Τῷ αὐτῷ μηνί ΚΗ΄, μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Ἐφραίμ τοῦ Σύρου.
Αὐτός ὁ Ἅγιος καταγόταν ἀπό τήν Ἀνατολή ἀπό τό γένος τῶν Σύρων καί διδάχθηκε τήν εὐσέβεια ἀπό τούς προγόνους του, κατά τούς χρόνους Θεοδοσίου τοῦ Μεγάλου, κατά τό ἔτος 373. Ἀπό τήν νεαρή του ἡλικία ἀγάπησε ὁ μακάριος τήν μοναχική ζωή. Γι’ αὐτόν τόν Ἅγιο ἀναφέρεται, ὅτι ἐξεχύθη χάρις ἀπό τόν Θεό, διά μέσου τῆς ὁποίας σύνθεσε πάρα πολλά συγγράμματα, γεμᾶτα ἀπό κάθε κατάνυξι καί ὠφέλεια καί μέ αὐτά πολλούς ὡδήγησε στήν ἀρετή. Αὐτός ἔγινε στούς μετέπειτα Ὁσίους τύπος καί παράδειγμα τῆς ἀσκητικῆς πολιτείας. Τελεῖται δέ ἡ Σύναξί του στόν μαρτυρικό Ναό τῆς Ἁγίας Ἀκυλίνας, στήν τοποθεσία Φιλόξενος, κοντά στόν Φόρο. (Τόν ἐκτενῆ Βίο του βλέπε στόν Νέο Παράδεισο[1]).
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Παλλαδίου.
Αὐτός ὁ μακάριος Παλλάδιος ἔκτισε ἕνα μικρό κελλάκι σέ ἕνα βουνό, τό ὁποῖο πλησίαζε κοντά σέ ἕνα χωριό, πού λέγεται Ἴμμαι, (ὅπως λέει ὁ Θεοδώρητος, ὁ ὁποῖος συνέγραψε τόν Βίο τοῦ Ὁσίου αὐτοῦ στόν ἕβδομο ἀριθμό τῆς Φιλόθεης Ἱστορίας, ἀπό τόν ὁποῖο ἔγινε καί τό Συναξάρι αὐτό). Σ’ αὐτό λοιπόν τό κελλάκι ἔκλεισε τόν ἑαυτό του ὁ Ὅσιος καί, ἀφοῦ ἀπόκτησε ἀγρυπνία, νηστεία καί παντοτινή προσευχή, ἀξιώθηκε νά λάβη ἀπό τόν Θεό τήν χάρι τῶν θαυμάτων.
Ἕνας πραγματευτής λοιπόν ἔχοντας μαζί του χρήματα πολλά, βάδιζε τήν νύκτα στόν δρόμο. Ἄλλος ὅμως μιαρός ἄνθρωπος σκεπτόμενος, ὅτι κρατοῦσε χρήματα, παραμόνευσε καί τόν σκότωσε. Κατόπιν παίρνοντάς τον, τόν ἔρριξε στήν πόρτα τοῦ κελλιοῦ τοῦ Ὁσίου. Ὅταν ὅμως ξημέρωσε καί ἔγινε γνωστός αὐτός, πού σκοτώθηκε, τότε ὅλοι ἔσπασαν τήν θύρα τοῦ κελλιοῦ του καί καταδίκαζαν ὡς φονιά τόν Ὅσιο. Τότε, τήν ὥρα, πού ὅλοι τόν περικύκλωσαν, προσευχήθηκε ὁ Ὅσιος καί ἀνέστησε τόν νεκρό. Ὁ δέ νεκρός, ἀφοῦ ἀναστήθηκε, φανέρωσε ποιός τόν σκότωσε, καί ὅτι ὁ Ὅσιος εἶναι τοῦ φόνου ἀμέτοχος[2]. Ὄχι μόνο αὐτό τό θαῦμα ὁ Ὅσιος ἔκανε, ἀλλά καί ἄλλα πάρα πολλά. Περισσότερο ὅμως θαυμαστώθηκε, ἀπό τά ἔργα τῆς ἀρετῆς του. Ἔτσι λοιπόν ἀφοῦ πέρασε τήν ζωή του καί, ἀφοῦ ἄφησε στήν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ πρός ὠφέλεια τῶν ἀναγινωσκόντων ἀξιομνημόνευτα συγγράμματα, εἰρηνικά «πρός Κύριον μεταβέβηκε»[3].
Ὁ Ὅσιος Πατήρ ἡμῶν Ἰάκωβος ὁ ἀσκητής, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.
Ἀπῆλθε σαρκός ὥσπερ ἔκ τινος πάγης,
Ὁ σαρκός Ἰάκωβος, οὐχ ἁλούς πάγαις.
Αὐτός ὁ Ὅσιος, ἀφοῦ ἐγκατέλειψε ὅλα τοῦ κόσμου τά πράγματα, κατοίκησε σέ ἕνα σπήλαιο δεκαπέντε χρόνια, κοντά σέ μία κωμόπολι, πού ὀνομάζεται Πορφυριώνη καί ἐκεῖ χρησιμοποιοῦσε κάθε ἄσκησι. Στόν Ὅσιο αὐτόν ἦλθε κάποτε μία πόρνη γυναίκα, ἡ ὁποία παρακινήθηκε ἀπό μερικούς ἀκόλαστους, ἡ ὁποία, ἀφοῦ ὥρμηξε ἐπάνω του ἀδιάντροπα, τόν παρακινοῦσε στήν ἀσέλγεια. Ὁ Ὅσιος ὅμως τῆς ὑπενθύμισε τήν μέλλουσα κόλασι τοῦ αἰωνίου πυρός. Ἔτσι τήν ἔκανε νά μετανοήση καί νά προσέλθη στόν Χριστό.
Ἐπειδή ὅμως κανένας ἄνθρωπος γήινος δέν μπορεῖ νά ἀποφύγη τά σχέδια καί τίς παγίδες τοῦ πονηροῦ Διαβόλου, γι’ αὐτό συνέβη νά πέση καί Αὐτός ὡς ἄνθρωπος σέ πτώσεις καί ἁμαρτίες μεγάλες, ὥστε ἀπό τό παράδειγμά του νά προσέχουν τόν ἑαυτό τους οἱ ἐνάρετοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι νομίζουν, ὅτι στέκονται καί νά πέσουν δέν μποροῦν. Καί ἀκόμη ἀντίθετα, ἀφοῦ πέσουν αὐτοί σέ ἁμαρτίες μεγάλες, πάλι νά σηκωθοῦν μέ τήν μετάνοια καί νά μή ἀπελπισθοῦν. Διότι κάποιος ἄρχοντας ἔνδοξος, ἔχοντας θυγατέρα δαιμονισμένη, τήν ἔφερε στόν Ὅσιο αὐτόν, γιά νά τήν θεραπεύση. Ὁ Ἅγιος, ἀφοῦ προσευχήθηκε, τήν ἐλευθέρωσε ἀμέσως ἀπό τό δαιμόνιο. Ὁ πατέρας της ὅμως φοβήθηκε μήπως πάλι ὁ δαίμονας τήν ἐνοχλήση καί ἄφησε τήν κόρη μαζί μέ τό νέο της ἀδελφό στό σπήλαιο τοῦ Ὁσίου.
Ὁ Ὅσιος τότε νικήθηκε ἀπό τήν ἐπιθυμία, ἀλλοίμονο στήν πτῶσι! καί διέφθειρε τήν κόρη. Ἔπειτα τί γίνεται; Ἐπειδή φοβήθηκε, μήπως φανερωθῆ αὐτή ἡ συγχαμερή του πρᾶξι, σκοτώνει τήν γυναῖκα, σκοτώνει ὅμως μαζί καί τόν ἀδελφό της καί τά νεκρά τους σώματα τά ρίχνει στό ποτάμι, πού ἐκεῖ κοντά ἔτρεχε. Ἀπό αὐτό τό γεγονός ἀφοῦ ἀπελπίσθηκε ἐντελῶς γιά τήν σωτηρία του, ἔτρεξε νά ἐπιστρέψη στόν κόσμο. Τήν ὥρα πού πήγαινε τόν συναντᾶ ἕνας εὐλαβής Μοναχός, στίς παραινέσεις καί συμβουλές τοῦ ὁποίου, ἀφοῦ ὑπάκουσε ὁ Ὅσιος, ἔκλεισε τόν ἑαυτό του μέσα σέ ἕναν τάφο καί ἐκεῖ ὑπέμεινε κάθε σκληραγωγία καί κακοπάθεια[4]. Μετά ἀπό αὐτά συνέβη νά γίνη τήν ἐποχή ἐκείνη μεγάλη ξηρασία καί ἀνομβρία στήν χώρα ἐκείνη. Τότε προστάζει ὁ Θεός τόν Ἐπίσκοπο τῆς πόλεως, ὅτι ἄν ὁ Ἰάκωβος, πού εἶναι κλεισμένος μέσα στόν τάφο, δέν προσευχηθῆ, δέν θά λυθῆ ἡ ἀνομβρία. Τότε λοιπόν πῆγε στόν Ὅσιο ὁ Ἐπίσκοπος μέ ὅλον τόν λαό καί, ἀφοῦ τόν παρακάλεσε πολύ, τόν ἔπεισε νά προσευχηθῆ. Τότε μόλις προσευχήθηκε, ἔγινε βροχή πολλή. Ἀπό αὐτό δέχθηκε καλές ἐλπίδες γιά τήν σωτηρία του καί πρόσθεσε σκληραγωγία πάνω στήν σκληραγωγία καί δάκρυα ἐπάνω στά δάκρυα καί ἔτσι μέ πολιτεία θεάρεστη ἀφοῦ τέλειωσε τήν ζωή του, παρέδωσε τήν ψυχή του στά χέρια τοῦ Θεοῦ.
[1] Αὐτοῦ τοῦ Ἁγίου τά συγγράμματα κυκλοφοροῦν σέ ἕξι τόμους, τρεῖς ἑλληνικά καί λατινικά καί τρεῖς συριακά καί λατινικά. Ἂς φροντίσουν λοιπόν ὅσοι ἀπό τούς Γραικούς γνωρίζουν τήν λατινική φωνή, νά μεταφράσουν καί τούς ἄλλους τρεῖς τόμους στήν ἑλληνική ἤ στήν ἁπλῆ. Καί ἄς μή ἀμελοῦν καί ἀφήνουν νά στεροῦνται οἱ ὁμογενεῖς τους Γραικοί τέτοια ἀξιόλογα συγγράμματα τοῦ Ὁσίου, τά ὁποῖα εἶναι ἐξηγητικά τῆς Πεντατεύχου, τοῦ Ἰησοῦ, τῶν Κριτῶν, τῶν τεσσάρων Βασιλειῶν, τοῦ Ἰώβ, Ἠσαΐου, Ἱερεμίου, Θρήνων, Ἰεζεκιήλ, Δανιήλ, Ὠσηέ, Ἰωήλ, Ἀμώς, Ἀβδιού, Μιχαίου, Ζαχαρίου καί Μαλαχίου. Σέ αὐτά ἀκόμη περιέχονται καί ἕνδεκα λόγοι ἐξηγητικοί στούς ἐκλεκτούς τόπους τῆς Γραφῆς καί δεκατρεῖς λόγοι στήν Γέννησι τοῦ Κυρίου καί λόγοι δώδεκα περί τοῦ ἐν Ἐδέμ Παραδείσου καί ἄλλα ἀξιόλογα καί ὠφέλιμα. Διότι, ἐάν ἀμελήσουν, θά κατακριθοῦν ὅπως ὁ πονηρός δοῦλος, ὁ ὁποῖος ἔκρυψε τό τάλαντο τοῦ κυρίου του στήν γῆ. Λένε ἀκόμη μερικοί, ὅτι ὁ Ἅγιος Ἐφραίμ συνέγραψε συριακά τρεῖς χιλιάδες ἑκατομμύρια στίχους. Καί ὁ Ἱερώνυμος ἀναφέρει στόν κατάλογο τῶν ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων, ὅτι τά βιβλία του ἔφθασαν σέ τόση δόξα καί προτίμησι, ὥστε σέ πολλές Ἐκκλησίες διαβάζονταν μετά τίς Ἅγιες Γραφές. (Βλέπε τόν Μελέτιο, τόμ. α΄, τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας, σελ. 398). Γιά νά μάθης δέ πόση κατάνυξι προξενοῦν τά βιβλία τοῦ Πατρός αὐτοῦ Ἐφραίμ, βλέπε στό Συναξάρι τοῦ Ὁσίου Εὐαρέστου, κατά τήν 26η τοῦ Δεκεμβρίου. Σημείωσε, ὅτι Γρηγόριος ὁ Νύσσης στό ἐγκώμιό του στόν Ἅγιο Ἐφραίμ λέει γι’ αὐτόν· «Ὁ μέγας Πατήρ ἡμῶν καί τῆς οἰκουμένης Διδάσκαλος Ἐφραίμ». Αὐτοῦ τόν Βίο ἑλληνικά συνέγραψε ὁ Μεταφραστής, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Ἐφραίμ ὁ θαυμάσιος». (Σῴζεται στό τέλος τῆς βίβλου τοῦ Ἁγίου Ἐφραίμ καί στήν τῶν Ἰβήρων καί σέ ἄλλες).
[2]Προσθέτει δέ ὁ Θεοδώρητος, ὅτι ἀφοῦ ὁ ἀναστηθείς ἔδειξε μέ τό δάκτυλό του, ποιός τόν φόνευσε, τόν συνέλαβαν. Καί ἀφοῦ τοῦ ἔβγαλαν τά φορέματα, βρῆκαν τό μαχαίρι ἐπάνω του, πού ἦταν ἀκόμη ματωμένο. Παρόμοια βρῆκαν καί τά χρήματα αὐτοῦ πού σκοτώθηκε, τά ὁποῖα ἔγιναν αἰτία καί τόν σκότωσε.
[3] Σημείωσε, ὅτι ὁ Ὅσιος Αὐτός Παλλάδιος ἔγινε Ἐπίσκοπος Ἐλενουπόλεως καί ἄκμασε κατά τήν βασιλεία τοῦ Μεγάλου Θεοδοσίου, κατά τό ἔτος 380. Λένε μερικοί, ὅτι ὁ Παλλάδιος αὐτός λέγεται καί Ἡρακλείδης Ἐπίσκοπος Καππαδοκίας καί ἔγραψε τούς Βίους τῶν Ὁσίων, πού βρίσκονται στό βιβλίο, τό ὁποῖο λέγεται Λαυσαϊκό. Συμπεραίνουν δέ αὐτό, ἐπειδή καί ὁ Παλλάδιος ἔγραψε πρός Λαῦσο τόν Πραιπόσιτο, πρός τόν ὁποῖο ἔγραψε καί ὁ Ἡρακλείδης. Κατά ἄλλους, ὅμως, ἄλλος εἶναι ὁ Παλλάδιος ἀπό τόν Ἡρακλείδη. Καί αὐτό ἀκόμη σημειώνουμε, ὅτι Παλλάδιος ὁ Ἐλενουπόλεως, ἄλλος εἶναι ἀπό τόν Παλλάδιο αὐτόν. Διότι ὁ Θεοδώρητος, ὁ ὁποῖος συνέγραψε τόν Βίο του δέν γράφει, ὅτι ἔγινε Ἐπίσκοπος. Ἀναφέρεται ἀκόμη καί ἕνας Παλλάδιος Ὅσιος στόν Παράδεισο τῶν Πατέρων, ἔχοντας διάφορα ἀποφθέγματα.
[4] Σημείωσε, ὅτι ἡ προσευχή, πού ἔλεγε γονατιστός δέκα χρόνια ὁ Ὅσιος Αὐτός Ἰάκωβος ὄντας μέσα στόν τάφο, ἦταν αὐτή· «Πῶς νά ἀτενίσω πρός ἐσένα ὁ Θεός; Ποιά ἀρχή τῆς ἐξομολογήσεως νά βρῶ; Μέ ποιά καρδιά ἤ μέ ποιά συνείδησι νά πάρω θάρρος καί νά κινήσω γλῶσσα ἀσεβῆ καί χείλη γεμᾶτα ἀπό μολυσμό; Καί γιά ποιές ἁμαρτίες πρῶτα νά κατατολμήσω νά ζητήσω πρῶτα ἄφεσι; Λυπήσου με, φιλάνθρωπε Κύριε! ἵλεως γίνε στόν ἀνάξιο, Δέσποτα ἀγαθέ, καί μή μέ καταστρέψης μέ τίς αἰσχρές μου πράξεις. Διότι τά δυσσεβήματά μου δέν εἶναι μικρά. Πορνεία διέπραξα. Φόνο ἔκανα. Αἷμα ἀθῷο ἔχυσα. Καί ἀκόμη σέ ἔδωσα ὡς τροφή στά ὕδατα καί στά θηρία καί στά πουλιά. Καί, τώρα, Κύριε, σέ ἐσένα πού τά γνωρίζεις ὅλα, ἐξομολογοῦμαι, ἀγαθέ, ζητῶντας τήν συγχώρησι αὐτῶν. Μή μέ περιφρονήσης. Ἀλλά σύμφωνα μέ τήν εὐσπλαγχνία, πού ἁρμόζει σέ ἐσένα, λυπήσου ἐμένα τόν ἀσεβῆ. Καί στεῖλε σέ ἐμένα τό πλούσιο ἔλεος, πού προέρχεται ἀπό ἐσένα, σέ ἐμένα, ὁ ὁποῖος κατάπεσα στά βάραθρα τῆς ἁμαρτίας. Διότι μέ ἔπνιξε ἡ καταιγίδα τοῦ καταστροφέα ἐχθροῦ. Μή μέ καταπιῆ λοιπόν ὁ δράκοντας ὁ βύθιος». Καί τά λοιπά.


Login