Τῷ αὐτῷ μηνί IΘ΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Προφήτου Ἀβδιού.
Ἔφησεν ἄν τι μέλλον Ἀβδιού πάλιν,
Εἰ μή τελευτήν εἶχεν αἰδεῖσθαι τάχα.
Ἐννεακαιδεκάτῃ βίον Ἀβδιού ἐξεπέρησεν.
Αὐτός ἑρμηνεύεται στήν ἑλληνική γλῶσσα δοῦλος Κυρίου ἤ ἐξομολογούμενος. Καταγόταν ἀπό τήν Συχέμ, ἀπό τόν ἀγρό τοῦ Βαθαχαράμ, ὄντας πρίν ἀπό τήν τοῦ Χριστοῦ γέννησι 800 χρόνια. Ἀρχικά δούλευε αὐτός στόν βασιλιά τῆς Σαμάρειας Ἀχαάβ καί κατόπιν στόν βασιλιά Ὀχοζία, ὅταν ἀπέστειλε ὁ Ὀχοζίας τούς δύο πεντηκοντάρχους πρός τόν ἔνδοξο καί μέγα Προφήτη Ἠλία, γιά νά τοῦ ποῦν νά κατεβῆ ἀπό τό βουνό καί νά πάη στόν βασιλιά. Αὐτοί μέ τήν προσευχή τοῦ Προφήτη κατακάηκαν μαζί μέ τούς ἑκατό ἀνθρώπους τους, ἐπειδή καί ἔπεσε φωτιά ἀπό τόν οὐρανό καί τούς κατέκαψε. Ὡς τρίτο δέ πεντηκόνταρχο ἀπέστειλε αὐτόν τόν Προφήτη Ἀβδιού ὁ ἴδιος Ὀχοζίας, γιά νά προσκαλέση τόν Ἠλία καί νά τόν φέρη στόν βασιλιά. Αὐτόν τόν Ἀβδιού τόν λυπήθηκε ὁ Ἠλίας καί δέν τόν κατέκαψε, ἐπειδή πῆγε πρός αὐτόν μέ ταπείνωσι. Καί ἀφοῦ ἔπεσε στά πόδια του, τόν παρεκάλεσε νά μή τόν κατακάψη, ἀλλά νά κατεβῆ καί νά πάη στόν βασιλιά, πρᾶγμα τό ὁποῖο καί ἔκανε ὁ τοῦ Θεοῦ Προφήτης, ὅπως αὐτό ἀναφέρεται στό α΄ κεφάλαιο τῆς Δ΄ τῶν Βασιλειῶν. Ἀπό τότε καί ὕστερα, παρατῶντας τόν βασιλιά καί τήν ὑπηρεσία του ἀκολουθοῦσε τόν Ἠλία καί τόν ὑπηρετοῦσε. Καί γενόμενος μαθητής του, προφήτευσε πολλά. Ἀργότερα, ὅταν πέθανε, τάφηκε στόν τάφο τῶν πατέρων του[1].
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Βαρλαάμ.
Σύν λιβανωτῷ Βαρλαάμ τό πῦρ φέρων,
Εὔοσμον ὤφθης λιβανωτόν Κυρίῳ.
Αὐτός ὁ Ἅγιος Μάρτυρας Βαρλαάμ ἦταν ἀπό τήν Ἀντιόχεια τῆς Συρίας. Γέροντας ὅμως ὄντας στήν ἡλικία, ἐπειδή ὡμολογοῦσε τόν Χριστό, παρουσιάσθηκε στόν ἄρχοντα τῆς Ἀντιοχείας καί, ἐπειδή δέν καταπείσθηκε νά θυσιάση στά εἴδωλα, δάρθηκε μέ βούνευρα. Ἔπειτα ξερρίζωσαν τά νύχια του. Τόν ὡδήγησαν σέ ἕναν βωμό τῶν εἰδώλων, διατάχθηκε νά ἁπλώση μέ τήν βία τό δεξί χέρι του. Ἐπάνω δέ στό χέρι του ἔβαλαν κάρβουνα ἀναμμένα καί θυμίαμα· διότι νόμισε ὁ ἄρχοντας, ὅτι, ἄν δέν ὑπομείνη, ἀλλά ρίξη τά κάρβουνα μέ τό λιβάνι ἐπάνω στόν βωμό τῶν εἰδώλων, μέ αὐτό θά φανῆ, ὅτι πρόσφερε θυσία στά εἴδωλα. Τότε ὁ ἀθλητής τοῦ Χριστοῦ μέ ἀνδρεία μεγάλη στεκόταν ἄτρεπτος καί ἀμετακίνητος, χωρίς νά κινήση τό δεξιό χέρι του, τό ὁποῖο πράγματι φάνηκε δυνατώτερο ἀπό τόν χαλκό καί ἀπό τό σίδηρο. Ἕως ὅτου ἡ φωτιά, κατατρώγοντας τήν σάρκα τοῦ δεξιοῦ του χεριοῦ καί τρυπῶντας το, ἔπεσε μόνη στήν γῆ. Διότι προτίμησε ὁ γενναῖος τῆς ἀληθείας ἀγωνιστής μέ ἀνδρεῖο καί σταθερό φρόνημα, ὅτι εἶναι καλλίτερο νά κατακαῆ τό χέρι του, παρά νά τό μετακινήση ὁλότελα καί ἀπό αὐτό νά φανῆ στούς ἄπιστους, ὅτι πρόσφερε λιβάνι καί θυσία στούς δαίμονες. Ἔτσι μέ τό βασανιστήριο αὐτό παραδίνει τήν ψυχή του στά χέρια τοῦ Θεοῦ καί λαμβάνει ἀπό αὐτόν τοῦ μαρτυρίου τόν στέφανο. Αὐτόν τόν γενναῖο ἀθλητή τίμησαν μέ ρητορικά ἐγκώμια, τόσο ὁ Μέγας Βασίλειος, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Πρότερον μέν τῶν Ἁγίων οἱ θάνατοι», ὅσο καί ὁ θεῖος Χρυσόστομος, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Συνεκάλεσεν ἡμᾶς εἰς τήν ἱεράν αὐτήν ἑορτήν», τά ὁποῖα σώζονται στά ἐκδοθέντα ἔργα.
[1] Γι’ αὐτόν τόν Ἀβδιοῦ ἀναφέρει καί τά ἑξῆς ἡ θεία Γραφή· «Καί κάλεσε ὁ Ἀχαάβ τόν Ἀβδιού τόν οἰκονόμο. (Ὁ δέ Ἀβδιού ἦταν ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος σεβόταν βαθύτατα καί λάτρευε τόν Κύριο). Ὅταν δέ ἡ Ἰεζάβελ θανάτωνε τούς προφῆτες τοῦ Κυρίου, πῆρε ὁ Ἀβδιού ἑκατό προφῆτες καί τούς ἔκρυψε ἀνά πενήντα σέ κάθε σπήλαιο καί τούς διέτρεφε μέ ψωμί καί νερό)» (Γ΄ Βασιλ. 18,3). Ὁ Ἅγιος Ἐπιφάνιος καί ὁ Ἱεροσολύμων Ἰωάννης νόμισαν, ὅτι αὐτός ἦταν ὁ τρίτος πεντηκόνταρχος τοῦ Ὀχοζία μετά τόν Ἀχαάβ. Δέν συμφωνεῖ ὅμως μέ τήν γνώμη αὐτή ὁ Ἀλέξανδρος ὁ Μαυροκορδάτος στά Ἰουδαϊκά (σελ. σκε΄) λέγοντας, ὅτι ἡ ἀξία τοῦ οἰκονόμου, τήν ὁποία εἶχε ὁ Ἀβδιού στόν Ἀχαάβ, ἦταν ἀνώτερη ἀπό τήν τοῦ πεντηκοντάρχου. Ἔτσι αὐτός νομίζει, ὅτι μετά τόν θάνατο τοῦ Ἀχαάβ δέν ἔγινε πεντηκόνταρχος ὁ Ἀβδιού, ἀλλά, ἐγκαταλείποντας τήν βασιλική αὐλή, ἀναχώρησε καί ἀσχολεῖτο μέ μεγαλύτερο ζῆλο μέ τήν προφητική ζωή. Ὁπότε ἔγραψε καί προφητικό λόγο, ὁ ὁποῖος συναριθμεῖται μέ τά βιβλία τῶν Προφητῶν στήν Παλαιά Γραφή. Σημείωσε, ὅτι αὐτόν τόν Προφήτη Ἀβδιού, Ὠβεδία ὁ Ἰώσηπος τόν ὀνομάζει. Λέει δέ καί ὁ Κλήμης ὁ Κανόνικος στήν Ἀνασκευή, ὅτι ἡ προφητεία τοῦ Ἀβδιοῦ ὄντας σύντομη, δέν διαιρεῖται σέ κεφάλαια. Καί ὅτι ὁ Ἀβδιού ἄκμασε ἀμέσως μετά τόν Ἀμώς καί ἔγραψε τήν προφητεία του ὅταν ἦταν βασιλιάς ὁ Ἄχαζ. Καί ὅτι οἱ ἀπειλές του, πού ἐκπληρώθησαν, ὅταν ὁ Ναβουχοδονόσορ ὑπέταξε ὅλη τήν κοίλη Συρία, αὐτές, λέω, αὐτολεξεί βρίσκονται στό μθ΄ κεφάλαιο τοῦ Ἱερεμία. Αὐτό δέ δείχνει, ὅτι εἶχε αὐτές ὁ Ἱερεμίας πρό ὀφθαλμῶν, ὅταν ἔγραφε τό κεφάλαιο ἐκεῖνο.
Τῇ 19ῃ τοῦ αὐτοῦ μηνός μνήμη τοῦ Ἁγίου Φιλαρέτου ἐπισκόπου Μόσχας († 1867).
Ο ἅγιος Φιλάρετος ὑπῆρξε μία ἀπό τίς πιό διαπρεπεῖς μορφές τῆς ρωσικῆς Ἐκκλησίας κατά τόν 19° αἰῶνα. Γεννήθηκε τό 1782 ἀπό πατέρα ἱερέα, στήν πόλι Κολομνά κοντά στήν Μόσχα καί τό βαπτιστικό του ἦταν Βασίλειος. Σέ ἡλικία ἐννέα ἐτῶν μπῆκε στό τοπικό ἱεροδιδασκαλεῖο καί συνέχισε τίς σπουδές του στήν ἱερατική σχολή, πού ἦταν προσαρτημένη στήν Λαύρα τῆς Ἁγίας Τριάδος τοῦ ἁγίου Σεργίου. Ὄντας ἐξαίρετος μαθητής στίς ἀρχαῖες γλῶσσες, ὅπως καί στήν θεολογία καί στήν ποίησι, ὁ νεαρός ἱεροσπουδαστής ἐπέπεσε στήν ἀντίληψι ἑνός συχνοῦ ἐπισκέπτη στήν Λαύρα, τοῦ μητροπολίτη Μόσχας Πλάτωνα, ὁ ὁποῖος καί τόν πῆρε ὑπό τήν προστασία του. Παρά τά προσόντα του, ὁ Βασίλειος παρέμενε εὐσεβής, ἤρεμος καί σεμνός καί ἦταν ἀγαπητός ἀπό ὅλους. Ἀποφοίτησε πρῶτος στήν τάξι του καί προσλήφθηκε ἀμέσως, γιά νά διδάξη ἀρχαῖα ἑλληνικά (τά ὁποῖα ἔγραφε καί μιλοῦσε μέ εὐχέρεια) καί ἐβραϊκά.
Σύντομα διωρίσθηκε ἱεροκήρυκας στήν Λαύρα καί καθηγητής Ρητορικῆς, ἀφοῦ ἦταν ἕνας ἐξαίρετος ρήτορας, πού γνώριζε πῶς νά μεταδίδη στίς ψυχές τήν φλόγα τοῦ ἔρωτα τῆς ἀρετῆς.
Ὁ εὐεργέτης του, Μητροπολίτης Πλάτων, θεωρούμενος ὁ ἴδιος μέγας θεολόγος καί ρήτορας, ἔγραψε γι’ αὐτόν: «Ὅσο γιά μένα, γράφω ὡς ἄνθρωπος, ἐκεῖνος ὅμως γράφει σάν ἄγγελος». Μέ τήν ἐνθάρρυνσι τοῦ μητροπολίτη, καί μετά ἀπό ὥριμη σκέψι συνοδευόμενη ἀπό ἐσωτερικούς ἀγῶνες, ὁ λαμπρός καθηγητής ἐκάρη μονάχος τό 1808, ἔλαβε τό ὄνομα Φιλάρετος καί χειροτονήθηκε διάκονος λίγες ἡμέρες ἀργότερα. Τόν ἑπόμενο χρόνο μετατέθηκε στήν Ἁγία Πετρούπολι, γιά νά ἀναλάβη ἐπόπτης καί καθηγητής Φιλοσοφίας στήν ἱερατική σχολή. Μετά τήν χειροτονία του ὡς ἱερέας, διωρίσθηκε νά διδάσκη Ἁγία Γραφή, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, Κανονικό Δίκαιο καί Δογματική στήν ἐκεῖ Θεολογική Ἀκαδημία. Ὡς ἱεροκήρυκας οἰκοδομοῦσε τό ἐκκλησίασμα τῶν καθεδρικῶν ναῶν, πού ἀντηχοῦσαν ἀπό τόν λόγο του.
Εἶχε ἐπαφές μέ τούς κορυφαίους συγγραφεῖς τῆς ἐποχῆς. Συνέθεσε ἕνα θαυμάσιο παρηγορητικό ποίημα γιά τόν Ποῦσκιν, ὁ ὁποῖος τοῦ ἔγραψε εὐγνώμων: «Ὁ ποιητής κυριευμένος ἀπό ἱερό δέος ἀκούει μέ προσοχή τήν ἅρπα τοῦ Φιλάρετου». Σέ ἡλικία τριάντα ἐτῶν ὁ Φιλάρετος ἔγινε ἀρχιμανδρίτης, σύντομα δέ διωρίσθηκε διευθυντής τῆς Θεολογικῆς Ἀκαδημίας καί καθηγούμενος μίας ἀπό τίς μεγαλύτερες μονές τοῦ Νόβγκοροντ. Ἀκάματος ἐργάτης στήν ἐκπλήρωσι τόσο τῶν ἀκαδημαϊκῶν, ὅσο καί τῶν διοικητικῶν του καθηκόντων, δέν ἦταν λίγες οἱ φορές, πού βρισκόταν νά χειρίζεται ταυτοχρόνως τρία ἤ τέσσερα θέματα μαζί. Ὁ μαθητής του, ἀρχιμανδρίτης Φώτιος, τόν περιέγραψε ὡς ἑξῆς: «Ἡ ὄψι του ἦταν πάντα ἀνοιχτόκαρδη καί χαρούμενη, τό βλέμμα διεισδυτικό καί τό ἦθος εὐχάριστο, ἄν καί ἀσκητικό καί αὐστηρό. Εἶχε ἀρχοντική συμπεριφορά, ἀβίαστη. Ἡ φωνή του τρυφερή καί μειλίχια, ὡστόσο μιλοῦσε καθαρά. Ὡς δάσκαλος, αἰχμαλώτιζε τούς μαθητές του μέ τήν ἐνορατική του διεισδυτικότητα καί διάκρισι σέ σημεῖο νά λησμονοῦνε νά γευματίσουν. Ἡ δύναμι καί ἡ ὀμορφιά, ἡ μεγαλοπρέπεια καί ἡ δόξα τῆς Θεολογικῆς Ἀκαδημίας τήν ἐποχή ἐκείνη συγκεντρώθηκαν ὅλα στό πρόσωπο τοῦ Φιλάρετου». Συνδυάζοντας ἐμβριθῆ λογιότητα καί φλογερή εὐσέβεια, ὁ Φιλάρετος ἀναζήτησε πάνω ἀπό ὅλα νά μεταδώση στούς ἀκροατές του ἤ στούς ἀναγνῶστες τῶν ἔργων του, τό «πνεῦμα τῆς Ὀρθοδοξίας». Τά γραπτά του ἔχουν γίνει κλασσικά στήν ὀρθόδοξη βιβλιογραφία. Ἀκόμη καί ὅταν ζοῦσε, θεωρεῖτο ἕνας πραγματικός Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας καί τόν ἀποκαλοῦσαν «νέο Χρυσόστομο».
Τό 1817, σέ ἡλικία τριάντα πέντε ἐτῶν, ἔγινε διδάκτωρ τῆς Θεολογίας καί χειροτονήθηκε ἐπίσκοπος. Βοηθός ἐπίσκοπος τοῦ μητροπολίτη Ἁγίας Πετρουπόλεως στήν ἀρχή, δέν ἄργησε νά γίνη ἀρχιεπίσκοπος τοῦ Τβέρ, κατόπιν τοῦ Γιαροσλάβ, πέντε χρόνια, καί ἀργότερα ἀνέλαβε μητροπολίτης Μόσχας καί Κολομνᾶ, ἀξίωμα πού ἔμελλε νά διατηρήση ἕως τό τέλος τῆς ζωῆς του.
Στήν ἐκπλήρωσι τῶν ἐπισκοπικῶν του καθηκόντων μετέφερε τήν ἴδια ἐνεργητικότητα, πού ἐπέδειξε ὡς διευθυντής τῆς Ἀκαδημίας. Ὡς νεοδιορισμένος ἐπίσκοπος τοῦ Τβέρ, λόγου χάριν, πέρασε ἑκατό ἡμέρες ταξιδεύοντας ἀπό ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς πελώριας ἐπισκοπῆς του κηρύττοντας σέ ὅλες τίς ἐκκλησίες. Ὡς μητροπολίτης Μόσχας ἔστρεψε τό ἐνδιαφέρον του στά συνήθη μεταξύ τοῦ κλήρου ἀτοπήματα. Δέν δίσταζε νά ἐπιβάλλη κανονικές ποινές, ὅπου τό ἀπαιτοῦσαν τά παραπτώματα κληρικῶν, ἀλλά στήν περίπτωσι τῆς καθαιρέσεως κάποιου μέλους τοῦ κλήρου συνεισέφερε ὁ ἴδιος στήν κάλυψι τῶν ὑλικῶν ἀναγκῶν τῆς οἰκογένειάς του. Ἐργαζόταν ἀκατάπαυστα καί ποτέ δέν γνώρισε μία ἡμέρα ἀργίας. Κανείς δέν γνώριζε πότε κοιμόταν. Ὁποιαδήποτε ὥρα τῆς ἡμέρας ἤ τῆς νύκτας ἔκανε τήν ἐμφάνισί του ὁ ἄνθρωπος, πού τόν διακονοῦσε, τόν εὕρισκε πάντα στό γραφεῖο του.
Ἔγραφε θεολογικά βιβλία, ἐγχειρίδια καί ἄρθρα, ἀλλά ἐκεῖ πού ἔδινε περισσότερο τόν ἑαυτό του ἦταν οἱ ὄμορφες ὁμιλίες του. Ἄφησε ἐκτεταμένη ἀλληλογραφία, ἡ ὁποία περιέχει συμβουλές μεγάλης ἀξίας σέ ὅλους τούς τομεῖς τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Ἡ μετάφρασι τῆς Βίβλου ξεκίνησε μέ τήν δική του ὁλόψυχη ὑποστήριξι καί συνεισέφερε σέ αὐτήν μεταφράζοντας μερικά βιβλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ἐξ αἰτίας τῆς ἀντιδράσεως τοῦ τσάρου καί ὡρισμένων ἐκκλησιαστικῶν κύκλων ἀποδείχθηκε παρατεταμένο ἐγχείρημα καί χρειάσθηκαν πενήντα χρόνια, γιά νά ὁλοκληρωθῆ· χάρι στήν ὑποστήριξι καί συνεργασία του οἱ στάρετς τῆς Μονῆς Ὄπτινα μπόρεσαν νά ἐκδώσουν τίς μεταφράσεις τους ἔργων τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖες ἀπετέλεσαν τήν κινητήρια δύναμι τοῦ μεγάλου κινήματος πνευματικῆς ἀφυπνίσεως στήν Ρωσία [11 Ὀκτ.].
Ὁ ἅγιος ἐπίσκοπος ἦταν πάντα πρόθυμος νά συμβουλευθῆ ὅσους ἐργάζονταν μαζί του καί μέ ταπεινοφροσύνη δεχόταν τήν κριτική. Ἀπέναντι στούς ἐχθρούς του ἦταν εὐγενικός καί ὑπομονετικός καί ὑπέμενε τίς πλέον ἄδικες κατηγορίες, δίχως μνησικακία. Ἀπό τήν ἄλλη μεριά ἦταν ἀνυποχώρητος, ὅταν ἐτίθετο ζήτημα ἱερῶν δογμάτων, θείων ἐντολῶν ἤ ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως.
Ἐξάντλησε ὅλους τούς οἰκονομικούς του πόρους σέ ἔργα φιλανθρωπίας, φροντίζοντας οἱ δωρεές του νά παραμένουν πάντα κρυφές. Προσέφερε τά μέσα γιά τήν ἀνέγερσι ἑνός μεγάλου οἰκοτροφείου γιά ὀρφανά καί παιδιά φτωχῶν οἰκογενειῶν ἱερέων. Τό 1819 εἶχε γίνει μέλος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καί δέν ὑπῆρχε θέμα, πού νά μήν μποροῦσε νά χειρισθῆ. Τόν συμβουλεύονταν ἀκόμη καί γιά θέματα πού ἀνέκυπταν σέ συνεδριάσεις, ὅπου αὐτός ἦταν ἀπών, καί ἀκόμη καί στά πιό περίπλοκα θέματα εὕρισκε πάντα μία λύσι δίκαιη καί βασισμένη σέ κανονικές ἀρχές.
Ὁ ἅγιος Φιλάρετος ἵδρυσε τήν Σκήτη τῆς Γεθσημανῆς, κοντά στήν Λαύρα τῆς Ἁγίας Τριάδος ὅπου, μέ ἀσκητική λαχτάρα γιά τήν ἡσυχία, περνοῦσε συχνά μερικές ἡμέρες σέ ἕνα ἁπλό, μοναχικό κελλί, ἀφιερωμένος στήν προσευχή. Ξεχειλίζοντας ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τά μάτια του ἔλαμπαν ἀπό δάκρυα ἀκούγοντας γιά μία καλή πρᾶξι, μία καλή πρόθεσι ἤ ἕναν καλό λόγο. Ὅσα συμβούλευε τούς ἄλλους νά ἐργάζωνται, τά ἔπραττε ὁ ἴδιος δίχως ἄλλο καί ἔτσι κέρδισε τήν ἀκλόνητη ἀφοσίωσι τῶν πιστῶν, πού ζητοῦσαν τίς προσευχές του καί οἱ ὁποῖες συχνά ἀνταμείβονταν μέ θαύματα. Ἔχοντας λάμψει ὡς πυρσός γιά μισόν αἰῶνα στήν Ἐκκλησία, ὁ ἅγιος Φιλάρετος παρέδωσε τήν ψυχή του στόν Θεό ἐν εἰρήνῃ στίς 19 Νοεμβρίου 1867 σέ ἡλικία ὀγδόντα πέντε ἐτῶν. Λίγους μῆνες πρίν εἶχε δεῖ στό ὄνειρό του τόν πατέρα του, ὁ ὁποῖος τόν συμβούλευσε: «Νά θυμᾶσαι τήν 19η».


Login