Τῷ αὐτῷ μηνί IΘ΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Προφήτου Ἀβδιού Τῇ 19ῃ τοῦ αὐτοῦ μηνός μνήμη τοῦ Ἁγίου Φιλαρέτου ἐπισκόπου Μόσχας († 1867).

Τῷ αὐ­τῷ μη­νί IΘ΄, μνή­μη τοῦ Ἁ­γί­ου Προ­φή­του Ἀ­βδιού.

 Ἔ­φη­σεν ἄν τι μέλ­λον Ἀ­βδιού πά­λιν,

Εἰ μή τε­λευ­τήν εἶ­χεν αἰ­δεῖ­σθαι τά­χα.

Ἐν­νε­α­και­δε­κά­τῃ βί­ον Ἀ­βδιού ἐ­ξε­πέ­ρη­σεν.

 

 Αὐτός ἑρ­μη­νεύ­ε­ται στήν ἑλ­λη­νι­κή γλῶσ­σα δοῦ­λος Κυ­ρί­ου ἤ ἐ­ξο­μο­λο­γού­με­νος. Καταγόταν ἀ­πό τήν Συ­χέμ, ἀπό τόν ἀγρό τοῦ Βα­θα­χα­ράμ, ὄντας πρίν ἀπό τήν τοῦ Χρι­στοῦ γέννησι 800 χρόνια. Ἀρχικά ­δού­λευ­ε αὐ­τός στόν βα­σι­λιά τῆς Σα­μά­ρει­ας Ἀ­χα­άβ καί κατόπιν στόν βα­σι­λιά Ὀ­χο­ζί­α, ὅ­ταν ἀ­πέ­στει­λε ὁ Ὀ­χο­ζί­ας τούς δύ­ο πεν­τη­κον­τάρ­χους πρός τόν ἔν­δο­ξο καί μέ­γα Προ­φή­τη Ἠ­λί­α, γιά νά τοῦ ­ποῦν νά κα­τε­βῆ ἀ­πό τό βου­νό καί νά πά­η στόν βα­σι­λιά. Αὐ­τοί μέ τήν προ­σευ­χή τοῦ Προ­φή­τη κα­τα­κά­η­καν μα­ζί μέ τούς ἑ­κα­τό ἀν­θρώ­πους τους, ἐ­πει­δή καί ἔ­πε­σε φω­τιά ἀ­πό τόν οὐ­ρα­νό καί τούς κα­τέ­κα­ψε. Ὡς τρί­το δέ πεν­τη­κόν­ταρ­χο ἀ­πέ­στει­λε αὐ­τόν τόν Προ­φή­τη Ἀ­βδιού ὁ ἴ­διος Ὀ­χο­ζί­ας, γιά νά προ­σκα­λέ­ση τόν Ἠ­λί­α καί νά τόν φέ­ρη στόν βα­σι­λιά. Αὐ­τόν τόν Ἀ­βδιού τόν λυ­πή­θη­κε ὁ Ἠ­λί­ας καί δέν τόν κα­τέ­κα­ψε, ἐ­πει­δή πῆ­γε πρός αὐ­τόν μέ τα­πεί­νω­σι. Καί ἀ­φοῦ ἔ­πε­σε στά πό­δια του, τόν πα­ρε­κά­λε­σε νά μή τόν κα­τα­κά­ψη, ἀλ­λά νά κα­τε­βῆ καί νά πά­η στόν βα­σι­λιά, πρᾶγ­μα τό ὁ­ποῖ­ο καί ἔ­κα­νε ὁ τοῦ Θε­οῦ Προ­φή­της, ὅ­πως αὐ­τό ἀ­να­φέ­ρε­ται στό α΄ κε­φά­λαι­ο τῆς Δ΄ τῶν Βα­σι­λει­ῶν. Ἀ­πό τό­τε καί ὕ­στε­ρα, πα­ρα­τῶντας τόν βα­σι­λιά καί τήν ὑ­πη­ρε­σί­α του ἀ­κο­λου­θοῦ­σε τόν Ἠ­λί­α καί τόν ὑ­πη­ρετοῦσε. Καί γε­νό­με­νος μα­θη­τής του, ­προ­φή­τευ­σε πολ­λά. Ἀργότερα, ὅταν πέθανε, τά­φηκε στόν τά­φο τῶν πα­τέ­ρων του[1].

   Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ μνή­μη τοῦ Ἁ­γί­ου Μάρ­τυ­ρος Βαρ­λα­άμ.

 Σύν λι­βα­νω­τῷ Βαρ­λα­άμ τό πῦρ φέ­ρων,

Εὔ­ο­σμον ὤ­φθης λι­βα­νω­τόν Κυ­ρί­ῳ.

  Αὐ­τός ὁ Ἅ­γιος Μάρ­τυ­ρας Βαρ­λα­άμ ἦ­ταν ἀ­πό τήν Ἀν­τι­ό­χεια τῆς Συ­ρί­ας. Γέ­ρον­τας ὅ­μως ὄν­τας στήν ἡ­λι­κί­α, ἐ­πει­δή ὡ­μο­λο­γοῦ­σε τόν Χρι­στό, πα­ρου­σι­ά­σθη­κε στόν ἄρ­χον­τα τῆς Ἀν­τι­ο­χεί­ας καί, ἐ­πει­δή δέν κα­τα­πεί­σθη­κε νά θυ­σιά­ση στά εἴ­δω­λα, δάρ­θη­κε μέ βού­νευ­ρα. Ἔ­πει­τα ξερ­ρί­ζω­σαν τά νύ­χια του. Τόν ὡ­δή­γη­σαν σέ ἕ­ναν βω­μό τῶν εἰ­δώ­λων, δι­α­τά­χθη­κε νά ἁ­πλώ­ση μέ τήν βί­α τό δε­ξί χέ­ρι του. Ἐ­πά­νω δέ στό χέ­ρι του ἔ­βα­λαν κάρ­βου­να ἀ­ναμ­μέ­να καί θυ­μί­α­μα· δι­ό­τι νό­μι­σε ὁ ἄρ­χον­τας, ὅ­τι, ἄν δέν ὑ­πο­μεί­νη, ἀλ­λά ρί­ξη τά κάρ­βου­να μέ τό λι­βά­νι ἐ­πά­νω στόν βω­μό τῶν εἰ­δώ­λων, μέ αὐ­τό θά φα­νῆ, ὅ­τι πρό­σφε­ρε θυ­σί­α στά εἴ­δω­λα. Τό­τε ὁ ἀ­θλη­τής τοῦ Χρι­στοῦ μέ ἀν­δρεί­α με­γά­λη στε­κό­ταν ἄ­τρε­πτος καί ἀ­με­τα­κί­νη­τος, χω­ρίς νά κι­νή­ση τό δε­ξιό χέ­ρι του, τό ὁ­ποῖ­ο πράγ­μα­τι φά­νη­κε δυ­να­τώ­τε­ρο ἀ­πό τόν χαλ­κό καί ἀ­πό τό σί­δη­ρο. Ἕ­ως ὅ­του ἡ φω­τιά, κα­τα­τρώ­γον­τας τήν σάρ­κα τοῦ δε­ξιοῦ του χε­ριοῦ καί τρυ­πῶν­τας το, ἔ­πε­σε μό­νη στήν γῆ. Δι­ό­τι προ­τί­μη­σε ὁ γεν­ναῖ­ος τῆς ἀ­λη­θεί­ας ἀ­γω­νι­στής μέ ἀν­δρεῖ­ο καί στα­θε­ρό φρό­νη­μα, ὅ­τι εἶναι καλ­λί­τε­ρο νά κα­τα­κα­ῆ τό χέ­ρι του, πα­ρά νά τό με­τα­κι­νή­ση ὁ­λό­τε­λα καί ἀ­πό αὐ­τό νά φα­νῆ στούς ἄ­πι­στους, ὅ­τι πρό­σφε­ρε λι­βά­νι καί θυ­σί­α στούς δαί­μο­νες. Ἔ­τσι μέ τό βα­σα­νι­στή­ριο αὐ­τό πα­ρα­δί­νει τήν ψυ­χή του στά χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ καί λαμ­βά­νει ἀ­πό αὐ­τόν τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου τόν στέ­φα­νο. Αὐ­τόν τόν γεν­ναῖ­ο ἀ­θλη­τή τί­μη­σαν μέ ρη­το­ρι­κά ἐγ­κώ­μια, τό­σο ὁ Μέ­γας Βα­σί­λει­ος, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶναι· «Πρό­τε­ρον μέν τῶν Ἁ­γί­ων οἱ θά­να­τοι», ὅ­σο καί ὁ θεῖ­ος Χρυ­σό­στο­μος, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Συ­νε­κά­λε­σεν ἡ­μᾶς εἰς τήν ἱ­ε­ράν αὐ­τήν ἑ­ορ­τήν», τά ὁ­ποῖ­α σώ­ζον­ται στά ἐκ­δο­θέν­τα ἔρ­γα.



[1] Γι’ αὐτόν τόν Ἀ­βδιοῦ ἀ­να­φέ­ρει καί τά ἑξῆς ἡ θεί­α Γρα­φή· «Καί κάλεσε ὁ Ἀ­χα­άβ τόν Ἀ­βδιού τόν οἰ­κο­νό­μο. (Ὁ δέ Ἀ­βδιού ἦταν ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος σεβόταν βαθύτατα καί λάτρευε τόν Κύριο). Ὅταν δέ ἡ Ἰεζάβελ θανάτωνε τούς προ­φῆτες τοῦ Κυ­ρί­ου, πῆρε ὁ Ἀ­βδιού ἑ­κα­τό  προ­φῆτες καί τούς ἔκρυψε ἀνά πενήντα σέ κάθε σπήλαιο καί τούς διέτρεφε μέ ψωμί καί νερό)» (Γ΄ Βα­σιλ. 18,3). Ὁ Ἅ­γιος Ἐ­πι­φά­νιος καί ὁ Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων Ἰ­ω­άν­νης νόμισαν, ὅ­τι αὐ­τός ἦ­ταν ὁ τρί­τος πεν­τη­κόν­ταρ­χος τοῦ Ὀ­χο­ζί­α μετά τόν Ἀχαάβ. Δέν συμφωνεῖ ὅμως μέ τήν γνώμη αὐτή ὁ Ἀ­λέ­ξαν­δρος ὁ Μαυ­ρο­κορ­δά­τος στά Ἰ­ου­δα­ϊ­κά (σελ. σκε΄) λέ­γοντας, ὅ­τι ἡ ἀ­ξί­α τοῦ οἰ­κο­νό­μου, τήν ὁ­ποί­α εἶ­χε ὁ Ἀ­βδιού στόν Ἀ­χα­άβ, ἦ­ταν ἀ­νώτερη ἀ­πό τήν τοῦ πεν­τη­κον­τάρ­χου. Ἔτσι αὐ­τός νο­μί­ζει, ὅ­τι με­τά τόν θά­να­το τοῦ Ἀ­χα­άβ δέν ἔ­γι­νε πεν­τη­κόν­ταρ­χος ὁ Ἀ­βδιού, ἀλ­λά, ἐγκαταλείποντας τήν βα­σι­λι­κή αὐ­λή, ἀ­να­χώ­ρη­σε καί ἀσχολεῖτο μέ μεγαλύτερο ζῆλο μέ τήν προ­φη­τι­κή ζω­ή. Ὁπότε ἔγραψε καί προ­φη­τι­κό λό­γο, ὁ ὁ­ποῖ­ος συ­να­ριθ­μεῖ­ται μέ ­τά βι­βλί­α τῶν Προ­φη­τῶν στήν Πα­λαιά Γρα­φή. Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι αὐτόν τόν Προ­φή­τη Ἀ­βδιού, Ὠ­βε­δί­α ὁ Ἰ­ώ­ση­πος τόν ὀ­νο­μά­ζει. Λέ­ει δέ καί ὁ Κλή­μης ὁ Κα­νό­νι­κος στήν Ἀ­να­σκευ­ή, ὅ­τι ἡ προφητεία τοῦ Ἀ­βδιοῦ ὄντας σύν­το­μη, δέν δι­αι­ρεῖ­ται σέ κε­φά­λαι­α. Καί ὅ­τι ὁ Ἀ­βδιού ἄκ­μα­σε ἀ­μέ­σως με­τά τόν Ἀ­μώς καί ἔ­γρα­ψε τήν προ­φη­τεί­α του ὅταν ἦταν βασιλιάς ὁ Ἄ­χαζ. Καί ὅ­τι οἱ ἀ­πει­λές του, πού ἐκ­πλη­ρώ­θη­σαν, ὅ­ταν ὁ Να­βου­χο­δο­νό­σορ ὑ­πέ­τα­ξε ὅλη τήν κοί­λη Συ­ρί­α, αὐτές, λέω, αὐ­το­λε­ξεί β­ρί­σκον­ται στό μθ΄ κε­φάλαιο τοῦ Ἱ­ε­ρε­μία. Αὐτό δέ δεί­χνει, ὅ­τι εἶ­χε αὐ­τές ὁ Ἱ­ε­ρε­μί­ας πρό ὀ­φθαλ­μῶν, ὅ­ταν ἔ­γρα­φε τό κε­φά­λαι­ο ἐ­κεῖ­νο.

 

Τῇ 19 τοῦ αὐ­τοῦ μη­νός μνή­μη  τοῦ Ἁ­γί­ου Φι­λα­ρέ­του  ἐ­πι­σκό­που Μό­σχας († 1867).

Ο ἅ­γιος Φι­λά­ρε­τος ὑ­πῆρ­ξε μί­α ἀ­πό τίς πιό δι­α­πρε­πεῖς μορ­φές τῆς ρω­σι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας κα­τά τόν 19° αἰ­ῶ­να. Γεν­νή­θη­κε τό 1782 ἀ­πό πα­τέ­ρα ἱ­ε­ρέ­α, στήν πό­λι Κο­λο­μνά κον­τά στήν Μό­σχα καί τό βα­πτι­στι­κό του ἦ­ταν Βα­σί­λει­ος. Σέ ἡ­λι­κί­α ἐν­νέ­α ἐτῶν μπῆ­κε στό το­πι­κό ἱ­ε­ρο­δι­δα­σκα­λεῖ­ο καί συ­νέ­χι­σε τίς σπου­δές του στήν ἱ­ε­ρα­τι­κή σχο­λή, πού ἦ­ταν προ­σαρ­τη­μέ­νη στήν Λαύ­ρα τῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δος τοῦ ἁ­γί­ου Σερ­γί­ου. Ὄν­τας ἐ­ξαί­ρε­τος μα­θη­τής στίς ἀρ­χαῖ­ες γλῶσ­σες, ὅ­πως καί στήν θε­ο­λο­γί­α καί στήν ποί­η­σι, ὁ νε­α­ρός ἱ­ε­ρο­σπου­δα­στής ἐ­πέ­πε­σε στήν ἀν­τί­λη­ψι ἑ­νός συ­χνοῦ ἐ­πι­σκέ­πτη στήν Λαύ­ρα, τοῦ μη­τρο­πο­λί­τη Μό­σχας Πλά­τω­να, ὁ ὁ­ποῖ­ος καί τόν πῆ­ρε ὑ­πό τήν προ­στα­σί­α του. Πα­ρά τά προ­σόν­τα του, ὁ Βα­σί­λει­ος πα­ρέ­με­νε εὐ­σε­βής, ἤ­ρε­μος καί σε­μνός καί ἦ­ταν ἀ­γα­πη­τός ἀ­πό ὅ­λους. Ἀ­πο­φοί­τη­σε πρῶ­τος στήν τά­ξι του καί προ­σ­λή­φθηκε ἀ­μέ­σως, γιά νά δι­δά­ξη ἀρ­χαῖ­α ἑλ­λη­νι­κά (τά ὁ­ποῖ­α ἔ­γρα­φε καί μι­λοῦ­σε μέ εὐ­χέ­ρεια) καί ἐ­βρα­ϊ­κά.

Σύν­το­μα δι­ω­ρί­σθη­κε ἱ­ε­ρο­κή­ρυ­κας στήν Λαύ­ρα καί κα­θη­γη­τής Ρη­το­ρι­κῆς, ἀ­φοῦ ἦ­ταν ἕ­νας ἐ­ξαί­ρε­τος ρή­το­ρας, πού γνώ­ρι­ζε πῶς νά με­τα­δί­δη στίς ψυ­χές τήν φλό­γα τοῦ ἔ­ρω­τα τῆς ἀ­ρε­τῆς.

Ὁ εὐ­ερ­γέ­της του, Μη­τρο­πο­λί­της Πλά­των, θε­ω­ρού­με­νος ὁ ἴ­διος μέ­γας θε­ο­λό­γος καί ρή­το­ρας, ἔ­γρα­ψε γι’ αὐ­τόν: «Ὅ­σο γιά μέ­να, γρά­φω ὡς ἄν­θρω­πος, ἐ­κεῖ­νος ὅ­μως γρά­φει σάν ἄγ­γε­λος». Μέ τήν ἐν­θάρ­ρυν­σι τοῦ μη­τρο­πο­λί­τη, καί με­τά ἀ­πό ὥ­ρι­μη σκέ­ψι συ­νο­δευ­ό­με­νη ἀ­πό ἐ­σω­τε­ρι­κούς ἀ­γῶ­νες, ὁ λαμ­πρός κα­θη­γη­τής ἐ­κά­ρη μο­νά­χος τό 1808, ἔ­λα­βε τό ὄ­νο­μα Φι­λά­ρε­τος καί χει­ρο­το­νή­θη­κε δι­ά­κο­νος λί­γες ἡ­μέ­ρες ἀρ­γό­τε­ρα. Τόν ἑ­πό­με­νο χρό­νο με­τα­τέ­θη­κε στήν Ἁ­γί­α Πετρούπολι, γιά νά ἀ­να­λά­βη ἐ­πό­πτης καί κα­θη­γη­τής Φι­λο­σο­φί­ας στήν ἱ­ε­ρα­τι­κή σχο­λή. Με­τά τήν χει­ρο­το­νί­α του ὡς ἱ­ε­ρέ­ας, δι­ω­ρί­σθη­κε νά δι­δά­σκη Ἁ­γί­α Γρα­φή, Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή Ἱ­στο­ρί­α, Κα­νο­νι­κό Δί­και­ο καί Δογ­μα­τι­κή στήν ἐ­κεῖ Θε­ο­λο­γι­κή Ἀ­κα­δη­μί­α. Ὡς ἱ­ε­ρο­κή­ρυ­κας οἰ­κο­δο­μοῦ­σε τό ἐκ­κλη­σί­α­σμα τῶν κα­θε­δρι­κῶν να­ῶν, πού ἀν­τη­χοῦ­σαν ἀ­πό τόν λό­γο του.

Εἶ­χε ἐ­πα­φές μέ τούς κο­ρυ­φαί­ους συγ­γρα­φεῖς τῆς ἐ­πο­χῆς. Συ­νέ­θε­σε ἕ­να θαυ­μά­σιο πα­ρη­γο­ρη­τι­κό ποί­η­μα γιά τόν Ποῦ­σκιν, ὁ ὁ­ποῖ­ος τοῦ ἔ­γρα­ψε εὐ­γνώ­μων: «Ὁ ποι­η­τής κυ­ρι­ευ­μέ­νος ἀ­πό ἱ­ε­ρό δέ­ος ἀ­κού­ει μέ προ­σο­χή τήν ἅρ­πα τοῦ Φι­λά­ρε­του». Σέ ἡ­λι­κί­α τριά­ντα ἐ­τῶν ὁ Φι­λά­ρε­τος ἔ­γι­νε ἀρ­χι­μαν­δρί­της, σύντομα δέ δι­ω­ρί­σθη­κε δι­ευ­θυν­τής τῆς Θε­ο­λο­γι­κῆς Ἀ­κα­δη­μί­ας καί κα­θη­γού­με­νος μί­ας ἀ­πό τίς με­γα­λύ­τε­ρες μο­νές τοῦ Νόβ­γκο­ροντ. Ἀ­κά­μα­τος ἐρ­γά­της στήν ἐκ­πλή­ρω­σι τό­σο τῶν ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κῶν, ὅ­σο καί τῶν δι­οι­κη­τι­κῶν του κα­θη­κόν­των, δέν ἦ­ταν λί­γες οἱ φο­ρές, πού βρι­σκό­ταν νά χει­ρί­ζε­ται ταυ­το­χρό­νως τρί­α ἤ τέσ­σε­ρα θέ­μα­τα μα­ζί. Ὁ μα­θη­τής του, ἀρ­χι­μαν­δρί­της Φώ­τιος, τόν πε­ρι­έ­γρα­ψε ὡς ἑ­ξῆς: «Ἡ ὄ­ψι του ἦ­ταν πάν­τα ἀ­νοι­χτό­καρ­δη καί χα­ρού­με­νη, τό βλέμ­μα δι­εισ­δυ­τι­κό καί τό ἦ­θος εὐ­χά­ρι­στο, ἄν καί ἀ­σκη­τι­κό καί αὐ­στη­ρό. Εἶ­χε ἀρ­χον­τι­κή συμ­πε­ρι­φο­ρά, ἀ­βί­α­στη. Ἡ φω­νή του τρυ­φε­ρή καί μει­λί­χια, ὡ­στό­σο μι­λοῦ­σε κα­θα­ρά. Ὡς δά­σκα­λος, αἰχ­μα­λώ­τι­ζε τούς μα­θη­τές του μέ τήν ἐ­νο­ρα­τι­κή του δι­εισ­δυ­τι­κό­τη­τα καί δι­ά­κρι­σι σέ ση­μεῖ­ο νά λη­σμο­νοῦ­νε νά γευ­μα­τί­σουν. Ἡ δύ­να­μι καί ἡ ὀ­μορ­φιά, ἡ με­γα­λο­πρέ­πεια καί ἡ δό­ξα τῆς Θε­ο­λο­γι­κῆς Ἀ­κα­δη­μί­ας τήν ἐ­πο­χή ἐ­κεί­νη συγ­κεν­τρώ­θη­καν ὅ­λα στό πρό­σω­πο τοῦ Φι­λά­ρε­του». Συν­δυ­ά­ζον­τας ἐμ­βρι­θῆ λο­γι­ό­τη­τα καί φλο­γε­ρή εὐ­σέ­βεια, ὁ Φι­λά­ρε­τος ἀ­να­ζή­τη­σε πά­νω ἀ­πό ὅ­λα νά με­τα­δώ­ση στούς ἀ­κρο­α­τές του ἤ στούς ἀ­να­γνῶ­στες τῶν ἔρ­γων του, τό «πνεῦ­μα τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας». Τά γρα­πτά του ἔ­χουν γί­νει κλασ­σι­κά στήν ὀρ­θό­δο­ξη βι­βλι­ο­γρα­φί­α. Ἀ­κό­μη καί ὅ­ταν ζοῦ­σε, θε­ω­ρεῖτο ἕ­νας πραγ­μα­τι­κός Πα­τέρας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί τόν ἀ­πο­κα­λοῦ­σαν «νέ­ο Χρυ­σό­στο­μο».

Τό 1817, σέ ἡ­λι­κί­α τριά­ντα πέν­τε ἐ­τῶν, ἔ­γι­νε δι­δά­κτωρ τῆς Θε­ο­λο­γί­ας καί χει­ρο­το­νή­θη­κε ἐ­πί­σκο­πος. Βο­η­θός ἐ­πί­σκο­πος τοῦ μη­τρο­πο­λί­τη Ἁ­γί­ας Πε­τρου­πό­λε­ως στήν ἀρ­χή, δέν ἄρ­γη­σε νά γί­νη ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος τοῦ Τβέρ, κα­τό­πιν τοῦ Γι­α­ροσ­λάβ, πέν­τε χρό­νια, καί ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­νέ­λα­βε μη­τρο­πο­λί­της Μό­σχας καί Κο­λο­μνᾶ, ἀ­ξί­ω­μα πού ἔ­μελ­λε νά δι­α­τη­ρή­ση ἕ­ως τό τέ­λος τῆς ζω­ῆς του.

Στήν ἐκ­πλή­ρω­σι τῶν ἐ­πι­σκο­πι­κῶν του κα­θη­κόν­των μετέφερε τήν ἴ­δια ἐ­νερ­γη­τι­κό­τη­τα, πού ἐ­πέ­δει­ξε ὡς δι­ευ­θυν­τής τῆς Ἀ­κα­δη­μί­ας. Ὡς νε­ο­δι­ο­ρι­σμέ­νος ἐ­πί­σκο­πος τοῦ Τβέρ, λό­γου χά­ριν, πέ­ρα­σε ἑ­κα­τό ἡ­μέ­ρες τα­ξι­δεύ­ον­τας ἀ­πό ἄ­κρου εἰς ἄ­κρον τῆς πε­λώ­ριας ἐ­πι­σκο­πῆς του κη­ρύτ­τον­τας σέ ὅ­λες τίς ἐκ­κλη­σί­ες. Ὡς μη­τρο­πο­λί­της Μό­σχας ἔ­στρε­ψε τό ἐν­δι­α­φέ­ρον του στά συ­νή­θη με­τα­ξύ τοῦ κλή­ρου ἀ­το­πή­μα­τα. Δέν δί­στα­ζε νά ἐ­πι­βάλ­λη κα­νο­νι­κές ποι­νές, ὅ­που τό ἀ­παι­τοῦ­σαν τά πα­ρα­πτώ­μα­τα κλη­ρι­κῶν, ἀλ­λά στήν πε­ρί­πτω­σι τῆς κα­θαι­ρέ­σε­ως κά­ποι­ου μέ­λους τοῦ κλή­ρου συ­νει­σέ­φε­ρε ὁ ἴ­διος στήν κά­λυ­ψι τῶν ὑ­λι­κῶν ἀ­ναγ­κῶν τῆς οἰ­κο­γέ­νειάς του. Ἐρ­γα­ζό­ταν ἀ­κα­τά­παυ­στα καί πο­τέ δέν γνώ­ρι­σε μί­α ἡ­μέ­ρα ἀρ­γί­ας. Κα­νείς δέν γνώ­ρι­ζε πό­τε κοι­μό­ταν. Ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ὥ­ρα τῆς ἡ­μέ­ρας ἤ τῆς νύ­κτας ἔ­κα­νε τήν ἐμ­φά­νι­σί του ὁ ἄν­θρω­πος, πού τόν δι­α­κο­νοῦ­σε, τόν εὕ­ρι­σκε πάν­τα στό γρα­φεῖ­ο του.

Ἔ­γρα­φε θε­ο­λο­γι­κά βι­βλί­α, ἐγ­χει­ρί­δια καί ἄρ­θρα, ἀλ­λά ἐ­κεῖ πού ἔ­δι­νε πε­ρισ­σό­τε­ρο τόν ἑ­αυ­τό του ἦ­ταν οἱ ὄ­μορ­φες ὁ­μι­λί­ες του. Ἄ­φη­σε ἐ­κτε­τα­μέ­νη ἀλ­λη­λο­γρα­φί­α, ἡ ὁ­ποί­α πε­ρι­έ­χει συμ­βου­λές με­γά­λης ἀ­ξί­ας σέ ὅ­λους τούς το­μεῖς τῆς ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς ζω­ῆς. Ἡ με­τά­φρα­σι τῆς Βί­βλου ξε­κί­νη­σε μέ τήν δι­κή του ὁ­λό­ψυ­χη ὑ­πο­στή­ρι­ξι καί συ­νει­σέ­φε­ρε σέ αὐ­τήν με­τα­φρά­ζον­τας με­ρι­κά βι­βλί­α τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης. Ἐξ αἰ­τί­ας τῆς ἀν­τι­δρά­σε­ως τοῦ τσά­ρου καί ὡ­ρι­σμέ­νων ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῶν κύ­κλων ἀ­πο­δεί­χθη­κε πα­ρα­τε­τα­μέ­νο ἐγ­χεί­ρη­μα καί χρει­ά­σθη­καν πε­νήντα χρό­νια, γιά νά ὁ­λο­κλη­ρω­θῆ· χά­ρι στήν ὑ­πο­στή­ρι­ξι καί συ­νερ­γα­σί­α του οἱ στά­ρετς τῆς Μο­νῆς Ὄ­πτι­να μπό­ρε­σαν νά ἐκ­δώ­σουν τίς με­τα­φρά­σεις τους ἔρ­γων τῶν Πα­τέ­ρων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, οἱ ὁ­ποῖ­ες ἀ­πε­τέ­λε­σαν τήν κι­νη­τή­ρια δύ­να­μι τοῦ με­γά­λου κι­νή­μα­τος πνευ­μα­τι­κῆς ἀ­φυ­πνί­σε­ως στήν Ρω­σί­α [11 Ὀ­κτ.].

Ὁ ἅ­γιος ἐ­πί­σκο­πος ἦ­ταν πάν­τα πρό­θυ­μος νά συμ­βου­λευ­θῆ ὅ­σους ἐρ­γά­ζον­ταν μα­ζί του καί μέ τα­πει­νο­φρο­σύ­νη δε­χό­ταν τήν κρι­τι­κή. Ἀ­πέ­ναν­τι στούς ἐ­χθρούς του ἦ­ταν εὐ­γε­νι­κός καί ὑ­πο­μο­νε­τι­κός καί ὑ­πέ­με­νε τίς πλέ­ον ἄ­δι­κες κα­τη­γο­ρί­ες, δί­χως μνη­σι­κα­κί­α. Ἀ­πό τήν ἄλ­λη με­ριά ἦ­ταν ἀ­νυ­πο­χώ­ρη­τος, ὅ­ταν ἐ­τί­θε­το ζή­τη­μα ἱ­ε­ρῶν δογ­μά­των, θεί­ων ἐν­το­λῶν ἤ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς πα­ρα­δό­σε­ως.

Ἐ­ξάν­τλη­σε ὅ­λους τούς οἰ­κο­νο­μι­κούς του πό­ρους σέ ἔρ­γα φι­λαν­θρω­πί­ας, φρον­τί­ζον­τας οἱ δω­ρε­ές του νά πα­ρα­μέ­νουν πάν­τα κρυ­φές. Προ­σέ­φε­ρε τά μέ­σα γιά τήν ἀ­νέ­γερ­σι ἑ­νός με­γά­λου οἰ­κο­τρο­φεί­ου γιά ὀρ­φα­νά καί παι­διά φτω­χῶν οἰ­κο­γε­νει­ῶν ἱ­ε­ρέ­ων. Τό 1819 εἶ­χε γί­νει μέ­λος τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Συ­νό­δου καί δέν ὑ­πῆρ­χε θέ­μα, πού νά μήν μπο­ροῦ­σε νά χει­ρι­σθῆ. Τόν συμ­βου­λεύ­ον­ταν ἀ­κό­μη καί γιά θέ­μα­τα πού ἀ­νέ­κυ­πταν σέ συ­νε­δριά­σεις, ὅ­που αὐ­τός ἦ­ταν ἀ­πών, καί ἀ­κό­μη καί στά πιό πε­ρί­πλο­κα θέ­μα­τα εὕ­ρι­σκε πάν­τα μί­α λύ­σι δί­και­η καί βα­σι­σμέ­νη σέ κα­νο­νι­κές ἀρ­χές.

Ὁ ἅ­γιος Φι­λά­ρε­τος ἵ­δρυ­σε τήν Σκή­τη τῆς Γεθ­ση­μα­νῆς, κον­τά στήν Λαύ­ρα τῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δος ὅ­που, μέ ἀ­σκη­τι­κή λα­χτά­ρα γιά τήν ἡ­συ­χί­α, περ­νοῦ­σε συ­χνά με­ρι­κές ἡ­μέ­ρες σέ ἕ­να ἁ­πλό, μο­να­χι­κό κελ­λί, ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νος στήν προ­σευ­χή. Ξε­χει­λί­ζον­τας ἀ­πό τήν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ, τά μά­τια του ἔ­λαμ­παν ἀ­πό δά­κρυ­α ἀ­κού­γον­τας γιά μί­α κα­λή πρᾶ­ξι, μί­α κα­λή πρό­θε­σι ἤ ἕ­ναν κα­λό λό­γο. Ὅ­σα συμ­βού­λευ­ε τούς ἄλ­λους νά ἐρ­γά­ζων­ται, τά ἔ­πρατ­τε ὁ ἴ­διος δί­χως ἄλ­λο καί ἔ­τσι κέρ­δι­σε τήν ἀ­κλό­νη­τη ἀ­φο­σί­ω­σι τῶν πι­στῶν, πού ζη­τοῦ­σαν τίς προ­σευ­χές του καί οἱ ὁ­ποῖ­ες συ­χνά ἀν­τα­μεί­βον­ταν μέ θαύ­μα­τα. Ἔ­χον­τας λάμ­ψει ὡς πυρ­σός γιά μι­σόν αἰ­ῶ­να στήν Ἐκ­κλη­σί­α, ὁ ἅ­γιος Φι­λά­ρε­τος πα­ρέ­δω­σε τήν ψυ­χή του στόν Θε­ό ἐν εἰ­ρή­νῃ στίς 19 Νο­εμ­βρί­ου 1867 σέ ἡ­λι­κί­α ὀ­γδόν­τα πέν­τε ἐ­τῶν. Λί­γους μῆ­νες πρίν εἶ­χε δεῖ στό ὄνει­ρό του τόν πα­τέ­ρα του, ὁ ὁ­ποῖ­ος τόν συμ­βού­λευ­σε: «Νά θυ­μᾶ­σαι τήν 19η».



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης