9 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ ΙΩΑΚΕΙΜ ΚΑΙ ΑΝΝΗΣ
Αὐτῶν τῶν Ἁγίων τήν μνήμη ἑορτάζουμε σήμερα, διότι αὐτοί ἔγιναν πρόξενοι τῆς παγκόσμιας χαρᾶς μέ τό μέσο τῆς θυγατέρας τους καί Κυρίας ἡμῶν Θεοτόκου. Διότι ἡ μνήμη τῆς κοιμήσεώς τους ἑορτάζεται
Κατόπιν μέ τρίχινα πανιά γεμᾶτα μέ ἁλάτι, νά τρίβουν τά πληγωμένα μέλη του.
Ὁ Μάρτυρας ὅμως ἔχαιρε καί εὐχαριστεῖτο, σάν νά ἦταν ἄλλος πού ἔπασχε καί ὄχι αὐτός ὁ ἴδιος. Ὁ ἄρχοντας τότε ἀπορῶντας καί μή γνωρίζοντας τί νά κάνη, πρόσταξε νά τόν ἀποκεφαλίσουν. Καί ἔτσι ὁ μακάριος ἀνέβηκε στούς Οὐρανούς, γιά νά λάβη τόν ἁμαράντινο στέφανο τοῦ μαρτυρίου. κατά τήν 25η τοῦ μηνός Ἰουλίου[1].
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Σεβηριανοῦ.
Σεβηριανός κἄν λίθων ἀλγῇ βάρει,
Χαίρει κρεμασθείς, ὡς ἀποσπῶν γῆς πόδας.
Αὐτός ὁ Ἅγιος ζοῦσε στήν Σεβάστεια στά χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Λικινίου καί τοῦ δούκα Λυσίου κατά τό ἔτος 315· ἦταν περίφημος παντοῦ γιά τήν ἀρετή καί γιά τήν πίστι του πρός τόν Χριστό καί προερχόταν ἀπό τό τάγμα τῶν λεγομένων σενατόρων, δηλαδή τῶν βασιλικῶν συμβούλων καί συγκλητικῶν. Ὅταν ἦλθε στήν Σεβάστεια ὁ δούκας Λυσίας, ὁ ὁποῖος καί τούς Ἁγίους Τεσσαράκοντα Μάρτυρες θανάτωσε μέ πικρό θάνατο, τότε τοῦ διαμηνύθηκε καί γιά τόν Ἅγιο αὐτόν Σεβηριανό, ὅτι δηλαδή αὐτός διδάσκει πολλούς εἰδωλολάτρες νά γίνωνται Χριστιανοί. Καί ὅτι αὐτός ἦταν ὁ αἴτιος μέ τήν διδασκαλία του, νά δείξουν στό μαρτύριο τόση γενναιότητα οἱ πρίν ἀπό λίγο ἀθλήσαντες Τεσσαράκοντα Μάρτυρες. Καί ὅτι αὐτός, ἐπειδή εἶναι πλούσιος, περιποιεῖται τούς Χριστιανούς πού βρίσκονται στίς φυλακές μέ πλούσια τραπέζια
καί ἔτσι τούς κάνει περισσότερο ἀπειθεῖς στίς βασιλικές διαταγές. Τότε ἀμέσως ἀποστέλλονται ἄνθρωποι γιά νά τόν φέρουν. Ἀλλ’ ὁ Ἅγιος πρόφθασε πρίν νά πᾶνε οἱ ἄνθρωποι καί παρουσιάσθηκε μόνος του στόν Λυσία καί σ’ αὐτόν ὡμολόγησε μέ μεγάλο θάρρος τήν πίστι στόν Χριστό.
Τότε ἀμέσως ὁ ἡγεμόνας διατάζει νά δείρουν τόν Ἅγιο μέ ὠμά νεῦρα. Ὁ Ἅγιος ὅμως ἔγινε πιό ἀνδρεῖος καί ἔτσι κίνησε τόν ἡγεμόνα σέ μεγαλύτερο θυμό μέ τίς σοφές του ἀπαντήσεις. Τότε τόν κρέμασαν ἐπάνω σε ἕνα ξύλο καί τόν ἔξυσαν μέ σιδηρένια νύχια. Αὐτοί ὅμως πού τόν ἔξυναν ἄλλαζαν ὁ ἕνας μέ τόν ἄλλον καί ἔτσι προξενοῦσαν στόν Μάρτυρα τοῦ Χριστοῦ δριμύτερους τούς πόνους, σέ τέτοιο σημεῖο πού καί αὐτός ὁ ἡγεμόνας Λυσίας ἐξεπλάγη καί ἀπόρησε γιά τήν ὑπομονή τοῦ γενναίου ἄνδρα. Γιά τόν λόγο αὐτόν διέταξε νά σταματήσουν νά τόν τιμωροῦν καί νά τόν ρίξουν στήν φυλακή. Ὁ Μάρτυρας ὁδηγούμενος στήν φυλακή μέσα ἀπό τήν πόλι, μέ θάρρος συμβούλευε ὅλον τόν λαό πού ἀκολουθοῦσε νά κάμνη, ὅσα εἶναι ψυχωφελῆ καί σωτήρια.
Ἀφοῦ λοιπόν πέρασαν πέντε μέρες, κλήθηκε ὁ Μάρτυρας στό βῆμα. Καί ἐπειδή ἔλεγξε πάλι τόν ἡγεμόνα μέ τίς σοφώτατες ἀντιρρήσεις του, γι’ αὐτό συντρίβεται στό στόμα μέ πέτρες καί προστάζεται μέ τήν φωνή τῶν διαλαλητῶν, νά μή ἀναφέρη πολύ συχνά τόν Χριστό μέ τήν γλῶσσα του. Κατόπιν πάλι κρεμοῦν τόν Ἅγιο ἐπάνω σε ξύλο καί μέ σιδερένια νύχια κατακόβουν ὅλο τό σῶμα του. Μετά ἀπό αὐτά τόν ἀνέβασαν ἐπάνω σέ ἕνα τεῖχος ὑψηλό καί δένουν δύο πάρα πολύ μεγάλες καί βαρειές πέτρες, τήν μία στόν τράχηλό του καί τήν ἄλλη στά πόδια του. Κατόπιν περνοῦν ἕνα σχοινί στήν μέση του καί ἔτσι τόν κρεμοῦν στό τεῖχος. Καί ἀφοῦ καί ἐκεῖ κρεμασμένος ἔδειξε μία θαυμαστή γενναιότητα καί ἐξέπληξε τόν τύραννο μέ τά σοφά του λόγια, παρέδωσε τήν ἁγία του ψυχή στά χέρια τοῦ Θεοῦ. Καί τό μέν μαρτυρικό του λείψανο, παίρνοντας οἱ Χριστιανοί, τό μετέφεραν μέ τιμή στήν δική του πατρίδα Σεβάστεια, ἐνῷ ὁ Θεός ἔκανε τό ἑξῆς παράδοξο καί γλυκύτατο θαῦμα:
Ὅταν μεταφερόταν τό λείψανο τοῦ Ἁγίου στήν Σεβάστεια καί ὅλοι οἱ Χριστιανοί τῆς Σεβάστειας βγῆκαν μέ προθυμία νά τό προϋπαντήσουν, τότε ἔτυχε νά πεθάνη ἕνας δοῦλος τοῦ Μάρτυρα. Ἡ γυναίκα αὐτοῦ πού πέθανε, δέν μποροῦσε νά βγῆ καί αὐτή, γιά νά προϋπαντήση τό ἅγιο λείψανο, ἀφενός μέν διότι ἔκλαιγε καί θρηνοῦσε πικρά τόν νεκρό ἄνδρα της· καί ἀφετέρου, ἐπειδή ἔμεινε μόνη, δέν εἶχε κανένα νά τήν συλλυπηθῆ καί νά τήν παρηγορήση. Τότε στρέφοντας τόν ἑαυτό της πρός τό νεκρό σῶμα τοῦ ἄνδρα της, ὑποφέροντας ἔλεγε τά ἑξῆς· «Σήκω, ὦ ἄνδρα μου, σήκω γιά νά βγοῦμε νά ὑποδεχθοῦμε τόν ἀγαπητό μας αὐθέντη, πού ἔρχεται μέ τό ἄγιο λείψανό του». Πρόσθετε ἀκόμη καί ἄλλα παρόμοια παρακινητικά λόγια, συνομιλῶντας μέ τόν ἄνδρα της, σάν νά ἦταν ζωντανός. Καί, ὤ τοῦ παραδόξου θαύματος!, ἐνῷ ἔλεγε αὐτά, βλέπει καί σηκώνεται ὁ νεκρός, ὁ ὁποῖος πετῶντας ἀπό ἐπάνω του τά βρισκόμενα σάβανα καί νεκροτάφια καί ζώνοντας τήν μέση του, ἀμέσως ἔτρεξε νά ὑποδεχθῆ τό λείψανο τοῦ Μάρτυρα καί αὐθέντη του, σέ τρόπο πού ἐξεπλάγησαν γιά τό θαυμάσιο αὐτό γεγονός ὅλοι ὅσοι βρέθηκαν ἐκεῖ, ἰδιαίτερα ὅμως ἐκεῖνοι πού εἶχαν δεῖ μέ τά μάτια τους, ὅτι πράγματι πέθανε. Ἀφοῦ ἔζησε ὁ νεκρός πού ἀναστήθηκε δέκα πέντε χρόνια καί ἀκόμη περισσότερο, ἀργότερα πέθανε πάλι. Τό δέ παντιμο λείψανο τοῦ Ἁγίου Σεβηριανοῦ ἐνταφιάσθηκε σέ ἕνα τόπο, ὁ ὁποῖος ἔγινε φανερός ἀπό τόν Θεό μέ τόν ἑξῆς τρόπο· Κατά θεία δύναμι φάνηκε ἕνας ἀετός, ὁ ὁποῖος κρατοῦσε ἕνα ὡραιώτατο στεφάνι, πλεγμένο ἀπό διάφορα εὐωδέστατα ἄνθη. Αὐτό τό στεφάνι τό ἔρριξε ἐπάνω στόν τόπο ἐκεῖνο, στόν ὁποῖο μέ εὐλάβεια καί ἱερότητα, ὡς ἱερό καί κάθε εὐλαβείας ἄξιο, ἦταν ἐνταφιασμένο τό λείψανο τοῦ Μάρτυρα. Ἀπό αὐτό ἔμαθαν οἱ Χριστιανοί τόν τόπο, ἔσκαψαν καί βρῆκαν τό λείψανο τοῦ Ἁγίου[2].
[1] Στήν σημερινή μνήμη τῶν Ἁγίων Θεοπατόρων ἐγκώμιο ἔχει Κοσμᾶς ὁ Βεστίτωρ, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Ἡ χθές τῆς Θεοτόκου». (Σῴζεται στήν Μεγίστη Λαύρα, στήν τοῦ Βατοπαιδίου Μονή, στήν τῶν Ἰβήρων καί στήν τοῦ Διονυσίου.)
[2] Σημείωσε, ὅτι τόν Βίο τοῦ Ἁγίου Σεβηριανοῦ συνέγραψε ὁ Μεταφραστής ἑλληνικά. Βρίσκεται στήν Ἱερή Λαύρα καί στήν Μονή τῶν Ἰβήρων καί σέ ἄλλες, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Λικινίου τοῦ δυσσεβοῦς βασιλεύοντος».


Login