Τῷ αὐτῷ μηνί ΚΗ΄, μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Ἐφραίμ τοῦ Σύρου. Ὁ Ὅσιος Πατήρ ἡμῶν Ἰάκωβος ὁ ἀσκητής, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.

Τῷ αὐτῷ μηνί ΚΗ΄, μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Ἐφραίμ τοῦ Σύρου.

 

Αὐ­τός ὁ Ἅ­γιος κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν Ἀ­να­το­λή ἀ­πό τό γέ­νος τῶν Σύ­ρων καί δι­δά­χθη­κε τήν εὐ­σέ­βεια ἀ­πό τούς προ­γό­νους του, κα­τά τούς χρό­νους Θε­ο­δο­σί­ου τοῦ Με­γά­λου, κα­τά τό ἔ­τος 373. Ἀ­πό τήν νε­α­ρή του ἡ­λι­κί­α ἀ­γά­πη­σε ὁ μα­κά­ριος τήν μο­να­χι­κή ζω­ή. Γι’ αὐ­τόν τόν Ἅ­γιο ἀ­να­φέ­ρε­ται, ὅ­τι ἐ­ξε­χύ­θη χά­ρις ἀ­πό τόν Θε­ό, διά μέ­σου τῆς ὁ­ποί­ας σύν­θε­σε πά­ρα πολ­λά συγ­γράμ­μα­τα, γε­μᾶ­τα ἀ­πό κά­θε κα­τά­νυ­ξι καί ὠ­φέ­λεια καί μέ αὐ­τά πολ­λούς ὡ­δή­γη­σε στήν ἀ­ρε­τή. Αὐ­τός ἔ­γι­νε στούς με­τέ­πει­τα Ὁ­σί­ους τύ­πος καί πα­ρά­δειγ­μα τῆς ἀ­σκη­τι­κῆς πο­λι­τεί­ας. Τε­λεῖ­ται δέ ἡ Σύ­να­ξί του στόν μαρ­τυ­ρι­κό Να­ό τῆς Ἁ­γί­ας Ἀ­κυ­λί­νας, στήν το­πο­θε­σί­α Φι­λό­ξε­νος, κον­τά στόν Φό­ρο. (Τόν ἐ­κτε­νῆ Βί­ο του βλέ­πε στόν Νέ­ο Πα­ρά­δει­σο[1]).

  Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Παλλαδίου.

Αὐ­τός ὁ μα­κά­ριος Παλ­λά­διος ἔ­κτι­σε ἕ­να μι­κρό κελ­λά­κι σέ ἕ­να βου­νό, τό ὁ­ποῖ­ο πλη­σί­α­ζε κον­τά σέ ἕ­να χω­ριό, πού λέ­γε­ται Ἴμ­μαι, (ὅ­πως λέ­ει ὁ Θε­ο­δώ­ρη­τος, ὁ ὁ­ποῖ­ος συ­νέ­γρα­ψε τόν Βί­ο τοῦ Ὁ­σί­ου αὐ­τοῦ στόν ἕ­βδο­μο ἀ­ριθ­μό τῆς Φι­λόθεης Ἱ­στο­ρί­ας, ἀ­πό τόν ὁ­ποῖ­ο ἔγινε καί τό Συ­να­ξά­ρι αὐ­τό). Σ’ αὐ­τό λοι­πόν τό κελ­λά­κι ἔ­κλει­σε τόν ἑ­αυ­τό του ὁ Ὅ­σιος καί, ἀ­φοῦ ἀ­πό­κτη­σε ἀ­γρυ­πνί­α, νη­στεί­α καί παν­το­τι­νή προ­σευ­χή, ἀ­ξι­ώ­θη­κε νά λά­βη ἀ­πό τόν Θε­ό τήν χά­ρι τῶν θαυ­μά­των.

Ἕ­νας πραγ­μα­τευ­τής λοι­πόν ἔ­χον­τας μα­ζί του χρή­μα­τα πολ­λά, βά­δι­ζε τήν νύ­κτα στόν δρό­μο. Ἄλ­λος ὅ­μως μια­ρός ἄν­θρω­πος σκε­πτό­με­νος, ὅ­τι κρα­τοῦ­σε χρή­μα­τα, πα­ρα­μό­νευ­σε καί τόν σκό­τω­σε. Κα­τό­πιν παίρ­νον­τάς τον, τόν ἔρ­ρι­ξε στήν πόρ­τα τοῦ κελ­λιοῦ τοῦ Ὁ­σί­ου. Ὅ­ταν ὅ­μως ξη­μέ­ρω­σε καί ἔ­γι­νε γνω­στός αὐ­τός, πού σκο­τώ­θη­κε, τό­τε ὅ­λοι ἔ­σπα­σαν τήν θύ­ρα τοῦ κελ­λιοῦ του καί κα­τα­δί­κα­ζαν ὡς φο­νιά τόν Ὅ­σιο. Τό­τε, τήν ὥ­ρα, πού ὅ­λοι τόν πε­ρι­κύ­κλω­σαν, προ­σευ­χή­θη­κε ὁ Ὅ­σιος καί ἀ­νέ­στη­σε τόν νε­κρό. Ὁ δέ νε­κρός, ἀ­φοῦ ἀ­να­στή­θη­κε, φα­νέ­ρω­σε ποι­ός τόν σκό­τω­σε, καί ὅ­τι ὁ Ὅ­σιος εἶ­ναι τοῦ φό­νου ἀ­μέ­το­χος[2]. Ὄ­χι μό­νο αὐ­τό τό θαῦ­μα ὁ Ὅ­σιος ἔ­κα­νε, ἀλ­λά καί ἄλ­λα πά­ρα πολ­λά. Πε­ρισ­σό­τε­ρο ὅ­μως θαυ­μα­στώ­θη­κε, ἀ­πό τά ἔρ­γα τῆς ἀ­ρε­τῆς του. Ἔ­τσι λοι­πόν ἀ­φοῦ πέ­ρα­σε τήν ζω­ή του καί, ἀ­φοῦ ἄ­φη­σε στήν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Θε­οῦ πρός ὠ­φέ­λεια τῶν ἀ­να­γι­νω­σκόν­των ἀ­ξι­ο­μνη­μό­νευ­τα συγ­γράμ­μα­τα, εἰρηνικά «πρός Κύ­ριον με­τα­βέ­βη­κε»[3].

   Ὁ Ὅσιος Πατήρ ἡμῶν Ἰάκωβος ὁ ἀσκητής, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.

Ἀπῆλθε σαρκός ὥσπερ ἔκ τινος πάγης,

Ὁ σαρκός Ἰάκωβος, οὐχ ἁλούς πάγαις.

 

Αὐ­τός ὁ Ὅ­σιος, ἀ­φοῦ ἐγ­κα­τέ­λει­ψε ὅ­λα τοῦ κό­σμου τά πράγ­μα­τα, κα­τοί­κη­σε σέ ἕ­να σπή­λαι­ο δε­κα­πέν­τε χρό­νια, κον­τά σέ μί­α κω­μό­πο­λι, πού ὀ­νο­μά­ζε­ται Πορ­φυ­ρι­ώ­νη καί ἐ­κεῖ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε κά­θε ἄ­σκη­σι. Στόν Ὅ­σιο αὐ­τόν ἦλ­θε κά­πο­τε μί­α πόρ­νη γυ­ναί­κα, ἡ ὁ­ποί­α πα­ρα­κι­νή­θη­κε ἀ­πό με­ρι­κούς ἀ­κό­λα­στους, ἡ ὁ­ποί­α, ἀ­φοῦ ὥρ­μη­ξε ἐ­πά­νω του ἀ­δι­άν­τρο­πα, τόν πα­ρα­κι­νοῦ­σε στήν ἀ­σέλ­γεια. Ὁ Ὅ­σιος ὅ­μως τῆς ὑ­πεν­θύ­μι­σε τήν μέλ­λου­σα κό­λα­σι τοῦ αἰ­ω­νί­ου πυ­ρός. Ἔ­τσι τήν ἔ­κα­νε νά με­τα­νο­ή­ση καί νά προ­σέλ­θη στόν Χρι­στό.

Ἐ­πει­δή ὅ­μως κα­νέ­νας ἄν­θρω­πος γή­ι­νος δέν μπο­ρεῖ νά ἀ­πο­φύ­γη τά σχέ­δια καί τίς πα­γί­δες τοῦ πο­νη­ροῦ Δι­α­βό­λου, γι’ αὐ­τό συ­νέ­βη νά πέ­ση καί Αὐ­τός ὡς ἄν­θρω­πος σέ πτώ­σεις καί ἁ­μαρ­τί­ες με­γά­λες, ὥ­στε ἀ­πό τό πα­ρά­δειγ­μά του νά προ­σέ­χουν τόν ἑ­αυ­τό τους οἱ ἐ­νά­ρε­τοι ἐ­κεῖ­νοι, οἱ ὁ­ποῖ­οι νο­μί­ζουν, ὅ­τι στέ­κον­ται καί νά πέ­σουν δέν μπο­ροῦν. Καί ἀ­κό­μη ἀντίθετα, ἀ­φοῦ πέ­σουν αὐ­τοί σέ ἁ­μαρ­τί­ες με­γά­λες, πά­λι νά ση­κω­θοῦν μέ τήν με­τά­νοι­α καί νά μή ἀ­πελ­πι­σθοῦν. Δι­ό­τι κά­ποι­ος ἄρ­χον­τας ἔν­δο­ξος, ἔ­χον­τας θυ­γα­τέ­ρα δαι­μο­νι­σμέ­νη, τήν ἔ­φε­ρε στόν Ὅ­σιο αὐ­τόν, γιά νά τήν θε­ρα­πεύ­ση. Ὁ Ἅ­γιος, ἀ­φοῦ προ­σευ­χή­θη­κε, τήν ἐ­λευ­θέ­ρω­σε ἀ­μέ­σως ἀ­πό τό δαι­μό­νιο. Ὁ πα­τέ­ρας της ὅ­μως φο­βή­θη­κε μή­πως πά­λι ὁ δαί­μο­νας τήν ἐ­νο­χλή­ση καί ἄ­φη­σε τήν κό­ρη μα­ζί μέ τό νέ­ο της ἀ­δελ­φό στό σπή­λαι­ο τοῦ Ὁ­σί­ου.

Ὁ Ὅ­σιος τό­τε νι­κή­θη­κε ἀ­πό τήν ἐ­πι­θυ­μί­α, ἀλ­λοί­μο­νο στήν πτῶ­σι! καί δι­έ­φθει­ρε τήν κό­ρη. Ἔ­πει­τα τί γί­νε­ται; Ἐ­πει­δή φο­βή­θη­κε, μή­πως φα­νε­ρω­θῆ αὐ­τή ἡ συγ­χα­με­ρή του πρᾶ­ξι, σκο­τώ­νει τήν γυ­ναῖ­κα, σκο­τώ­νει ὅ­μως μα­ζί καί τόν ἀ­δελ­φό της καί τά νε­κρά τους σώ­μα­τα τά ρί­χνει στό πο­τά­μι, πού ἐ­κεῖ κον­τά ἔ­τρε­χε. Ἀ­πό αὐ­τό τό γε­γο­νός ἀ­φοῦ ἀ­πελ­πί­σθη­κε ἐν­τε­λῶς γιά τήν σω­τη­ρί­α του, ἔ­τρε­ξε νά ἐ­πι­στρέ­ψη στόν κό­σμο. Τήν ὥ­ρα πού πή­γαι­νε τόν συ­ναν­τᾶ ἕ­νας εὐ­λα­βής Μο­να­χός, στίς πα­ραι­νέ­σεις καί συμ­βου­λές τοῦ ὁ­ποί­ου, ἀ­φοῦ ὑ­πά­κου­σε ὁ Ὅ­σιος, ἔ­κλει­σε τόν ἑ­αυ­τό του μέ­σα σέ ἕ­ναν τά­φο καί ἐ­κεῖ ὑ­πέ­μει­νε κά­θε σκλη­ρα­γω­γί­α καί κα­κο­πά­θεια[4]. Με­τά ἀ­πό αὐ­τά συ­νέ­βη νά γί­νη τήν ἐ­πο­χή ἐ­κεί­νη με­γά­λη ξη­ρα­σί­α καί ἀ­νομ­βρί­α στήν χώ­ρα ἐ­κεί­νη. Τό­τε προ­στά­ζει ὁ Θε­ός τόν Ἐ­πί­σκο­πο τῆς πό­λε­ως, ὅ­τι ἄν ὁ Ἰ­ά­κω­βος, πού εἶ­ναι κλει­σμέ­νος μέ­σα στόν τά­φο, δέν προ­σευ­χη­θῆ, δέν θά λυ­θῆ ἡ ἀ­νομ­βρί­α. Τό­τε λοι­πόν πῆ­γε στόν Ὅ­σιο ὁ Ἐ­πί­σκο­πος μέ ὅ­λον τόν λα­ό καί, ἀ­φοῦ τόν πα­ρα­κά­λε­σε πο­λύ, τόν ἔ­πει­σε νά προ­σευ­χη­θῆ. Τό­τε μό­λις προ­σευ­χή­θη­κε, ἔ­γι­νε βρο­χή πολ­λή. Ἀ­πό αὐ­τό δέ­χθη­κε κα­λές ἐλ­πί­δες γιά τήν σω­τη­ρί­α του καί  πρό­σθε­σε σκλη­ρα­γω­γί­α πά­νω στήν σκλη­ρα­γω­γί­α καί δά­κρυ­α ἐ­πά­νω στά δά­κρυ­α καί ἔ­τσι μέ πο­λι­τεί­α θε­ά­ρε­στη ἀ­φοῦ τέ­λει­ω­σε τήν ζω­ή του, πα­ρέ­δω­σε τήν ψυ­χή του στά χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ.



[1]  Αὐ­τοῦ τοῦ Ἁ­γί­ου τά συγ­γράμ­μα­τα κυ­κλο­φο­ροῦν σέ ἕ­ξι τό­μους, τρεῖς ἑλ­λη­νι­κά καί λα­τι­νι­κά καί τρεῖς συ­ρια­κά καί λα­τι­νι­κά. Ἂς φρον­τί­σουν λοι­πόν ὅ­σοι ἀ­πό τούς Γραι­κούς γνω­ρί­ζουν τήν λα­τι­νι­κή φω­νή, νά με­τα­φρά­σουν καί τούς ἄλ­λους τρεῖς τό­μους στήν ἑλ­λη­νι­κή ἤ στήν ἁ­πλῆ. Καί ἄς μή ἀ­με­λοῦν καί ἀ­φή­νουν νά στε­ροῦν­ται οἱ ὁ­μο­γε­νεῖς τους Γραι­κοί τέ­τοι­α ἀ­ξι­ό­λο­γα συγ­γράμ­μα­τα τοῦ Ὁ­σί­ου, τά ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι ἐ­ξη­γη­τι­κά τῆς Πεν­τα­τεύ­χου, τοῦ Ἰ­η­σοῦ, τῶν Κρι­τῶν, τῶν τεσ­σά­ρων Βα­σι­λει­ῶν, τοῦ Ἰ­ώβ, Ἠ­σα­ΐ­ου, Ἱ­ε­ρε­μί­ου, Θρή­νων, Ἰ­ε­ζε­κι­ήλ, Δα­νι­ήλ, Ὠ­ση­έ, Ἰ­ω­ήλ, Ἀ­μώς, Ἀ­βδιού, Μι­χαί­ου, Ζα­χα­ρί­ου καί Μα­λα­χί­ου. Σέ αὐ­τά ἀ­κό­μη πε­ρι­έ­χον­ται καί ἕν­δε­κα λό­γοι ἐ­ξη­γη­τι­κοί στούς ἐ­κλε­κτούς τό­πους τῆς Γρα­φῆς καί δε­κα­τρεῖς λό­γοι στήν Γέν­νη­σι τοῦ Κυ­ρί­ου καί λό­γοι δώ­δε­κα πε­ρί τοῦ ἐν Ἐ­δέμ Πα­ρα­δεί­σου καί ἄλ­λα ἀ­ξι­ό­λο­γα καί ὠ­φέ­λι­μα. Δι­ό­τι, ἐ­άν ἀ­με­λή­σουν, θά κα­τα­κρι­θοῦν ὅ­πως ὁ πο­νη­ρός δοῦ­λος, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­κρυ­ψε τό τά­λαν­το τοῦ κυ­ρί­ου του στήν γῆ. Λέ­νε ἀ­κό­μη με­ρι­κοί, ὅ­τι ὁ Ἅ­γιος Ἐ­φραίμ συ­νέ­γρα­ψε συ­ρια­κά τρεῖς χι­λιά­δες ἑκατομμύρια στί­χους. Καί ὁ Ἱ­ε­ρώ­νυ­μος ἀ­να­φέ­ρει στόν κα­τά­λο­γο τῶν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῶν συγ­γρα­φέ­ων, ὅ­τι τά βι­βλί­α του ἔ­φθα­σαν σέ τό­ση δό­ξα καί προ­τί­μη­σι, ὥ­στε σέ πολ­λές Ἐκ­κλη­σί­ες δι­α­βά­ζον­ταν με­τά τίς Ἅ­γι­ες Γρα­φές. (Βλέ­πε τόν Με­λέ­τιο, τόμ. α΄, τῆς Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς Ἱ­στο­ρί­ας, σελ. 398). Γιά νά μά­θης δέ πό­ση κα­τά­νυ­ξι προ­ξε­νοῦν τά βι­βλί­α τοῦ Πα­τρός αὐ­τοῦ Ἐ­φραίμ, βλέ­πε στό Συ­να­ξά­ρι τοῦ Ὁ­σί­ου Εὐ­α­ρέ­στου, κα­τά τήν 26η τοῦ Δε­κεμ­βρί­ου. Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι Γρη­γό­ριος ὁ Νύσ­σης στό ἐγ­κώ­μιό του στόν Ἅ­γιο Ἐ­φραίμ λέ­ει γι’ αὐ­τόν· «Ὁ μέ­γας Πα­τήρ ἡ­μῶν καί τῆς οἰ­κου­μέ­νης Δι­δά­σκα­λος Ἐ­φραίμ». Αὐ­τοῦ τόν Βί­ο ἑλ­λη­νι­κά συ­νέ­γρα­ψε ὁ Με­τα­φρα­στής, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Ἐ­φραίμ ὁ θαυ­μά­σιος». (Σῴ­ζε­ται στό τέ­λος τῆς βί­βλου τοῦ Ἁ­γί­ου Ἐ­φραίμ καί στήν τῶν Ἰ­βή­ρων καί σέ ἄλ­λες).

[2]Προσθέτει δέ ὁ Θεοδώρητος, ὅτι ἀφοῦ ὁ ἀναστηθείς ἔδειξε μέ τό δάκτυλό του, ποιός τόν φόνευσε, τόν συνέλαβαν. Καί ἀφοῦ τοῦ ἔβγαλαν τά φορέματα, βρῆκαν τό μαχαίρι ἐπάνω του, πού ἦταν ἀκόμη ματωμένο. Παρόμοια βρῆκαν καί τά χρήματα αὐτοῦ πού σκοτώθηκε, τά ὁποῖα ἔγιναν αἰτία καί τόν σκότωσε.

[3] Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι ὁ Ὅ­σιος Αὐ­τός Παλ­λά­διος ἔ­γι­νε Ἐ­πί­σκο­πος Ἐ­λε­νου­πό­λε­ως καί ἄκ­μα­σε κατά τήν βα­σι­λεί­α τοῦ Με­γά­λου Θε­ο­δο­σί­ου, κα­τά τό ἔ­τος 380. Λέ­νε με­ρι­κοί, ὅ­τι ὁ Παλ­λά­διος αὐ­τός λέ­γε­ται καί Ἡ­ρα­κλεί­δης Ἐ­πί­σκο­πος Καπ­πα­δο­κί­ας καί ἔ­γρα­ψε τούς Βί­ους τῶν Ὁ­σί­ων, πού βρί­σκον­ται στό βι­βλί­ο, τό ὁ­ποῖ­ο λέ­γε­ται Λαυ­σα­ϊ­κό. Συμ­πε­ραί­νουν δέ αὐ­τό, ἐ­πει­δή καί ὁ Παλ­λά­διος ἔ­γρα­ψε πρός Λαῦ­σο τόν Πραι­πό­σι­το, πρός τόν ὁ­ποῖ­ο ἔ­γρα­ψε καί ὁ Ἡ­ρα­κλεί­δης. Κα­τά ἄλ­λους, ὅ­μως, ἄλ­λος εἶ­ναι ὁ Παλ­λά­διος ἀ­πό τόν Ἡ­ρα­κλεί­δη. Καί αὐ­τό ἀ­κό­μη ση­μει­ώ­νου­με, ὅ­τι Παλ­λά­διος ὁ Ἐ­λε­νου­πό­λε­ως, ἄλ­λος εἶ­ναι ἀ­πό τόν Παλ­λά­διο αὐ­τόν. Δι­ό­τι ὁ Θε­ο­δώ­ρη­τος, ὁ ὁ­ποῖ­ος συ­νέ­γρα­ψε τόν Βί­ο του  δέν γρά­φει, ὅ­τι ἔ­γι­νε Ἐ­πί­σκο­πος. Ἀ­να­φέ­ρε­ται ἀ­κό­μη καί ἕ­νας Παλ­λά­διος Ὅ­σιος στόν Πα­ρά­δει­σο τῶν Πα­τέ­ρων, ἔ­χον­τας δι­ά­φο­ρα ἀ­πο­φθέγ­μα­τα.

 [4] Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι ἡ προ­σευ­χή, πού ἔ­λε­γε γο­να­τι­στός δέ­κα χρό­νια ὁ Ὅ­σιος Αὐ­τός Ἰ­ά­κω­βος ὄν­τας μέ­σα στόν τά­φο, ἦ­ταν αὐ­τή· «Πῶς νά ἀ­τε­νί­σω πρός ἐσέ­να ὁ Θε­ός; Ποι­ά ἀρ­χή τῆς ἐ­ξο­μο­λο­γή­σε­ως νά βρῶ; Μέ ποι­ά καρ­διά ἤ μέ ποι­ά συ­νεί­δη­σι νά πά­ρω θάρ­ρος καί νά κι­νή­σω γλῶσ­σα ἀ­σε­βῆ καί χεί­λη γε­μᾶ­τα ἀ­πό μο­λυ­σμό; Καί γιά ποι­ές ἁ­μαρ­τί­ες πρῶ­τα νά κα­τα­τολ­μή­σω νά ζη­τή­σω πρῶ­τα ἄ­φε­σι; Λυ­πή­σου με, φι­λάν­θρω­πε Κύ­ρι­ε! ἵ­λε­ως γί­νε στόν ἀ­νά­ξιο, Δέ­σπο­τα ἀ­γα­θέ, καί μή μέ κα­τα­στρέ­ψης μέ τίς αἰ­σχρές μου πρά­ξεις. Δι­ό­τι τά δυσ­σε­βή­μα­τά μου δέν εἶ­ναι μι­κρά. Πορ­νεί­α δι­έ­πρα­ξα. Φό­νο ἔ­κα­να. Αἷ­μα ἀ­θῷ­ο ἔχυσα. Καί ἀ­κό­μη σέ ἔ­δω­σα ὡς τρο­φή στά ὕ­δα­τα καί στά θη­ρί­α καί στά που­λιά. Καί, τώ­ρα, Κύ­ρι­ε, σέ ἐ­σέ­να πού τά γνω­ρί­ζεις ὅ­λα, ἐ­ξο­μο­λο­γοῦ­μαι, ἀ­γα­θέ, ζη­τῶν­τας τήν συγ­χώ­ρη­σι αὐ­τῶν. Μή μέ πε­ρι­φρο­νή­σης. Ἀλ­λά σύμ­φω­να μέ τήν εὐ­σπλαγ­χνί­α, πού ἁρ­μό­ζει σέ ἐ­σέ­να, λυ­πή­σου ἐ­μέ­να τόν ἀ­σε­βῆ. Καί στεῖ­λε σέ ἐ­μέ­να τό πλού­σιο ἔ­λε­ος, πού προ­έρ­χε­ται ἀ­πό ἐ­σέ­να, σέ ἐ­μέ­να, ὁ ὁ­ποῖ­ος κα­τά­πε­σα στά βά­ρα­θρα τῆς ἁ­μαρ­τί­ας. Δι­ό­τι μέ ἔ­πνι­ξε ἡ κα­ται­γί­δα τοῦ κα­τα­στρο­φέ­α ἐ­χθροῦ. Μή μέ κα­τα­πι­ῆ λοι­πόν ὁ δρά­κοντας ὁ βύ­θιος». Καί τά λοι­πά.

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης