Τῷ αὐτῷ μηνί ΚΓ΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Κλήμεντος Ἐπισκόπου Ἀγκύρας, καί τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Ἀγαθαγγέλου.
Ὁ μακάριος Αὐτός καί θεσπέσιος Κλήμης, ὅλη σχεδόν τήν ζωή του τήν ζωή του τήν πέρασε στό μαρτύριο. Διότι σέ 28 χρόνια παρατάθηκε ὁ πόλεμος καί ὁ ἀγῶνας του γιά τόν Χριστό ἐναντίον τῶν τυράννων, χωρίς νά διακοπῆ μέ κανένα ἐνδιάμεσο κενό γιά ἀνάπαυσι, χωρίς νά χαρῆ κάποια εἰρήνη καί ἡσυχία καί χωρίς νά ἔχη εἴδησι ὅτι, ἄς ὑποθέσουμε, σέ ὡρισμένες ἡμέρες πάλι θά ἀρχίση ὁ πόλεμος, ὅπως συνήθως γίνεται στούς ἐξωτερικούς πολέμους ἀπό τό ἕνα μέρος καί ἀπό τό ἄλλο τῶν ἐχθρῶν, γιά νά ξεκουρασθοῦν στό ἐνδιάμεσο διάστημα καί, πάλι νά ἀρχίσουν τόν πόλεμο ξανανιωμένοι καί μέ δύναμι. Ἀλλά ὁ πόλεμος καί ἀγῶνας τοῦ πολύαθλου αὐτοῦ Μάρτυρα ἦταν συνεχής, δυνατός, γρήγορος καί ἀδιάκοπος, ὥστε δέν ξέρει κανείς ποιό νά θαυμάση περισσότερο, τό ἀδιάκοπο τοῦ καιροῦ, στόν ὁποῖο ἔδειχνε καρτερία ὁ μεγαλόψυχος, σάν νά ἔπασχε ἄλλος καί ὄχι αὐτός ἤ τό πλῆθος καί τήν δριμύτητα τῶν βασάνων καί τῶν τιμωριῶν, πού ὑπέφερε.
Μᾶλλον ὅμως πρέπει νά θαυμάζη κανείς ἐξ ἴσου καί τά δύο. Διότι αὐτός ὁ ἀδαμάντινος, ἀφοῦ δοκίμασε ὅλα τά εἴδη τῶν βασάνων καί τῶν τιμωριῶν γιά πολλά χρόνια, δηλαδή γιά εἴκοσι ὀκτώ χρόνια, κατέπληξε καί καταντρόπιασε τούς τότε βασιλεῖς καί τυράννους, θέατρο γενόμενος σέ ὅλη σχεδόν τήν οἰκουμένη, ὥστε καί αὐτούς τούς ἰδίους Ἀγγέλους ἔκανε νά θαυμάσουν τήν ὑπομονή του καί καρτερία. Καί ἔτσι ὁ ἀοίδιμος ὕστερα ἀπό ὅλα αὐτά, ἔλαβε τόν στέφανο ἀπό τόν Κύριο τῆς δόξας.
Καταγόταν ὁ Ἅγιος Αὐτός ἀπό τήν Ἄγκυρα τῆς Γαλατίας, υἱός πού εἶχε εἰδωλολάτρη πατέρα, μητέρα ὅμως εὐσεβῆ καί πιστή πού ὠνομαζόταν Σοφία. Ὅταν ἔγινε δώδεκα ἐτῶν, τότε ἔγινε Μοναχός, καί ὅταν ἔγινε ἐτῶν εἴκοσι, τότε ἀνέβηκε στόν θρόνο τῆς Ἀρχιερωσύνης[87]. Μαρτυρῶντας ὑπέρ Χριστοῦ πέρασε δύο αὐτοκράτορες, τόν Διοκλητιανό καί τόν Μαξιμιανό, ἄρχοντες δέ καί ἡγεμόνες ἐννέα, τόν Δομετιανό, τόν Ἀγρίππα, τόν Κουμβρίκιο, τόν Δομέτιο, τόν Σακερδῶτα, τόν Μάξιμο, τόν Ἀφροδίσιο, τόν Λούκιο καί τόν Ἀλέξανδρο.
Ὁ δέ μακάριος Ἀγαθάγγελος ἦταν Ρωμαῖος στό γένος, ὁ ὁποῖος ἦταν ἕνας καί πρῶτος ἀπό ἐκείνους, πού πίστεψαν στόν Χριστό καί βαπτίσθηκαν ἀπό αὐτόν τόν Ἅγιο Κλήμεντα, ὅταν βρισκόταν στήν φυλακή στήν Ρώμη. Διότι ὅλοι ἄλλοι ἐκεῖνοι, πού πίστεψαν τότε στόν Χριστό, μέ βασιλική διαταγή θανατώθηκαν. Μόνος ὁ Ἀγαθάγγελος Αὐτός ἔφυγε καί γλύτωσε, μπαίνοντας καί αὐτός στό ἴδιο καράβι ἐκεῖνο, στό ὁποῖο ἐπρόκειτο νά μπῆ καί ὁ Ἅγιος Κλήμης, ὄχι γιά νά γλυτώση ἀπό τό μαρτύριο, ἀλλά, μᾶλλον, γιά νά πάη στήν Νικομήδεια καί νά ἀγωνισθῆ μέ μεγαλύτερα καί περισσότερα βάσανα καί ἔτσι νά λάβη ἀπό τόν Θεό καί μεγαλύτερο στέφανο. Ὅταν δέ καί ὁ θεῖος Κλήμης μπῆκε στό καράβι, τότε εἶδε τόν Ἀγαθάγγελο, πού ἔπεσε στά πόδια του καί, ἀφοῦ τόν γνώρισε (διότι ἀπό ἐκείνους πού πίστεψαν πρῶτα αὐτόν βάπτισε), χάρηκε καί τόν κατασπαζόταν ἐναγκαλιζόμενος καί παρουσία ἀγαθοῦ Ἀγγέλου, ἐφ’ ὅσον εἶχε καί τό ὄνομα Ἄγγελος, νόμισε τήν παρουσία του. Ἔτσι καί μέ μεγαλύτερη δύναμι πήγαινε στήν Νικομήδεια, γιά νά παρουσιασθῆ στόν Μαξιμιανό. Ἀπό τότε λοιπόν καί στό ἑξῆς συναγωνιζόταν στό μαρτύριο ὁ θεῖος Ἀγαθάγγελος τόν Ἅγιο Κλήμεντα, ἕως ὅτου ἔφθασαν στήν Ἄγκυρα καί παρουσιάσθηκαν στόν ἄρχοντα Λούκιο, ὁ ὁποῖος διέταξε καί ἀπεκεφάλισαν καί τούς δύο μαζί μέ τούς ὑπόλοιπους ἄνδρες καί γυναῖκες καί παιδιά, πού πίστεψαν στόν Χριστό καί ἔτσι ἔλαβαν ὅλοι τούς στεφάνους τοῦ μαρτυρίου.
Τά εἴδη τῶν βασάνων, πού ὑπέμεινε χωριστά μόνος ὁ μακάριος Κλήμης, εἶναι τά ἑξῆς· Τόν κρέμασαν σέ ξύλο καί ἔσχισαν καί κτύπησαν τά μάγουλά του μέ πέτρες, τόν ἔβαλαν σέ φυλακή, τόν ἔδεσαν σέ τροχό, τόν ἔδειραν μέ βάκλα, δηλαδή μέ τά ξύλα, πού κτυποῦν τά τύμπανα, τόν κατάκοψαν μέ μαχαίρια, τόν ἔδειραν στό στόμα μέ σιδερένιους πασσάλους καί σύντριψαν τά σιαγόνιά του. Ἔβγαλαν τά δόντιά του, τόν ἔδεσαν μέ σίδηρα καί στήν φυλακή τόν ἔρριξαν. Ἔβαλαν στά αὐτιά τοῦ πηρούνια σιδερένια καί ἀναμμένα, τόν ἔκαψαν μέ ἀναμμένες λαμπάδες, τόν ἔδεσαν μέ πέτρα μεγάλη, τόν ἔδειραν στήν κεφαλή καί στό πρόσωπο μέ ξύλα, πού κτυποῦν τά τύμπανα καί κάθε μέρα τοῦ ἔδιναν πενῆντα ξυλιές.
Τά εἴδη πάλι τῶν βασάνων, πού ὑπέμεινεν ὁ Ἅγιος Κλήμης μαζί μέ τόν Ἀγαθάγγελο, εἶναι τά ἑξῆς· Ἔδειραν καί τούς δύο μέ βούνευρα ξηρά, τούς κρέμασαν σέ ξύλο, τούς ἔκαψαν τά πλευρά μέ ἀναμμένες λαμπάδες, τούς ἔδωσαν στά θηρία, γιά νά τούς φᾶνε, τούς ἔβαλαν μέσα σέ ἀσβέστη καί ἐκεῖ τούς ἄφησαν δύο ἡμέρες. Ἔβγαλαν ἀπό τό δέρμα τοῦ σώματός τους λουριά, τούς ἔδειραν μέ ξύλα, πού κτυποῦν τά τύμπανα. Τούς ἔβαλαν ἐπάνω σέ κρεββάτια σιδερένια καί ἀναμμένα. Τούς ἔβαλαν μέσα σέ κάμινο ἀναμμένη, καί ἐκεῖ τούς ἄφησαν ἕνα ἡμερονύκτιο, τούς ξέσχισαν δυνατά στά λαγγονάρια, ἔμπηξαν στήν γῆ ἀκόντια μέ τίς αἰχμές πρός τά ἐπάνω καί τούς ξάπλωσαν ἐπάνω στίς αἰχμές. Οἱ αἰχμές αὐτές κατατρύπησαν τά σώματα τῶν Ἁγίων καί τούς πλήγωσαν. Ἔδεσαν στούς λαιμούς τους μυλόπετρες. Τούς ἔσυραν στό κέντρο τῆς πόλεως καί τούς λιθοβόλησαν. Μόνος ὅμως ὁ Ἅγιος Ἀγαθάγγελος δέχθηκε στήν κεφαλή του μολύβι βρασμένο. Στό τέλος ἀποκεφαλίζονται καί οἱ δύο στήν Ἄγκυρα τῆς Γαλατίας, ὅπως ἀναφέραμε παραπάνω. Τελεῖται ἡ Σύναξί τους στόν μαρτυρικό τους Ναό, πού βρίσκεται ἐκεῖ στόν τόπο, πού λέγεται τοῦ Εὐδοξίου, παραπάνω ἀπό τόν Ἀνάπλο καί στήν ἁγιωτάτη Ἐκκλησία τῆς Ἁγίας Εἰρήνης, τῆς παλαιᾶς καί νέας. (Τόν ἐκτενῆ Βίο τους βλέπε στόν Νέο Παράδεισο, τόν ὁποῖο ἑλληνικά συνέγραψε ὁ Μεταφραστής, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Μετά διακοσιοστόν καί πεντηκοστόν ἔτος». Σῴζεται στήν Λαύρα, στήν Μονή τῶν Ἰβήρων καί σέ ἄλλες.)
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Εὐσεβίου.
Αὐτός ὁ Ὅσιος ἦταν κλεισμένος μέσα σέ ἕνα κελλάκι πολύ μικρό καί σκοτεινό, ἐπειδή δέν εἶχε κανένα παράθυρο καί ἐκεῖ χρησιμοποιοῦσε κάθε σκληραγωγία καί ἄσκησι. Ὕστερα ὅμως μετά ἀπό πολλές παρακλήσεις ἀπό κάποιον ἀδελφό, Ἀμμιανό ὀνόματι, πῆγε σέ Μοναστήρι, γιά νά δεχθῆ τήν προστασία καί ἡγουμενία τῶν ἀδελφῶν[88]. Ἐκεῖ ζοῦσε μέ πραότητα καί ταπεινοφροσύνη καί μέ κάθε σκληραγωγία τοῦ σώματος. Διότι ὁ ἀείμνηστος ἔτρωγε κάθε τρεῖς ἤ τέσσερις ἡμέρες. Εἶχε ἀκόμη καί δερμάτινη ζώνη σιδερένια στήν μέση του καί πολύ βαρειά ἁλυσίδα στόν λαιμό του.
Βλέποντάς τον κάποιος ὅμως, πού ἔσκυβε κάτω παρασυρόμενον ἀπό τό βάρος τῆς ἁλυσίδας, τόν κατηγόρησε[89]. Τόοτε ὁ Ὅσιος τοῦ εἶπε· «Ἐγώ κάνω αὐτό, γιά νά ἀντιπολεμήσω τίς μηχανές τοῦ Διαβόλου πού μέ πολεμεῖ. Ἐπειδή ἐκεῖνος πολεμεῖ νά μέ στερήση ἀπό μεγάλα πράγματα καί ἀρετές, ἐννοῶ τήν σωφροσύνη καί τήν δικαιοσύνη καί νά μέ ρίξη σέ μεγάλα κακά, γι’ αὐτό καί ἐγώ στά μικρά αὐτά κακοπαθήματα ἔστησα τόν πόλεμο, στά ὁποῖα, ἐάν μέ νικήση ὁ Διάβολος, δέν θά ὑπερηφανευθῆ πολύ. Καί πάλι, ἐάν σέ αὐτά νικηθῆ ἀπό ἐμένα, θά εἶναι ἄξιος γιά γέλοια, ἐπειδή οὔτε στά μικρά μπόρεσε νά φανῆ νικητης». Ἀφοῦ λοιπόν ἔτσι θεάρεστα ἔζησε ὁ ἀείμνηστος, ἀπῆλθε πρός τόν Κύριο.
Ὁ Ὅσιος Πατήρ ἡμῶν Μαϋσιμᾶς ὁ Σύρος, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.
Στήν Κῦρο, πού βρίσκεται στήν Ἀντιόχεια, ἔζησε ἕνας Ὅσιος, Μαϋσιμᾶς ὀνομαζόμενος, τήν συριακή γλῶσσα μιλῶντας, ὁ ὁποῖος, ἀνετράφηκε σάν ἀγροῖκος καί χωρικός, ἔγινε ὅμως περίφημος στίς ἀρετές. Εἶχε ἕνα μόνο φόρεμα καί, ὅταν πάλιωνε, δέν τό πετοῦσε, ἀλλά ἐπάνω στά σχισμένα μέρη τοῦ παλαιοῦ, συνέραβε ἄλλα μπαλώματα καί μέ αὐτά σκέπαζε τήν γύμνωσι τοῦ σώματός του. Τόσο πολύ φρόντιζε καί φιλοξενοῦσε ὁ ἀοίδιμος τούς ξένους καί πτωχούς, ὥστε ἄνοιγε σέ ὅλους τίς πόρτες τοῦ κελλιοῦ του. Λένε μάλιστα, ὅτι εἶχε δύο πιθάρια, τό ἕνα γεμᾶτο ἀπό σιτάρι καί τό ἄλλο γεμᾶτο ἀπό λάδι, ἀπό τά ὁποῖα ἔδινε σέ ὅσους εἶχαν ἀνάγκη, ἀλλά αὐτά πάντα παρέμεναν γεμᾶτα καί ποτέ δέν ἄδειαζαν. Διότι ὁ Θεός ἐκεῖνος, «ὁ πλουτῶν εἰς πάντας τούς ἐπικαλουμένους αὐτόν», κατά τόν λόγο τοῦ Παύλου (Ρωμ. 10, 12), αὐτός, ὅπως πρόσταξε τήν ὑδρία καί ἀποθήκη καί τό λαδικό τῆς Σαραφθίας χήρας νά ἀναβλύζουν ἀλεῦρι καί λάδι, δίνοντάς της πλούσιο καρπό τῶν σπερμάτων τῆς πρός τόν Ἠλία φιλοξενίας της, ἔτσι, λέω, ὁ ἴδιος Θεός χάρισε καί σ’ αὐτόν τόν θαυμάσιο καί φιλόξενο Μαϋσιμᾶ τήν δόσι τῶν ἀγαθῶν, στό ἴδιο μέτρο μέ τήν προθυμία του. Ἀφοῦ λοιπόν Αὐτός ἔζησε καλῶς καί θεοφιλῶς, πρός Κύριον ἐξεδήμησε[90].
Μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Σαλαμάνου τοῦ Ἡσυχαστοῦ.
Κοντά στήν ἄκρη τοῦ ποταμοῦ Εὐφράτη εἶναι μία κωμόπολις πρός τήν Δύσι, ὀνομαζόμενη Καπερσανά, ἀπό τήν ὁποία καταγόταν ὁ μακάριος Αὐτός Σαλαμάνης. Ἐπειδή ὅμως ἀγάπησε τήν ἡσυχαστική ζωή τῶν Μοναχῶν, γι’ αὐτό βρίσκοντας ἕνα μικρό κελλάκι στό μέρος πού εἶναι πέρα ἀπό τό ποτάμι, ἔκλεισε τόν ἑαυτό του μέσα σ’ αὐτό, χωρίς νά ἀφήση οὔτε πόρτα, γιά νά μήν μπορῆ νά βγαίνη, οὔτε παράθυρο, γιά νά μήν μπαίνη φῶς. Μία φορά τόν χρόνο ἔσκαβε κάτω τήν γῆ καί ἔβγαινε ἔξω καί, δοκιμάζοντας λίγο περισπασμό, συγκέντρωνε τήν ἀναγκαία τροφή γιά ὅλο τόν χρόνο καί ἔτσι πέρασε ὁ ἀοίδιμος πολλά χρόνια. Μαθαίνοντας ὁ Ἀρχιερέας τοῦ τόπου τήν ἀρετή τοῦ ἀνδρός, τόν πλησίασε, θέλοντας νά τοῦ δώση τήν Ἱερωσύνη. Καί ἀφοῦ ἔσκαψε ἕνα μικρό παράθυρο ἀπό τό κελλάκι του, μπῆκε μέσα, καί τοποθετῶντας τό χέρι του ἐπάνω στήν κεφαλή τοῦ Ὁσίου, τέλεσε τήν εὐχή τῆς χειροτονίας. Καί τοῦ εἶπε πολλά καί τοῦ ἀνήγγειλε τήν χάρι τῆς Ἱερωσύνης, πού τοῦ ἔδωσε. Κανένα λόγο ὅμως δέν ἄκουσε νά τοῦ πῆ ὁ Ὅσιος. Τότε ἀναχώρησε, ἀφοῦ πρόσταξε νά κτίσουν πάλι τό μέρος ἐκεῖνο ἀπό τό κελλάκι πού χάλασε.
Ἄλλη φορά πάλι πέρασαν νύκτα τόν ποταμό Εὐφράτη οἱ συγχωριανοί του Χριστιανοί καί χάλασαν τό κελλάκι του. Ἔπειτα παίρνοντας τόν Ὅσιο σηκωτό, τόν πῆγαν στό χωριό τους, χωρίς ἐκεῖνος νά ἀντιστέκεται σ’ αὐτό πού ἔκαναν, καί χωρίς πάλι νά τούς διατάζη ἔτσι νά κάνουν. Ἔχοντας ὅμως στό χωριό τους ἄλλο κελλάκι κτισμένο ἕτοιμο, τόν ἔκλεισαν μέσα σέ αὐτό. Ὁ Ὅσιος παρόμοια ἡσύχαζε καί ἐκεῖ, χωρίς νά μιλῆ μέ κανένα. Μετά λίγες μέρες, οἱ Χριστιανοί, πού κατοικοῦσαν στό χωριό, πού εἶναι ἀπέναντι ἀπό τό ποτάμι, πῆγαν τήν νύκτα καί χάλασαν πάλι τό κελλάκι ἐκεῖνο. Καί παίρνοντας παρόμοια τόν Ὅσιο σηκωτό, τόν πῆγαν στό χωριό τους, χωρίς ἐκεῖνος νά ἀντιστέκεται καί νά τούς βιάζη νά τόν ἀφήσουν, οὔτε πάλι χωρίς νά πηγαίνη πρόθυμα μαζί τους.
Ἔτσι ἔκανε τόν ἑαυτό του ἐντελῶς νεκρό ὁ ἀοίδιμος στήν παροῦσα ζωή. Ἔτσι καί τήν τοῦ Ἀποστόλου Παύλου φωνή ἐπαληθεύοντας ἔλεγε ὁ τρισόλβιος· «Δέν ζῶ πλέον ἐγώ, ἀλλά ζῆ μέσα μου ὁ Χριστός. Τήν δέ σαρκική ζωή πού ζῶ τώρα, ζῶ ἀπό τήν πίστι στόν Υἱό τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος μέ ἀγάπησε καί παρέδωσε τόν ἑαυτό του γιά μένα» (Γαλ. 2,20). Μέ τέτοιον τρόπο ἀφοῦ νέκρωσε τόν ἑαυτό του ὁ μακάριος Σαλαμάνης, σάν κανένας ἄλλος ποτέ, πέρασε τήν ζωή του, ἕως ὅτου ἀπῆλθε πρός τόν Κύριο, γιά νά χαίρεται αἰώνια
[86] Δηλαδή τό στόμα τοῦ ξίφους, πού διψοῦσε αἷμα. Κατά προσωποποιΐας σχῆμα, «τό καί τοῖς ἀψύχοις καί ἀναισθήτοις ψυχήν καί αἴσθησιν περιτιθέν. Ἐμψύχων γάρ τό διψᾶν». Στά δέ τυπωμένα Μηναῖα, δίστομο γράφεται.
[87] Παρ’ ἡλικίαν χειροτονήθηκε Ἀρχιερέας ὁ Ἅγιος αὐτός, διότι τότε δέν εἶχαν γίνει ἀκόμη οἱ ἱεραί Σύνοδοι καί οἱ θεῖοι Κανόνες, πού ἐμποδίζουν το νά μή γίνεται κανείς παρ’ ἡλικίαν Διάκονος καί Ἱερέας καί Ἀρχιερέας.
[88] Ὁ Βίος τοῦ Εὐσεβίου αὐτοῦ συνεγράφη ἀπό τόν Κύρου Θεοδώρητο στόν τέταρτο ἀριθμ. τῆς Φιλόθεης Ἱστορίας. Προσθέτει μάλιστα ἐκεῖ ὁ Θεοδώρητος, ὅτι ὁ Ἀμμιανός ἔκτισε τό Μοναστήρι ἐκεῖνο καί συγκέντρωσε πολλούς ἀδελφούς, λόγῳ ταπεινοφροσύνης, ὅμως, δέν ἤθελε νά γίνη Ἡγούμενός τους, μολονότι ἦταν ἄξιος νά διοικῆ δύο φορές ὅσοι ἦταν ἐκεῖνοι. Γι’ αὐτό παρακάλεσε τόν Ὅσιο Εὐσέβιο καί ἔγινε ἐκεῖνος ἡγούμενος. Λέει ἀκόμη καί ὅτι ὁ Ὅσιος ὥρισε στούς Μοναχούς πού εἶχε, νά τρῶνε μία φορά τήν ἡμέρα καί νά προσεύχωνται νοερά καί παντοτινά στόν Θεό καί κανένα καιρό νά μήν ἀφήνουν ἀμέτοχο αὐτῆς τῆς πνευματικῆς ἐργασίας.
[89] Ὁ Θεοδώρητος δέν λέει, ὅτι τόν κατηγόρησε, ἀλλ’ ὅτι τόν ρώτησε, τί ὠφελεῖται πού δέν βλέπει τόν οὐρανό καί δέν θεωρεῖ τόν κάμπο ἐκεῖνον, πού ἦταν κάτω ἀπό τό κελλί του, οὔτε βαδίζει σέ ἄλλον πλατύτερο δρόμο, παρά ἐκεῖνον τόν στενό. Ὁ δέ Ὅσιος ἀποκρίθηκε τά ἀνωτέρω.
[90] Καί αὐτοῦ τοῦ Μαϋσιμᾶ τόν Βίο συνέγραψε ὁ Κύρου Θεοδώρητος στόν δέκατο τέταρτο ἀριθμό τῆς Φιλοθέου Ἱστορίας, ἀπό ὅπου καί τό Συναξάρι αὐτό χρησιμοποίησε. Προσθέτει μάλιστα ἐκεῖ ὁ Θεοδώρητος, ὅτι ὁ Ὅσιος Αὐτός ἔλαβε ἀπό τόν Κύριο τήν χάρι τῶν θαυμάτων. Ὁπότε καί ἕναν υἱό πολύ νέο μιᾶς γυναίκας, πού ἀσθένησε, μέ τήν προσευχή του τόν θεράπευσε. Ἀλλά τόν προϊστάμενο τοῦ χωριοῦ, Λητώιο ὀνομαζόμενο, ἐπειδή τυραννικά καί χρεωστικά ζητοῦσε ἀπό τούς γεωργούς τούς καρπούς, τόν δίδασκε ὁ Ὅσιος νά εἶναι φιλάνθρωπος καί ἐλεήμονας στούς ἀδελφούς. Ἐκεῖνος ὅμως παρέμενε σκληρός καί ἀμετάθετος. Ὁπότε μέ τήν δοκιμασία γνώρισε τῆς ἀπειθείας καί σκληρότητάς του τήν βλάβη. Ὅταν δηλαδή ἐπρόκειτο νά ἀναχωρήση, παρέμειναν ἀκίνητοι οἱ τροχοί τῆς ἅμαξάς του καί, τά μουλάρια, μολονότι τραβοῦσαν τήν ἅμαξα, δέν κατώρθωναν τίποτε. Τότε ἕνας ἀπό τούς φίλους του τοῦ εἶπε, ὅτι αὐτό τό ἔπαθε, ἐπειδή τόν καταράσθηκε ὁ Ὅσιος. Τότε ἀμέσως κατέβηκε ἀπό τήν ἅμαξα, πῆγε στόν Ὅσιο καί πέφτοντας στά πόδια του καί καταφιλῶντας τά λερωμένα ἱμάτιά του, τόν παρακαλοῦσε νά καταπραΰνη τόν θυμό. Ὁ Ὅσιος δέχθηκε τήν παράκλησι καί ἔλυσε τούς ἀόρατους δεσμούς τῶν τροχῶν τῆς ἅμαξας καί τήν ἔκανε νά συνεχίση ὡς συνήθως τόν δρόμο της.


Login