Τῷ αὐτῷ μηνί E΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Ὁσιομάρτ. Κόνωνος τοῦ ἐν Ἰσαυρίᾳ.
Ἥκεις πρός αὐτόν τόν Θεόν θεός θέσει,
Εἰς γῆν ἀφείς σου τήν κόνιν, Κόνων, πάτερ.
+ Πέμπτῃ καρτερόφρων ψυχήν ὁ Κόνων ἀφέηκεν.
Αὐτός ἔζησε στά χρόνια τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, καταγόμενος ἀπό ἕνα χωριό, πού λέγεται Βυδανή, πού ἀπέχει ἀπό τήν πόλι Ἰσαυρία δεκαοκτώ στάδια, δηλαδή δύο μίλια καί λίγο περισσότερο, υἱός ὄντας γονέων τοῦ Νέστορα καί τῆς Νάδας. Ὅταν ἐνηλικιώθηκε, νυμφεύθηκε, μέ παρακίνησι τῶν γονέων του, γυναίκα, πού λεγόταν Ἄννα. Ὁ Ἅγιος ὅμως ἔπεισε τήν γυναῖκα του, νά προτιμήση τήν παρθενία περισσότερο ἀπό τόν γάμο. Καί λοιπόν συζοῦσε μέ ἐκείνη, ὄχι σάν μέ σύζυγο, ἀλλά σάν μέ ἀδελφή καί συγκοινωνό τῆς παρθενίας καί καθαρότητας. Σέ αὐτό ὡδηγήθηκε ὁ Ἅγιος ἀπό τόν Ἀρχάγγελο καί ἀρχιστράτηγο Μιχαήλ, ὁ ὁποῖος, λέγεται, ὅτι τοῦ ἐμφανίσθηκε μέ λαμπρή ἐνδυμασία καί τοῦ δίδαξε τήν πίστι στόν Χριστό καί, ἀφοῦ τόν βάπτισε στό ὄνομα τῆς Ἁγίας καί ζωαρχικῆς Τριάδος, τόν κοινώνησε τά ἄχραντα Μυστήρια. Ὁ ὁποῖος καί μέχρι τέλος τῆς ζωῆς τοῦ Ἁγίου δέν ἔλειπε ἀπό τό νά συμπαραστέκεται μέ αὐτόν ἀόρατα καί νά τοῦ χαρίζη τήν ἐνέργεια τῶν παραδόξων θαυμάτων, μέ τά ὁποῖα ὁ Ἅγιος καί τήν γυναῖκα του Ἄννα ἔπεισε νά παρθενεύη καί τούς γονεῖς του ἐπέστρεψε στήν πίστι τοῦ Χριστοῦ καί βάπτισε.
Λέγεται μάλιστα, ὅτι ὁ Νέστορας, ὁ πατέρας τοῦ Ἁγίου αὐτοῦ, συνελήφθη ἀπό τούς εἰδωλολάτρες, ἐπειδή ὡμολογοῦσε Θεό τόν Χριστό, καί ἀξιώθηκε τέλους μαρτυρικοῦ. Ἐπειδή συνέβη διαφωνία καί φιλονικία μεταξύ τοῦ Ἁγίου Κόνωνα καί τῶν εἰδωλολατρῶν, γιά τό ποιός Θεός ἄραγε εἶναι μεγαλύτερος, αὐτός, πού πιστεύεται ἀπό τόν Ἅγιο ἤ αὐτός πού πιστεύεται ἀπό τούς εἰδωλολάτρες× γι’ αὐτό, ὅταν ἐπρόκειτο οἱ εἰδωλολάτρες νά πᾶνε μακριά σέ ἕνα σπήλαιο σκοτεινό καί ἐκεῖ νά κάνουν ἑορτή στόν ψευδώνυμο θεό τους, ἀποφασίσθηκε μέ συμφωνία τό ἑξῆς× δηλαδή, ὅποιος ἀπό τά δύο μέρη φθάση νωρίτερα στό σπήλαιο, αὐτοῦ ὁ Θεός εἶναι μεγαλύτερος. Οἱ εἰδωλολάτρες λοιπόν, ἀφοῦ ἀνέβηκαν σέ ἄλογα, ἔτρεχαν γιά νά φθάσουν νωρίτερα. Ὁ Ἅγιος ὅμως, μολονότι ἦταν πεζός, ἔφθασε πρῶτος ἐκεῖ καί τόσο ξεπέρασε ἐκείνους στόν δρόμο, ὥστε, ὅταν αὐτός ἐπέστρεφε ἀπό τό σπήλαιο, τότε συνάντησε ἐκείνους, πού ἔτρεχαν μέ πολύ ἱδρῶτα καί λαχάνιασμα. Οἱ Ἕλληνες, θαύμασαν βέβαια γιά τό παράδοξο αὐτό, ἀλλά σκληροί πάλι παραμένοντας, ζήτησαν νά μάθουν καί ἀπό τό ἴδιο τό εἴδωλο τοῦ δαίμονα, ποιός θεός εἶναι μεγαλύτερος. Τότε ὁ Ἅγιος διέταξε τό εἴδωλο νά κατέβη κάτω μαζί μέ τό δαιμόνιο τοῦ εἰδώλου. Κατέβηκε λοιπόν τό δαιμόνιο καί ἀφοῦ πλησίασε στά πόδια τοῦ Ἁγίου, φώναξε× «Ἕνας Θεός εἶναι, ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος κηρύσσεται ἀπό σένα». Τότε οἱ Ἕλληνες πίστεψαν στόν Χριστό καί φώναξαν καί αὐτοί× «Ἕνας εἶναι ὁ Θεός, τοῦ Κόνωνα», καί «ὁ Θεός τοῦ Κόνωνα νίκησε».
Ἔτσι οἱ παρόμοιες φωνές διακηρύσσονται μεγαλόφωνα ἀπό τούς Ἰσαύρους μέχρι σήμερα, ὅταν τελῆται ἡ μνήμη αὐτοῦ τοῦ Ἁγίου Κόνωνα. Λένε ἀκόμη, ὅτι ὁ θεῖος Κόνων αὐτός, τόση πολλή δύναμι καί ἐξουσία ἔλαβε ἀπό τόν Θεό κατά τῶν δαιμόνων, ὥστε ἄλλους δαίμονες, ἔστελνε νά γεωργοῦν, ἄλλους πάλι νά φυλάγουν τούς καρπούς, ἄλλους πάλι ἔκλεισε μέσα σέ ἀγγεῖα πήλινα καί ἔβαλε σφραγίδες ἐπάνω σ’ αὐτά, τά ὁποῖα ἔκρυψε καί κατάχωσε μέσα στά θεμέλια τοῦ οἴκου του.
Ὁ δέ τρόπος τοῦ μαρτυρίου του ἔγινε ὡς ἑξῆς: Ὅταν ὁ ἡγεμόνας Μάγνος, ἔχοντας βασιλικές προσταγές, πῆγε στήν Ἰσαυρία, τότε καί ὁ Ἅγιος αὐτός Κόνωνας συνελήφθη καί ὡδηγήθηκε ἐνώπιόν του. Τότε, ἀφοῦ ὡμολόγησε τόν Χριστό καί ἐπειδή δέν πείσθηκε νά θυσιάση στά εἴδωλα, δάρθηκε δυνατά καί δέθηκε. Ὅταν ἔμαθε αὐτό τό πλῆθος τοῦ λαοῦ, ἔτρεξε ἀφ’ ἑνός μέν, γιά νά γλυτώση αὐτόν καί ἀφ’ ἑτέρου, γιά νά θανατώση τόν ἡγεμόνα, ἐπειδή ὅλοι φωτίσθηκαν ἀπό τόν Ἅγιο καί ἔλαβαν τήν ἐπίγνωσι τῆς ἀληθείας, ἀφοῦ πίστεψαν στόν Ἰησοῦ Χριστό.
Ὁ ἡγεμόνας ὡστόσο ὅταν τό ἔμαθε αὐτό, ἔφυγε. Καί ἀφοῦ ἔλυσαν τόν Ἅγιο ἀπό τά δεσμά καί καθάρισαν καλά τό σῶμα του ἀπό τά αἵματα, τόν πῆγαν στό σπίτι του. Ἐκεῖ ὁ Ἅγιος ἀφοῦ ἔμεινε δύο χρόνια, μετέβη πρός τόν Κύριο. Λένε μάλιστα, ὅτι μετά τόν θάνατο τοῦ Ἁγίου, θέλησαν οἱ Χριστιανοί νά κάνουν Ἐκκλησία τό σπίτι του καί, σκάβοντας, βρῆκαν τά πήλινα ἀγγεῖα ἐκεῖνα, μέσα στά ὁποῖα ἦταν κλεισμένα τά πονηρά πνεύματα. Καί ἐπειδή ἀνοίχθηκε ἕνα ἀπό τά ἀγγεῖα ἐκεῖνα, (διότι ἐκεῖνοι πού ἔκτιζαν τήν Ἐκκλησία νόμιζαν, ὅτι αὐτό ἔχει μέσα χρυσό, λόγῳ τοῦ βάρους πού εἶχε) ἀμέσως, λέω, μόλις ἀνοίχθηκε ἕνα ἀγγεῖο, βγῆκαν τά δαιμόνια μέ μορφή φωτιᾶς. Καί αὐτοί μέν πού ἔκτιζαν τήν Ἐκκλησία ἔπεσαν κάτω στήν γῆ, τό δέ κτίριο τῆς Ἐκκλησίας γκρεμίσθηκε, ἐνῶ τά ξύλα καί τά σχοινιά κάηκαν καί κανένας δέν μποροῦσε νά πλησιάση στό μέρος ἐκεῖνο μετά ἀπό τήν δύσι τοῦ ἡλίου. Μετά ὅμως ἀπό λίγο καιρό ἐλευθερώθηκε ὁ τόπος ἀπό τήν ἐνόχλησι τῶν δαιμόνων, μέ τίς πρεσβεῖες τοῦ Ἁγίου Κόνωνα καί μέ νηστεία καί προσευχή τῶν Χριστιανῶν, πού ἔμεναν ἐκεῖ.



Login