Τῷ αὐτῷ μηνί ΙΗ΄, μνήμη τῶν ἐν Ἁγίοις Πατέρων ἡμῶν Ἀθανασίου καί Κυρίλλου, Ἀρχιεπισκόπων Ἀλεξανδρείας.

Τῷ αὐτῷ μηνί ΙΗ΄, μνήμη τῶν ἐν Ἁγίοις Πατέρων ἡμῶν Ἀθανασίου καί Κυρίλλου, Ἀρχιεπισκόπων Ἀλεξανδρείας.

 

  Ἀ­πό τούς δύ­ο αὐ­τούς Πα­τέ­ρας ἡ­μῶν, ὁ μέν Ἅ­γιος Ἀ­θα­νά­σιος, ἔ­ζη­σε στά χρό­νια τοῦ Με­γά­λου Κων­σταν­τί­νου, κα­τά τό ἔ­τος 318, καί ἦ­ταν πα­ρών στήν Πρώ­τη Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δο, πού ἔ­γι­νε τήν Νί­και­α κα­τά τό ἔ­τος 325, Δι­ά­κο­νος ὄν­τας ἔ­χον­τας τήν θέ­σι του τό­τε Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας Ἀ­λε­ξάν­δρου, ὅ­που καί κα­ταν­τρό­πια­σε τόν δυσ­σε­βῆ Ἄ­ρει­ο μέ λό­γους σο­φί­ας καί μέ ἀ­πο­δεί­ξεις τῶν θεί­ων Γρα­φῶν.

Ἀ­φοῦ ἐ­κοι­μή­θη ὁ μα­κά­ριος Ἀ­λέ­ξαν­δρος, ἔ­γι­νε τῆς Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος. Καί ἐ­πει­δή ὁ Κων­στάν­τιος, ὁ υἱ­ός τοῦ Με­γά­λου Κων­σταν­τί­νου ἦ­ταν Ἀ­ρεια­νός, γι’ αὐ­τό ἐ­ξώ­ρι­σε σέ δι­α­φό­ρους τό­πους αὐ­τόν τόν Μέ­γα Ἀ­θα­νά­σιο. Καί ὑ­πο­μέ­νον­τας ὁ μα­κά­ριος τούς δι­ωγ­μούς σα­ράν­τα χρό­νια πρός Κύ­ριο ἐ­ξε­δή­μη­σε[44].

Ὁ Ἅ­γιος Κύ­ριλ­λος ἔ­ζη­σε στά χρό­νια τῆς βα­σι­λεί­ας Θε­ο­δο­σί­ου τοῦ μι­κροῦ κα­τά τό ἔ­τος 415, ἀ­νε­ψιός ὄν­τας τοῦ Θε­ο­φί­λου, Ἀρ­χι­ε­πι­σκό­που Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας καί ἔ­γι­νε δι­ά­δο­χος τοῦ θρό­νου του. Αὐ­τός ἦ­ταν ἔ­ξαρ­χος καί προ­στά­της τῆς ἁ­γί­ας καί Οἰ­κου­με­νι­κῆς Τρί­της Συ­νό­δου, πού συγ­κρο­τή­θη­κε στήν Ἔ­φε­σο, κα­τά τό ἔ­τος 431 καί κα­θαί­ρε­σε τόν δυσ­σε­βῆ Νε­στό­ριο, ὁ ὁ­ποῖ­ος πολ­λά βλά­σφη­μα δογ­μά­τι­σε ὁ κα­κό­δο­ξος κα­τά τῆς Ἁ­γί­ας Δε­σποί­νης ἡ­μῶν Θε­ο­τό­κου. Καί ἀ­φοῦ ἕλ­λαμ­ψε μέ πολ­λά κα­τορ­θώ­μα­τα καί ἀ­ρε­τές αὐ­τός ὁ Ἅ­γιος Κύ­ριλ­λος, πρός Κύ­ριον ἐ­ξε­δή­μη­σε.

Ἦ­ταν δέ ὡς πρός τόν χα­ρα­κτῆ­ρα τοῦ σώ­μα­τος, ὁ μέν Ἅ­γιος Ἀ­θα­νά­σιος, μέ­τριος κα­τά τό μέ­γε­θος καί τήν ἡ­λι­κί­α, λί­γο πλα­τύς, σκυ­πτός, χα­ρού­με­νος στό πρό­σω­πο, ἔ­χον­τας ὄ­μορ­φο χρῶ­μα, φα­λα­κρός στήν κε­φα­λή, καί τήν μύ­τη τήν εἶ­χε κυρ­τή, σάν τοῦ γε­ρα­κιοῦ. Δέν εἶ­χε τό πρό­σω­πο μα­κρου­λό, εἶ­χε πλα­τειά τά σι­α­γό­νια, τό γέ­νιο μέ­τριο καί τό στό­μα μι­κρό. Δέν ἦ­ταν πολ­λύ ἄ­σπρος, ἀλ­λά ἔ­λαμ­πε μέ ἕ­να χρῶ­μα ὑ­πό­ξαν­θο.

Ὁ δέ Ἅ­γιος Κύ­ριλ­λος, εἶ­χε λί­γο πιό ὄ­μορ­φο τό χρῶ­μα τοῦ προ­σώ­που, εἶ­χε τά φρύ­δια πυ­κνά καί με­γά­λα καί στρογ­γυ­λά μέ εὐ­αρ­μο­στί­α. Ἦ­ταν μα­κρο­μύ­της, εἶ­χε τά μά­γου­λα μα­κρυ­ά καί τά χεί­λη πα­χέ­α, ἦ­ταν φα­λα­κρός, εἶ­χε τό μέ­τω­πο μι­κρό καί τό γέ­νι πυ­κνό καί μα­κρύ, εἶ­χε τά μαλ­λιά συ­νε­στραμ­μέ­να καί σγου­ρά, ἦ­ταν λί­γο ξαν­θός, εἶ­χε τίς τρί­χες ἀ­να­κα­τε­μέ­νες, δη­λα­δή ἄ­σπρες μέ μαῦ­ρες. Τε­λεῖ­ται ἡ Σύ­να­ξί τους στήν ἁ­γι­ώ­τα­τη Με­γά­λη Ἐκ­κλη­σί­α. (Βλέ­πε τόν Βί­ο μέν τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀ­θα­να­σί­ου στόν Νέ­ο Θη­σαυ­ρό καί ἐγ­κώ­μιό του στήν Σα­γή­νη. Τόν Βί­ο δέ τοῦ Ἁ­γί­ου Κυ­ρίλ­λου βλέ­πε στό Νέ­ον Ἐ­κλό­γιον, σελ. 139-148[45]).

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Θεοδούλης.

Συνδοῦλον οὐκ ἔφριττε πῦρ Θεοδούλη,

Θεῷ τιθεῖσα δουλικῶς τάς ἐλπίδας.

 

Κα­τά τούς χρό­νους τοῦ Δι­ο­κλη­τια­νοῦ καί τοῦ Μα­ξι­μια­νοῦ, κα­τά τό ἔ­τος 298, στάλ­θη­κε στήν Ἀ­νά­ζαρ­βο, πό­λι τῆς Κι­λι­κί­ας, ἕ­νας ἡ­γε­μό­νας, ὀ­νό­μα­τι Πε­λά­γιος, γιά νά τι­μω­ρή­ση τούς Χρι­στια­νούς, πού ἦ­ταν ἐ­κεῖ. Τό­τε λοι­πόν καί ἡ Ἁ­γί­α αὐ­τή Θε­ο­δού­λη, πού κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν πό­λι αὐ­τή τήν Ἀ­νά­ζαρ­βο, ἡ ὁ­ποί­α κα­τό­πιν ὠ­νο­μά­σθη­κε Δι­ο­και­σά­ρεια καί Και­σα­ραυ­γού­στα, καί τώ­ρα ὀ­νο­μά­ζε­ται ἀ­πό τούς Τούρ­κους Ἄκ Ἰ­σάρ, ἤ, Ἄκ Σε­ρά­ι, ἀ­πό ἐ­κεῖ, λέ­ω, ἡ Ἁ­γί­α αὐ­τή κα­τα­γό­με­νη, συ­νε­λή­φθη ὡς Χρι­στια­νή καί πα­ρου­σι­ά­σθη­κε στό κρι­τή­ριο τοῦ Πε­λα­γί­ου. Ἐ­κεῖ ὁ­μο­λο­γῶν­τας τόν Χρι­στό Θε­ό ἀ­λη­θι­νό ἐ­νώ­πιον ὅ­λων, κρε­μά­σθη­κε ἀ­πό τά μαλ­λιά τῆς κε­φα­λῆς ἐ­πά­νω σέ ἕ­να κυ­πα­ρίσ­σι. Ἔ­πει­τα πλή­γω­σαν τούς μα­στούς της μέ σου­βλιά πυ­ρα­κτω­μέ­να. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ἡ Ἁ­γί­α εἶ­πε πρός τόν ἡ­γε­μό­να· «Ποῦ εἶ­ναι οἱ θε­οί σου; Δεῖ­ξέ τους σέ μέ­να γιά νά τούς τι­μή­σω, ὅ­σο μπο­ρῶ»· γι’ αὐ­τό ἀ­μέ­σως τήν κα­τε­βά­ζουν καί τήν στέλνουν στόν να­ό τοῦ εἰ­δώ­λου Ἀ­δρια­νοῦ, πού τόν εἶ­χαν ἐ­κεῖ ὡς πε­ρί­φη­μο καί ξα­κου­στό.

Μπαί­νον­τας λοι­πόν ἡ Ἁ­γί­α μέ­σα στόν να­ό, προ­σευ­χή­θη­κε στόν ἀ­λη­θι­νό Θε­ό καί μέ μό­νο τό φύ­ση­μά της, ἔ­πε­σε ἀ­μέ­σως τό ἄ­γαλ­μα τοῦ Ἀ­δρια­νοῦ καί χω­ρί­σθη­κε σέ τρί­α κομ­μά­τια. Κα­τό­πιν βγαί­νον­τας ἔ­ξω, λέ­ει πρός τόν ἡ­γε­μό­να· «Μπές μέ­σα καί βο­ή­θη­σε τόν θε­ό σου Ἀ­δρια­νό, δι­ό­τι αὐ­τός ἔ­πε­σε κα­τά γῆς καί ἔ­γι­νε κομ­μά­τια». Ὁ ἡ­γε­μό­νας λοι­πόν τρέ­χον­τας, μπῆ­κε στόν να­ό καί βλέ­πον­τας κα­τά γῆς τόν Ἀ­δρια­νό μοι­ρα­σμέ­νο σέ τρί­α κομ­μά­τια, θρή­νη­σε μέ θυ­μό. Ὅ­ταν ἔ­φθα­σε αὐ­τό καί στά αὐ­τιά τοῦ βα­σι­λιά, ἀ­μέ­σως στάλ­θη­κε ὁ πρῶ­τος ἄρ­χον­τας, πού ἦ­ταν στό βα­σι­λι­κό πα­λά­τι, πού βρί­σκε­ται στήν πό­λι Ἀ­νά­ζαρ­βο, νά ἐ­ξε­τά­ση, ἐ­άν εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νό αὐ­τό τό πρᾶγ­μα, νά ρί­ξουν τόν Πε­λά­γιο στά θη­ρί­α γιά νά τόν φᾶ­νε. Ὅ­ταν τό ἔ­μα­θε ὁ Πε­λά­γιος, ἔ­πε­σε στά πό­δια τῆς Ἁ­γί­ας Θε­ο­δού­λης, πα­ρα­κα­λῶν­τας την μέ δά­κρυ­α νά προ­σευ­χη­θῆ στόν Θε­ό, γιά νά γί­νη πά­λι τέ­λει­ο τό ἄ­γαλ­μα τοῦ θε­οῦ τους, πού κομ­μα­τι­ά­σθη­κε καί νά το­πο­θε­τη­θῆ πά­λι στόν τό­πο, πού ἦ­ταν προ­η­γου­μέ­νως, ὑ­πο­σχό­με­νος, ὅ­τι ἄν γί­νη αὐ­τό, νά πι­στέ­ψη καί αὐ­τός στόν Χρι­στό καί νά γί­νη Χρι­στια­νός.

Τό­τε ἡ Ἁ­γί­α προ­σευ­χή­θη­κε καί ἀ­μέ­σως τό κομ­μα­τι­α­σμέ­νο εἴ­δω­λο ἔ­γι­νε ὁ­λό­κλη­ρο καί το­πο­θε­τή­θη­κε πά­λι στόν προ­η­γού­με­νο τό­πο του, τό ὁ­ποῖ­ο βρί­σκον­τάς το σῶ­ο ὁ ἀ­πε­σταλ­μέ­νος ἄρ­χον­τας ἀ­πό τόν βα­σι­λιά, ἐ­πέ­στρε­ψε καί ἔ­δω­σε τήν εἴ­δη­σι αὐ­τή στόν βα­σι­λιά. Τό­τε ὁ βα­σι­λιάς δι­α­τά­ζει τόν Πε­λά­γιο μέ γράμ­μα­τα, νά τι­μω­ρή­ση πρῶ­τα τήν Ἁ­γί­α μέ δι­ά­φο­ρες τι­μω­ρί­ες καί ἔ­πει­τα νά τήν πα­ρα­δώ­ση σέ σκλη­ρό θά­να­το. Ὁ Πε­λά­γιος λοι­πόν δι­έ­τα­ξε νά κα­τα­ξε­σχί­σουν τίς σάρ­κες τῆς Ἁ­γί­ας μέ σου­βλιά πυ­ρα­κτω­μέ­να. Ὅ­μως ἐ­πει­δή ἔ­βλε­πε τήν Μάρ­τυ­ρα νά μή φρον­τί­ζη γιά τά βά­σα­να κα­θό­λου, ὠρ­γι­ζό­ταν ὁ τα­λαί­πω­ρος καί τρι­σά­θλιος, καί τί νά κά­νη δέν ἤ­ξε­ρε. Τό­τε ὁ Ἑλ­λά­διος ὁ κο­μεν­τα­ρή­σιος, πού βρι­σκό­ταν δί­πλα του, λέ­ει πρός τόν Πε­λά­γιο· «Δῶ­σε σέ μέ­να τήν ἐ­ξου­σί­α καί ἄν ἐ­γώ δέν τήν κα­τα­πεί­σω νά θυ­σιά­ση στό εἴ­δω­λο τοῦ Ἀ­δρια­νοῦ, ἀ­πο­κε­φά­λι­σέ με». Ἀ­μέ­σως λοι­πόν ἔ­λα­βε τήν ἐ­ξου­σί­α νά κά­νη ἐ­κεῖ­να, πού εἶ­χε στόν νοῦ του.

Ἔ­κα­νε λοι­πόν πέν­τε καρ­φιά ἀ­πό τά ὁ­ποῖ­α τά μέν δύ­ο, τά ἔμ­πη­ξε στά αὐ­τιά τῆς Ἁ­γί­ας, τό ἕ­να ἔμ­πη­ξε στό μέ­τω­πό της, καί τά ἄλ­λα δύ­ο, ἔμ­πη­ξε στούς μα­στούς της. Ἀ­φοῦ τά κάρ­φω­σε ὅ­λα, σή­κω­σε ἡ Ἁ­γί­α τούς ὀ­φθαλ­μούς τῆς δι­α­νοί­ας της στόν οὐ­ρα­νό καί προ­σευ­χή­θη­κε στόν Θε­ό, νά τῆς δο­θῆ ὑ­πο­μο­νή, γιά νά ὑ­πο­φέ­ρη τό ἀ­νυ­πό­φο­ρο ἐ­κεῖ­νο μαρ­τύ­ριο. Ἔ­τσι με­τά ἀ­πό λί­γο, δό­θη­κε στήν Ἁ­γί­α ἡ ὑ­πο­μο­νή πού ζή­τη­σε. Βλέ­πον­τας ὅ­μως ὁ κο­μεν­τα­ρή­σιος τήν τό­ση με­γά­λη ὑ­πο­μο­νή καί γεν­ναι­ο­καρ­δί­α τῆς Ἁ­γί­ας, καί πώς ἐ­κεῖ­νο τό σκλη­ρό μαρ­τύ­ριο τό θε­ω­ροῦ­σε ὡς τί­πο­τε, καί ἐ­πί πλέ­ον σκε­πτό­με­νος καί ὅ­τι, ἄν δέν πει­σθῆ ἡ Ἁ­γί­α νά ἀρ­νη­θῆ τόν Χρι­στό, θά κιν­δυ­νεύ­ση ἡ ζω­ή του, ὅ­πως ὑ­πο­σχέ­θη­κε· ἐξ αἰ­τί­ας ὅ­λων αὐ­τῶν, λέ­ω, προ­σκά­λε­σε τήν Ἁ­γί­α στό σπί­τι του καί τήν πα­ρα­κα­λοῦ­σε νά θυ­σιά­ση μέ αὐ­τόν στά εἴ­δω­λα. Ἡ δέ Ἁ­γί­α βλέ­πον­τας τόν φό­βο πού εἶ­χε, προ­σευ­χή­θη­κε γι’ αὐ­τόν στόν Θε­ό. Κα­τό­πιν ἀ­φοῦ τόν δί­δα­ξε μέ τά θεῖ­α της λό­για, τόν ἔ­πει­σε νά γί­νη Χρι­στια­νός.

Ὅ­ταν λοι­πόν ξη­μέ­ρω­σε, πα­ρου­σι­ά­σθη­κε στόν Πε­λά­γιο ὁ κο­μεν­τα­ρή­σιος μα­ζί μέ τήν Ἁ­γί­α, καί τοῦ λέ­ει· «Δέν μπό­ρε­σα νά πεί­σω τήν δού­λη τοῦ ὄν­τως ἀ­λη­θι­νοῦ Θε­οῦ νά ἀλ­λά­ξη ἀ­πό τόν σω­στό καί κα­λό δρό­μο, πού βα­δί­ζει. Αὐ­τή μᾶλ­λον ἄλ­λα­ξε ἐ­μέ­να καί μέ ἐ­λευ­θέ­ρω­σε ἀ­πό τό σκο­τά­δι ἀ­γνω­σί­ας, στό ὁ­ποῖ­ο μέ­χρι τώ­ρα βρι­σκό­μου­να. Δι­ό­τι ἀ­φοῦ φώ­τι­σε μέ τά θε­ϊ­κά της λό­για τούς νο­ε­ρούς ὀ­φθαλ­μούς τῆς ψυ­χῆς μου, μέ πρό­σφε­ρε στόν Κύ­ριό μου Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό, τόν ἀ­λη­θι­νό Θε­ό». Ἀ­κού­γον­τας αὐ­τά ὁ Πε­λά­γιος, ἄ­να­ψε ἀ­πό τόν θυ­μό. Τό­τε πρό­στα­ξε νά κο­πῆ ἡ κε­φα­λή του καί τό σῶ­μα του νά ρι­χθῆ στήν θά­λασ­σα. Καί ἔ­τσι ὁ μα­κά­ριος Ἑλ­λά­διος τέ­λει­ω­σε τό μαρ­τύ­ριο, κα­τά τήν 24η τοῦ Ἰ­α­νου­α­ρί­ου μη­νός. Τήν δέ Ἁ­γί­α πρό­στα­ξε νά βά­λουν μέ­σα σέ κά­μι­νο ἀ­ναμ­μέ­νη, στήν ὁ­ποί­α πα­ρα­μέ­νον­τας ἀ­βλα­βής, προ­σευ­χό­ταν μέ­σα σ’ αὐ­τήν καί δό­ξα­ζε τόν Θε­ό.

Τό­τε ἀ­πο­ρῶν­τας ὁ ἡ­γε­μό­νας, φώ­να­ζε δυ­να­τά· «Δέν ξέ­ρω τί νά κά­νω μέ αὐ­τήν τήν βι­αι­ο­θά­να­τη!­». Ἕ­νας ὅ­μως ἀ­πό ἐ­κεί­νους πού ἦ­ταν ἐ­κεῖ κον­τά, Βο­η­θός ὀ­νο­μα­ζό­με­νος, «πα­ρά­δο­σέ την σέ μέ­να, εἶ­πε, ὦ ἡ­γε­μό­να. Δι­ό­τι ἐ­γώ δέν εἶ­μαι ἀ­νό­η­τος καί ἄ­μυα­λος, ὅ­πως ἦ­ταν ὁ κο­μεν­τα­ρή­σιος, γιά νά πει­σθῶ σ’ αὐ­τήν». Ὁ ἄρ­χον­τας πα­ρέ­δω­σε τήν Ἁ­γί­α σ’ αὐ­τόν. Παίρ­νον­τας λοι­πόν ὁ Βο­η­θός τήν Μάρ­τυ­ρα στό σπί­τι του, δέ­χθη­κε καί αὐ­τός τούς λό­γους καί τίς δι­δα­σκα­λί­ες της, καί ἀλ­λοι­ώ­θη­κε τήν θεί­α ἀλ­λοί­ω­σι, ὅ­πως καί ὁ κο­μεν­τα­ρή­σιος. Καί λοι­πόν τήν ἑ­πό­με­νη ἡ­μέ­ρα, πα­ρου­σι­ά­σθη­κε καί αὐ­τός στόν Πε­λά­γιο μα­ζί μέ τήν Ἁ­γί­α καί τοῦ λέ­ει· «Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τίς δι­κές μου ὑ­πο­θέ­σεις, ὦ ἡ­γε­μό­να, ἔρ­χο­μαι νά σοῦ φα­νε­ρώ­σω τά ἑ­ξῆς· Γνώ­ρι­σε ὅ­τι καί ἐ­γώ ὁ­μο­λο­γῶ τόν Χρι­στό Θε­ό ἀ­λη­θι­νό καί ὅ­τι οἱ ἐλ­πί­δες τῶν ὑ­πο­σχέ­σε­ών μου φά­νη­καν μά­ται­ες καί κού­φι­ες. Δι­ό­τι εἶ­ναι καλ­λί­τε­ρο νά φα­νῶ ψεύ­της καί νά γί­νω συγ­κλη­ρο­νό­μος τοῦ Χρι­στοῦ, πα­ρά νά ἀ­λη­θεύ­σω καί νά κερ­δί­σω τήν γέ­εν­να τοῦ πυ­ρός. Ἀλ­λά καί ἐ­σύ, ὦ ἡ­γε­μών, ἔ­πρε­πε νά εὐ­χα­ρι­στή­σης τόν ἀ­λη­θι­νό Θε­ό, πού σέ λύ­τρω­σε ἀ­πό τόν θά­να­το καί νά πι­στέ­ψης σ’ αὐ­τόν, ὅ­πως ὑ­πο­σχέ­θη­κες. Ἐ­σύ ὅ­μως, ὄ­χι μό­νο αὐ­τό δέν ἔ­κα­νες, ἀλ­λά καί φά­νη­κες ἀ­χά­ρι­στος, καί τήν εὐ­ερ­γέ­τι­δά σου Θε­ο­δού­λη, πα­ρέ­δω­σες σέ ἀ­νυ­πό­φο­ρα βά­σα­να». Μό­λις εἶ­πε αὐ­τά ὁ Βο­η­θός, πρό­στα­ξε ὁ Πε­λά­γιος καί ἔ­κο­ψαν τήν τι­μί­α του κε­φα­λή. Τήν δέ Ἁ­γί­α πρό­στα­ξε νά ἁ­πλω­θῆ ἐ­πά­νω σέ πυ­ρα­κτω­μέ­νη σκά­ρα, καί ἀ­πό ἐ­πά­νω ἡ σκά­ρα νά ραν­τί­ζε­ται πίσ­σα,

 

λά­δι καί κε­ρί, γιά νά ἀ­νά­βη ἡ σκά­ρα πε­ρισ­σό­τε­ρο μέ αὐ­τά. Καί ὁ μέν Βο­η­θός, ἀ­φοῦ τέ­λει­ω­σε τό μαρ­τύ­ριό του, ἀ­πῆλ­θε πρός τόν Κύ­ριο, ἐ­νῷ ἡ Θε­ο­δού­λη, ἀ­φοῦ προ­σευ­χή­θη­κε, ἀ­νέ­βη­κε ἐ­πά­νω στήν σκά­ρα. Καί ὅ­πως τήν δέ­χθη­κε ἡ σκά­ρα, δι­α­σκορ­πί­σθη­κε καί ἐ­ξε­σφεν­δό­νη­σε πολ­λά κάρ­βου­να σέ ὅ­σους ἦ­ταν ἐ­κεῖ κον­τά καί κα­τέ­κα­ψε τούς πε­ρισ­σο­τέ­ρους ἀ­πό αὐ­τούς. Τό­τε ἔ­βα­λαν τήν Ἁ­γί­α στήν φυ­λα­κή. Τήν δέ ἑ­πο­μέ­νη ἡ­μέ­ρα, ἄ­να­ψαν με­γά­λο κα­μί­νι καί ἔ­βα­λαν μέ­σα αὐ­τήν τήν Ἁ­γί­α μα­ζί μέ τόν Εὐά­γριο καί τόν Μα­κά­ριο καί ἄλ­λους πολ­λούς Ἁ­γί­ους. Καί ἐ­κεῖ ἔ­λα­βαν ὅ­λοι μα­ζί τό μα­κά­ριο τέ­λος τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου καί τούς ἀ­μα­ράν­τους στε­φά­νους ἀ­πό τόν Κύ­ριο.



[43] Ση­μει­ώ­νου­με ἐ­δῶ, ὅ­τι ἡ κύ­ρια μνή­μη τῆς τε­λευ­τῆς τοῦ Ἁ­γί­ου Κυ­ρίλ­λου, δέν εἶ­ναι σή­με­ρα, ἀλ­λά κα­τά τήν 9η τοῦ Ἰ­ου­νί­ου μη­νός. Σή­με­ρα εἶ­ναι μό­νο ἡ μνή­μη τῆς φυ­γῆς τοῦ Ἁ­γί­ου, ὡς φα­νε­ρώ­νει αὐ­τό τό δί­στι­χο, δη­λα­δή τῆς φυ­γῆς ἀ­πό τήν Ἀ­λε­ξάν­δρεια στήν Ἔ­φε­σο, ἴ­σως τῆς  ἀ­να­βά­σε­ως αὐ­τοῦ. Ἄ­ξια ἑ­ορ­τῆς κρί­θη­κε ἡ φυ­γή αὐ­τή τοῦ Ἁ­γί­ου, δι­ό­τι ἔ­γι­νε αἰ­τί­α πολ­λῶν ἀ­γα­θῶν στήν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ. Δι­ό­τι μέ τήν φυ­γή αὐ­τή συγ­κρο­τή­θη­κε ἡ ἁ­γί­α καί Οἰ­κου­με­νι­κή Τρί­τη Σύ­νο­δος, ἐ­ξω­στρα­κί­σθη­κε ἡ τοῦ Νε­στο­ρί­ου βλά­σφη­μη αἵ­ρε­σις καί ἡ Ὀρ­θο­δο­ξί­α τῆς πί­στε­ως κη­ρύ­χθη­κε στήν οἰ­κου­μέ­νη. Τό δέ «σι­γῆς» πού βρίσκεται στά τυπωμένα Μηναῖα ἀντί τοῦ «φυγῆς», εἶναι τυπογραφικό λάθος.

[44]  Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι Γρη­γό­ριος ὁ Θε­ο­λό­γος ἐγ­κώ­μιο γλα­φυ­ρό πλέ­κει σ’ αὐ­τόν τόν Μέ­γα Ἀ­θα­νά­σιο, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Ἀ­θα­νά­σιον ἐ­παι­νῶν, ἀ­ρε­τήν ἐ­παι­νέ­σο­μαι». (Σώζ­εται στά ἔρ­γα πού ἔ­χουν ἐκ­δο­θῆ). Στήν Με­γί­στη Λαύ­ρα δύ­ο Βί­οι σώ­ζον­ται αὐ­τοῦ τοῦ Με­γά­λου Ἀ­θα­να­σί­ου, ἀ­πό τούς ὁ­ποί­ους ὁ ἕ­νας ἀρ­χί­ζει μέ τό· «Ἄλ­λοι μέν ἄλ­λα», ἐ­νῷ ὁ ἄλ­λος ὡς ἑ­ξῆς· «Πολ­λοί μέν τῶν Ἁ­γί­ων».

 

[45] Πε­ριτ­τά γρά­φε­ται στόν τυ­πω­μέ­νο Συ­να­ξα­ρι­στή τό Συ­να­ξά­ρι τοῦ Ὁ­σί­ου Μαρ­κια­νοῦ, δι­ό­τι αὐ­τό γρά­φτη­κε προ­η­γου­μέ­νως στήν 2α τοῦ Νο­εμ­βρί­ου, ὅ­που καί ἑ­ορ­τά­ζε­ται.

 

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης