νη παρ­θέ­νος. Οἱ γο­νεῖς της ὅ­μως τήν ­πάν­τρε­ψαν καί χω­ρίς νά τό θέ­λη μέ ἄν­δρα. Ἔ­τσι ἔ­γι­νε μη­τέ­ρα δύ­ο παι­δι­ῶν. Ἔ­πει­τα πε­θαί­νουν οἱ γο­νεῖς καί τά παι­διά της. Γι’ αὐ­τό τόν λό­γο, ἀ­φοῦ ἄ­φη­σε ἡ μα­κά­ρι­α τήν πό­λι τῆς Ρώ­μης, ἔ­με­νε ἔ­ξω στό προ­ά­στει­ο, δη­λα­δή στό κτῆμα της, με­τα­χει­ρι­ζό­με­νη κά­θε ἄ­σκη­σι καί ἀ­ρε­τή. Φρόν­τι­ζε τούς ἀ­σθε­νεῖς. Ὑ­πο­δε­χό­ταν τούς ξέ­νους πού ἐρ­χό­ταν. Καί ἐ­πι­σκε­πτό­ταν αὐ­τούς πού β­ρί­σκον­ταν σέ φυ­λα­κές καί ἐ­ξο­ρί­ες. Ὕ­στε­ρα, ἀ­φοῦ πού­λη­σε ὅ­λα τά ἀ­γρο­κτή­μα­τα καί τήν πε­ρι­ου­σί­α της, πού ἦ­ταν με­γά­λη, συγ­κέν­τρω­σε ἀ­πό τήν τι­μή τους δώ­δε­κα μυ­ριά­δες χρυ­σοῦ, δη­λα­δή ἑ­κα­τόν εἴ­κο­σι χι­λιά­δες φλου­ριά. Τά ὁ­ποῖ­α ­μοί­ρα­ζε σέ Ἐκ­κλη­σί­ες καί Μο­να­στή­ρια.

Καί στίς ἀρ­χές μέν ἔ­τρω­γε στίς δύ­ο ἡ­μέ­ρες μί­α φο­ρά. Με­τά ἀ­πό αὐ­τά ὅ­μως, ­νή­στευ­ε τίς πέν­τε ἡ­μέ­ρες τῆς ἑ­βδο­μά­δος, ἔ­τρω­γε δέ μό­νο τό Σάβ­βα­το καί τήν Κυ­ρια­κή. Καί συ­νή­θι­σε καί ­γυ­μνά­σθη­κε ἡ πα­νύ­μνη­τη σέ κά­θε ἄ­σκη­σι μέ γνῶ­σι πολ­λή καί δι­ά­κρι­σι καί ζω­γρά­φι­ζε πολ­ύ ὡ­ραῖ­α καί ἐ­πι­δέ­ξια. Ὕ­στε­ρα ­πῆ­γε στήν Ἀ­φρι­κή καί ἐ­κεῖ πέ­ρα­σε ἑ­πτά χρό­νια. Καί ἀ­φοῦ ­μοί­ρα­σε τόν πε­ρισ­σό­τε­ρο πλοῦ­το της, ­πῆ­γε στήν Ἀ­λε­ξάν­δρεια. Καί ἀ­πό ἐ­κεῖ ­πῆ­γε στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα. Ἐ­κεῖ λοι­πόν κλεί­νει τόν ἑ­αυ­τό της ἡ μα­κα­ρί­α μέ­σα σέ ἕ­να κε­λλί. Καί μέ τό πα­ρά­δειγ­μά της προ­σελ­κύ­ει στόν ὅ­μοι­ο ζῆ­λο τῆς ἀ­σκή­σε­ως ἐ­νε­νήν­τα Παρ­θέ­νες καί Μοναχές, στίς ὁ­ποῖ­ες ἔ­δινε ἀ­δι­ά­κο­πα τά ἀ­ναγ­καῖ­α γιά τήν ζω­ή τους. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ­κυ­ρι­εύ­θη­κε ἀ­πό τόν πό­νο τοῦ πλευ­ροῦ, γι’ αὐ­τό ἀρ­ρώ­στη­σε βα­ριά. Ἔ­τσι προ­σκά­λε­σε τόν Ἐ­πί­σκο­πο τῆς Ἐ­λευ­θε­ρου­πό­λε­ως καί ­δέ­χθη­κε ἀ­πό αὐ­τόν τήν θεί­α Κοι­νω­νί­α. Ἔ­πει­τα, ἀ­φοῦ ἀ­πο­χαι­ρέ­τη­σε ὅ­λες τίς ἀ­δελ­φές, ἄ­φη­σε τήν τε­λευ­ταί­α αὐ­τή φω­νή τοῦ Ἰ­ώβ· «Ὡς τῷ Κυ­ρί­ω ἔ­δο­ξεν, οὕτω καί ἐ­γέ­νε­το». Καί ἔ­τσι ἀ­μέ­σως πα­ρέ­δω­κε ἡ πα­νύ­μνη­τη τήν ψυ­χή της στά χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ. (Τόν ἀναλυτικό της Βί­ο τῆς βλέ­πε στό Ἐ­κλό­γιο[1]).

 Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ μνή­μη τοῦ Ἁ­γί­ου Ζω­τι­κοῦ του Ὀρ­φα­νο­τρό­φου.

Αὐ­τός ὁ Ἅ­γιος ἔ­ζη­σε στά χρό­νια τοῦ Με­γά­λου Κων­σταν­τί­νου, τό ἔ­τος 330. Κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν πα­λαι­ά Ρώ­μη, γεν­νη­μέ­νος ἀ­πό γέ­νος ἔν­τι­μο καί λαμ­πρό καί ἐκ­παι­δευ­μέ­νος μέ κά­θε σο­φί­α ἀ­πό τήν νε­α­ρή του ἡ­λι­κί­α. Ἐ­πει­δή δέ ἦ­ταν ἔ­ξυ­πνος καί φρό­νι­μος, γι’ αὐ­τό τόν κά­λε­σε ὁ βα­σι­λιάς Μέ­γας Κων­σταν­τῖ­νος καί με­τα­κό­μι­σε στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι καί τι­μή­θη­κε ἀ­πό ἐ­κεῖ­νον μέ τό ἀ­ξί­ω­μα τοῦ μα­γι­στρια­νοῦ. Μα­ζί μέ τόν Ἅ­γιο αὐ­τόν Ζω­τι­κό, ἀ­νέ­βη­καν καί με­ρι­κοί ἄλ­λοι ἄρ­χον­τες ἀ­πό τήν Ρώ­μη στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι, δη­λα­δή ὁ λε­γό­με­νος μα­γι­στρια­νός τῶν ἁρ­μά­των καί ὁ Παυ­λῖ­νος, ὁ ἀ­νε­ψιός του. Καί ἐ­πί ­πλέ­ον καί ὁ Ὀ­λύμ­βριος, καί ὁ Βῆ­ρος καί ὁ Σε­βῆ­ρος, καί ὁ Μα­ρια­νός, καί ὁ Ἄν­θι­μος, ὁ Οὐρ­βί­κιος, ὁ Ἰ­σί­δω­ρος, ὁ Καλ­λί­στρα­τος, ὁ Φλω­ρέν­τιος, ὁ Εὔ­βου­λος, ὁ Σαμ­ψών καί ὁ Στού­διος. Τῶν ὁ­ποί­ων αὐ­τῶν ἀρ­χόν­των τά ὀ­νό­μα­τα, ἐ­πο­νο­μά­ζον­ται ἕ­ως καί σή­με­ρα στούς εὐα­γεῖς οἴ­κους, τούς ὁ­ποί­ους αὐ­τοί οἱ ἴ­διοι ἔ­χτι­σαν.

Λέ­γε­ται λοι­πόν ὅ­τι ἐ­κεῖ­νο τόν και­ρό συ­νέ­βη στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι ἡ λε­γό­με­νη ἱ­ε­ρά νό­σος, δη­λα­δή ἡ λέ­πρα[2], ἡ ὁ­ποί­α, ἐ­πει­δή εἶ­ναι κολ­λη­τι­κή, γι’ αὐ­τό ἔ­κα­νε νό­μο ὁ βα­σι­λιάς, σύμφωνα μέ τόν ὁποῖο ὅ­ποι­ος ἄν­θρω­πος πά­θει τήν συγ­κε­κρι­μέ­νη ἀ­σθέ­νεια, νά ρί­χνε­ται στήν θά­λασ­σα, γιά νά μή τήν με­τα­δώ­ση καί στούς ἄλ­λους. Αὐ­τόν ὅ­μως τόν νό­μο δέν ἄν­τε­χε ὄ­χι νά τη­ρή­ση, ἀλ­λά οὔ­τε νά δῆ καί νά ἀ­κού­ση ὁ συμ­πα­θής καί φι­λά­δελ­φος Ζω­τι­κός. Γι’ αὐ­τό, ἐ­πει­δή πυρ­πο­λή­θη­κε ἀ­πό τόν θεῖ­ο καί ἀ­δελ­φι­κό ζῆ­λο, πῆ­γε στόν βα­σι­λιά καί εἶ­πε· «Ἄς δώ­ση ὁ βα­σι­λιάς σέ ἐ­μέ­να τόν δοῦ­λο του χρυ­σά­φι πο­λύ, γιά νά ἀ­γο­ρά­σω μέ αὐ­τό πο­λύ­τι­μα μαρ­γα­ρι­τά­ρια καί πε­τρά­δια λαμ­πρά πρός δό­ξα καί τι­μή τῆς ἐ­ξου­σί­ας του. Ἐ­πει­δή καί ἐ­γώ ἔ­χω με­γά­λη ἐμ­πει­ρί­α σ’ ­αὐ­τά». Τό­τε ὁ βα­σι­λιάς ­πρό­στα­ξε νά τοῦ δο­θῆ ὅ­σος χρυ­σός ἤ­θε­λε. Ἀ­φοῦ πῆ­ρε λοι­πόν τόν χρυ­σό ὁ θε­ο­φι­λής καί φι­λά­δελ­φος καί ἱ­κα­νό­τα­τος ἐρ­γά­της τῶν ἐν­το­λῶν τοῦ Θε­οῦ Ζω­τι­κός, βγῆ­κε ἀ­πό τό πα­λά­τι μέ χα­ρά στήν καρ­διά του. Καί τί σκαρ­φί­ζε­ται; Κα­θώς εὕ­ρι­σκε τούς δή­μιους, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἔ­παιρ­ναν τούς λε­προύς μέ τήν ἄ­δεια τοῦ ἐ­πάρ­χου τῆς πό­λε­ως καί τούς ἔ­ρρι­χναν στήν θά­λασ­σα,  τούς ἔ­δι­νε ἀρ­κε­τό χρυ­σό. Καί ἔ­τσι ἐ­λευ­θέ­ρω­νε τούς λε­προύς ἀ­πό τόν πνιγ­μό τῆς θα­λάσ­σης. Ἔ­πει­τα αὐ­τός, ἀ­φοῦ τούς ἔ­παιρ­νε ἐ­κεί­νους, τούς πή­γαι­νε πέ­ρα ἀ­πό τό Βυ­ζάν­τιο σέ ἕ­να βου­νό πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν ἐ­κεῖ­νο τόν και­ρό Ἐ­λαι­ών. Καί ἐ­κεῖ, ἀ­φοῦ κα­τα­σκεύ­α­ζε σκη­νές καί κα­λύ­βες, μέ­σα σ’­ αὐ­τές ἀ­νέ­παυ­ε καί ἐ­πι­σκε­πτό­ταν τούς λε­προύς.

Αὐ­τή ἡ θε­ο­κερ­δής ἐ­να­σχό­λη­σι πού ἀ­σκοῦ­σε ὁ Ἅ­γιος, δέν μπό­ρε­σε νά κρυ­φθῆ ἀ­πό τούς πολ­λούς. Κα­θό­τι ἐ­πει­δή ἦ­ταν πολ­λοί οἱ λε­προί, συ­νε­πῶς καί τά ἔ­ξο­δα, πού ­δίνον­ταν ἀ­πό τόν βα­σι­λέ­α κα­θη­με­ρι­νά, ἦ­ταν πά­ρα πολ­λά. Γι’ αὐ­τό ἀ­πό τά πολ­λά αὐ­τά ἔ­ξο­δα ­νό­μι­ζαν οἱ πολ­λοί, ὅ­τι πρό­κει­ται νά ἐ­πέλ­θη πεί­να στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι. Καί ὅ­ταν ἔ­φυ­γε πρός τόν Θε­ό ὁ Μέ­γας Κων­σταν­τῖ­νος, ἀ­νέ­λα­βε ὅ­λη τήν βα­σι­λεί­α τῆς Ἀ­να­το­λῆς ὁ υἱ­ός του ὁ Κων­στάν­τιος, τό ἔ­τος 337, ὄ­χι εὐ­σε­βῶς καί ὀρ­θο­δό­ξως. Δι­ό­τι εἶ­χε τήν αἵ­ρε­σι τοῦ Ἀ­ρεί­ου. Γι’ αὐ­τό ­τι­μώ­ρη­σε πολ­λούς Ὀρ­θο­δό­ξους, ἐ­πει­δή δέν δέ­χον­ταν αὐ­τήν τήν αἵ­ρε­σι. Αὐ­τός λοι­πόν ἀ­πο­στρε­φό­ταν καί τόν μα­κά­ριο αὐ­τόν Ζω­τι­κό, ἐ­πει­δή ἦ­ταν Ὀρ­θό­δο­ξος, μο­λο­νό­τι τόν σε­βό­ταν γιά τήν ἀ­γά­πη, πού ἔ­δει­χνε πρός αὐ­τόν ὁ πα­τέ­ρας του ὁ Ἅ­γιος Κων­σταν­τῖ­νος. Μί­α φο­ρά λοι­πόν ἁρπάζοντας τήν κα­τάλ­λη­λη ἀ­φορ­μή, ­φύ­λα­γε ὀρ­γή καί ἔ­χθρα ἐ­ναν­τί­ον του, νο­μί­ζον­τας τά­χα, ὅ­τι μέ­σῳ τοῦ Ζω­τι­κοῦ πρό­κει­ται νά με­τα­δο­θῆ σέ ὅ­λη τήν πό­λι ἡ ἀ­σθέ­νεια τῆς λέ­πρας. Συ­νέ­βη ὅ­μως καί χτυ­πή­θη­κε ἀ­πό τήν λέ­πρα ἡ θυ­γα­τέ­ρα τοῦ βα­σι­λιᾶ, ἡ ὁ­ποί­α πα­ρα­δό­θη­κε ἀ­πό τόν ἴ­διο τόν πα­τέ­ρα της στόν ἔ­παρ­χο τῆς πό­λε­ως, γιά νά τήν ρί­ξη στήν θά­λασ­σα. Ὁ  Ἅ­γιος ὅ­μως Ζω­τι­κός, δί­νον­τας τήν συ­νη­θι­σμέ­νη πλη­ρω­μή στούς δή­μιους, ἐ­ξα­γό­ρα­σε τήν θυ­γα­τέ­ρα τοῦ βα­σι­λιᾶ καί τήν συμ­πε­ρι­έ­λα­βε στούς ὑ­πόλοι­πους λε­προύς.

Καί ἐ­πει­δή ἔ­τυ­χε, μέ παραχώρησι τοῦ Θε­οῦ, νά γί­νη στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι ἡ ἐλ­πι­ζό­με­νη πεί­να, καί ἡ πό­λις στε­ρή­θη­κε τίς ἀ­ναγ­καῖ­ες πρός τό ζῆν τρο­φές, γι’ αὐ­τό ὁ βα­σι­λιάς προ­σπα­θοῦ­σε νά μά­θη ἀ­πό ποι­ά αἰ­τί­α συ­νέ­βη αὐ­τή ἡ πεῖνα. Τό­τε οἱ συ­κο­φάν­τες καί οἱ ἐ­χθροί τῆς ἀ­λή­θει­ας, ἀ­φοῦ ἔ­λα­βαν ἄ­δεια, κα­τη­γό­ρη­σαν στόν βα­σι­λιά τόν μα­κά­ριο Ζω­τι­κό. Καί ­βε­βαί­ω­ναν, ὅ­τι αὐ­τός εἶ­ναι ὁ αἴ­τιος τῆς πεί­νας, ἐ­πει­δή δι­α­μοι­ρά­ζει στούς λε­προύς, οἱ ὁ­ποῖ­οι εἶ­ναι ἀ­να­ρίθ­μη­το πλῆ­θος, ἄ­φθο­να καί πλου­σι­ο­πά­ρο­χα τά ὑ­λι­κά ἀ­ναγ­καῖ­α ἀ­γα­θά. Μό­λις τά ἄ­κου­σε αὐ­τά ὁ βα­σι­λιάς, κρα­τή­θη­κε μέν γιά λί­γο καί δέν θύ­μω­σε. Δι­ό­τι σε­βό­ταν λί­γο τόν Ὅ­σιο καί ὑ­πο­χω­ροῦ­σε, ὅ­πως εἴ­πα­με πα­ρα­πά­νω. Ἐ­πει­δή ἀ­κό­μη δέν εἶ­χε ἀ­πο­λαύ­σει τά μαρ­γα­ρι­τά­ρια καί τά πο­λύ­τι­μα πε­τρά­δια, πού εἶ­χε ὑ­πο­σχε­θῆ νά ἀ­γο­ρά­ση. Κα­θώς ­πεί­σθη­κε ὅ­μως ἀ­πό κα­κο­προ­αί­ρε­τους ἀν­θρώ­πους, ­πρό­στα­ξε νά συλλάβουν τόν Ἅ­γιο Ζω­τι­κό. Ὁ δέ Ὅ­σιος, ὅ­ταν τό ἔ­μα­θε αὐ­τό, πῆ­γε κρυ­φά μέ προ­θυ­μί­α στό βα­σι­λι­κό πα­λά­τι, καί μπαί­νον­τας μέ­σα, μι­λᾶ χω­ρίς φό­βο στόν βα­σι­λιά. Ὁ δέ βα­σι­λιάς τοῦ λέει εἰ­ρω­νι­κά· «Ἦλ­θε, μα­γι­στρια­νέ, τό κα­ρά­βι πού ἔ­φε­ρε τά μαρ­γα­ρι­τά­ρια καί τά πο­λύ­τι­μα πε­τρά­δια»; Ὁ Ὅ­σιος ἀ­πο­κρί­θη­κε· «Ναί βα­σι­λιά, ἦλ­θε. Γι­’­ αὐ­τό, ἄν ἐ­πι­θυ­μῆς, ἔ­λα μα­ζί μέ τόν δοῦ­λο σου γιά νά τά δῆς». Ἀ­μέ­σως λοι­πόν ὁ βα­σι­λιάς χω­ρίς νά ἀρ­γο­πο­ρή­ση, ξε­κί­νη­σε τόν δρό­μο. Ὁ δέ μα­κά­ριος Ζω­τι­κός ­πῆ­γε μπρο­στά, καί εἶ­πε στούς λε­προύς ἀ­δελ­φούς νά βγοῦν ὅ­λοι ἀ­πό τίς κα­λύ­βες τους μα­ζί μέ τήν θυ­γα­τέ­ρα τοῦ βα­σι­λιᾶ, βα­στῶν­τας λαμ­πά­δες ἀ­ναμ­μέ­νες στά χέ­ρια τους, γιά νά τόν προ­ϋ­παν­τή­σουν. Ὁ  βα­σι­λιάς, μό­λις ἔ­φθα­σε στόν τό­πο ἐ­κεῖ­νο τοῦ Ἐ­λαι­ῶ­νος καί εἶδε τούς λε­προύς νά κρα­τᾶ­νε λαμ­πά­δες, ­θαύ­μα­σε μέ τό με­γά­λο πλῆ­θος τους. Καί «ποι­οί», εἶ­πε, «εἶ­ναι αὐ­τοί;». Ὁ Ζω­τι­κός, δεί­χνον­τας μέ τό δά­χτυ­λό του ἀ­πάν­τη­σε· «Αὐ­τοί εἶ­ναι, βα­σι­λιά, τά πο­λύ­τι­μα πε­τρά­δια καί τά λαμ­πρά μαρ­γα­ρι­τά­ρια, τά ὁ­ποῖ­α ἐ­γώ μέ πο­λύ κό­πο τά ἀ­γό­ρα­σα».

Ὁ βα­σι­λιάς ὅ­μως, ἐ­πει­δή νό­μι­σε, ὅ­τι ἔ­κα­νε τό πρᾶγ­μα αὐ­τό, γιά νά τόν πε­ρι­παί­ξη, ἄ­να­ψε ἀ­πό τόν θυ­μό. Καί ἀ­μέ­σως προ­στά­ζει νά δέ­σουν ἀ­νε­λέ­η­τα τόν Ὅ­σιο ἀ­πό ἄ­γρια μου­λά­ρια. Καί ἔ­πει­τα νά τά δι­ώ­χνουν πρός τίς πέ­τρες πού β­ρί­σκον­ταν ἐ­κεῖ, ἔ­τσι ὥ­στε συρό­με­να τά μέ­λη τοῦ σώ­μα­τός του, νά κα­τα­κο­ποῦν καί ἔ­τσι βί­αι­α νά χω­ρι­σθῆ ὁ Ἅ­γιος ἀ­πό τήν πα­ροῦ­σα ζω­ή. Τά μου­λά­ρια λοι­πόν κα­θώς τά ἔ­δερ­ναν καί τά ­κέν­τρι­ζαν μέ κεν­τριά, μπρο­στά στά μά­τια τοῦ βα­σι­λιᾶ, κα­ταγ­κρέ­μι­σαν ἀ­λλοί­μο­νο! μέ τόν βί­αι­ο καί ὁρ­μη­τι­κό δρό­μο τους τόν Ἅ­γιο ἀ­πό τό βου­νό στόν κα­τή­φο­ρο. Ἔ­τσι τά μέ­λη τοῦ πα­νύ­μνη­του Ζω­τι­κοῦ δι­ε­σκορ­πί­σθη­καν ἐ­δῶ καί ἐ­κεῖ. Καί τά μά­τια του κα­τα­στρά­φη­καν. Στόν τό­πο ὅ­μως πού γί­νον­ταν αὐ­τά, ἐ­κεῖ ἀ­νέ­βλυ­σε μί­α βρύ­σις κα­θα­ροῦ καί πό­σι­μου νε­ροῦ. Ἡ ὁ­ποί­α γι­α­τρεύ­ει κά­θε νό­σο, δη­λα­δή πο­λύ­χρο­νη, καί κά­θε μα­λα­κί­α, δη­λα­δή ἀ­σθέ­νεια ὀ­λι­γό­χρο­νη, πρός δό­ξα τοῦ φι­λεύ­σπλαγ­χνου Θε­οῦ, καί πρός ἔ­παι­νο τοῦ ὑ­πη­ρέ­τη του τοῦ Ζω­τι­κοῦ. Ὅ­ταν δέ ὁ Ἅ­γιος συ­ρό­με­νος πα­ρέ­δω­σε τήν ψυ­χή του στά χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ, τό­τε ἀ­μέ­σως καί τά μου­λά­ρια στά­θη­καν καί ἔ­μει­ναν ἀ­κί­νη­τα, πα­ρ’­ ὅ­λο πού τά ἔ­δερ­ναν δυ­να­τά οἱ στρα­τι­ῶ­τες.

Καί ὄ­χι μό­νο αὐ­τό, ἀλ­λά, ὤ τοῦ πα­ρα­δό­ξου θαύ­μα­τος! καί μέ ἀν­θρώ­πι­νη φω­νή ­φώ­να­ξαν τά μου­λά­ρια, γιά νά τά ἀ­κού­σουν ὅ­λοι, νι­κῶν­τας μέν τήν ἀ­σπλαγ­χνί­α καί τόν πα­ρα­λο­γι­σμό τοῦ βα­σι­λιᾶ καί ὀ­νο­μά­ζον­τάς τον τυ­φλό καί ἀ­ναί­σθη­το. Φα­νε­ρώ­νον­τας δέ, ὅ­τι σέ ἐ­κεῖ­νο τόν ἴ­διο τό­πο πρέ­πει νά ἐν­τα­φιά­σουν τό λεί­ψα­νο τοῦ Ἁ­γί­ου. Καί ὅ­ταν τά εἶ­δε καί τά ἄ­κου­σε αὐ­τά ὁ βα­σι­λιάς, ­γέ­μι­σε ἀ­πό θαυ­μα­σμό καί ἔκ­στα­σι. Γι’ αὐ­τό μέ στε­ναγ­μούς καί συν­τε­τριμ­μέ­νη καρ­διά καί μέ πι­κρά δά­κρυ­α πα­ρα­κα­λοῦ­σε τόν Κύ­ριο, νά δεί­ξη ἔ­λε­ος σ’­ αὐ­τόν, φω­νά­ζον­τας ὅ­τι ἀ­πό ἄ­γνοι­α ἔ­γι­ναν ὅ­σα αὐ­τός δι­έ­πρα­ξε. Καί ἀ­μέ­σως προ­στά­ζει, νά ἐν­τα­φια­σθῆ μέν τό σῶ­μα τοῦ Μάρ­τυ­ρος μέ πολ­λή ἐ­πι­μέ­λεια καί μέ ὑ­περ­βάλ­λου­σα τι­μή. Νά κτι­σθῆ δέ, μέ πο­λύ πρό­θυ­μη φρον­τί­δα καί βα­σι­λι­κά ἔ­ξο­δα σπί­τι καί πο­λύ με­γά­λο ἵ­δρυ­μα γιά τήν ἀ­νά­παυ­σι τῶν λε­πρῶν καί νά ἀ­φι­ε­ρω­θοῦν σ’­ αὐ­τό πά­ρα πολ­λά κτήματα καί χω­ρά­φια. Τό τί­μιο λοι­πόν λεί­ψα­νο τοῦ Ἁ­γί­ου Ζω­τι­κοῦ ἀ­πό τό­τε καί ἕ­ως καί σή­με­ρα, δέν παύ­ει νά ἐπιτελῆ ἄ­πει­ρα θαύ­μα­τα μέ τήν χά­ρι τοῦ φι­λαν­θρώ­που Θε­οῦ. Τε­λεῖ­ται δέ ἡ  Σύ­να­ξί του στόν ἀ­πο­στο­λι­κό Να­ό τοῦ Ἁ­γί­ου Παύ­λου, ὁ ὁ­ποῖ­ος βρί­σκε­ται στό Ὀρ­φα­νο­τρο­φεῖ­ο.



[1] Ὁ ἑλ­λη­νι­κός βί­ος της σώ­ζε­ται στήν Με­γί­στη Λαύ­ρα, στήν Μο­νή τῶν Ἰ­βή­ρων καί σέ ἄλ­λες, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Ἦν ἄ­ρα καί τοῦ­το τῆς με­γί­στης τῶν πά­λαι».

[2] Ἱ­ε­ρά νό­σος λέ­γε­ται ἡ λέ­πρα, ἀ­πό τό ἱ­ε­ρό κόκ­κα­λο τοῦ ἀν­θρώ­που, δη­λα­δή τό πο­λύ με­γά­λο κόκ­κα­λο, πού β­ρί­σκε­ται πί­σω ἀ­πό τήν ρά­χη, καί συγ­κρα­τεῖ ὅ­λους τούς συν­δέ­σμους τῶν κοκ­κά­λων. Τό ὁ­ποῖ­ο ὀ­νο­μά­ζε­ται καί ἄ­καν­θα. Ἐ­πει­δή ἡ λέ­πρα ἀρ­χί­ζει ἀ­πό τό με­γά­λο αὐ­τό κόκ­κα­λο καί ἀ­πό αὐ­τό κα­τα­φθεί­ρει τούς μυ­ε­λούς, ὅ­πως λέ­νε οἱ για­τροί. Καί ἔ­τσι ἀ­πό ἐ­κεῖ προ­χω­ρᾶ σέ ὅ­λο τό σῶ­μα.

 

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης