Τῷ αὐτῷ μηνί ΚΓ΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Κλήμεντος Ἐπισκόπου Ἀγκύρας, καί τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Ἀγαθαγγέλου.

Τῷ αὐτῷ μηνί ΚΓ΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Κλήμεντος Ἐπισκόπου Ἀγκύρας, καί τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Ἀγαθαγγέλου.

Ὁ μα­κά­ριος Αὐ­τός καί θε­σπέ­σιος Κλή­μης, ὅ­λη σχε­δόν τήν ζω­ή του τήν ζω­ή του τήν πέ­ρα­σε στό μαρ­τύ­ριο. Δι­ό­τι σέ 28 χρό­νια πα­ρα­τά­θη­κε ὁ πό­λε­μος καί ὁ ἀ­γῶ­νας του γιά τόν Χρι­στό ἐ­ναν­τί­ον τῶν τυ­ράν­νων, χω­ρίς νά δι­α­κο­πῆ μέ κα­νέ­να ἐν­δι­ά­με­σο κε­νό γιά ἀ­νά­παυ­σι, χω­ρίς νά χα­ρῆ κά­ποι­α εἰ­ρή­νη καί ἡ­συ­χί­α καί χω­ρίς νά ἔ­χη εἴ­δη­σι ὅ­τι, ἄς ὑ­πο­θέ­σου­με, σέ ὡ­ρι­σμέ­νες ἡ­μέ­ρες πά­λι θά ἀρ­χί­ση ὁ πό­λε­μος, ὅ­πως συ­νή­θως γί­νε­ται στούς ἐ­ξω­τε­ρι­κούς πο­λέ­μους ἀ­πό τό ἕ­να μέ­ρος καί ἀ­πό τό ἄλ­λο τῶν ἐ­χθρῶν, γιά νά ξε­κου­ρα­σθοῦν στό ἐν­δι­ά­με­σο δι­ά­στη­μα καί, πά­λι νά ἀρ­χί­σουν τόν πό­λε­μο ξα­να­νι­ω­μέ­νοι καί μέ δύ­να­μι. Ἀλ­λά ὁ πό­λε­μος καί ἀ­γῶ­νας τοῦ πο­λύα­θλου αὐ­τοῦ Μάρ­τυ­ρα ἦ­ταν συ­νε­χής, δυ­να­τός, γρή­γο­ρος καί ἀ­δι­ά­κο­πος, ὥ­στε δέν ξέ­ρει κα­νείς ποι­ό νά θαυ­μά­ση πε­ρισ­σό­τε­ρο, τό ἀ­δι­ά­κο­πο τοῦ και­ροῦ, στόν ὁ­ποῖ­ο ἔ­δει­χνε καρ­τε­ρί­α ὁ με­γα­λό­ψυ­χος, σάν νά ἔ­πα­σχε ἄλ­λος καί ὄ­χι αὐ­τός ἤ τό πλῆ­θος καί τήν δρι­μύ­τη­τα τῶν βα­σά­νων καί τῶν τι­μω­ρι­ῶν, πού ὑ­πέ­φε­ρε.

Μᾶλ­λον ὅ­μως πρέ­πει νά θαυ­μά­ζη κα­νείς ἐξ ἴ­σου καί τά δύ­ο. Δι­ό­τι αὐ­τός ὁ ἀ­δα­μάν­τι­νος, ἀ­φοῦ δο­κί­μα­σε ὅ­λα τά εἴ­δη τῶν βα­σά­νων καί τῶν τι­μω­ρι­ῶν γιά πολ­λά χρό­νια, δη­λα­δή γιά εἴ­κο­σι ὀ­κτώ χρό­νια, κα­τέ­πλη­ξε καί κα­ταν­τρό­πια­σε τούς τό­τε βα­σι­λεῖς καί τυ­ράν­νους, θέ­α­τρο γε­νό­με­νος σέ ὅ­λη σχε­δόν τήν οἰ­κου­μέ­νη, ὥ­στε καί αὐ­τούς τούς ἰ­δί­ους Ἀγ­γέ­λους ἔ­κα­νε νά θαυ­μά­σουν τήν ὑ­πο­μο­νή του καί καρ­τε­ρί­α. Καί ἔ­τσι ὁ ἀ­οί­δι­μος ὕ­στε­ρα ἀ­πό ὅ­λα αὐ­τά, ἔ­λα­βε τόν στέ­φα­νο ἀ­πό τόν Κύ­ριο τῆς δό­ξας.

Κα­τα­γό­ταν ὁ Ἅ­γιος Αὐ­τός ἀ­πό τήν Ἄγ­κυ­ρα τῆς Γα­λα­τί­ας, υἱ­ός πού εἶ­χε εἰ­δω­λο­λά­τρη πα­τέ­ρα, μη­τέ­ρα ὅ­μως εὐ­σε­βῆ καί πι­στή πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν Σο­φί­α. Ὅ­ταν ἔ­γι­νε δώ­δε­κα ἐ­τῶν, τό­τε ἔ­γι­νε Μο­να­χός, καί ὅ­ταν ἔ­γι­νε ἐ­τῶν εἴ­κο­σι, τό­τε ἀ­νέ­βη­κε στόν θρό­νο τῆς Ἀρ­χι­ε­ρω­σύ­νης[87]. Μαρ­τυ­ρῶν­τας ὑ­πέρ Χρι­στοῦ πέ­ρα­σε δύ­ο αὐ­το­κρά­το­ρες, τόν Δι­ο­κλη­τια­νό καί τόν Μα­ξι­μια­νό,  ἄρ­χον­τες δέ καί ἡ­γε­μό­νες ἐν­νέ­α, τόν Δο­με­τια­νό, τόν Ἀ­γρίπ­πα, τόν Κουμ­βρί­κιο, τόν Δο­μέ­τιο, τόν Σα­κερ­δῶ­τα, τόν Μά­ξι­μο, τόν Ἀ­φρο­δί­σιο, τόν Λού­κιο καί τόν Ἀ­λέ­ξαν­δρο.

Ὁ δέ μα­κά­ριος Ἀ­γα­θάγ­γε­λος ἦ­ταν Ρω­μαῖ­ος στό γέ­νος, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν ἕ­νας καί πρῶ­τος ἀ­πό ἐ­κεί­νους, πού πί­στε­ψαν στόν Χρι­στό καί βα­πτί­σθη­καν ἀ­πό αὐ­τόν τόν Ἅ­γιο Κλή­μεν­τα, ὅ­ταν βρι­σκό­ταν στήν φυ­λα­κή στήν Ρώ­μη. Δι­ό­τι ὅ­λοι ἄλ­λοι ἐ­κεῖ­νοι, πού πί­στε­ψαν τό­τε στόν Χρι­στό, μέ βα­σι­λι­κή δι­α­τα­γή θα­να­τώ­θη­καν. Μό­νος ὁ Ἀ­γα­θάγ­γε­λος Αὐ­τός ἔ­φυ­γε καί γλύ­τω­σε, μπαί­νον­τας καί αὐ­τός στό ἴ­διο κα­ρά­βι ἐ­κεῖ­νο, στό ὁ­ποῖ­ο ἐ­πρό­κει­το νά μπῆ καί ὁ Ἅ­γιος Κλή­μης, ὄ­χι γιά νά γλυ­τώ­ση ἀ­πό τό μαρ­τύ­ριο, ἀλ­λά, μᾶλ­λον, γιά νά πά­η στήν Νι­κο­μή­δεια καί νά ἀ­γω­νι­σθῆ μέ με­γα­λύ­τε­ρα καί πε­ρισ­σό­τε­ρα βά­σα­να καί ἔ­τσι νά λά­βη ἀ­πό τόν Θε­ό καί με­γα­λύ­τε­ρο στέ­φα­νο. Ὅ­ταν δέ καί ὁ θεῖ­ος Κλή­μης μπῆ­κε στό κα­ρά­βι, τό­τε εἶ­δε τόν Ἀ­γα­θάγ­γε­λο, πού ἔ­πε­σε στά πό­δια του καί, ἀ­φοῦ τόν γνώ­ρι­σε (δι­ό­τι ἀ­πό ἐ­κεί­νους πού πί­στε­ψαν πρῶ­τα αὐ­τόν βά­πτι­σε), χά­ρη­κε καί τόν κα­τα­σπα­ζό­ταν ἐ­ναγ­κα­λι­ζό­με­νος καί πα­ρου­σί­α ἀ­γα­θοῦ Ἀγ­γέ­λου, ἐφ’ ὅσον εἶ­χε καί τό ὄ­νο­μα Ἄγ­γε­λος, νό­μι­σε τήν πα­ρου­σί­α του. Ἔ­τσι καί μέ με­γα­λύ­τε­ρη δύ­να­μι πή­γαι­νε στήν Νι­κο­μή­δεια, γιά νά πα­ρου­σια­σθῆ στόν Μα­ξι­μια­νό. Ἀ­πό τό­τε λοιπόν καί στό ἑ­ξῆς συ­να­γω­νι­ζό­ταν στό μαρ­τύ­ριο ὁ θεῖ­ος Ἀ­γα­θάγ­γε­λος τόν Ἅ­γιο Κλή­μεν­τα, ἕ­ως ὅ­του ἔ­φθα­σαν στήν Ἄγ­κυ­ρα καί πα­ρου­σι­ά­σθη­καν στόν ἄρ­χον­τα Λού­κιο, ὁ ὁ­ποῖ­ος δι­έ­τα­ξε καί ἀ­πε­κε­φά­λι­σαν καί τούς δύ­ο μα­ζί μέ τούς ὑ­πό­λοι­πους ἄν­δρες καί γυ­ναῖ­κες καί παι­διά, πού  πί­στε­ψαν στόν Χρι­στό καί ἔ­τσι ἔ­λα­βαν ὅ­λοι τούς στε­φά­νους τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου.

Τά εἴ­δη τῶν βα­σά­νων, πού ὑ­πέ­μει­νε χω­ρι­στά μό­νος ὁ μα­κά­ριος Κλή­μης, εἶ­ναι τά ἑ­ξῆς· Τόν κρέ­μα­σαν σέ ξύ­λο καί ἔ­σχι­σαν καί κτύ­πη­σαν τά μά­γου­λά του μέ πέ­τρες, τόν ἔ­βα­λαν σέ φυ­λα­κή, τόν ἔ­δε­σαν σέ τρο­χό, τόν ἔ­δει­ραν μέ βά­κλα, δη­λα­δή μέ τά ξύ­λα, πού κτυ­ποῦν τά τύμ­πα­να, τόν κα­τά­κο­ψαν μέ μα­χαί­ρια, τόν ἔ­δει­ραν στό στό­μα μέ σι­δε­ρέ­νιους πασ­σά­λους καί σύν­τρι­ψαν τά σι­α­γό­νιά του. Ἔ­βγα­λαν τά δόν­τιά του, τόν ἔ­δε­σαν μέ σί­δη­ρα καί στήν φυ­λα­κή τόν ἔρ­ρι­ξαν. Ἔ­βα­λαν στά αὐ­τιά τοῦ πη­ρού­νια σι­δε­ρέ­νια καί ἀ­ναμ­μέ­να, τόν ἔ­κα­ψαν μέ ἀ­ναμ­μέ­νες λαμ­πά­δες, τόν ἔ­δε­σαν μέ πέ­τρα με­γά­λη, τόν ἔ­δει­ραν στήν κε­φα­λή καί στό πρό­σω­πο μέ ξύ­λα, πού κτυ­ποῦν τά τύμ­πα­να καί κά­θε μέ­ρα τοῦ  ἔ­δι­ναν πε­νῆν­τα ξυ­λι­ές.

Τά εἴ­δη πά­λι τῶν βα­σά­νων, πού ὑ­πέ­μει­νεν ὁ Ἅ­γιος Κλή­μης μα­ζί μέ τόν Ἀ­γα­θάγ­γε­λο, εἶ­ναι τά ἑ­ξῆς· Ἔ­δει­ραν καί τούς δύ­ο μέ βού­νευ­ρα ξη­ρά, τούς κρέ­μα­σαν σέ ξύ­λο, τούς ἔ­κα­ψαν τά πλευ­ρά μέ ἀ­ναμ­μέ­νες λαμ­πά­δες, τούς ἔ­δω­σαν στά θη­ρί­α, γιά νά τούς φᾶ­νε, τούς ἔ­βα­λαν μέ­σα σέ ἀ­σβέ­στη καί ἐ­κεῖ τούς ἄ­φη­σαν δύ­ο ἡ­μέ­ρες. Ἔ­βγα­λαν ἀ­πό τό δέρ­μα τοῦ σώ­μα­τός τους λου­ριά, τούς ἔ­δει­ραν μέ ξύ­λα, πού κτυ­ποῦν τά τύμ­πα­να. Τούς ἔ­βα­λαν ἐ­πά­νω σέ κρεβ­βά­τια σι­δε­ρέ­νια καί ἀ­ναμ­μέ­να. Τούς ἔ­βα­λαν μέ­σα σέ κά­μι­νο ἀ­ναμ­μέ­νη, καί ἐ­κεῖ τούς ἄ­φη­σαν ἕ­να ἡ­με­ρο­νύ­κτιο, τούς ξέ­σχι­σαν δυ­να­τά στά λαγ­γο­νά­ρια, ἔμ­πη­ξαν στήν γῆ ἀ­κόν­τια μέ τίς αἰχ­μές πρός τά ἐ­πά­νω καί τούς ξά­πλω­σαν ἐ­πά­νω στίς αἰχ­μές. Οἱ αἰχ­μές αὐ­τές κα­τα­τρύ­πη­σαν τά σώ­μα­τα τῶν Ἁ­γί­ων καί τούς πλή­γω­σαν. Ἔ­δε­σαν στούς λαι­μούς τους μυ­λό­πε­τρες. Τούς ἔ­συ­ραν στό κέν­τρο τῆς πό­λε­ως καί τούς λι­θο­βό­λη­σαν. Μό­νος ὅ­μως ὁ Ἅ­γιος Ἀ­γα­θάγ­γε­λος δέ­χθη­κε στήν κε­φα­λή του μο­λύ­βι βρα­σμέ­νο. Στό τέ­λος ἀ­πο­κε­φα­λί­ζον­ται καί οἱ δύ­ο στήν Ἄγ­κυ­ρα τῆς Γα­λα­τί­ας, ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρα­με πα­ρα­πά­νω. Τε­λεῖ­ται ἡ Σύ­να­ξί τους στόν μαρ­τυ­ρι­κό τους Να­ό, πού βρί­σκε­ται ἐ­κεῖ στόν τό­πο, πού λέ­γε­ται τοῦ Εὐ­δο­ξί­ου, πα­ρα­πά­νω ἀ­πό τόν Ἀ­νά­πλο καί στήν ἁ­γι­ω­τά­τη Ἐκ­κλη­σί­α τῆς Ἁ­γί­ας Εἰ­ρή­νης, τῆς πα­λαι­ᾶς καί νέ­ας. (Τόν ἐ­κτε­νῆ Βί­ο τους βλέ­πε στόν Νέ­ο Πα­ρά­δει­σο, τόν ὁ­ποῖ­ο ἑλ­λη­νι­κά συ­νέ­γρα­ψε ὁ Με­τα­φρα­στής, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Με­τά δι­α­κο­σι­ο­στόν καί πεν­τη­κο­στόν ἔ­τος». Σῴ­ζε­ται στήν Λαύ­ρα, στήν Μο­νή τῶν Ἰ­βή­ρων καί σέ ἄλ­λες.)

  Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Εὐσεβίου.

Αὐ­τός ὁ Ὅ­σιος ἦ­ταν κλει­σμέ­νος μέ­σα σέ ἕ­να κελ­λά­κι πο­λύ μι­κρό καί σκο­τει­νό, ἐ­πει­δή δέν εἶ­χε κα­νέ­να πα­ρά­θυ­ρο καί ἐ­κεῖ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε κά­θε σκλη­ρα­γω­γί­α καί ἄ­σκη­σι. Ὕ­στε­ρα ὅ­μως με­τά ἀ­πό πολ­λές πα­ρα­κλή­σεις ἀ­πό κά­ποι­ον ἀ­δελ­φό, Ἀμ­μια­νό ὀ­νό­μα­τι, πῆ­γε σέ Μο­να­στή­ρι, γιά νά δε­χθῆ τήν προ­στα­σί­α καί ἡ­γου­με­νί­α τῶν ἀ­δελ­φῶν[88]. Ἐ­κεῖ ζοῦ­σε μέ πρα­ό­τη­τα καί τα­πει­νο­φρο­σύ­νη καί μέ κά­θε σκλη­ρα­γω­γί­α τοῦ σώ­μα­τος. Δι­ό­τι ὁ ἀ­εί­μνη­στος ἔ­τρω­γε κά­θε τρεῖς ἤ τέσ­σε­ρις ἡ­μέ­ρες. Εἶ­χε ἀ­κό­μη καί δερ­μά­τι­νη ζώ­νη σι­δε­ρέ­νια στήν μέ­ση του καί πο­λύ βα­ρειά ἁ­λυ­σί­δα στόν λαι­μό του.

Βλέ­πον­τάς τον κά­ποι­ος ὅ­μως, πού ἔ­σκυ­βε κά­τω πα­ρα­συ­ρό­με­νον ἀ­πό τό βά­ρος τῆς ἁ­λυ­σί­δας, τόν κα­τη­γό­ρη­σε[89]. Τό­ο­τε ὁ Ὅ­σιος τοῦ εἶ­πε· «Ἐ­γώ κά­νω αὐτό, γιά νά ἀν­τι­πο­λε­μή­σω τίς μη­χα­νές τοῦ Δι­α­βό­λου πού μέ πο­λε­μεῖ. Ἐ­πει­δή ἐ­κεῖ­νος πο­λε­μεῖ νά μέ στε­ρή­ση ἀ­πό με­γά­λα πράγ­μα­τα καί ἀ­ρε­τές, ἐν­νο­ῶ τήν σω­φρο­σύ­νη καί τήν δι­και­ο­σύ­νη καί νά μέ ρί­ξη σέ με­γά­λα κα­κά, γι’ αὐ­τό καί ἐ­γώ στά μι­κρά αὐ­τά κα­κο­πα­θή­μα­τα ἔ­στη­σα τόν πό­λε­μο, στά ὁ­ποῖ­α, ἐ­άν μέ νι­κή­ση ὁ Δι­ά­βο­λος, δέν θά ὑ­πε­ρη­φα­νευ­θῆ πο­λύ. Καί πά­λι, ἐ­άν σέ αὐ­τά νι­κη­θῆ ἀ­πό ἐ­μέ­να, θά εἶ­ναι ἄ­ξιος γιά γέ­λοι­α, ἐ­πει­δή οὔ­τε στά μι­κρά μπό­ρε­σε νά φα­νῆ νι­κη­της». Ἀ­φοῦ λοι­πόν ἔ­τσι θε­ά­ρε­στα ἔ­ζη­σε ὁ ἀ­εί­μνη­στος, ἀ­πῆλ­θε πρός τόν Κύ­ριο.

Ὁ Ὅσιος Πατήρ ἡμῶν Μαϋσιμᾶς ὁ Σύρος, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.

 Στήν Κῦ­ρο, πού βρί­σκε­ται στήν Ἀν­τι­ό­χεια, ἔ­ζη­σε ἕ­νας Ὅ­σιος, Μα­ϋ­σι­μᾶς ὀ­νο­μα­ζό­με­νος, τήν συ­ρια­κή γλῶσ­σα μι­λῶν­τας, ὁ ὁ­ποῖ­ος, ἀ­νε­τρά­φη­κε σάν ἀ­γροῖ­κος καί χω­ρι­κός, ἔ­γι­νε ὅ­μως πε­ρί­φη­μος στίς ἀ­ρε­τές. Εἶ­χε ἕ­να μό­νο φό­ρε­μα καί, ὅ­ταν πά­λι­ω­νε, δέν τό πε­τοῦ­σε, ἀλ­λά ἐ­πά­νω στά σχι­σμέ­να μέ­ρη τοῦ πα­λαι­οῦ, συ­νέ­ρα­βε ἄλ­λα μπα­λώ­μα­τα καί μέ αὐ­τά σκέ­πα­ζε τήν γύ­μνω­σι τοῦ σώ­μα­τός του. Τό­σο πο­λύ φρόν­τι­ζε καί φι­λο­ξε­νοῦ­σε ὁ ἀ­οί­δι­μος τούς ξέ­νους καί πτω­χούς, ὥ­στε ἄ­νοι­γε σέ ὅ­λους τίς πόρ­τες τοῦ κελ­λιοῦ του. Λέ­νε μά­λι­στα, ὅ­τι εἶ­χε δύ­ο πι­θά­ρια, τό ἕ­να γε­μᾶ­το ἀ­πό σι­τά­ρι καί τό ἄλ­λο γε­μᾶ­το ἀ­πό λά­δι, ἀ­πό τά ὁ­ποῖ­α ἔ­δι­νε σέ ὅ­σους εἶ­χαν ἀ­νάγ­κη, ἀλ­λά αὐ­τά πάν­τα πα­ρέ­με­ναν γε­μᾶ­τα καί πο­τέ δέν ἄ­δεια­ζαν. Δι­ό­τι ὁ Θε­ός ἐ­κεῖ­νος, «ὁ πλου­τῶν εἰς πάν­τας τούς ἐ­πι­κα­λου­μέ­νους αὐ­τόν», κα­τά τόν λό­γο τοῦ Παύ­λου (Ρωμ. 10, 12), αὐ­τός, ὅ­πως πρό­στα­ξε τήν ὑ­δρί­α καί ἀ­πο­θή­κη καί τό λα­δι­κό τῆς Σα­ρα­φθί­ας χή­ρας νά ἀ­να­βλύ­ζουν ἀ­λεῦ­ρι καί λά­δι, δί­νον­τάς της πλού­σιο καρ­πό τῶν σπερ­μά­των τῆς πρός τόν Ἠ­λί­α φι­λο­ξε­νί­ας της, ἔ­τσι, λέ­ω, ὁ ἴ­διος Θε­ός χά­ρι­σε καί σ’ αὐ­τόν τόν θαυ­μά­σιο καί φι­λό­ξε­νο Μα­ϋ­σι­μᾶ τήν δό­σι τῶν ἀ­γα­θῶν, στό ἴ­διο μέ­τρο μέ τήν προ­θυ­μί­α του. Ἀ­φοῦ λοι­πόν Αὐ­τός ἔ­ζη­σε κα­λῶς καί θε­ο­φι­λῶς, πρός Κύ­ριον ἐ­ξε­δή­μη­σε[90].

Μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Σαλαμάνου τοῦ Ἡσυχαστοῦ.

Κον­τά στήν ἄ­κρη τοῦ πο­τα­μοῦ Εὐ­φρά­τη εἶ­ναι μί­α κω­μό­πο­λις πρός τήν Δύ­σι, ὀ­νο­μα­ζό­με­νη Κα­περ­σα­νά, ἀ­πό τήν ὁ­ποί­α κα­τα­γό­ταν ὁ μα­κά­ριος Αὐ­τός Σα­λα­μά­νης. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ἀ­γά­πη­σε τήν ἡ­συ­χα­στι­κή ζω­ή τῶν Μο­να­χῶν, γι’ αὐ­τό βρί­σκον­τας ἕ­να μι­κρό κελ­λά­κι στό μέ­ρος πού εἶ­ναι πέ­ρα ἀ­πό τό πο­τά­μι, ἔ­κλει­σε τόν ἑ­αυ­τό του μέ­σα σ’ αὐ­τό, χω­ρίς νά ἀ­φή­ση οὔ­τε πόρ­τα, γιά νά μήν μπο­ρῆ νά βγαί­νη, οὔ­τε πα­ρά­θυ­ρο, γιά νά μήν μπαί­νη φῶς. Μί­α φο­ρά τόν χρό­νο ἔ­σκα­βε κά­τω τήν γῆ καί ἔ­βγαι­νε ἔ­ξω καί, δο­κι­μά­ζον­τας λί­γο πε­ρι­σπα­σμό, συγ­κέν­τρω­νε τήν ἀ­ναγ­καί­α τρο­φή γιά ὅ­λο τόν χρό­νο καί ἔ­τσι πέ­ρα­σε ὁ ἀ­οί­δι­μος πολ­λά χρό­νια. Μα­θαί­νον­τας ὁ Ἀρ­χι­ε­ρέ­ας τοῦ τό­που τήν ἀ­ρε­τή τοῦ ἀν­δρός, τόν πλη­σί­α­σε, θέ­λον­τας νά τοῦ δώ­ση τήν Ἱ­ε­ρω­σύ­νη. Καί ἀ­φοῦ ἔ­σκα­ψε ἕ­να μι­κρό πα­ρά­θυ­ρο ἀ­πό τό κελ­λά­κι του, μπῆ­κε μέ­σα, καί το­πο­θε­τῶν­τας τό χέ­ρι του ἐ­πά­νω στήν κε­φα­λή τοῦ Ὁ­σί­ου, τέ­λε­σε τήν εὐ­χή τῆς χει­ρο­το­νί­ας. Καί τοῦ εἶ­πε  πολ­λά καί τοῦ ἀ­νήγ­γει­λε τήν χά­ρι τῆς Ἱ­ε­ρω­σύ­νης, πού τοῦ ἔ­δω­σε. Κα­νέ­να λό­γο ὅ­μως δέν ἄ­κου­σε νά τοῦ πῆ ὁ Ὅ­σιος. Τό­τε ἀ­να­χώ­ρη­σε, ἀ­φοῦ πρό­στα­ξε νά κτί­σουν πά­λι τό μέ­ρος ἐ­κεῖ­νο ἀ­πό τό κελ­λά­κι πού χά­λα­σε.

Ἄλ­λη φο­ρά πά­λι πέ­ρα­σαν νύ­κτα τόν πο­τα­μό Εὐ­φρά­τη οἱ συγ­χω­ρια­νοί του Χρι­στια­νοί καί χά­λα­σαν τό κελ­λά­κι του. Ἔ­πει­τα παίρ­νον­τας τόν Ὅ­σιο ση­κω­τό, τόν πῆ­γαν στό χω­ριό τους, χω­ρίς ἐ­κεῖ­νος νά ἀν­τι­στέ­κε­ται σ’ αὐ­τό πού ἔ­κα­ναν, καί χω­ρίς πά­λι νά τούς δι­α­τά­ζη ἔ­τσι νά κά­νουν. Ἔ­χον­τας ὅ­μως στό χω­ριό τους ἄλ­λο κελ­λά­κι κτι­σμέ­νο ἕ­τοι­μο, τόν ἔ­κλει­σαν μέ­σα σέ αὐ­τό. Ὁ Ὅ­σιος πα­ρό­μοι­α ἡ­σύ­χα­ζε καί ἐ­κεῖ, χω­ρίς νά μι­λῆ μέ κα­νέ­να. Με­τά λί­γες μέ­ρες, οἱ Χρι­στια­νοί, πού κα­τοι­κοῦ­σαν στό χω­ριό, πού εἶ­ναι ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πό τό πο­τά­μι, πῆ­γαν τήν νύ­κτα καί χά­λα­σαν πά­λι τό κελ­λά­κι ἐ­κεῖ­νο. Καί παίρ­νον­τας πα­ρό­μοι­α τόν Ὅ­σιο ση­κω­τό, τόν πῆ­γαν στό χω­ριό τους, χω­ρίς ἐ­κεῖ­νος νά ἀν­τι­στέ­κε­ται καί νά τούς βιά­ζη νά τόν ἀ­φή­σουν, οὔ­τε πά­λι χω­ρίς νά πη­γαί­νη πρό­θυ­μα μα­ζί τους.

Ἔ­τσι ἔ­κα­νε τόν ἑ­αυ­τό του ἐν­τε­λῶς νε­κρό ὁ ἀ­οί­δι­μος στήν πα­ροῦ­σα ζω­ή. Ἔ­τσι καί τήν τοῦ Ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου φω­νή ἐ­πα­λη­θεύ­ον­τας ἔ­λε­γε ὁ τρι­σόλ­βιος· «Δέν ζῶ πλέ­ον ἐ­γώ, ἀλ­λά ζῆ μέ­σα μου ὁ Χρι­στός. Τήν δέ σαρ­κι­κή ζω­ή πού ζῶ τώ­ρα, ζῶ ἀ­πό τήν πί­στι στόν Υἱ­ό τοῦ Θε­οῦ, ὁ ὁ­ποῖος μέ ἀ­γά­πη­σε καί πα­ρέ­δω­σε τόν ἑ­αυ­τό του γιά μέ­να» (Γαλ. 2,20). Μέ τέ­τοι­ον τρό­πο ἀ­φοῦ νέ­κρω­σε τόν ἑ­αυ­τό του ὁ μα­κά­ριος Σαλα­μά­νης, σάν κα­νέ­νας ἄλ­λος πο­τέ, πέ­ρα­σε τήν ζω­ή του, ἕ­ως ὅ­του ἀ­πῆλ­θε πρός τόν Κύ­ριο, γιά νά χαί­ρε­ται αἰώνια



[86] Δη­λα­δή τό στό­μα τοῦ ξί­φους, πού δι­ψοῦ­σε αἷ­μα. Κα­τά προ­σω­πο­ποι­ΐ­ας σχῆ­μα, «τό καί τοῖς ἀ­ψύ­χοις καί ἀ­ναι­σθή­τοις ψυ­χήν καί αἴ­σθη­σιν πε­ρι­τι­θέν. Ἐμ­ψύ­χων γάρ τό δι­ψᾶν». Στά δέ τυ­πω­μέ­να Μη­ναῖ­α, δί­στο­μο γρά­φε­ται.

 [87] Παρ’ ἡλικίαν χειροτονήθηκε Ἀρχιερέας ὁ Ἅγιος αὐτός, διότι τότε δέν εἶχαν γίνει ἀκόμη οἱ ἱεραί Σύνοδοι καί οἱ θεῖοι Κανόνες, πού ἐμποδίζουν το νά μή γίνεται κανείς παρ’ ἡλικίαν Διάκονος καί Ἱερέας καί Ἀρχιερέας.

 [88] Ὁ Βί­ος τοῦ Εὐ­σε­βί­ου αὐ­τοῦ συ­νε­γρά­φη ἀ­πό τόν Κύ­ρου Θε­ο­δώ­ρη­το στόν τέ­ταρ­το ἀ­ριθμ. τῆς Φι­λό­θε­ης Ἱ­στο­ρί­ας. Προ­σθέ­τει μά­λι­στα ἐ­κεῖ ὁ Θε­ο­δώ­ρη­τος, ὅ­τι ὁ Ἀμ­μια­νός ἔ­κτι­σε τό Μο­να­στή­ρι ἐ­κεῖ­νο καί συγ­κέν­τρω­σε πολ­λούς ἀ­δελ­φούς, λό­γῳ τα­πει­νοφρο­σύ­νης, ὅ­μως, δέν ἤ­θε­λε νά γί­νη Ἡ­γού­με­νός τους, μο­λο­νό­τι ἦ­ταν ἄ­ξιος νά δι­οι­κῆ δύ­ο φο­ρές ὅ­σοι ἦ­ταν ἐ­κεῖ­νοι. Γι’ αὐ­τό πα­ρα­κά­λε­σε τόν Ὅ­σιο Εὐ­σέ­βιο καί ἔ­γι­νε ἐ­κεῖ­νος ἡ­γούμε­νος. Λέ­ει ἀ­κό­μη καί ὅ­τι ὁ Ὅ­σιος ὥ­ρι­σε στούς Μο­να­χούς πού εἶ­χε, νά τρῶ­νε μί­α φο­ρά τήν ἡ­μέ­ρα καί νά προ­σεύ­χων­ται νο­ε­ρά καί παν­το­τι­νά στόν Θε­ό καί κα­νέ­να και­ρό νά μήν ἀ­φή­νουν ἀ­μέ­το­χο αὐ­τῆς τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ἐρ­γα­σί­ας.

[89] Ὁ Θεοδώρητος δέν λέει, ὅτι τόν κατηγόρησε, ἀλλ’ ὅτι τόν ρώτησε, τί ὠφελεῖται πού δέν βλέπει τόν οὐρανό καί δέν θεωρεῖ τόν κάμπο ἐκεῖνον, πού ἦταν κάτω ἀπό τό κελλί του, οὔτε βαδίζει σέ ἄλλον πλατύτερο δρόμο, παρά ἐκεῖνον τόν στενό. Ὁ δέ Ὅσιος ἀποκρίθηκε τά ἀνωτέρω.

 [90] Καί αὐ­τοῦ τοῦ Μα­ϋ­σι­μᾶ τόν Βί­ο συ­νέ­γρα­ψε ὁ Κύ­ρου Θε­ο­δώ­ρη­τος στόν δέ­κα­το τέ­ταρ­το ἀ­ριθ­μό τῆς Φι­λο­θέ­ου Ἱ­στο­ρί­ας, ἀ­πό ὅ­που καί τό Συ­να­ξά­ρι αὐ­τό χρη­σι­μο­ποί­η­σε. Προ­σθέ­τει μάλιστα ἐ­κεῖ ὁ Θε­ο­δώ­ρη­τος, ὅ­τι ὁ Ὅ­σιος Αὐ­τός ἔ­λα­βε ἀ­πό τόν Κύ­ριο τήν χά­ρι τῶν θαυ­μά­των. Ὁ­πό­τε καί ἕ­ναν υἱ­ό πο­λύ νέ­ο μιᾶς γυ­ναί­κας, πού ἀ­σθέ­νη­σε, μέ τήν προ­σευ­χή του τόν θε­ρά­πευ­σε. Ἀλ­λά τόν προ­ϊ­στά­με­νο τοῦ χω­ριοῦ, Λη­τώ­ιο ὀ­νο­μα­ζό­με­νο, ἐ­πει­δή τυ­ραν­νι­κά καί χρε­ω­στι­κά ζη­τοῦ­σε ἀ­πό τούς γε­ωρ­γούς τούς καρ­πούς, τόν δί­δα­σκε ὁ Ὅ­σιος νά εἶ­ναι φι­λάν­θρω­πος καί ἐ­λε­ή­μονας στούς ἀ­δελ­φούς. Ἐ­κεῖ­νος ὅ­μως πα­ρέ­με­νε σκλη­ρός καί ἀ­με­τά­θε­τος. Ὁ­πό­τε μέ τήν δο­κι­μα­σί­α γνώ­ρι­σε τῆς ἀ­πει­θεί­ας καί σκλη­ρό­τη­τάς του τήν βλά­βη. Ὅ­ταν δη­λα­δή ἐ­πρό­κει­το νά ἀ­να­χω­ρή­ση, πα­ρέ­μει­ναν ἀ­κί­νη­τοι οἱ τρο­χοί τῆς ἅ­μα­ξάς του καί, τά μου­λά­ρια, μο­λο­νό­τι τρα­βοῦ­σαν τήν ἅ­μα­ξα, δέν κα­τώρ­θω­ναν τί­πο­τε. Τό­τε ἕ­νας ἀ­πό τούς φί­λους του τοῦ εἶ­πε, ὅ­τι αὐ­τό τό ἔ­πα­θε, ἐ­πει­δή τόν κα­τα­ρά­σθη­κε ὁ Ὅ­σιος. Τό­τε ἀ­μέ­σως κα­τέ­βη­κε ἀ­πό τήν ἅ­μα­ξα, πῆ­γε στόν Ὅ­σιο καί πέ­φτον­τας στά πό­δια του καί κα­τα­φι­λῶν­τας τά λε­ρω­μέ­να ἱ­μά­τιά του, τόν πα­ρα­κα­λοῦ­σε νά κα­τα­πρα­ΰ­νη τόν θυ­μό. Ὁ Ὅ­σιος δέ­χθη­κε τήν πα­ρά­κλη­σι καί ἔ­λυ­σε τούς ἀ­ό­ρα­τους δε­σμούς τῶν τρο­χῶν τῆς ἅ­μα­ξας καί τήν ἔ­κα­νε νά συ­νε­χί­ση ὡς συ­νή­θως τόν δρό­μο της.

 

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης