8 ΟΚΤΩΒΡΕΙΟΥ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΠΕΛΑΓΙΑΣ. Ἡ Ἁγία Ταϊσία, ἡ πρότερον πόρνη, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.

 Τῷ αὐτῷ μηνί  H΄, μνήμη τῆς Ὁσίας μητρός ἡμῶν Πελαγίας  τῆς ἀπό Ἑταιρίδων.

Αἴσχους πλυθεῖσα καί λιποῦσα τόν σάλον,

Πρός ὅρμον ἥκεις Οὐρανοῦ Πελαγία.

Ὀγδοάτῃ ὑπάλυξε βίου πέλαγος Πελαγία.

 Αὐ­τή κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν πό­λι Ἀν­τι­ό­χεια, καί ἀ­σχο­λεῖτο μέ τούς χο­ρούς καί τά θέ­α­τρα καί ἦ­ταν δη­μό­σια πόρ­νη στην ἴ­δια πό­λι. Ἔ­τσι ἀ­πό τήν δι­α­βο­λι­κή καί αἰ­σχρή αὐ­τή ἐρ­γα­σί­α συγ­κέν­τρω­σε ἀ­μέ­τρη­το πλοῦ­το. Αὐ­τή λοι­πόν ἀ­φοῦ κα­τη­χή­θη­κε μί­α φο­ρά ἀ­πό τόν Ἐ­πί­σκο­πο Νόν­νο, πού ἦ­ταν ἄν­δρας ἅ­γιος[1], καί με­τα­νό­η­σε θερ­μά γιά τά προ­η­γού­με­να πο­νη­ρά της ἔρ­γα, βα­πτί­σθη­κε.  Ἀ­μέ­σως ἀ­πο­στρέ­φε­ται σάν σκύ­βα­λα ὅ­λα τά κα­λά καί τερ­πνά τοῦ κό­σμου. Καί, ἀ­φοῦ ντύ­θη­κε τρί­χι­να φο­ρέ­μα­τα, δη­λα­δή ὑ­φα­σμέ­να ἀ­πό γί­δι­νες τρί­χες, καί με­τα­μορ­φώ­θη­κε σέ ἄν­δρα, πῆ­γε στό ὄ­ρος τῶν Ἐ­λαι­ῶν, χω­ρίς νά τήν ξέ­ρη κα­νέ­νας. Ἐ­κεῖ λοι­πόν ἡ ἀ­εί­μνη­στη, ἀ­φοῦ κλεί­σθη­κε μέ­σα σέ ἕ­να κελ­λί, πέ­ρα­σε τόν ὑ­πό­λοι­πο χρό­νο τῆς ζω­ῆς της ἀ­σκη­τι­κά καί θε­ά­ρε­στα. Καί ἔ­τσι ἀ­να­παύ­θη­κε εἰ­ρη­νι­κά ἡ μα­κα­ρί­α. (Τόν ἐ­κτε­νῆ Βί­ο της βλέπε στόν Παράδεισο[2]).

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τῆς Ἁγίας Πελαγίας τῆς Παρθένου.

 Κρημνῷ φυγοῦσα κρημνόν αἰσχύνης μέγαν,

Κρημνεῖς τόν ἐχθρόν εὐφυῶς Πελαγία.

 Αὐ­τή ἔ­ζη­σε στά χρό­νια τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα Νουμεριανοῦ, κα­τά τό ἔ­τος 284, πα­τρί­δα ἔ­χον­τας τήν Ἀν­τι­ό­χεια τῆς Συ­ρί­ας καί κα­τα­γω­γή ἀ­πό ἔν­δο­ξο γέ­νος. Ὅ­ταν ἔ­μα­θε ὁ ἄρ­χον­τας τῆς Ἀν­τι­ό­χειας ὅ­τι ἦ­ταν Χρι­στια­νή, ἔ­στει­λε στρα­τι­ῶ­τες γιά νά τήν συλ­λά­βουν. Οἱ στρα­τι­ῶ­τες πη­γαί­νον­τας, πε­ρι­κύ­κλω­σαν τό σπί­τι της, γιά νά τήν ἁρ­πά­ξουν. Μό­λις τό ἔ­μα­θε αὐ­τό ἡ Ἁ­γί­α, ζή­τη­σε νά τήν περι­μέ­νουν λί­γο. Οἱ στρα­τι­ῶ­τες πεί­σθη­καν. Τό­τε ἡ μα­κά­ρια, ἀ­φοῦ στά­θηκε ­πρός τήν ἀ­να­το­λή, στό μέ­ρος ὅ­που προ­σευ­χό­ταν, σή­κω­σε τά χέ­ρια μα­ζί καί τά μά­τια της στόν οὐ­ρα­νό καί προ­σευ­χή­θη­κε γιά πολ­λή ὥ­ρα πρός τόν Θε­ό, πα­ρα­κα­λῶντας νά μή πα­ρα­δο­θῆ στούς στρα­τι­ῶ­τες, ἀλ­λά ἁ­γνή καί παρ­θέ­νος νά ἀ­πέλ­θη σ’ αὐ­τόν. Ἔ­πει­τα ἀ­φοῦ γκρε­μί­σθη­κε, πα­ρέ­δω­σε τήν ἁ­γί­α της ψυ­χή στά χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ[3].

  Ἡ Ἁγία Ταϊσία, ἡ πρότερον πόρνη, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.

 Ἐκ τοῦ ρύπου σμηχθεῖσα τῆς ἀσωτίας,

Φαιδρά πρόσεισι τῷ Θεῷ Ταϊσία.

 Αὐ­τή ἀ­πό τήν παι­δι­κή της ἡ­λι­κί­α πα­ρα­κι­νή­θη­κε ἀ­πό τήν μη­τέ­ρα της  καί ἔ­γι­νε ἐρ­γα­στή­ριο τοῦ Δι­α­βό­λου. Ἀ­φοῦ δι­δά­χθη­κε ὕ­στε­ρα ἀ­πό τόν Ὅ­σιο Παφ­νού­τιο τόν Σι­δώ­νιο καί πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε σω­στά, ὅ­τι ὑ­πάρ­χει με­τά­νοι­α καί δί­νε­ται συγ­χώ­ρη­σις ἁ­μαρ­τι­ῶν ἀ­πό τόν Κύ­ριο, γι’ αὐ­τό μοί­ρα­σε ὅ­λη τήν πε­ρι­ου­σί­α της στούς φτω­χούς, ἡ τιμή τῶν ὁ­ποί­ων ἦ­ταν τε­τρα­κό­σια λί­τρα χρυ­σοῦ. Ἔ­πει­τα, ἀ­φοῦ ἔ­κλει­σε τόν ἑ­αυ­τό της μέ­σα σέ ἕ­να κελ­λί, στέ­να­ζε ἀ­πό τό βά­θος τῆς καρ­διᾶς της καί ἔ­λε­γε. «Ὁ πλά­σας με, ἐ­λέ­η­σόν με». Καί ἔ­τσι μέ τόν λό­γο αὐ­τό πέ­ρα­σε τρί­α χρό­νια. Ἔ­πει­τα βγῆ­κε πέν­τε ἡ­μέ­ρες ἐ­τε­λει­ώ­θη ἐν Κυ­ρί­ῳ

[1] Αὐτοῦ ἡ μνήμη ἑορτάζεται κατά τήν 10η τοῦ Nοεμβρίου.

[2] Τόν Βί­ο της συ­νέ­γρα­ψε ὁ Με­τα­φρα­στής, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Γυ­ναι­κεί­αν ἀ­ρε­τήν». (Σῴ­ζε­ται στήν Με­γί­στη Λαύ­ρα, στήν τῶν Ἰ­βή­ρων καί σέ ἄλ­λες). Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι ὁ θεῖ­ος Χρυ­σό­στο­μος ἀ­πό τό πα­ρά­δειγ­μα αὐτῆς τῆς πόρ­νης Πε­λα­γί­ας πα­ρα­κι­νεῖ τούς ἁ­μαρ­τω­λούς νά μήν ἀ­πελ­πί­ζων­ται. Διότι λέει τά ἑξῆς· «Κανένας λοιπόν νά μήν ἀπελπίζεται γιά τήν μεταβολή του στό καλλίτερο, κι ἄν ἀκόμη φθάση στό ἔσχατο σημεῖο τῆς κακίας. Διότι εἶναι πολύ εὔκολο καί ἀπό αὐτά τά βάραθρα τῆς κακίας νά σηκωθῆ κανείς καί νά ἐπιδείξη ζωή ἀγγελική. Δέν ἀκούσατε ὅτι ἐκείνη ἡ πόρνη, στήν δική μας πόλι, (ἡ Πε­λα­γί­α αὐ­τή δηλ.) ὅλους τούς ξεπέρασε στήν εὐλάβεια; Διότι μέ τήν θέλησί της, ἀφοῦ ἄλλαξε καί εἵλκυσε ἐπάνω της τήν χάρι τοῦ Θεοῦ, καταφρόνησε ὅλα τά παρόντα. Καί ἀφοῦ πέταξε τίς παγίδες τοῦ Δι­α­βό­λου, ἀνέβηκε γρήγορα στόν Οὐ­ρα­νό» (Λό­γος  «Εἰς τό μή προ­ση­λῶσθαι», τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Φέ­ρε δή καί σή­με­ρον τοῦ πε­ρί»).

[3]      Σ’ αὐ­τήν τήν Ἁ­γί­α Πε­λα­γί­α ἐγ­κώ­μιο θαυ­μα­στό ἔ­πλε­ξε ὁ ρη­το­ρι­κώ­τα­τος τοῦ Χρυ­σο­στό­μου κά­λα­μος, πού βρί­σκε­ται στόν ε΄ τό­μο τῆς ἐν Ἐ­τό­νῃ ἐκ­δό­σε­ως, ὅ­που καί τήν ἐγ­κω­μιά­ζει γιά τήν με­γά­λη ἀν­δρεί­α πού ἔ­δει­ξε, νά γκρε­μι­σθῆ μό­νη καί νά θα­να­τώ­ση τόν ἑ­αυ­τό της. Λέ­ει ἐ­κεῖ ὁ χρυ­σός Ἅ­γιος, ὅ­τι ἑ­ξα­πα­τῶντας τούς στρα­τι­ῶ­τες ἡ Ἁ­γί­α, ζή­τη­σε ἄ­δεια τά­χα γιά νά ἀλ­λά­ξη τά ἐν­δύ­μα­τά της. Καί ὅ­τι «Θά­να­τος Μαρ­τύ­ρων, νί­κη ἐ­στί Μαρ­τύ­ρων». Καί ὅ­τι «ἰ­διαί­τε­ρα γι’ αὐ­τό ἦ­ταν τι­μι­ώ­τε­ρο τό αἷ­μα τῆς παρ­θέ­νου, ἐ­πει­δή βρι­σκό­ταν στό ἔ­δα­φος. Δι­ό­τι οἱ ἀ­τι­μώ­σεις πού γί­νον­ται γιά τήν ἀ­γά­πη τοῦ Χρι­στοῦ, μᾶς χα­ρί­ζουν με­γα­λύ­τε­ρη τι­μή». Καί ὅ­τι «ὁ Χρι­στός πα­ρα­βρι­σκό­ταν στό σῶ­μα τῆς παρ­θέ­νου. Δι­ό­τι ἄν οἱ οἰ­κο­δε­σπό­τες δέν ντρέ­πον­ται νά προ­πέμ­πουν στήν κη­δεί­α τούς καλ­λί­τε­ρους ἀ­πό τούς ὑ­πη­ρέ­τες τους, ἐ­κεί­νη, πού ἄ­φη­σε τήν ψυ­χή της γι’ αὐ­τόν καί κα­τα­δέ­χθη­κε νά ὑ­πο­μέ­νη τέ­τοι­ον κίν­δυ­νο, δέν θά δί­στα­ζε νά την ­τι­μή­ση μέ τήν δι­κή του πα­ρου­σί­α». Καί ἄλ­λα ἀ­κό­μη πολ­λά λέ­ει ἐ­κεῖ ὁ θεῖ­ος Πα­τήρ, τι­μι­ώ­τε­ρα ἀ­πό κά­θε χρυ­σό.

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης