Τῷ αὐτῷ μηνί ΙΗ΄, μνήμη τῶν ἐν Ἁγίοις Πατέρων ἡμῶν Ἀθανασίου καί Κυρίλλου, Ἀρχιεπισκόπων Ἀλεξανδρείας.
Ἀπό τούς δύο αὐτούς Πατέρας ἡμῶν, ὁ μέν Ἅγιος Ἀθανάσιος, ἔζησε στά χρόνια τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, κατά τό ἔτος 318, καί ἦταν παρών στήν Πρώτη Οἰκουμενική Σύνοδο, πού ἔγινε τήν Νίκαια κατά τό ἔτος 325, Διάκονος ὄντας ἔχοντας τήν θέσι του τότε Ἀλεξανδρείας Ἀλεξάνδρου, ὅπου καί καταντρόπιασε τόν δυσσεβῆ Ἄρειο μέ λόγους σοφίας καί μέ ἀποδείξεις τῶν θείων Γραφῶν.
Ἀφοῦ ἐκοιμήθη ὁ μακάριος Ἀλέξανδρος, ἔγινε τῆς Ἀλεξανδρείας Ἀρχιεπίσκοπος. Καί ἐπειδή ὁ Κωνστάντιος, ὁ υἱός τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου ἦταν Ἀρειανός, γι’ αὐτό ἐξώρισε σέ διαφόρους τόπους αὐτόν τόν Μέγα Ἀθανάσιο. Καί ὑπομένοντας ὁ μακάριος τούς διωγμούς σαράντα χρόνια πρός Κύριο ἐξεδήμησε[44].
Ὁ Ἅγιος Κύριλλος ἔζησε στά χρόνια τῆς βασιλείας Θεοδοσίου τοῦ μικροῦ κατά τό ἔτος 415, ἀνεψιός ὄντας τοῦ Θεοφίλου, Ἀρχιεπισκόπου Ἀλεξανδρείας καί ἔγινε διάδοχος τοῦ θρόνου του. Αὐτός ἦταν ἔξαρχος καί προστάτης τῆς ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Τρίτης Συνόδου, πού συγκροτήθηκε στήν Ἔφεσο, κατά τό ἔτος 431 καί καθαίρεσε τόν δυσσεβῆ Νεστόριο, ὁ ὁποῖος πολλά βλάσφημα δογμάτισε ὁ κακόδοξος κατά τῆς Ἁγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου. Καί ἀφοῦ ἕλλαμψε μέ πολλά κατορθώματα καί ἀρετές αὐτός ὁ Ἅγιος Κύριλλος, πρός Κύριον ἐξεδήμησε.
Ἦταν δέ ὡς πρός τόν χαρακτῆρα τοῦ σώματος, ὁ μέν Ἅγιος Ἀθανάσιος, μέτριος κατά τό μέγεθος καί τήν ἡλικία, λίγο πλατύς, σκυπτός, χαρούμενος στό πρόσωπο, ἔχοντας ὄμορφο χρῶμα, φαλακρός στήν κεφαλή, καί τήν μύτη τήν εἶχε κυρτή, σάν τοῦ γερακιοῦ. Δέν εἶχε τό πρόσωπο μακρουλό, εἶχε πλατειά τά σιαγόνια, τό γένιο μέτριο καί τό στόμα μικρό. Δέν ἦταν πολλύ ἄσπρος, ἀλλά ἔλαμπε μέ ἕνα χρῶμα ὑπόξανθο.
Ὁ δέ Ἅγιος Κύριλλος, εἶχε λίγο πιό ὄμορφο τό χρῶμα τοῦ προσώπου, εἶχε τά φρύδια πυκνά καί μεγάλα καί στρογγυλά μέ εὐαρμοστία. Ἦταν μακρομύτης, εἶχε τά μάγουλα μακρυά καί τά χείλη παχέα, ἦταν φαλακρός, εἶχε τό μέτωπο μικρό καί τό γένι πυκνό καί μακρύ, εἶχε τά μαλλιά συνεστραμμένα καί σγουρά, ἦταν λίγο ξανθός, εἶχε τίς τρίχες ἀνακατεμένες, δηλαδή ἄσπρες μέ μαῦρες. Τελεῖται ἡ Σύναξί τους στήν ἁγιώτατη Μεγάλη Ἐκκλησία. (Βλέπε τόν Βίο μέν τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου στόν Νέο Θησαυρό καί ἐγκώμιό του στήν Σαγήνη. Τόν Βίο δέ τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου βλέπε στό Νέον Ἐκλόγιον, σελ. 139-148[45]).
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Θεοδούλης.
Συνδοῦλον οὐκ ἔφριττε πῦρ Θεοδούλη,
Θεῷ τιθεῖσα δουλικῶς τάς ἐλπίδας.
Κατά τούς χρόνους τοῦ Διοκλητιανοῦ καί τοῦ Μαξιμιανοῦ, κατά τό ἔτος 298, στάλθηκε στήν Ἀνάζαρβο, πόλι τῆς Κιλικίας, ἕνας ἡγεμόνας, ὀνόματι Πελάγιος, γιά νά τιμωρήση τούς Χριστιανούς, πού ἦταν ἐκεῖ. Τότε λοιπόν καί ἡ Ἁγία αὐτή Θεοδούλη, πού καταγόταν ἀπό τήν πόλι αὐτή τήν Ἀνάζαρβο, ἡ ὁποία κατόπιν ὠνομάσθηκε Διοκαισάρεια καί Καισαραυγούστα, καί τώρα ὀνομάζεται ἀπό τούς Τούρκους Ἄκ Ἰσάρ, ἤ, Ἄκ Σεράι, ἀπό ἐκεῖ, λέω, ἡ Ἁγία αὐτή καταγόμενη, συνελήφθη ὡς Χριστιανή καί παρουσιάσθηκε στό κριτήριο τοῦ Πελαγίου. Ἐκεῖ ὁμολογῶντας τόν Χριστό Θεό ἀληθινό ἐνώπιον ὅλων, κρεμάσθηκε ἀπό τά μαλλιά τῆς κεφαλῆς ἐπάνω σέ ἕνα κυπαρίσσι. Ἔπειτα πλήγωσαν τούς μαστούς της μέ σουβλιά πυρακτωμένα. Ἐπειδή ὅμως ἡ Ἁγία εἶπε πρός τόν ἡγεμόνα· «Ποῦ εἶναι οἱ θεοί σου; Δεῖξέ τους σέ μένα γιά νά τούς τιμήσω, ὅσο μπορῶ»· γι’ αὐτό ἀμέσως τήν κατεβάζουν καί τήν στέλνουν στόν ναό τοῦ εἰδώλου Ἀδριανοῦ, πού τόν εἶχαν ἐκεῖ ὡς περίφημο καί ξακουστό.
Μπαίνοντας λοιπόν ἡ Ἁγία μέσα στόν ναό, προσευχήθηκε στόν ἀληθινό Θεό καί μέ μόνο τό φύσημά της, ἔπεσε ἀμέσως τό ἄγαλμα τοῦ Ἀδριανοῦ καί χωρίσθηκε σέ τρία κομμάτια. Κατόπιν βγαίνοντας ἔξω, λέει πρός τόν ἡγεμόνα· «Μπές μέσα καί βοήθησε τόν θεό σου Ἀδριανό, διότι αὐτός ἔπεσε κατά γῆς καί ἔγινε κομμάτια». Ὁ ἡγεμόνας λοιπόν τρέχοντας, μπῆκε στόν ναό καί βλέποντας κατά γῆς τόν Ἀδριανό μοιρασμένο σέ τρία κομμάτια, θρήνησε μέ θυμό. Ὅταν ἔφθασε αὐτό καί στά αὐτιά τοῦ βασιλιά, ἀμέσως στάλθηκε ὁ πρῶτος ἄρχοντας, πού ἦταν στό βασιλικό παλάτι, πού βρίσκεται στήν πόλι Ἀνάζαρβο, νά ἐξετάση, ἐάν εἶναι ἀληθινό αὐτό τό πρᾶγμα, νά ρίξουν τόν Πελάγιο στά θηρία γιά νά τόν φᾶνε. Ὅταν τό ἔμαθε ὁ Πελάγιος, ἔπεσε στά πόδια τῆς Ἁγίας Θεοδούλης, παρακαλῶντας την μέ δάκρυα νά προσευχηθῆ στόν Θεό, γιά νά γίνη πάλι τέλειο τό ἄγαλμα τοῦ θεοῦ τους, πού κομματιάσθηκε καί νά τοποθετηθῆ πάλι στόν τόπο, πού ἦταν προηγουμένως, ὑποσχόμενος, ὅτι ἄν γίνη αὐτό, νά πιστέψη καί αὐτός στόν Χριστό καί νά γίνη Χριστιανός.
Τότε ἡ Ἁγία προσευχήθηκε καί ἀμέσως τό κομματιασμένο εἴδωλο ἔγινε ὁλόκληρο καί τοποθετήθηκε πάλι στόν προηγούμενο τόπο του, τό ὁποῖο βρίσκοντάς το σῶο ὁ ἀπεσταλμένος ἄρχοντας ἀπό τόν βασιλιά, ἐπέστρεψε καί ἔδωσε τήν εἴδησι αὐτή στόν βασιλιά. Τότε ὁ βασιλιάς διατάζει τόν Πελάγιο μέ γράμματα, νά τιμωρήση πρῶτα τήν Ἁγία μέ διάφορες τιμωρίες καί ἔπειτα νά τήν παραδώση σέ σκληρό θάνατο. Ὁ Πελάγιος λοιπόν διέταξε νά καταξεσχίσουν τίς σάρκες τῆς Ἁγίας μέ σουβλιά πυρακτωμένα. Ὅμως ἐπειδή ἔβλεπε τήν Μάρτυρα νά μή φροντίζη γιά τά βάσανα καθόλου, ὠργιζόταν ὁ ταλαίπωρος καί τρισάθλιος, καί τί νά κάνη δέν ἤξερε. Τότε ὁ Ἑλλάδιος ὁ κομενταρήσιος, πού βρισκόταν δίπλα του, λέει πρός τόν Πελάγιο· «Δῶσε σέ μένα τήν ἐξουσία καί ἄν ἐγώ δέν τήν καταπείσω νά θυσιάση στό εἴδωλο τοῦ Ἀδριανοῦ, ἀποκεφάλισέ με». Ἀμέσως λοιπόν ἔλαβε τήν ἐξουσία νά κάνη ἐκεῖνα, πού εἶχε στόν νοῦ του.
Ἔκανε λοιπόν πέντε καρφιά ἀπό τά ὁποῖα τά μέν δύο, τά ἔμπηξε στά αὐτιά τῆς Ἁγίας, τό ἕνα ἔμπηξε στό μέτωπό της, καί τά ἄλλα δύο, ἔμπηξε στούς μαστούς της. Ἀφοῦ τά κάρφωσε ὅλα, σήκωσε ἡ Ἁγία τούς ὀφθαλμούς τῆς διανοίας της στόν οὐρανό καί προσευχήθηκε στόν Θεό, νά τῆς δοθῆ ὑπομονή, γιά νά ὑποφέρη τό ἀνυπόφορο ἐκεῖνο μαρτύριο. Ἔτσι μετά ἀπό λίγο, δόθηκε στήν Ἁγία ἡ ὑπομονή πού ζήτησε. Βλέποντας ὅμως ὁ κομενταρήσιος τήν τόση μεγάλη ὑπομονή καί γενναιοκαρδία τῆς Ἁγίας, καί πώς ἐκεῖνο τό σκληρό μαρτύριο τό θεωροῦσε ὡς τίποτε, καί ἐπί πλέον σκεπτόμενος καί ὅτι, ἄν δέν πεισθῆ ἡ Ἁγία νά ἀρνηθῆ τόν Χριστό, θά κινδυνεύση ἡ ζωή του, ὅπως ὑποσχέθηκε· ἐξ αἰτίας ὅλων αὐτῶν, λέω, προσκάλεσε τήν Ἁγία στό σπίτι του καί τήν παρακαλοῦσε νά θυσιάση μέ αὐτόν στά εἴδωλα. Ἡ δέ Ἁγία βλέποντας τόν φόβο πού εἶχε, προσευχήθηκε γι’ αὐτόν στόν Θεό. Κατόπιν ἀφοῦ τόν δίδαξε μέ τά θεῖα της λόγια, τόν ἔπεισε νά γίνη Χριστιανός.
Ὅταν λοιπόν ξημέρωσε, παρουσιάσθηκε στόν Πελάγιο ὁ κομενταρήσιος μαζί μέ τήν Ἁγία, καί τοῦ λέει· «Δέν μπόρεσα νά πείσω τήν δούλη τοῦ ὄντως ἀληθινοῦ Θεοῦ νά ἀλλάξη ἀπό τόν σωστό καί καλό δρόμο, πού βαδίζει. Αὐτή μᾶλλον ἄλλαξε ἐμένα καί μέ ἐλευθέρωσε ἀπό τό σκοτάδι ἀγνωσίας, στό ὁποῖο μέχρι τώρα βρισκόμουνα. Διότι ἀφοῦ φώτισε μέ τά θεϊκά της λόγια τούς νοερούς ὀφθαλμούς τῆς ψυχῆς μου, μέ πρόσφερε στόν Κύριό μου Ἰησοῦ Χριστό, τόν ἀληθινό Θεό». Ἀκούγοντας αὐτά ὁ Πελάγιος, ἄναψε ἀπό τόν θυμό. Τότε πρόσταξε νά κοπῆ ἡ κεφαλή του καί τό σῶμα του νά ριχθῆ στήν θάλασσα. Καί ἔτσι ὁ μακάριος Ἑλλάδιος τέλειωσε τό μαρτύριο, κατά τήν 24η τοῦ Ἰανουαρίου μηνός. Τήν δέ Ἁγία πρόσταξε νά βάλουν μέσα σέ κάμινο ἀναμμένη, στήν ὁποία παραμένοντας ἀβλαβής, προσευχόταν μέσα σ’ αὐτήν καί δόξαζε τόν Θεό.
Τότε ἀπορῶντας ὁ ἡγεμόνας, φώναζε δυνατά· «Δέν ξέρω τί νά κάνω μέ αὐτήν τήν βιαιοθάνατη!». Ἕνας ὅμως ἀπό ἐκείνους πού ἦταν ἐκεῖ κοντά, Βοηθός ὀνομαζόμενος, «παράδοσέ την σέ μένα, εἶπε, ὦ ἡγεμόνα. Διότι ἐγώ δέν εἶμαι ἀνόητος καί ἄμυαλος, ὅπως ἦταν ὁ κομενταρήσιος, γιά νά πεισθῶ σ’ αὐτήν». Ὁ ἄρχοντας παρέδωσε τήν Ἁγία σ’ αὐτόν. Παίρνοντας λοιπόν ὁ Βοηθός τήν Μάρτυρα στό σπίτι του, δέχθηκε καί αὐτός τούς λόγους καί τίς διδασκαλίες της, καί ἀλλοιώθηκε τήν θεία ἀλλοίωσι, ὅπως καί ὁ κομενταρήσιος. Καί λοιπόν τήν ἑπόμενη ἡμέρα, παρουσιάσθηκε καί αὐτός στόν Πελάγιο μαζί μέ τήν Ἁγία καί τοῦ λέει· «Ὅσον ἀφορᾶ τίς δικές μου ὑποθέσεις, ὦ ἡγεμόνα, ἔρχομαι νά σοῦ φανερώσω τά ἑξῆς· Γνώρισε ὅτι καί ἐγώ ὁμολογῶ τόν Χριστό Θεό ἀληθινό καί ὅτι οἱ ἐλπίδες τῶν ὑποσχέσεών μου φάνηκαν μάταιες καί κούφιες. Διότι εἶναι καλλίτερο νά φανῶ ψεύτης καί νά γίνω συγκληρονόμος τοῦ Χριστοῦ, παρά νά ἀληθεύσω καί νά κερδίσω τήν γέεννα τοῦ πυρός. Ἀλλά καί ἐσύ, ὦ ἡγεμών, ἔπρεπε νά εὐχαριστήσης τόν ἀληθινό Θεό, πού σέ λύτρωσε ἀπό τόν θάνατο καί νά πιστέψης σ’ αὐτόν, ὅπως ὑποσχέθηκες. Ἐσύ ὅμως, ὄχι μόνο αὐτό δέν ἔκανες, ἀλλά καί φάνηκες ἀχάριστος, καί τήν εὐεργέτιδά σου Θεοδούλη, παρέδωσες σέ ἀνυπόφορα βάσανα». Μόλις εἶπε αὐτά ὁ Βοηθός, πρόσταξε ὁ Πελάγιος καί ἔκοψαν τήν τιμία του κεφαλή. Τήν δέ Ἁγία πρόσταξε νά ἁπλωθῆ ἐπάνω σέ πυρακτωμένη σκάρα, καί ἀπό ἐπάνω ἡ σκάρα νά ραντίζεται πίσσα,
λάδι καί κερί, γιά νά ἀνάβη ἡ σκάρα περισσότερο μέ αὐτά. Καί ὁ μέν Βοηθός, ἀφοῦ τέλειωσε τό μαρτύριό του, ἀπῆλθε πρός τόν Κύριο, ἐνῷ ἡ Θεοδούλη, ἀφοῦ προσευχήθηκε, ἀνέβηκε ἐπάνω στήν σκάρα. Καί ὅπως τήν δέχθηκε ἡ σκάρα, διασκορπίσθηκε καί ἐξεσφενδόνησε πολλά κάρβουνα σέ ὅσους ἦταν ἐκεῖ κοντά καί κατέκαψε τούς περισσοτέρους ἀπό αὐτούς. Τότε ἔβαλαν τήν Ἁγία στήν φυλακή. Τήν δέ ἑπομένη ἡμέρα, ἄναψαν μεγάλο καμίνι καί ἔβαλαν μέσα αὐτήν τήν Ἁγία μαζί μέ τόν Εὐάγριο καί τόν Μακάριο καί ἄλλους πολλούς Ἁγίους. Καί ἐκεῖ ἔλαβαν ὅλοι μαζί τό μακάριο τέλος τοῦ μαρτυρίου καί τούς ἀμαράντους στεφάνους ἀπό τόν Κύριο.
[43] Σημειώνουμε ἐδῶ, ὅτι ἡ κύρια μνήμη τῆς τελευτῆς τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου, δέν εἶναι σήμερα, ἀλλά κατά τήν 9η τοῦ Ἰουνίου μηνός. Σήμερα εἶναι μόνο ἡ μνήμη τῆς φυγῆς τοῦ Ἁγίου, ὡς φανερώνει αὐτό τό δίστιχο, δηλαδή τῆς φυγῆς ἀπό τήν Ἀλεξάνδρεια στήν Ἔφεσο, ἴσως τῆς ἀναβάσεως αὐτοῦ. Ἄξια ἑορτῆς κρίθηκε ἡ φυγή αὐτή τοῦ Ἁγίου, διότι ἔγινε αἰτία πολλῶν ἀγαθῶν στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Διότι μέ τήν φυγή αὐτή συγκροτήθηκε ἡ ἁγία καί Οἰκουμενική Τρίτη Σύνοδος, ἐξωστρακίσθηκε ἡ τοῦ Νεστορίου βλάσφημη αἵρεσις καί ἡ Ὀρθοδοξία τῆς πίστεως κηρύχθηκε στήν οἰκουμένη. Τό δέ «σιγῆς» πού βρίσκεται στά τυπωμένα Μηναῖα ἀντί τοῦ «φυγῆς», εἶναι τυπογραφικό λάθος.
[44] Σημείωσε, ὅτι Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἐγκώμιο γλαφυρό πλέκει σ’ αὐτόν τόν Μέγα Ἀθανάσιο, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Ἀθανάσιον ἐπαινῶν, ἀρετήν ἐπαινέσομαι». (Σώζεται στά ἔργα πού ἔχουν ἐκδοθῆ). Στήν Μεγίστη Λαύρα δύο Βίοι σώζονται αὐτοῦ τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου, ἀπό τούς ὁποίους ὁ ἕνας ἀρχίζει μέ τό· «Ἄλλοι μέν ἄλλα», ἐνῷ ὁ ἄλλος ὡς ἑξῆς· «Πολλοί μέν τῶν Ἁγίων».
[45] Περιττά γράφεται στόν τυπωμένο Συναξαριστή τό Συναξάρι τοῦ Ὁσίου Μαρκιανοῦ, διότι αὐτό γράφτηκε προηγουμένως στήν 2α τοῦ Νοεμβρίου, ὅπου καί ἑορτάζεται.


Login