Τῷ αὐτῷ μηνί Ζ΄, μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Παρθενίου Ἐπισκόπου Λαμψάκου.
Αὐτός ἔζησε στά χρόνια τοῦ Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου, κατά τό ἔτος 318, καί ἦταν υἱός τοῦ Χριστοφόρου, Διακόνου τῆς Ἐκκλησίας στήν Μελιτόπολι. Καί ἀπό γράμματα ἦταν ἄπειρος, φρόντιζε ὅμως νά χρησιμοποιῆ ὅλη τήν πρακτική ἀρετή. Σάν προκάλυμμα τῆς ἀρετῆς αὐτῆς καί σκέπη εἶχε τήν ἁλιευτική τέχνη τῶν ἰχθύων, τά ὁποῖα μοίραζε σέ ἐκείνους πού τά ζητοῦσαν. Τόση μεγάλη μάλιστα ἦταν ἡ εὐσέβεια καί ἡ ἀρετή, πού ἦταν κρυμμένη στήν ψυχή τοῦ μακάριου αὐτοῦ, ὥστε πῆρε χάρι ἀπό τόν Θεό νά διώχνη δαιμόνια καί νά θεραπεύη κάθε ἀσθένεια. Ὅταν ὅμως φρόντισε καί ἔμαθε τά ἱερά γράμματα, τότε χειροτονήθηκε ἱερέας ἀπό τόν Φίλιππο τόν Ἐπίσκοπο τῆς Μελιτοπόλεως. Ἔπειτα χειροτονήθηκε καί Ἐπίσκοπος τῆς Λαμψάκου ἀπό τόν Ἀχίλλιο, τόν Μητροπολίτη Κυζίκου. Ἀπό τότε τελοῦσε πάρα πολλά θαύματα, διότι αὐτός θεράπευσε τόν ἄνθρωπο ἐκεῖνον, πού τυφλώθηκε ἀπό ἕναν ταῦρο. Αὐτός ἐλευθέρωσε μέ μόνο τό σημεῖο τοῦ τιμίου Σταυροῦ μία γυναῖκα ἀπό τό πάθος τοῦ καρκίνου. Αὐτός νέκρωσε μέ μόνο τό φύσημά του, τόν σκύλο ἐκεῖνον, πού λύσσαξε καί τόν δάγκωσε. Αὐτός ἀνέστησε τόν ἄνθρωπο ἐκεῖνον, πού καταπατήθηκε ἀπό ἕνα ἁμάξι καί σχίσθηκε ἡ κοιλιά του. Αὐτός ἔδιωξε τό ἀκάθαρτο πνεῦμα ἀπό τήν γυναῖκα τοῦ ἐπιτρόπου. Αὐτός ἔκανε τούς βαφεῖς νά ἐργάζωνται ἐλεύθερα τά τῆς βαφικῆς τους τέχνης, διώχνοντας τόν ἐκεῖ ἐμφωλεύοντα δαίμονα. Καί γιά νά μιλήσω μέ συνομία, ὁ Ἅγιος Αὐτός, ἀφοῦ ἔκανε πολλά παρόμοια θαύματα καί προεῖπε γιά τά ὅσα πρόκειται νά γίνουν, πρός Κύριον ἐξεδήμησε. (Τόν ἐκτενῆ Βίο του βλέπε στόν Νέο Παράδεισο[1].)
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Λουκᾶ, τοῦ ἐν τῷ Στειρίῳ ὄρει τῆς Ἑλλάδος.
Αὐτός ὁ Ὅσιος Λουκᾶς ἦταν γέννημα καί ἐντρύφημα τῆς Ἑλλάδος, ἐνῷ οἱ πρόγονοί του κατάγονταν ἀπό τήν νῆσο Αἴγινα. Μή ὑποφέροντας ὅμως τίς συνεχόμενες ἐπιδρομές τῶν Ἀγαρηνῶν, ἀναχώρησαν ἀπό τήν πατρίδα τους καί μετοίκησαν στήν Ἑλλάδα, στά μέρη τῆς Φωκίδος, πού σήμερα λέγονται Σάλωνα, σέ ἕνα χωριό Καστόριο ὀνομαζόμενο, στό ὁποῖο γεννήθηκε ὁ μακάριος Λουκᾶς κατά τό ἔτος 920.
Καί ὁ μέν πατέρας του ὠνομαζόταν Στέφανος, ἡ δέ μητέρα τοῦ Εὐφροσύνη. Καί ὅταν βρισκόταν ὁ Ὅσιος στήν παιδική ἡλικία, δέν ἔκαμνε σάν τά ἄλλα παιδιά, πού ἐπιθυμοῦν νά παίζουν καί νά γελοῦν καί νά τρέχουν ἄτακτα, ἀλλά ἦταν ἥσυχος, ἀγαποῦσε τήν τάξι καί σέ ὅ,τι ἐπιχειροῦσε εἶχε φρόνημα στέρεο καί γεροντικό. Γι’ αὐτό καί κοντά στά ἄλλα, τόσο πολύ ἀγάπησε τήν ἐγκράτεια, ὥστε, ἀμέσως ἀπό παιδί ἀκόμη παράτησε, καί δέν ἔτρωγε οὔτε κρέας, οὔτε τυρί, οὔτε αὐγά, οὔτε ὁποιοδήποτε ἄλλο εὔγευστο καί παχύ φαγητό, οὔτε κανένα φροῦτο, ἀλλά ζοῦσε μέ ψωμί μόνο κριθαρένιο καί νερό καί μέ λάχανα καί ὄσπρια. Ἐνῷ τήν Τετάρτη καί τήν Παρασκευή, ἔμενε νηστικός ἕως τήν δύσι τοῦ ἡλίου. Καί τό πιό θαυμαστό εἶναι, ὅτι οὔτε διδάχθηκε ἀπό κάποιον ἄλλο νά νηστεύη ἀπό αὐτά, καί νά ζῆ μία τέτοια ἀσκητική ζωή, ἀλλά ἀπό μόνος του παρακινούμενος, ἀποστρεφόταν κάθε φαγητό πού γλυκαίνει τόν λάρυγγα καί ἀγαποῦσε τήν πεῖνα, τούς κόπους, καί ὅ,τι ἄλλο πρᾶγμα εἶναι πικρό γιά τήν σάρκα. Καί μία φορά ὅταν ὁ θεῖος Λουκᾶς ἔτρωγε μαζί μέ τούς γονεῖς του, ἐπειδή νόμιζαν ἐκεῖνοι, πώς ἀπέχει ἀπό τά φαγητά, παρακινούμενος ὄχι ἀπό τόν Θεό καί ἀπό σωστή σκέψι, ἀλλά ἀπό ματαιοδοξία καί παιδική ἄγνοια, τόν δοκιμάζουν μέ τόν ἑξῆς τρόπο. Μαγείρευσαν σ’ ἕνα τσουκάλι κρέας μαζί μέ ψάρι καί τά ἔβαλαν στήν τράπεζα. Ὁ Λουκᾶς ὅμως μήν γνωρίζοντας τί εἶχε γίνει, ἐπειδή ὁ πατέρας του τοῦ ἔδωκε τό ψάρι, τό πῆρε, καί τρώγοντάς το, αἰσθάνθηκε τήν γεῦσι τοῦ κρέατος καί τό τέχνασμα πού τοῦ ἔκαμαν οἱ γονεῖς του, καί ἐπειδή λυπήθηκε πολύ μέ αὐτό, ἐξέρασε ἐκεῖνο πού ἔφαγε, καί σέ ἀπόδειξι τῆς μακροθυμίας του, ἔμεινε νηστικός γιά τρεῖς ἡμέρες, κλαίγοντας, σάν νά εἶχε κάνει μέ τήν θέλησί του κάτι λάθος. Ἐπειδή ὅμως οἱ γονεῖς του κατάλαβαν τόν σκοπό του, ὅτι δέν ἦταν ἀνθρώπινος, ἀλλά θεϊκός, τόν ἄφησαν νά συμπεριφέρεται ὅπως θέλει.
Καί μολονότι εἶχε τέτοια σωστή συμπεριφορά, ἐνῷ ἦταν ἀκόμη παιδί, ὅμως δέν ἀμελοῦσε καί τόν πρέποντα σεβασμό πρός τούς γονεῖς του, ἀλλά ὑποτασσόταν σ’ αὐτούς, καί ἔβοσκε τά ζῷα τους, μιμούμενος καί τόν Ἄβελ καί τόν Ἰακώβ καί τόν Μωυσῆ. Εἶχε δέ ὁ Μακάριος καί τόση πολλή εὐσπλαγχνία καί συμπόνια γιά τούς φτωχούς, πού ὅσους ἐπαίνους καί ἄν πῆ κανείς, δέν μπορεῖ νά τήν ἐπαινέση ὅπως πρέπει. Πολλές φορές γυρίζοντας στό σπίτι τοῦ πατέρα του γυμνός, δέν τόν ἔνοιαζε καθόλου, οὔτε γιά τό κρύο πού δοκίμαζε, οὔτε γιά τήν ντροπή, οὔτε γιά τίς κατηγορίες καί τίς ἐπιπλήξεις πού τοῦ ἔκαμναν οἱ συγγενεῖς του.
Καί πολλές φορές τόν ἄφηναν γυμνό γιά πολύ καιρό καί δέν τοῦ ἔκαμναν ροῦχα, γιά νά παρατήση ἐκείνη τήν μακαρία καλοσύνη καί φιλανθρωπία πού εἶχε πρός τούς φτωχούς. Ὁ εὐλογημένος ὅμως Λουκᾶς τίς τιμωρίες αὐτές τίς θεωροῦσε ἀνταμοιβές οὐρανίων ἀγαθῶν. Σημάδι φανερό βέβαιά της φιλανθρωπίας τοῦ Ὁσίου ἀποδείχθηκε καί αὐτό πού θέλω νά εἰπῶ. Ὅταν πήγαινε στά χωράφια τοῦ πατρός του γιά νά σπείρη, τόν μισό καί τόν περισσότερο σπόρο τόν μοίραζε στούς φτωχούς. Ἀκολουθοῦσε ὅμως ἀπό τόν Θεό ἡ ἀνταμοιβή τῆς ἐλεημοσύνης αὐτῆς πολύ εὐχάριστη. Γιατί, ὅσο λιγότερος σπόρος σπερνόταν στήν γῆ, τόσο περισσότερο καρποφοροῦσε, γιά τήν ἐλεημοσύνη πού δινόταν στούς φτωχούς.
Λίγος καιρός πέρασε, καί ὁ μέν πατέρας τοῦ Ὁσίου, ἀφοῦ πέθανε ἔφυγε πρός τόν Κύριο, ὁ δέ Μακάριος Λουκᾶς ἀφιέρωσε τόν ἑαυτό του πρός τόν οὐράνιο Πατέρα καί παρατῶντας τήν φροντίδα τῶν ζῴων καί τῶν χωραφιῶν, καταγινόταν μόνο στήν προσευχή καί τήν ἀνάγνωσι καί τήν μελέτη τῶν θείων Γραφῶν. Καί τό ὅτι ὁ Ὅσιος πρόκοψε στήν θεία προσευχή, τό μαρτυροῦν καί ἄλλα πολλά, καί ἰδιαιτέρως ἡ παρατήρησι τῆς μητέρας του. Ἡ μητέρα τοῦ Ὁσίου, θέλοντας νά ἰδῆ μέ τά μάτια τῆς τίς νυχτερινές προσευχές τοῦ υἱοῦ της, πῆγε μία νύχτα ἐκεῖ κοντά, πού καθόταν ὁ Ὅσιος, καί κρύφθηκε μέ τρόπο κατάλληλο καί ἐκεῖ εἶδε τό μέγα αὐτό καί φοβερό θέαμα: Εἶδε τόν υἱό της, πού προσευχόταν ὄρθιος πρός τόν Θεό μέ πολύ μεγάλη εὐλάβεια. Τά δέ πόδια του δέν ἄγγιζαν καθόλου στήν γῆ, ἀλλά ἦταν ψηλά ἀπό αὐτή, ἕως ἕναν πῆχι καί κατά κάποιο τρόπο ἀνέβαιναν στόν Θεό. Αὐτό τό φοβερό θέαμα εἶδε ἡ μητέρα του τρεῖς φορές. Καί ὑπάρχουν καί ἄλλοι μάρτυρες τοῦ θαύματος αὐτοῦ, οἱ ὁποῖοι μέ τά ἴδια τους τά μάτια εἶδαν τόν Ὅσιο, πού προσευχόταν μέ αὐτόν τόν τρόπο καί τό ἀνήγγειλαν σ’ ἐμᾶς.
Ἐπειδή δέ ὁ Ἅγιος ἐπιθυμοῦσε νά ζήση τήν ἥσυχη ζωή τῶν Μοναχῶν, βρίσκοντας τήν κατάλληλη εὐκαιρία, ξεκίνησε, γιά νά πάη στήν Θεσσαλία καί στόν δρόμο τόν ἔπιασαν οἱ στρατιῶτες πού ἦταν διορισμένοι νά φυλᾶνε, γιά νά πιάνουν τούς δούλους ἐκείνους, πού φεύγουν ἀπό τούς ἀφέντες τους, καί νά τούς βάζουν στίς φυλακές. Αὐτοί λοιπόν βλέποντας τόν Ἅγιο, μέ τά εὐτελῆ καί ἀτημέλητα ροῦχα τόν ρωτοῦσαν τίνος δοῦλος εἶναι καί ἀπό ποῦ ἔρχεται καί ποῦ πηγαίνει; Ὁ δέ Ἅγιος τούς ἔλεγε, πώς εἶναι δοῦλος τοῦ Χριστοῦ καί πηγαίνει ἐκεῖ ὅπου ἔχει τάξιμο στόν Θεό. Ἐκεῖνοι μετά τό ξυλοκόπημα τόν ἔβαλαν στήν φυλακή. Καί μέ αὐτό τόν τρόπο νόμιζε ὁ διάβολος, ὅτι ἔκανε ἐκδίκησι καί τιμώρησε τάχα τόν Ὅσιο. Καί ἐπειδή ἀναγνωρίσθηκε καί ἀπό μερικούς πού τόν ἤξεραν καλά, καί δόθηκε μαρτυρία γιά τό ποιός εἶναι, ἐλευθερώθηκε ἀπό τήν φυλακή καί γύρισε πίσω στούς συγγενεῖς του. Ἀλλά ἐπειδή ἤξερε πώς ὁ διάβολος ἦταν αὐτός πού ἐμπόδιζε τίς ἱκεσίες του πρός τόν Θεό, δέν σταματοῦσε νά παρακαλᾶ τήν εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ, γιά νά ἐκπληρώση τόν πόθο τῆς ψυχῆς του, ὅπως καί τόν ἐκπλήρωσε, αὐτός πού πάντοτε βοηθᾶ στά καλά, μέ τόν ἑξῆς τρόπο.
Δύο Μοναχοί πού ἔρχονταν ἀπό τήν Ρώμη διανυκτέρευσαν στό σπίτι τῆς μητέρας του καί φιλοξενήθηκαν ἀπό αὐτήν καί βλέποντάς τους ὁ Ὅσιος ἄναψε ὁλόκληρος ἀπό τόν θεῖο ἔρωτα. Γι’ αὐτό ἀφοῦ συνωμίλησε μέ αὐτούς. καί τούς παρακαλοῦσε νά τόν πάρουν μαζί τους, γιά νά λάβη τό σχῆμα τῶν Μοναχῶν. Ἀλλά ἐκεῖνοι δέν συμφωνοῦσαν, γιατί ἦταν νέος καί ἄπειρος, καί γιατί ἄν φανερωνόταν τό πρᾶγμα αὐτό στούς γονεῖς του, αὐτοί θά ὑπέφεραν. Ἀφοῦ ὅμως ὁ Ὅσιος τούς πληροφόρησε, πώς εἶναι ξένος καί δέν πρόκειται νά τόν ζητήση κανείς, πείσθηκαν καί τόν πῆραν μαζί τους. Καί ἀφοῦ βγῆκαν κρυφά ἀπό τό χωριό του, πῆγαν στήν Ἀθήνα καί διανυκτέρευσαν σέ ἕνα Μοναστήρι καί ἀφοῦ προσευχήθηκαν, τόν μέν Λουκᾶ τόν παρέδωσαν στόν Ἡγούμενο, γιά νά τόν κάνη Μοναχό μετά ἀπό λίγο καιρό καί νά τόν συμπεριλάβη στήν ὑπόλοιπη ἀδελφότητα, ἐνῷ αὐτοί ξεκίνησαν, γιά νά πᾶνε στά Ἱεροσόλυμα. Ὁ δέ Ἡγούμενος τοῦ Μοναστηριοῦ, ἀφοῦ ρώτησε πολλές φορές τόν Λουκᾶ, γιά νά τοῦ φανερώση ἀπό ποῦ εἶναι, τόν ἔντυσε μέ αὐτό πού ἀποκαλεῖται τό μικρό σχῆμα τῶν Μοναχῶν.
Ὅμως ἡ μητέρα τοῦ Ὁσίου, ἐπειδή δέν ἄντεχε τήν στέρησι τοῦ φίλτατου υἱοῦ της καί ἀπό τήν πολλή της λύπη παραπονιόταν καί πρός τόν ἴδιο τόν Θεό, καί ἔλεγε· «Ἀλλοίμονο σ’ ἐμένα Κύριε, ἐσύ ὁ μάρτυς τῆς δικῆς μου χηρείας καί ἐρημίας. Ἐσύ πρῶτα θανάτωσες τόν ἄνδρα πού μοῦ ἔδωσες. Τώρα πάλι πῆρες ἀπό τά μάτια μου ἐκεῖνον πού εἶχα παρηγοριά αὐτοῦ τοῦ τόσου μεγάλου κακοῦ. Ἀλλά ποιά εἶναι ἡ αἰτία, γιά τήν ὁποία ἀπομάκρυνες ἀπό ἐμένα τόν φίλτατό μου υἱό; Μήπως ἐγώ τόν ἐμπόδιζα ἀπό τό νά ἀσχολῆται μέ τήν συνομιλία μαζί σου καί τήν προσευχή; Πῶς θά τό ἔκαμνα αὐτό ἐγώ, πού προσευχόμουν νά ἀγαπᾶ ὁ υἱός μου τήν ψυχή του περισσότερο ἀπό τό κορμί του; Αὐτό μόνο ποθοῦσα, νά βλέπω τόν φίλτατό μου υἱό πάντοτε. Ἀλλιῶς, τουλάχιστον νά τόν βλέπω στά τόσα χρόνια μία φορά».
Καί ἐφ’ ὅσον μέ τέτοιο τρόπο προσευχήθηκε ἡ μητέρα τοῦ Ὁσίου στρέφει τόν φιλάνθρωπο Θεό πρός τό ἔλεος καί τήν συμπάθεια. Ἐμφανίσθηκε ἡ μητέρα τοῦ Λουκᾶ στόν ὕπνο τοῦ Ἡγουμένου καί τόν κατηγοροῦσε πολύ λέγοντας· «Γιατί πάτερ τυράννησες ἐμένα τήν χήρα τόσο πολύ; Γιατί μου ἅρπαξες τόν δικό μου υἱό καί αὐτόν ποῦ θά μέ γηροκομήσει; Δῶσ’ μου τόν πίσω γρήγορα. Διαφορετικά, δέν θά σταματήσω νά προστρέχω στόν Θεό καί νά σέ καταγγέλω, σάν πολύ ἀδικημένη πού εἶμαι ἀπό ἐσένα». Αὐτά τά ὄνειρα τάραξαν τόν Ἡγούμενο. Ὅμως νόμισε στήν ἀρχή, πώς ἦταν φαντασία καί ἐνόχλησις τοῦ ἐχθροῦ. Ἀλλά ἐπειδή εἶδε τά ἴδια πολλές φορές σκέφθηκε πώς ἦταν θείας δυνάμεως καί δέν πρέπει νά τά παραβλέψη.
Ὅταν ξημέρωσε, φωνάζει τόν νέο ὁ Ἡγούμενος καί τοῦ λέει· «Γιατί δέν θέλησες νά μοῦ φανερώσης τά σχετικά μέ ἐσένα, παρ’ ὅλο πού ἐγώ σέ ρώτησα προηγουμένως; Ἤ πῶς τόλμησες νά λάβης αὐτό τό Ἅγιο σχῆμα τῶν Μοναχῶν, ἐνῷ ἤσουν γεμᾶτος ἀπό δολιότητα καί ὑποκρισία; Φύγε λοιπόν ἀπό ἐμᾶς καί ἀπό ὅλα τά σύνορα τῶν Ἀθηνῶν καί πήγαινε πίσω στήν μητέρα σου». Καί ὅσο τά ἔλεγε αὐτά ὁ Ἡγούμενος, ὁ Μακάριος Λουκᾶς εἶχε στραμμένα κάτω τα μάτια του. Τότε ὁ Ἡγούμενος, μαλάκωσε τόν θυμό του παρακινούμενος ἀπό τήν πολλή ταπεινοφροσύνη τοῦ θείου Λουκᾶ. Τοῦ εἶπε ὅμως, ὅτι πρός τό παρόν εἶναι ἀδύνατον νά μήν γυρίσης πίσω στήν μητέρα σου. Ἀλλά ἐφόσον τό κάμης αὐτό, δέν ὑπάρχει κανείς πού θά σέ ἐμποδίση ἀπό τό νά φροντίσης γιά τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς σου, σέ ὅποιον τόπο ἥσυχο θέλεις. Γιατί καθώς φαίνεται, ἡ προσευχή τῆς μητέρας σου πρός τόν Θεό εἶναι πολύ πειστική. Μόλις τά ἄκουσε αὐτά ὁ θεῖος Λουκᾶς, ἔβαλε μετάνοια καί ζήτησε τήν εὐχή τοῦ Ἡγουμένου, βγῆκε, ἄν καί δέν τό ἤθελε, ἀπό τό Μοναστήρι καί ξεκίνησε νά πάη στήν μητέρα του.
Ὅταν μπῆκε στό σπίτι τους, βρῆκε τήν μητέρα του πού καθόταν ἐπάνω σε στεγνή στάχτη, καί ἦταν πολύ λυπημένη. Καί μόλις τόν εἶδε, πρῶτα γύρισε τά μάτια της πρός τόν Θεό καί ἀφοῦ ὕψωσε τά χέρια της ὡμολογοῦσε αὐτή τήν χάρι σ’ αὐτόν, μέσῳ τοῦ ὁποίου βρῆκε πάλι τόν υἱό πού ἔχασε λέγοντας× « Εὐλογητός ἄς εἶναι ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος δέν παρέβλεψε τήν προσευχή μου καί τό ἔλεός του ἄς εἶναι ἐπάνω μου».
Ἀφοῦ λοιπόν μέ τέτοιο τρόπο ἀποδόθηκε ὁ Μακάριος Λουκᾶς στήν μητέρα του, τήν ὑπηρετοῦσε καί τῆς πρόσφερε τήν τιμή καί τήν ὑπακοή πού ὀφείλει ὁ υἱός στήν μητέρα. Ἀλλά ἔπειτα ἀπό τέσσερις μῆνες, κυρίευσε πάλι τόν εὐλογημένο Λουκᾶ ὁ πόθος τοῦ Θεοῦ καί τῆς ἡσυχίας. Τότε ὅμως οὔτε ἡ μητέρα του ἐναντιώθηκε σ’ αὐτό, οὔτε τό θεώρησε περιφρόνησι. Ἀφοῦ πῆρε λοιπόν ὁ θεῖος Λουκᾶς τήν εὐχή τῆς μητέρας του, πῆγε σέ ἕνα βουνό πού ὀνομάζεται Ἰωάννιτρα, καί περπατῶντας τό μέρος τοῦ βουνοῦ πού κλίνει πρός τήν θάλασσα, βρῆκε ἕναν ναό τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων Κοσμᾶ καί Δαμιανοῦ καί ἐκεῖ ἔστησε τήν ἀσκητική του καλύβα. Καί ὅσους ἀγῶνες καί πολέμους ἔκανε ἐκεῖ ὁ Ὅσιος, οὔτε εἶναι δυνατόν νά τούς πῆ κανείς, ἀλλά οὔτε νά τούς πιστεύση. Ἄν τυχόν ὅμως καί πρέπει νά δείξη κανείς τόν Ὅσιο ἀπό λίγα σημάδια, δέν θά ἦταν ἄτοπο, κοντά στήν διήγησι τῶν ἀρετῶν του, νά προσθέσουμε καί τά ἑξῆς λεγόμενα.
Ἕνας μαθητής τοῦ Ὁσίου, εἶχε τήν ὑποψία, πώς ὁ Ὅσιος ὑποκρίνεται, ὅτι καταγίνεται στήν προσευχή καί τήν ἀγρυπνία, γιατί ὁ Ὅσιος δέν μποροῦσε νά διαβάζη τά βιβλία τῶν θείων Γραφῶν, ἀλλά τά ἀγνοοῦσε. Ἐπειδή λέω αὐτά ὑποπτευόταν ἐκεῖνος γιά τόν Ὅσιο καί ἤθελε νά δοκιμάση τό πρᾶγμα, ὅταν νύχτωσε καί ἡ πόρτα τῆς καλύβας τοῦ Ἅγιου ἔκλεισε, πῆγε κοντά στήν πόρτα καί ἔπεσε, καί ἀκουμπῶντας τήν κεφαλή του στήν πόρτα, εἶχε ἀνοιχτά τά αὐτιά του, γιά νά ἀκούση τί λέει ὁ Ὅσιος. Καί ἀφοῦ στάθηκε ἐκεῖ ὡς τόν ὄρθρο, ὕστερα γύρισε στό κελλί του, γεμάτος ἀπό θαυμασμό. Καί ἐκεῖνα πού ἔμαθε, ἦταν τά ἑξῆς· «Ἔμαθα (ἔλεγε) ἐκεῖ πώς ὁ Ὅσιος κάνοντας γονατιστός μετάνοιες καί ἀγγίζοντας τό πρόσωπό του στήν γῆ, ἔλεγε σέ κάθε μία μετάνοια τό « ὁ Θεός ἰλάσθητί μοι τῷ ἁμαρωλῷ». Ἔπειτα, ὅταν ζεσταινόταν περισσότερο, ἔκαμνε καί περισσότερες μετάνοιες, ἕως ὅτου ξοδευόταν ὅλη ἡ δύναμις τοῦ σώματός του καί ἔτσι ἔπεφτε ἀνάσκελα στήν γῆ καί ἔμενε ἀκίνητος ὥρα πολλή. Ἀλλά καί ἐκεῖ δέν ἔστεκε ἀργός, ἀλλά σήκωνε τά χέρια του μαζί καί τά μάτια καί τόν νοῦ του στόν οὐρανό καί φώναζε διαρκῶς τό «Κύριε ἐλέησον». Καί ἀφοῦ ξεκουραζόταν λίγο τό σῶμα του, σηκωνόταν πάλι ὄρθιος καί προσευχόταν, ὥσπου ξημέρωνε. Αὐτά εἶναι ἡ ἀπόδειξις τῶν κρυφῶν ἀγώνων τοῦ Ὁσίου καί τοῦ θερμοῦ ἔρωτα, πού εἶχε γιά τήν ἡσυχία.
Μία φορά πῆγε ὁ Ὅσιος σέ ἕναν φίλο του ἐνάρετο, ὁ ὁποῖος ἦταν καθηγούμενος θεοφιλῶν Μοναχῶν, καί ἀφοῦ κάθισε ἐκεῖ γιά τρεῖς ἡμέρες, τοῦ ἦλθε ὁ πόθος τῆς ἡσυχίας καί τῆς καλύβας του καί ζητοῦσε νά πάη. Ὁ ἡγούμενος ὅμως δέν τόν ἄφηνε. Ἀλλά καθώς δέν συμφωνοῦσε ὁ Ὅσιος νά μείνη, ἀλλά ἤθελε νά πάη στήν καλύβα του, ὁ ἡγούμενος, βρῆκε ἀφορμή, πώς ἦταν τότε κοντά μία ἑορτή μεγάλη καί ἀναγκαζόμενος ἀπό τόν πόθο πού εἶχε στόν Ὅσιο, τοῦ λέει· «Ἕως πότε θά ἐναντιώνεσαι ἔτσι ἔντονα, καί προτιμᾶς περισσότερο τήν ἐρημία ἀπό τήν Ἐκκλησιαστική σύναξι; Καί ἰδιαιτέρως τώρα πού εἶναι κοντά πάνδημος ἑορτή;». Σ’ αὐτά τά λόγια ὁ Θεοφόρος Λουκᾶς, ἀπάντησε τά ἑξῆς· «Διδάσκαλε ἀγαθέ, ποιμένα εὐλογημένε, καλῶς προστάζεις. Ὅμως οἱ Κανόνες, καί οἱ ἀναγνώσεις καί ὅλη ἡ Ἐκκλησιαστική ἀκολουθία τί καλό ἐπιφέρουν στόν ἄνθρωπο; Καί ποιός εἶναι ὁ σκοπός τους;». Μόλις τά ἄκουσε αὐτά ὁ Ἡγούμενος δέν εἶχε τί νά ἀπαντήση. Ὁ δέ Ὅσιος, λύνοντας τήν ἀπορία του, εἶπε πάλι μέ τήν ἴδια ἁπλότητα· «Διδάσκαλε ἀγαθέ, οἱ ψαλμῳδίες καί οἱ ἀναγνώσεις καί κάθε ἄλλη ἀκολουθία ὁδηγοῦν καί φέρουν τούς ἐνάρετους στόν φόβο τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἐσύ διδάσκεις. Λοιπόν ὅποιος φροντίζει νά ἔχη στήν καρδιά του αὐτόν τόν φόβο τοῦ Θεοῦ, ἄραγε ἔχει κάποια ἀνάγκη ἀπό αὐτά πού λές;». Καί μόλις τά ἄκουσε αὐτά ὁ Ἡγούμενος, ἔνιωσε μεγάλο θαυμασμό καί δέν θέλησε πλέον νά τόν κρατήση.
Περιβολάκι μικρό ἔφτιαξε ὁ Ὅσιος, γιά νά δίνη τά ἀναγκαῖα στούς ἀδελφούς καί τό εἶχε φυτεμένο μέ κάθε δέντρο καί μέ κάθε εἶδος λαχανικῶν καί τά μοίραζε σ’ ἐκείνους πού ἐπήγαιναν σ’ αὐτόν. Καί μερικές φορές ἀφοῦ ἔπαιρνε αὐτός ὁ ἴδιος ἀπό τούς καρπούς τοῦ περιβολιοῦ του τούς πήγαινε στά πλησιέστερα μέρη καί, ἀφοῦ τούς ξεφόρτωνε κρυφά γύριζε στήν καλύβα του. Καί μέ αὐτόν τόν τρόπο χάριζε στούς ἄλλους πλουσιοπάροχα τούς δικούς του κόπους.
Τό περιβόλι αὐτό τοῦ Ὁσίου, καθώς ἐρχόνταν τά ἐλάφια ἀπό τό βουνό, τό κατέστρεφαν μέ τά πόδια τους. Ὁ δέ Ὅσιος τα ἔδιωχνε πότε μέ πέτρες, καί πότε μέ φωνές. Αὐτά ὅμως πάλι πήγαιναν. Μία φορά ὁ Ὅσιος, βλέποντας ἕνα ἐλάφι μεγαλύτερο ἀπό τά ἄλλα, τοῦ μίλησε ἥσυχα, σάν νά μιλοῦσε μέ λογικό ἄνθρωπο· «Γιατί ἐσεῖς μέ ἀδικεῖτε καί φθείρετε τούς κόπους μου, ἐνῷ ἐγώ δέν σᾶς ἀδικῶ καθόλου; Ἐγώ καί ἐσεῖς εἴμαστε δοῦλοι ἑνός ἀφέντη καί ποιήματα ἑνός Θεοῦ. Καί σᾶς λέω, πώς ἐγώ ἐπειδή ἔγινα κατ' εἰκόνα Θεοῦ, ἔχω τήν ἐξουσία σέ ὅλα του τά ποιήματα. Λοιπόν νά πού σέ προστάζει ὁ Θεός, νά μήν κουνηθῆς ἀπό ἐκεῖ πού στέκεσαι». Καί ἀμέσως ἔπεσε καταγῆς τό ἐλάφι καί ἦταν ἀκίνητο. Τότε ἔτυχαν ἐκεῖ μερικοί κυνηγοί, καί βλέποντας ἀκίνητο τό ἐλάφι, ἔτρεχαν σάν νά βρῆκαν κανένα ἀπόκτημα. Αὐτό ὅμως δέν ἄρεσε στόν Ὅσιο, ἀλλά συμπόνεσε τό ἄθλιο ἐλάφι, καί τούς κυνηγούς τούς ἐμπόδισε νά τό σφάξουν, λέγοντάς τους μέ πραότητα· «Ἀδελφοί, δέν ἔχετε δίκιο νά σφάξετε τό ἐλάφι αὐτό, γιατί οὔτε τρέξατε, οὔτε κοπιάσατε γι' αὐτό. Λοιπόν εἶναι φανερό, ὅτι αὐτό τό δύστυχο ζῷο πού ἔπεσε κάτω, χρειάζεται ἔλεος περισσότερο καί βοήθεια». Καί μέ αὐτά τά λόγια ἔπεισε τούς κυνηγούς καί βοήθησαν τόν Ὅσιο καί τό σήκωσε ἐπάνω καί τό ἄφησε ἐλεύθερο. Οἱ δέ κυνηγοί θαύμασαν τήν συμπάθεια καί τήν ἠρεμία τοῦ Ὁσίου.
Καί ἐπειδή ποθοῦσε πολύ ὁ Ὅσιος, γιά νά λάβη τό μέγα καί ἀγγελικό σχῆμα τῶν Μοναχῶν ἀξιώθηκε καί αὐτό μέ θεία πρόνοια καί ἔγινε μεγαλόσχημος μέ τόν ἑξῆς τρόπο· Δύο ἡλικιωμένοι Μοναχοί σεμνοπρεπεῖς καί ἐνάρετοι, θέλοντας νά πᾶνε στήν Ρώμη, πέρασαν ἀπό τόν Ὅσιο, σάν νά τούς ἔστειλε κάποιος. Καί ἀφοῦ τούς φιλοξένησε μέ μεγάλη περιποίησι ὁ Ὅσιος, τούς φανέρωσε τόν πόθο πού εἶχε γιά νά γίνη μεγαλόσχημος. Οἱ δέ Μοναχοί, βλέποντας τόν Ὅσιο, πώς ἦταν ἄξιο σκεῦος ἑνός τέτοιου σχήματος, δέν καθυστέρησαν καθόλου, ἀλλά ἀφοῦ ἔκαναν τίς συνήθεις ἱερολογίες καί πράξεις, τόν ἕντυσαν τό ἀγγελικό σχῆμα καί τά σημάδια τῆς στενῆς καί θλιμμένης στράτας, πού ὁδηγεῖ στήν ζωή. Δηλαδή τόν ἔκαναν μεγαλόσχημο καί ὅλοι χάρηκαν μέ αὐτό καί ὁ Θεός καί οἱ Ἄγγελοι καί οἱ ἄνθρωποι. Ἕνας μόνο λυπήθηκε πολύ καί φοβήθηκε, ὁ διάβολος.
Ἀλλά καιρός εἶναι νά πῶ καί ἐκεῖνο τό θαῦμα, πού ἔγινε στούς σεμνοπρεπεῖς ἐκείνους Μοναχούς. Διότι ὁ Ὅσιος τούς ἔτρεφε μέ ἀναγκαῖα μόνο φαγητά, ἀλλά δέν εἶχε νά τούς φιλέψη καί κανένα ἄλλο φαγητό, ἄξιο τῆς δικῆς του φιλότιμης διάθεσης. Οἱ Μοναχοί κάθονταν κοντά στόν γιαλό, ὅταν ἀνέτειλε ὁ ἥλιος καθαρά, καί κοίταζαν τά κύματα τῆς θαλάσσης. Ἕνα δέ ψάρι μεγάλο πήδησε ξαφνικά ἀπό τήν θάλασσσα καί ἔπεσε μπροστά στά πόδια τους καί σπάραζε ἥσυχα, σάν νά τούς προσκαλοῦσε νά τά πάρουν. Καί βλέποντάς το οἱ Μοναχοί θαύμαζαν τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ καί τόν εὐχαριστοῦσαν. Ἀλλά ὁ γενναιόδωρος Κύριος, σάν νά μήν ἦταν τό ἕνα ψάρι ἀρκετό, τούς στέλνει καί ἄλλο κοντά σέ ἐκεῖνο. Μέ αὐτόν τόν τρόπο φανέρωσε ὁ Θεός στούς Μοναχούς ἐκείνους, ποιός ἦταν ὁ μέγας Λουκᾶς.
Ὁ Ὅσιος, ἀφοῦ ἔλαβε τά πνευματικά ὅπλα τοῦ μεγάλου καί ἀγγελικοῦ σχήματος, καί καθώς συλλογιζόταν ὅτι τότε πρῶτα ἔγινε στρατιώτης τοῦ Χριστοῦ, γιά νά πολεμᾶ τόν διάβολο, πρόσθετε νηστεία ἐπάνω στήν νηστεία καί ἐκτενέστερη προσευχή. Γιά τά ὁποῖα ἔλαβε ἀπό τόν Θεό πολλή βοήθεια καί μεγάλη τήν χάρι τῶν ἰαμάτων καί τήν γνῶσι τῶν περασμένων καί τῶν μελλόντων καί τῶν κρυφῶν περιστάσεων τοῦ παρόντος. Γι’ αὐτό καί ὅλους σχεδόν τούς Βουλγάρους, πού αἰχμαλώτισαν ὅλη τήν Ἤπειρο, μέ τίς προσευχές του τούς παρέδωσε σέ ἀφανισμό, καί προεῖπε πώς θά κάμουν πολλά κακά, ὡστόσο ὅμως δέν τό εἶπε καθαρά, γιά νά μήν δοξασθῆ ἀπό τούς ἀνθρώπους ὡς διορατικός. Γιατί τόν ἄκουσαν μερικοί, πού εἶπε αὐτά τά προμηνύματα «ἡ Ἑλλάς θά καταδιωχθῆ καί ἡ Πελοπόννησος θά πολεμηθῆ ».
Καί πῶς νά διηγηθῆ κανείς τήν μεγάλη συμπάθεια καί τήν καλογνωμία τοῦ Ὁσίου αὐτοῦ; Εἶχε δύο φίδια, καί τά ἔτρεφε πολλή καιρό ὁ πανύμνητος. Ἀποδίδοντας ἴσως ἁπλούστερα τήν ἐντολή τοῦ Κυρίου πού λέγει. « Ἀγαπᾶτε τούς ἐχθρούς σας, καί νά κάνετε καλό σ’ αὐτούς, πού σᾶς μισοῦν». Μολονότι καί ὁ Ἅγιος δέν ἔπαθε ἀπό ἐκεῖνα τά φίδια κανένα κακό. Ἀλλά πολλές φορές ἔδινε καί στά μικρά πουλιά τοῦ ἀγροῦ τροφές. Τόσο εὔσπλαγχνος ἦταν ὁ εὐλογημένος ἐλεῶντας πάντοτε καί δανείζοντας.
Ἀλλά ἐπειδή καί ἡ φήμη τοῦ Ἁγίου διεδόθηκε σέ ὅλα τά μέρη, δύο ἀδελφοί πῆγαν σ’ αὐτόν καί, ἀφοῦ φιλοξενήθηκαν ἀπό τόν Ὅσιο καί ἀπόλαυσαν τήν γλυκειά του ὁμιλία, τοῦ εἶπαν, ὅτι ὁ πατέρας τους, ὅταν πέθαινε, ἔσκαψε τήν γῆ καί ἔκρυψε τά ἄσπρα πού εἶχε, καί ἐπειδή δέν ἤξεραν ἐκεῖνοι σέ ποιό μέρος τά ἔκρυψε, παρακαλοῦσαν τόν Ὅσιο νά τούς φανερώση τό μέρος, μέ τό φῶς τῆς θείας χάριτος πού ἔχει. Ὅταν τά ἄκουσε αὐτά ὁ Ὅσιος, συλλογίσθηκε, ὅτι οὔτε ἀπάντησι χρειάζονται τά λόγια τους ἐξ αἰτίας τῆς ταπεινοφροσύνης του, καί ἔφυγε ἀμέσως. Ἐκεῖνοι ὅμως καθώς εἶχαν αἴσιες ἐλπίδες γι’ αὐτό, καί σάν νά μάντευαν καλά ἐκεῖνο, πού ἐπρόκειτο νά γίνη, πῆγαν στόν Ὅσιο καί δεύτερη φορά καί τόν παρακαλοῦσαν. Ὁ Ὅσιος μέ τρόπο κατάλληλο καί ὅπως θά ἔκαμνε κάποιος, πού δέν θέλει νά φαίνεται πώς γνωρίζει, λέει σ’ αὐτούς· «Ἐσεῖς ἀπό τό τάδε καί τό τάδε σημεῖο ξέρετε τόν τόπο, ὅπου ἔκρυψε ὁ πατέρας σας τά ἄσπρα, καί γιατί θέλετε μάταια νά μέ ἐνοχλεῖτε;». Καί μόλις τά ἄκουσαν ἐκεῖνοι αὐτά, πῆγαν ἀμέσως ἐκεῖ πού τούς εἶπε ὁ Ὅσιος τά σημεῖα, καί ἀφοῦ ἔσκαψαν βρῆκαν ἀπόδειξι τῶν λόγων του.
Ἕνας ναύκληρος πού ὠνομαζόταν Δημήτριος, φίλος τοῦ Ὁσίου, καθώς ψάρευε μία φορά κοντά στό μέρος πού ἦταν ὁ Ὅσιος, ἔβαλε σκοπό νά τοῦ πάη κανένα ψάρι. Ἀλλά ἐπειδή κοπίασε πολύ καί δέν ἔπιασε τίποτε, ὕστερα στό τέλος ἔριξε τό ἀγκίστρι στήν θάλασσα, ἐπικαλούμενος τό ὄνομα τοῦ Ὁσίου, καί ἀμέσως ἕνα μεγάλο ψάρι σάν νά τό τράβαγε κανείς, τρέχει μέ πολλή ὁρμή στό ἀγκίστρι καί πιάνεται. Ὅταν τό εἶδε αὐτό ὁ ναύκληρος θαύμασε, καί πώς μονάχα μέ τό ὄνομά του θαυματουργεῖ ὁ Ἅγιος. Πάλι δοκιμάζει καί ἀφοῦ ἔριξε στό ὄνομά του τό ἀγκίστρι πιάνει καί ἄλλο ψάρι μέ εὐκολία σάν καί τό πρῶτο. Καί ἐδῶ ὁ πατέρας τοῦ φθόνου ὁ διάβολος ἐνεργεῖ καί στόν ναύκληρο ἕνα παρόμοιο πρᾶγμα μέ ἐκεῖνο τοῦ Κάιν, καί τόν καταπείθει νά κρατήση γιά τόν ἑαυτό του τό μεγαλύτερο ψάρι. Ὅμως μετά ἀπό αὐτά, γιά νά μήν μείνη ὁ ναύκληρος ἀδιόρθωτος, λέει σ’ αὐτόν μέ εὐθυμία· «Γιατί ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι μέ τήν θέλησί μας ἁμαρτάνουμε, καί ἐξοργίζουμε τόν Θεό ἀπερίσκεπτα, ὅπως ἔκανε ὁ Κάιν πρῶτα, καί ὁ Ἀνανίας καί ἡ γυναίκα του ὕστερα; Καί ὁ μέν Κάιν προτίμησε τήν δική του ἀπόλαυσι περισσότερο ἀπό τόν Θεό, ὁ δέ Ἀνανίας καί ἡ γυναῖκα του ἔκλεψαν τά ἄσπρα ἐκεῖνα πού ἀφιέρωσαν στόν Θεό. Ἕνα παρόμοιο πρᾶγμα ἴσως ἔγινε καί μέ αὐτό τό ψάρι, γιατί ἡ ἀνθρώπινη ὑπηρεσία προτιμήθηκε περισσότερο ἀπό τόν Θεό». Ἀπό τά λόγια αὐτά τοῦ Ὁσίου κατάλαβε ὁ ναύκληρος, ὅτι εἶχε διορατικό χάρισμα ὁ Ὅσιος, καί ἀναγνώρισε τήν ἁμαρτία πού ἔκανε καί μετανόησε ἀμέσως καί ἀφοῦ ἔλαβε τήν συγχώρησι ἀπό τόν Ὅσιο, γύρισε στό σπίτι του.
Καί ἀφοῦ ὁ Ὅσιος πέρασε στό ὄρος ἐκεῖνο τά Ἰωάννιτρα ἑπτά χρόνια, ἀνεχώρησε ἄν καί δέν ἤθελε. Γιατί ὁ ἄρχοντας τῶν Βουλγάρων Συμεών, ἀθετῶντας τίς συμφωνίες πού εἶχε μέ τούς Ρωμαίους βασιλεῖς, ξεκίνησε πόλεμο κατά τῆς Ἠπείρου. Ἀπό τόν φόβο τῶν Βουλγάρων, ἄλλοι κλεινόνταν μέσα στά κάστρα καί ἄλλοι πήγαιναν στήν Εὔριπο καί στόν Μοριά, γιά νά γλυτώσουν. Οἱ δέ χωρικοί γείτονες τοῦ Ὁσίου περνοῦσαν στά νησιά, πού ἦταν ἐκεῖ κοντά, μολονότι βέβαια ὁ φθόνος τοῦ ἐχθροῦ καί ἐκεῖ τους ἔφερε κίνδυνο. Διότι τήν ὥρα πού αὐτοί νόμιζαν πώς εἶναι ἀσφαλεῖς μέσα στό καΐκι, βλέποντάς τους οἱ Βούλγαροι ἦλθαν ξαφνικά καί σχεδόν ὅλους τούς σκότωσαν, ἐκτός ἀπό λίγους πού κολύμβησαν καί γλύτωσαν, μαζί μέ αὐτούς ἦταν καί ὁ Ὅσιος Λουκᾶς. Ὁ ὁποῖος ἀφοῦ βρῆκε καΐκι ἐπῆρε ὅλους τούς συγγενεῖς καί τούς γνώριμους καί πῆγε στήν Κόρινθο, καί πόθησε νά διδαχθῆ μαθήματα, γιά τήν ἀνάγνωσι τῶν ἱερῶν λογίων καί πῆγε στό σχολεῖο, ὅμως λίγο ὠφελήθηκε. Γι’ αὐτό ὅταν ἄκουσε, ὅτι στήν Πάτρα τῆς Ἀχαΐας ὑπῆρχε τότε ἕνας στυλίτης Ὅσιος, πού μεταχειριζόταν ὑψηλή πολιτεία, πόθησε νά πάη νά τόν ἀνταμώση.
Καί τήν ὥρα πού πῆρε αὐτή τήν ἀπόφασι ὁ Ὅσιος, ἔστειλε ὁ Στυλίτης πού ἦταν στήν Ζεμενά, ἄνθρωπο γι’ αὐτό τόν λόγο στόν Ὅσιο, παρακαλῶντας τον νά πάη σ’ αὐτόν, γιά νά τόν ἔχη συγκάτοικο. Ὁ Ὅσιος ἀφοῦ δέχθηκε μέ χαρά αὐτόν τόν λόγο, καί ἐπειδή ἀγαποῦσε περισσότερο νά ὑποτάσσεται πῆγε στόν Στυλίτη, γιά νά τόν ὑπηρετῆ. Διότι τό θεωροῦσε μεγάλη ἀτιμία καί ζημιά τό νά ἀφήση ἄλλον νά τοῦ κάνη ὑπηρεσία. Καί ὅλα τα ἔκαμνε δέκα ὁλόκληρα χρόνια, μιμούμενος τήν ταπείνωσι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος ἦλθε, ὅπως λέει μόνο, γιά νά ὑπηρετήση καί ὄχι νά ὑπηρετηθῆ. Τόση ἀγάπη εἶχε σ’ αὐτόν, ὥστε ὑπερέβαινε τήν ἀγάπη πού ἔχει ὁ σαρκικός υἱός στόν Πατέρα. Γι’ αὐτό μία φορά πού ἄκουσε ἕναν συκοφάντη, πού κατηγοροῦσε τόν γέροντά του, τόσο τοῦ κακοφάνηκε, καί μέ τόσο ζῆλο φούντωσε, ὥστε ἀναγκάσθηκε νά μεταχειρισθῆ λόγια σκληρότερα ἐναντίον ἐκείνου τοῦ συκοφάντη καί ἀναίσχυντου, νά σωφρονίση τήν αὐθάδη γλῶσσα ἐκείνου. Ἀλλά ἐκεῖνος ἐπειδή ἦταν ἀπάνθρωπος καί σκληρός, καί ἐπειδή δέν ἄντεχε τούς ἐλέγχους πού τοῦ ἔκαμε ὁ Ὅσιος, τόν χτύπησε μέ τό μιαρό του χέρι τόν ἁγιασμένο. Ὅμως ἀμέσως χτυπήθηκε καί ὁ ἴδιος ἀπό τόν δαίμονα, καί ἔπεσε καταγῆς καί ἄφριζε. Καί τό πιό φοβερό, ἦταν ὅτι ἔμεινε ὁ ἄθλιος ἐκεῖνος, ἕως τό τέλος τῆς ζωῆς τοῦ δαιμονισμένος. Καί ἡ αἰτία ἦταν, ἐπειδή αὐτός πού ἔπρεπε νά εἶναι διδάσκαλος τῶν ἄλλων καί σωφρονιστῆς, (διότι ἦταν ἱερέας), καί νά συμβουλεύη τούς ἄλλους μέ τόν λόγο καί μέ τήν ζωή του, ἐκεῖνος ἦταν τόσο ἀσύνετος, πού ἔγινε καί στούς ἄλλους παράδειγμα ψυχικῆς βλάβης καί ντροπή φανερή τοῦ ἱεροῦ ἀξιώματος.
Ἀλλά καθώς δέν ἄντεχε αὐτός πού μισεῖ τό καλό νά βλέπη τόν θεῖο Λουκᾶ νά μένη ἕως τό τέλος στήν ὑποταγή τοῦ στυλίτη, μεταχειρίσθηκε κάθε τέχνασμα, ὥσπου τόν ἔβγαλε ἀπό τήν ὑποταγή τοῦ στυλίτη μέ τόν ἑξῆς τρόπο. Ὁ ἐπιστάτης τῶν λιμανιῶν, πού εἶναι ἐκεῖ, καθώς δέν ἄφηνε τά καΐκια νά περνοῦν στά μέρη τῆς Ἑλλάδος, ἐξ αἰτίας τῶν ἐπιδρομῶν τῶν ἐχθρῶν, ἔτυχε νά βρῆ τόν Ὅσιο σέ ἕνα καΐκι μέσα καί γι’ αὐτό τόν ἐχτύπησε σέ βαθμό ἀνυπόφορο. Καί ἀπό τότε πλέον ἔκρινε νά εἶναι μόνος, καί λοιπόν βρισκόταν στό Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Προκοπίου καί ἡσύχαζε. Καί ἐπειδή ἔπιασε μεγάλη βροχή καί χάλασε τό μικρό κελλί πού κατοικοῦσε, τόν ἔκανε, νά ἀναχωρήση. Ἴσως ὅμως καί ὁ Θεός τό οἰκονομοῦσε αὐτό, γιά νά μήν στερηθῆ τήν Πατρίδα του πολλά χρόνια, βρισκόμενος στόν Μοριά. Διότι δέν πέρασε πολύς καιρός καί ὁ ἄθλιος Βούλγαρος Συμεών πέθανε καί ἀνέλαβε τήν ἐξουσία ὁ υἱός του ὁ Πέτρος, ἔκανε εἰρήνη μέ τούς Ρωμαίους, καί ἔτσι ὅλοι οἱ ξενιτεμένοι γύριζαν στήν Πατρίδα τους. Ἐπέστρεψε καί ὁ θεῖος Λουκᾶς στήν ποθητή ἡσυχία τοῦ ὄρους τῶν Ἰωαννίτρων.
Ἐπειδή λοιπόν ὁ ἀρχιερέας τῆς Κορίνθου ξεκινῶντας γιά τήν Κωνσταντινούπολη, διανυκτέρευσε ἐκεῖ κοντά, γιά νά ἀναπαυθῆ λίγο, πῆγε σ’ αὐτόν ὁ Ὅσιος, φέροντας πολλῶν εἰδῶν λαχανικά, ἀπό τά καλύτερα πού εἶχε στό μικρό περιβόλι του. Ὁ δέ ἀρχιερέας τῆς Κορίνθου, ὅταν ἔμαθε ποιός εἶναι καί ποῦ βρίσκεται καί ποιά ζωή ζῆ, ἐπεθύμησε νά πάη νά ἰδῆ τήν καλύβα του. Καί ὅταν εἶδε τήν θεληματική καί ἀπέριττη φτώχεια τοῦ Ὁσίου, πρόσταξε τόν πιό κοντινό ἀπό τούς ἀνθρώπους του, νά τοῦ δώση χρυσό καί μέ αὐτό νά τόν δεξιωθῆ. Ὁ Ὅσιος ὅμως δέν ἤθελε νά τόν πάρη, λέγοντας, «Εὐχές καί διδασκαλία θέλω νά λάβω Δέσποτα καί ὄχι χρυσό». Ὁ ἀρχιερέας ὅμως λυπήθηκε, ἐπειδή δέν δέχθηκε τό δῶρο του νομίζοντας ὅτι τόν περιφρόνησε, καί ὅτι δέν τό ἔλαβε, ὄχι γιατί δέν τό χρειάζεται, ἀλλά γιατί δέν εὐχαριστιέται μέ αὐτό. Γι’ αὐτό μέ πόνο τῆς καρδιᾶς του τοῦ εἶπε «Γιατί περιφρόνησες μέ τέτοιο τρόπο ἐμένα καί τό δῶρο μου; Καί ἐγώ Χριστιανός εἶμαι, ἄν καί ἁμαρτωλός. Καί Ἐπίσκοπος, ἄν καί ἀνάξιος. Πῶς λοιπόν ἐσύ, πού εἶσαι σέ ὅλα μιμητής τοῦ Ἰησοῦ, δέν ἀκολούθησες σέ αὐτό τήν μίμησι ἐκείνου;».
Μόλις τά ἄκουσε αὐτά ὁ Ὅσιος, δέν ἐναντιώθηκε περισσότερο γιά νά μήν θεωρηθῆ ὑπερήφανος. Ἀλλά ἔλαβε τό δῶρο πού τοῦ ἔδωσε καί ἀντί γι’ αὐτό τοῦ ἔδωκε τόν πλοῦτο τῶν εὐχῶν του. Ἔπειτα τόν ρώτησε μέ πολλή ταπεινοφροσύνη× «Πές μου Δέσποτα, μέ ποιόν τρόπο νά μεταλαμβάνουμε τά θεῖα Μυστήρια ἐμεῖς, πού, γιά τίς ἁμαρτίες μας βρισκόμαστε στά βουνά καί στίς ἐρημιές; Γιατί εἴμαστε στερημένοι ὄχι μόνο ἀπό θεία ἱερουργία, ἀλλά καί ἀπό ἱερέα». Ὁ δέ ἀρχιερέας× «Πάτερ, σωστά καί γιά καλό καί πολύ καλό πρᾶγμα ρώτησες. Πρέπει νά ὑπάρχη ἱερέας, γιά νά σοῦ μεταδώση τά ἄχραντα Μυστήρια. Ἐάν ὅμως δέν ὑπάρχη, κατά ἀνάγκη, πρέπει νά βάλης ἐπάνω στήν Ἁγία τράπεζα τό ἀρτοφόριο πού ἔχει μέσα τά προηγιασμένα Μυστήρια, ἐάν εἶναι σέ Ἐκκλησία. Ἐάν ὅμως εἶναι σέ κελλί, νά τό βάλης ἐπάνω σε σκαμνί πάρα πολύ καθαρό, ἀπλώνοντας ἕνα μικρό κάλυμμα καί ἐπάνω σ’ αὐτό νά τοποθετοῦνται πρῶτα οἱ μερίδες τῶν ἀχράντων Μυστηρίων. Καί ἔπειτα νά θυμιάσης καί νά πῆς τούς ψαλμούς τῶν τυπικῶν, τό τρισάγιο καί τό, Πιστεύω, καί νά κάνης τρεῖς μετάνοιες, καί ἀφοῦ μαζέψης τά χέρια σου, νά μεταλάβης τά θεῖα Μυστήρια μέ τό στόμα σου, λέγοντας, τό, Ἀμήν. Καί ἀντί γιά νᾶμα νά πίνης ἕνα ποτῆρι κρασί, ὡστόσο τό ποτήρι ἐκεῖνο δέν θά πρέπει νά χρησιμοποιεῖται σέ κάποιο ἄλλο κοινό πρᾶγμα. Τίς δέ ὑπόλοιπες μερίδες πρέπει νά τίς συμμαζέψης μέ τό κάλυμμα μέσα στό ἀρτοφόριο, προσέχοντας καλά, νά μήν πέση κάτω κανένας Μαργαρίτης καί πατηθῆ». Ὁ Ὅσιος μόλις τά ἄκουσε αὐτά, εὐχαρίστησε θερμά τόν Ἀρχιερέα.
Συνήθεια εἶχε ὁ Ὅσιος στήν ἑορτή τῶν Βαΐων νά παίρνη τό θεῖο Ἄρμα τοῦ τιμίου Σταυροῦ στά χέρια του καί νά ἀνεβαίνη τό πρωί ἐπάνω στήν κορυφή τοῦ βουνοῦ, φωνάζοντας σέ ὅλο τόν δρόμο τό «Κύριε ἐλέησον». Λοιπόν ἀνεβαίνοντας μία φορά ὁ Ὅσιος, τόν φθόνησε αὐτός πού μισεῖ τό καλό καί θέλοντας νά ἐμποδίση αὐτό τό καλό, παρακινεῖ μία ὀχιά νά βγῆ ἔξω ἀπό τήν φωλιά της καί νά τόν δαγκώση στό δάχτυλο τοῦ ποδιοῦ του. Ὁ Ὅσιος ὅμως ὡς ἀγαθός καί θεοφιλής, ἔσκυψε ἀμέσως, καί πιάνοντας τό πόδι του μαζί καί τήν ὀχιά, εἶπε× «Μήτε ἐσύ νά ἀδικήσης ἐμένα, μήτε ἐγώ ἐσένα, ἀλλά καί οἱ δύο, ἄς πᾶμε ὁ καθένας στόν δικό του δρόμο». Καί ἔτσι ἡ ὀχιά πῆγε ἀμέσως στήν φωλιά της, ὁ δέ Ὅσιος ἔμεινε ἀβλαβής, χωρίς νά πάθη κακό ἀπό τό δάγκωμα.
Πῆγε μία φορά ὁ Ὅσιος στόν θεοφιλῆ Ἀντώνιο, ὁ ὁποῖος ἦταν ἡγούμενος τοῦ Μοναστηριοῦ, πού εἶναι μπροστά στήν πόλη τῶν Θηβῶν. Καί ἔτυχε τότε νά εἶναι ἄρρωστος ἕνας υἱός τοῦ πρώτου ἄρχοντα τῆς χώρας ἐκείνης ἀπό ἀσθένεια θανατηφόρα, πού δέν ὑπῆρχε ἐλπίδα νά ζήση, καί τοῦ συμπαραστέκονταν οἱ γονεῖς του καί ὅλοι οἱ συγγενεῖς καί οἱ φίλοι λυπημένοι καί πρόσμεναν μετά ἀπό λίγο τόν θάνατό του. Ἕνας ὅμως ἀπό ἐκείνους ἀνέφερε γιά τόν Ὅσιο, ὅτι ἄν τυχόν καί τόν προσκαλέσουν, καί ἔλθη νά ἐπισκεφθῆ τόν ἄρρωστο, θά τόν ἐλευθερώση ἀπό τήν ἀσθένεια. Τρέχει ἀμέσως ὁ πατέρας τοῦ ἀσθενῆ στόν Ὅσιο πού βρισκόταν στό Μοναστήρι καί πέφτει γονατιστός στά πόδια του καί μέ θερμά δάκρυα τόν παρακαλεῖ νά πάη νά ἐπισκεφθῆ τόν ἀσθενῆ. Καί ἐπειδή δέν μποροῦσε μόνος νά πείση τόν Ὅσιο, ἔκανε νεῦμα στόν ἡγούμενο, γιά νά μεσολαβήση καί αὐτός, ἀλλά ἐκεῖνος δέν συμφωνοῦσε καθόλου μέ αὐτό λέγοντας× «Ποιός εἶμαι ἐγώ; Καί τί μεγάλο καλό ἔχω ἐγώ καί ἔχετε τέτοια ὑπόληψι σέ ἐμένα; Ἀπατᾶσθε. Ἕνας μόνον, ὁ Θεός ἔχει τήν δύναμι νά ἐλευθερώνη καί ἀπό τόν θάνατο. Ἀλλά ἄνθρωπος φθαρτός καί ὑποκείμενος σέ ἁμαρτίες, δέν μπορεῖ νά κάνη τέτοιο θαῦμα». Μόλις τά ἄκουσε αὐτά ὁ πατέρας τοῦ ἀσθενῆς, γύρισε πίσω λυπημένος καί ἀπελπισμένος. Ὅταν δέ ἔφτασε τό ἀπόγευμα, συνομιλῶντας ὁ Ἀντώνιος μέ τόν Ὅσιο, εἶπε× «Νομίζω, τίμιε πάτερ, πώς δέν κάναμε καλά, οὔτε σύμφωνα μέ τίς θεῖες ἐντολές, τό νά μήν ἐπισκεφθοῦμε τόν ἄρρωστο. Γι’ αὐτό μέ τό δίκιο μας θά ἀκούσουμε τό «ἀσθενής ἤμουν καί δέν μέ ἐπισκεφθήκατε». Διότι μήπως, καί ἐμεῖς σπρώχνουμε τόν ἑαυτό μας σέ αὐτό γιά ἐπίδειξι; Σέ πόση λύπη ἔπεσαν οἱ γονεῖς τοῦ ἀσθενῆ καί οἱ συγγενεῖς του; Ἄρα κατά τήν δική μου γνώμη, ἡ παραίτησις αὐτή πού κάνουμε εἶναι πολύ ἄσπλαγχνη».
Σέ αὐτά ὁ θεῖος Λουκᾶς ἀποκρίθηκε, ὅτι «τό νά γιατρεύη τούς ἀσθενεῖς εἶναι ἰδιότητα μόνο τοῦ Θεοῦ. Καί τό νά παρηγορῆ κανείς τούς λυπημένους, εἶναι ἰδιότητα ἐκείνων πού ἔχουν εὐχέρεια στόν λόγο καί στήν σκέψι. Ἀλλά ἐγώ εἶμαι καί ἀπό τά δύο στερημένος, καί πῶς θά ὠφελήσω ἐκείνους πού μέ ζητοῦν, ἐάν πάω; Ὅμως ἐάν ἐσύ, Πάτερ, νομίζης ὅτι αὐτό θά εἶναι καλό, πήγαινε μπροστά καί ἐγώ ἀπό πίσω θά σέ ἀκολουθήσω». Σηκώθηκαν καί ὅταν πῆγαν στό σπίτι, ἦταν ἀργά τό βράδυ καί βρῆκαν τόν ἀσθενῆ χωρίς φωνή καί χωρίς αἴσθησι. Ὅσοι λοιπόν ἦταν ἐκεῖ, ἔκλαιγαν ἥσυχα, καί μόνο ὁ πατέρας τοῦ ἀσθενῆ εἶπε πρός τόν Ὅσιο, πού κάθισε κοντά στό κρεβάτι× «Εὐχήσου, τίμιε πάτερ γιά τόν δοῦλο σου τόν υἱό μου, καί κάνε σέ αὐτόν σημεῖο γιά καλό. Μακάρι νά τόν ἰδῶ ὅπως ἀγαπῶ, καί ὅπως οἱ δικές σου εὐχές ἔχουν τήν δύναμι νά τόν κάνουν». Καί ἐνῷ ὁ Ὅσιος ἔλεγε, ὅτι δέν μπορεῖ νά κάμνη τέτοια θαύματα, ὁ Πατέρας τοῦ ἀρρώστου πάλι τόν παρακαλοῦσε, ἔχοντας καί συμβοηθό του στήν παράκλησι τόν ἡγούμενο. Γι’ αὐτό μόλις καί μετά βίας πείσθηκε ὁ Ὅσιος, καί ἀφοῦ σηκώθηκε ὕψωσε τά χέρια του καί μπροστά σέ ὅλους προσευχόταν ὑπέρ τοῦ ἀσθενοῦς καί μετά τήν προσευχή πῆγαν καί οἱ δύο στό Μοναστήρι. Ὁ ἡγούμενος θέλοντας νά μάθη, ἄν ὠφελήθηκε ὁ ἄρρωστος ἀπό τήν εὐχή τοῦ Ὁσίου, ἔστειλε ἄνθρωπο γιά νά ρωτήση. Καί ὁ ἀπεσταλμένος γυρίζοντας πίσω, εἶπε ὅτι βρῆκε αὐτόν, πού πρίν ἀπό λίγο θεωρεῖτο νεκρός, νά εἶναι καβαλάρης καί πῆγε στό λουτρό ὑγιέστατος.
Ἀλλά ἀφοῦ πέρασε τρία χρόνια στόν τόπο ἐκεῖνο ὁ Ὅσιος, ξεσηκώθηκε τό ἔθνος τῶν Ἀγαρηνῶν καί πολιορκοῦσαν τήν Ἑλλάδα, καί γι’ αὐτό πῆγε ὁ Ὅσιος μαζί μέ τούς ἄλλους ντόπιους στό νησί πού ἦταν ἐκεῖ κοντά, τό ὁποῖο ὀνομάζεται Ἀμπελῶνας καί καθώς ἦταν ἄνυδρο καί κατάξερο ἔγινε γιά τόν Ὅσιο γυμνάσιο ἀρετῆς, καί τοῦ ἀπέφερε καρπούς ἀγαθούς. Γιατί πήγαινε μέ καΐκι καί ἔφερνε νερό καί τό μοίραζε στόν λαό. Καί ὅταν εἶχε κρασί καί φαγητά τά ἔδινε σ’ αὐτούς. Καί μερικές φορές ψάρευε καί μοίραζε τά ψάρια σ’ αὐτούς. Ὁ δέ Ὅσιος ἔκανε στό νησί αὐτό τρία χρόνια, καί πολλές φορές δέν εἶχε οὔτε ψωμί νά φάη, οὔτε νερό νά πιῆ. Ἐπιπλέον τοῦ προκάλεσε καί ὁ ἐχθρός μία ἀσθένεια, ἡ ὁποία ἦταν ἕνα κάψιμο καί μία φαγούρα στά ἀνδρογόνα μόρια τόσο ἔντονη καί ἀνυπόφορη, πού λίγο ἔλειψε νά τόν κάνη νά τά κόψη. Γι’ αὐτό παρακαλοῦσε τόν Θεό καί τό Ἅγιο λείψανο πού βρισκόταν ἐκεῖ, γιά νά τόν θεραπεύσουν, καί μία φορά ἐμφανίσθηκε στό ὅραμά του ὁ Ἅγιος ἐκεῖνος, καί τοῦ ἔδειξε ἕνα βότανο, λέγοντας× «Μέ αὐτό θά βρῆς τήν θεραπεία. Νά ξέρης ὅμως, ὅτι θά στερηθῆς τόν μισθό τῆς ὑπομονῆς». Καί ἀφοῦ ξύπνησε ὁ Ὅσιος προτίμησε νά πάσχη πρόσκαιρα ἀπό τό πάθος παρά νά χάση τόν αἰώνιο μισθό. Ὥσπου ὁ Θεός, βλέποντας τήν ἄκρα τοῦ ὑπομονή, τόν γιάτρευσε ὅπως ἤξερε.
Καιρός βέβαια εἶναι νά ποῦμε καί πῶς ὁ Ὅσιος ἀναχώρησε ἀπό τό νησί καί κατοίκησε στό Ὄρος τοῦ Στειρίου, ὅπου βρίσκεται τώρα τό Ἅγιό του λείψανο. Οἱ Χριστιανοί, πού κατέφυγαν στό νησί, μαζί μέ τόν Ἅγιο, ἀφοῦ γύρισαν στήν Πατρίδα τους, ἔχοντας ὡς ἀνάμνηση τίς εὐεργεσίες πού τούς ἔκανε ὁ Ἅγιος, καί γνωρίζοντας πόσο μέγας ἦταν ὡς πρός τήν ἀρετή, πόθησαν νά τόν ἔχουν κοντά τους γείτονα καί ἀφοῦ πῆγαν στό νησί, τόν παρακίνησαν μέ κάθε τρόπο καί τόν πῆραν στόν τόπο τους, γιά νά τόν ἰδῆ μόνο καί, ἄν δέν τοῦ ἀρέση, νά γυρίση πάλι στό νησί. Καί ὅταν εἶδε ὁ Ὅσιος τόν τόπο, πώς ἦταν ἥσυχος, εὔκρατος, εὐχάριστος, ἀνενόχλητος ἀπό ἀνθρώπους καί πλούσιος ἀπό νερά, συμφώνησε νά κατοικήση σ’ αὐτόν καί τόν ἔκανε σάν ἕνα περιβόλι ὡραιότατο καί χαριτωμένο. Τό κελλί του ὅμως δέν τό ἔχτισε ἐκεῖ κοντά, ἀλλά μακριά, γιά νά μήν εἶναι ὁρατό στούς πολλούς. Καί ὁ σκοπός του ἦταν, νά ἀποκόβη πάντοτε τήν κενή δόξα.
Ὁ φθονερός ὅμως διάβολος δέν σταματοῦσε νά πολεμᾶ καθημερινά τόν Ὅσιο. Καί μία φορά ἐμφανίστηκε μπροστά στήν πόρτα τοῦ κελλιοῦ του μέ τήν μορφή μαύρου μικροῦ ἀνθρωπάριου, καί τοῦ εἶπε× «Μέ ἔκαψες καλόγηρε, ἀλλά περίμενε λίγο καί θά γνωρίσης φανερά, ποιός ξέρει νά καίη δυνατότερα». Ὁ δέ Ὅσιος, κάνοντας τό σημεῖο τοῦ τιμίου Σταυροῦ, εἶπε× «Ἄς σέ καταργήση ὁ Κύριος». Καί ἀμέσως ἐκεῖνος ἔγινε ἄφαντος. Κατόπιν πῆγε στόν Ὅσιο ὁ Μοναχός Γρηγόριος, ὁ φίλος καί γνωστός τοῦ Ἁγίου, καί εἶπε σ’ αὐτόν ὁ Ὅσιος× «Σέ συνάντησε στόν δρόμο ὁ Κονιδάριος;». (Μέ αὐτό τό ὄνομα συνήθιζε ὁ Ὅσιος νά ὀνομάζη περιπαιχτικά τόν διάβολο). Ὁ δέ Γρηγόριος ἀπορῶντας εἶπε× «Καί ποιός εἶναι αὐτός ὁ Κονιδάριος;». Ὁ Ὅσιος τοῦ ἀποκρίθηκε× «Ἕνας κοντός ἀράπης ἦλθε καί φοβερίζοντας, ὅτι μετά ἀπό λίγο θά μέ κάψη, ἀναχώρησε». Τότε κατάλαβε ὁ Γρηγόριος γιά ποιόν λέγει καί εἶπε στόν Ὅσιο× «Ὁ Θεός, Πάτερ νά μᾶς ἐλευθερώση ἀπό τίς παγίδες του, μέσῳ τῶν Ἁγίων σου εὐχῶν. Γιατί σέ ἐσένα δέν μπορεῖ νά κάμη τίποτε, ἐπειδή σέ φυλάει ὁ Θεός».
Ἄλλος περίφημος ἄρχοντας, πού ὠνομαζόταν Κρινήτης, πηγαίνοντας ἐξουσιαστής τῆς Ἑλλάδος, ὅταν ἔφθασε στήν Λάρισσα ἄκουσε τά κατορθώματα τοῦ Ὁσίου καί πόθησε νά τόν δῆ καί νά μιλήση μέ αὐτόν. Καί ὅταν ἦλθε στήν Θήβα, ἔστειλε ἀνθρώπους καί προσκάλεσε τόν Ὅσιο νά πάη σ’ αὐτόν. Καί ἀμέσως ἀκολούθησε ὁ Ὅσιος τούς ἀπεσταλμένους καί ὅταν πῆγε βρῆκε τόν ἄρχοντα νά κάθεται στήν τράπεζα. Γιατί ἦταν ἡ ὥρα τοῦ γεύματος. Καί κάθισε στήν τράπεζα καί ὁ Ὅσιος. Καί ὅταν σηκώθηκαν ἀπό τήν τράπεζα, σηκώθηκε καί αὐτός καί ἀναχώρησε, χωρίς νά ἀξιωθῆ νά ἀκούση οὔτε λίγα λόγια ἀπό τόν ἄρχοντα, πού τόσο θερμά τόν προσκάλεσε. Γι’ αὐτό λυπήθηκε ὁ Ὅσιος, ὄχι γιά τόν ἑαυτό του, (γιατί ποιός ἄλλος ἀγαποῦσε τόσο τήν ἀτιμία, σάν αὐτόν); ἀλλά γιά ἐκεῖνον πού περιφρονοῦσε τόσο τό σεβάσμιο σχῆμα καί τό ὄνομα τῶν Μοναχῶν. Καί βγαίνοντας γιά νά φύγη, εἶπε σέ ἕναν ὑπηρέτη τοῦ ἄρχοντα× «Νά ἀπολαύσης, ἀδελφέ, ζωή καί σωτηρία× νά πῆς στόν ἀφέντη σου, χωρίς νά φοβηθῆς, ἐκ μέρους μου τά ἑξῆς Γιατί μέ ἔκανες νά ἀφήσω τό κελλί μου καί νά ἔλθω ἐδῶ; Καί γιατί ἔγινες αἴτιος νά κάνω τόσους κόπους μάταιους; Ἤ γιατί μέ ἀνάγκασες ἐμένα, πού ἀγαπῶ τήν ἐρημια, νά ἔλθω στήν πολιτεία; Καί δέν μέ ἀξίωσες οὔτε λόγο, οὔτε χαιρετισμό μοῦ ἔδωσες, οὔτε κανένα ἄλλο ἔπραξες, ἀπό ὅσα πρέπει νά κάμη ἕνας φιλάρετος καί λίγο εὐλαβής ἄνθρωπος; Ἄραγε αὐτά ὅλα εἶναι γνωρίσματα τῶν Χριστιανῶν ἤ ἐκείνων ποῦ ἔχουν στόν νοῦ τους τόν Θεό; Ἤ ἐπιθυμοῦν τήν σωτηρία τους;»
Αὐτά εἶπε ὁ Ὅσιος στόν ὑπηρέτη, γιά νά τά φανερώση ὅλα στόν ἄρχοντα καί πῆγε στό Μοναστήρι πού εἶναι μπροστά στήν χώρα, στόν προαναφερθέντα Ἀντώνιο. Ὁ δέ ὑπηρέτης τά ἀνήγγειλε ὅλα αὐτά στόν στρατηγό καί ἀμέσως ἐκεῖνος κατάλαβε, πώς δέν φέρθηκε στόν Ὅσιο ὅπως ἔπρεπε καί κατηγοροῦσε τόν ἑαυτό του, πώς ἦταν ἀμελής σ’ ἐκεῖνα, πού εἶναι ἄξια φροντίδας. Καί ἐπειδή ἦταν πραγματικά ἄνθρωπος ταπεινός, καβαλικεύοντας ἕνα ἄλογο, χωρίς νά πάρη μαζί του τούς ὑπηρέτες του, ἐπῆγε στόν Ὅσιο. Καί πρῶτα ὡμολόγησε μέ θερμότητα καί πόνο τῆς καρδιᾶς του τό σφάλμα πού ἔκανε καί ἀφοῦ ἐζήτησε καί ἐπῆρε τήν συγχώρησι ἀπό τόν Ὅσιο, εἶπε στούς παρευρισκόμενους νά βγοῦν ἔξω, καί συνομίλησε μέ τόν Ὅσιο ἕως τό βράδυ. Καί τόσο θερμά καί ἀδελφικά συνδέθηκε μέ τόν Ἅγιο, ἔτσι ὥστε προσκολλήθηκε ἡ ψυχή του πίσω του, γιά νά πῶ καί τά λόγια τοῦ Δαβίδ, καί δέν ἤθελε νά μένη χωριστά ἀπό τόν Ὅσιο οὔτε γιά λίγη ὥρα. Γι’ αὐτό καί σέ κάθε ἀνάγκη πού εἶχε ὁ Ἅγιος τόν βοηθοῦσε μέ πολύ μεγάλη προθυμία, καί στήν οἰκοδόμησι τοῦ Ναοῦ τῆς Ἁγίας Βαρβάρας, συνέβαλε καί ξώδευσε. Καί ὅταν τελείωσε ὁ καιρός τῆς ἐξουσίας του, πῆγε στόν Ὅσιο καί ζητοῦσε τίς εὐχές του καί τόν παρακαλοῦσε νά μήν τόν ξεχνᾶ. Ὁ δέ Ὅσιος τοῦ εἶπε, ὅτι πρός τό παρόν δέν θά δῆ τήν Βασιλεύουσα. Διότι ὁ Θεός θέλει νά βρίσκεται ἀκόμη ὡς ἄρχοντας τῶν δυτικῶν μερῶν. Τό ὁποῖο καί ἔγινε. Διότι ξεκινῶντας γιά τήν Κωνσταντινούπολη, ὅταν ἔφθασε στήν Λάρισα, ἐπιβεβαιώθηκε ἡ πρόβλεψι τοῦ Ὁσίου καί γύρισε πίσω, διότι ἔλαβε γράμμα ἀπό τόν Βασιλέα καί τόν διώριζε ἄρχοντα τοῦ Μοριᾶ.
Ὅλες οἱ προβλέψεις τοῦ Ὁσίου, εἶναι ἀξιοθαύμαστες. Ἡ πρόβλεψις ὅμως πού εἶπε γιά τήν Κρήτη, εἶναι σχεδόν ἀπίστευτη, παρ’ ὅλο πού βγῆκε ἀληθέστατη. Διότι πρίν ἀπό εἴκοσι χρόνια, προεῖπε, ὅτι πρόκειται νά ξεσκλαβωθῆ καί σέ ποιοῦ Βασιλιᾶ τόν καιρό. Γιατί εἶπε καθαρά ὅτι ὁ Βασιλιάς Ρωμανός πρόκειται νά πάρη τήν Κρήτη. Ἀλλά ἐπειδή καί τότε βασίλευε ὁ γέρων Ρωμανός, ὁ ὁποῖος λεγόταν καί Λεκαπηνός, ὅταν τά προεῖπε αὐτά ὁ Ὅσιος, τόν ρώτησε ἕνας, ἄν τυχόν εἶναι αὐτός ὁ Ρωμανός πού βασιλεύει τώρα. Καί τοῦ εἶπε ὁ Ἅγιος ὅτι δέν εἶναι αὐτός, ἀλλά ἄλλος Ρωμανός, ὁ ἐγγονός δηλαδή τοῦ γέροντος Ρωμανοῦ.
Μία πλούσια καί ὀνομαστή γυναίκα ἀπό τήν Θήβα ἔπεσε σέ βαρύτατη ἀσθένεια, καί ὁ ἄνδρας της ξοδεύοντας πολλά χρήματα στούς γιατρούς δέν μπόρεσε νά ὠφελήση τήν ἀσθενῆ. Γι’ αὐτό ἡ στερνή τους ἐλπίδα ἦταν ὁ θεῖος Λουκᾶς. Ὁ ὁποῖος συμπονῶντας τόν ἄνδρα της, πού λυπόταν καί τόν παρακαλοῦσε θερμά, φώναξε ἕναν μαθητή του πού ὠνομαζόταν Παγκράτιος, καί τοῦ εἶπε× «Πάρε αὐτό τό ἀγγεῖο γεμᾶτο λάδι καί πήγαινε στήν ἀσθενῆ καί ἄλειψε ὅλο της τό σῶμα». Ὁ δέ Μοναχός, χωρίς νά διαφωνήση, πῆγε στήν γυναῖκα. Τήν ἔχρισε ὁ Παγκράτιος ἀπό τήν κεφαλή ἕως τά πόδια, καθώς ἦταν υἱός ὑπακοῆς καί ὑποτασσόμενος στήν ἐντολή τοῦ γέροντός του. Καί σκέψου τί καρπό ἔλαβε ἀπό τήν ὑπακοή. Γιατί οὔτε μέ αἰσχρό λογισμό διεφθάρθηκε ἀπό τό πιάσιμο τοῦ σώματος τῆς γυναικός. Σκέψου δέ καί τήν δύναμι τῆς πίστεως ἐκείνων πού παρακάλεσαν τόν Ὅσιο. Γιατί ἀμέσως μόλις χρίσθηκε ἡ ἀσθενής ἔλαβε τήν ὑγεία της καί δόξασε τόν Θεό.
Ἀφοῦ δέ ἔκανε ὁ Ὅσιος στό ὄρος τοῦ Στειρίου ἑπτά χρόνια, προέβλεψε ὅτι ἦταν κοντά τό τέλος του, ὅμως δέν τό φανέρωσε σέ κανέναν. Ἀλλά ἀφοῦ βγῆκε ἀπό τό κελλί του, πῆγε σέ ὅλους τούς φίλους καί γείτονες καί τούς ἀποχαιρέτησε λέγοντας× «Νά προσεύχεσθε, ἀδελφοί, νά προσεύχεσθε γιά χάρι μου. Διότι δέν γνωρίζουμε ἄν τυχόν καί στό ἑξῆς θά δοῦμε ὁ ἕνας τόν ἄλλο». Ἔπειτα γυρίζοντας στό κελλί του, ἔζησε τρεῖς μῆνες. Καί στήν ἀρχή μέν ἀρρώστησε ἀπό μία ἐλαφριά ἀσθένεια. Ὕστερα ἀκολούθησε σφοδρότερος ἐρεθισμός καί μετά ἀπό ὀκτώ ἡμέρες, κατάλαβαν ὅλοι, ὅτι πρόκειται νά πάη πρός τόν Θεό, τόν ὁποῖο ἀγάπησε.
Καί μόλις τό ἔμαθαν αὐτό ὅλοι οἱ Χριστιανοί, πού κατοικοῦσαν ἐκεῖ κοντά στά περίχωρα καί παρ’ ὅλο πού ἦταν χειμῶνας καί ἔπεσε χιόνι τόσο πολύ ὥστε ἔκλεισαν οἱ δρόμοι, ὅμως ἐκείνους δέν τούς ἐμπόδισε ἀπό τόν δρόμο τους κανένα ἀπό αὐτά, ἀλλά ἔτρεχαν ὅλοι στόν Ὅσιο ἀκούγοντας τήν γλυκύτατη φωνή του, καί τά στερνά του λόγια καί δέν ἤθελαν νά χωρισθοῦν ἀπό κοντά του. Τούς ἀποχαιρέτησε ὅλους καί τούς εὐχήθηκε κάθε ἀγαθό καί ἔτσι ἀναχώρησαν ἀναστενάζοντας βαριά. Τότε ὁ Ὅσιος ρωτῶντας τόν πρεσβύτερο Γρηγόριο, πού παραστεκόταν σ’ αὐτόν, τί ὥρα εἶναι, καί ἀκούγοντας, ὅτι εἶναι κοντά νά βασιλεύση ὁ ἥλιος, κατάλαβε ὅτι καί αὐτός ἐπρόκειτο νά βασιλεύση σάν λαμπρός ἀστέρας, καί λέει στόν Γρηγόριο νά διαβάση γρήγορα τόν ἑσπερινό. Καί μετά τόν ἑσπερινό τόν ρώτησε ὁ Γρηγόριος, ποῦ θέλει νά τόν ἐνταφιάσουν. Καί ὁ Ὅσιος τοῦ λέει× «Δέν ντρέπεσαι νά μέ ρωτᾶς γι’ αὐτό τί νά κάμης; Καί δέν γνωρίζεις, ὅτι πρέπει νά μέ δέσης μέ σχοινί ἀπό τά πόδια, καί νά μέ ρίξης σέ κανένα λαγκάδι, γιά νά μέ φᾶνε τά θηρία;». Ἀλλά ὁ Γρηγόριος χωρίς νά φοβηθῆ, τόν παρακαλοῦσε θερμά καί μέ δάκρυα, ποῦ θέλει νά τόν ἐνταφιάσουν; Ἐπειδή δέν ἤθελε νά κάμη τίποτε χωρίς τήν γνώμη του. Τότε τοῦ εἶπε ὁ Ὅσιος× «Στόν τόπο αὐτό, πού κείτομαι, σκάψε, καί θά βρῆς τοῦβλα, καί ἀφοῦ τά σηκώσης, ἀπόδωσε τό χῶμα στό χῶμα καί θάψε με. Ἔπειτα βάλε ἀπό πάνω πάλι τά τοῦβλα. Διότι ὁ Θεός, γιά ἁμαρτίες πού αὐτός γνωρίζει, πρόκειται νά δοξάση τόν τόπο αὐτό, ἕως τήν συντέλεια τοῦ Κόσμου τούτου, καί νά συγκεντρώνεται ἐδῶ πλῆθος Χριστιανῶν, νά δοξάζουν τό ὄνομά του τό Ἅγιο».
Ἀφοῦ τά εἶπε αὐτά καί ἀφοῦ ἀσπάσθηκε τόν πρεσβύτερο καί αὐτούς πού ἦταν μαζί του, ὕψωσε τά μάτια καί λέγοντας× «Στά χέρια σου Κύριε παραθέτω τό πνεῦμα μου», παρέδωσε τήν μακαρία του ψυχή. Καί τό πρωί ὁ Γρηγόριος, ἀφοῦ κάλεσε τούς κοντοχωριανούς Χριστιανούς καί ἀφοῦ ἔσκαψε τόν τόπο καί τόν καλλώπισε ὅσο μποροῦσε καί ἀφοῦ διάβασε τά συνηθισμένα ἐπιτάφια, ἐνταφίασε τό ἱερό λείψανο, ὄχι γιά νά μένη ἐκεῖ ὡς κρυμμένος θησαυρός μόνο, ἀλλά γιά νά εἶναι γιά ὅλους αὐτούς πού ἀγαποῦν τόν Χριστό κοινή ἀπόλαυσις. Ἔπειτα κατέστρωσε ἐπάνω στόν τάφο τά τοῦβλα καί τόν ἄφησε.
Καί ἀφοῦ πέρασαν ἕξι μῆνες, ἕνας Μοναχός εὐνοῦχος, πού καταγόταν ἀπό τήν χώρα τῶν Παφλαγόνων καί ὠνομαζόταν Κοσμᾶς, θέλοντας νά πάη στήν Φραγκιά, πέρασε ἀπό τά μέρη ἐκεῖνα, καί ἀφοῦ στάθηκε ἐκεῖ γιά νά ξεκουρασθῆ λίγο, εἶδε στόν ὕπνο του ἕνα ὅραμα, τό ὁποῖο ἀφοῦ τό διηγήθηκε στούς ντόπιους, ἄκουσε ἀπό αὐτούς, ὅτι ἐκεῖ ἦταν θέλημα Θεοῦ νά μείνη, καί γι’ αὐτό οἰκονόμησε ὁ Θεός νά περάση ἀπό ἐκεῖ. Ὁ δέ Μοναχός, χωρίς νά διστάση καθόλου, πῆγε στό κελλί τοῦ Ὁσίου σάν νά τόν τραβοῦσε ἕνα χέρι καί βλέποντας τήν ἡσυχία καί τήν ὀμορφιά τοῦ τόπου, ὑποσχέθηκε στόν Θεό νά κατοικήση ἐκεῖ. Καί ἀμέσως ἄρχισε νά φροντίζη τόν τάφο τοῦ Ὁσίου. Ὕστερα ἀπό δύο χρόνια μερικοί μαθητές τοῦ Ὁσίου, ἐπειδή ἔβλεπαν τά θαύματα πού ἀνέβλυζαν ἀπό τόν τάφο τοῦ Ὁσίου καθημερινά καί ἐπειδή ἔκριναν πώς δέν εἶναι καλά παιδιά, καλοῦ Πατρός, ἄν τυχόν καί δέν ἀποδώσουν σ’ αὐτόν καί μετά τό τέλος τό χρέος πού πρέπει στόν πνευματικό τους Πατέρα, προθυμοποιοῦνται νά οἰκοδομήσουν ναό καί κελλιά. Καί πρῶτα μέν τελειώνουν τήν Ἐκκλησία τῆς Ἁγίας Βαρβάρας, πού ἦταν ἀτελείωτη. Ἔπειτα ἔκτισαν καί σπίτια ἀρκετά καί ἀνάλογα πρός τήν ἀνάγκη τῆς κοινότητος καί γιά τήν ὑποδοχή τῶν ξένων. Καί μετά ἀπό αὐτά μετέβαλαν τό κελλί, στό ὁποῖο ἦταν ὁ τάφος τοῦ Ὁσίου, σέ ἄλλο σχῆμα καί μορφή καί τό κατασκεύασαν ὡς εὐκτήριο ὡραιότατο σέ σχῆμα Σταυροῦ, ἔτσι ὥστε ἐκπληρώθηκε ὅλη ἡ πρόβλεψις τοῦ Ὁσίου, πού εἶπε γιά τόν τόπο ἐκεῖνο καί γιά τούς Χριστιανούς πού προστρέχουν σ’ αὐτόν, γιά τά θαύματα πού γίνονται κάθε ἡμέρα, ἀπό τά ὁποῖα πρέπει νά διηγηθοῦμε λίγα γιά τήν δόξα τοῦ Θεοῦ καί τοῦ Ὁσίου.
Μία γυναίκα εἶχε ἀκίνητα καί παράλυτα τά χέρια καί τά πόδια της. Καί ἀκόμη πιό βαρύ γι’ αὐτή ἦταν, τό ὅτι ὁ υἱός της ἦταν δαιμονισμένος. Λοιπόν ἐπειδή τήν συμπονοῦσαν οἱ συγγενεῖς της, τήν φόρτωσαν ἐπάνω σε ἕνα ζῷο, καί τήν μετέφεραν στόν τάφο τοῦ Ὁσίου, καί ἀφήνοντάς την ἐκεῖ μαζί μέ τόν υἱό της, ἀναχώρησαν. Ἀλλά τήν παρέβλεψε ὁ Ὅσιος, καί τήν ἄφησε ἀγιάτρευτη γιά πολύ καιρό. Ὁπότε ἀπόκαμε ἡ γυναῖκα ἀπό τήν πολυκαιρία καί ἀπελπίσθηκε καί ἤθελε νά ἀναχωρήση. Ἀλλά ὤ τῆς ἀνεκδιηγήτου σου χρηστότητος Κύριε! ἐπειδή πρό ὀλίγου, εἶχε ἀναβλύσει ἀπό τόν τάφο τοῦ Ὁσίου εὐωδιαστό μύρο, ἀφοῦ τό πῆρε ὁ νεωκόρος τό ἔβαλε σέ μία κανδήλα καί τήν κρέμασε ἐπάνω στόν τάφο τοῦ Ὁσίου. Ὁ δέ υἱός τῆς παράλυτης, παραφυλῶντας κάποια στιγμή, πού δέν ἦταν ἐκεῖ κανείς ἄλλος, παρά μόνο ἡ μητέρα του, τῆς λέει× «Ἐγώ θέλω νά πιῶ τό μύρο, πού εἶναι στήν κανδήλα». Ἐκείνη τόν ἐμπόδιζε λέγοντας× «Μή παιδί μου, διότι ὁ καντηλανάφτης εἶναι ὀξύθυμος, θά μᾶς διώξη ἀπό ἐδῶ». Ἀλλά ἐκεῖνος λέγει πάλι× «Ἐγώ θέλω νά τό πιῶ». Καί ἀμέσως σηκώνεται καί παίρνοντας τήν κανδήλα, πίνει τό μύρο. Καί ἀμέσως πέφτει καί κυλιέται καί ἀφρίζει. Ἡ δέ μητέρα του, ὅταν τόν εἶδε, λυπήθηκε πολύ καί θέλοντας νά τόν βοηθήση, ὤ τοῦ θαύματος! ἔτρεξε μέ τά πόδια της καί σήκωσε μέ τά χέρια της τόν υἱό της, ὁ ὁποῖος σηκώθηκε ἤρεμος καί ἐλεύθερος ἀπό τήν ἐνέργεια τοῦ δαίμονα. Γι’ αὐτό καθώς θαύμασε ἡ γυναίκα μέ αὐτή τήν διπλῆ θαυματουργία, δόξαζε τόν Θεό καί τόν Ὅσιο καί κήρυττε σέ ὅλους αὐτό τό διπλό θαῦμα τοῦ Ἁγίου.
Καί κάποιος πού ὠνομαζόταν Νικόλαος, ὁ ὁποῖος ἔπασχε ἀπό τό ἀθεράπευτο πάθος τῆς κακοποίησης, ἦταν πληγωμένος ἀπό τήν κεφαλή ἕως τά πόδια καί ἔτρεχε ἀπό τίς πληγές τοῦ βρώμικο πύον. Προστρέχει στόν ἱερό τάφο τοῦ Ὁσίου μέ πίστι καί μεταχειρίζεται ὡς ἰατρικό τό λάδι τῆς κανδήλας τοῦ Ἁγίου καί τήν ὑγρασία τοῦ τάφου του. Καί μία ἡμέρα πού καθόταν κοντά στήν στέρνα, ἡ ὁποία ἦταν γεμάτη ἀπό τό θεῖο του μύρο, χωρίς νά θέλη, ὄχι ὅμως καί χωρίς θεία βούλησι. ἔπεσε μέσα. Καί ἀμέσως μόλις ἔπεσε, ὤ καί ποιός νά μήν χαρῆ; Ἤ ποιός νά μήν θαυμάση τό καινούργιο αὐτό θαῦμα! ἀμέσως ἐλευθερώθηκε καί καθαρίσθηκε ἀπό τό πάθος τῆς κακοποίησης μέ τόση εὐκολία, σάν νά εἶχε καθαρισθῆ ἀπό βρωμιά τοῦ σώματος.
Καί ἄλλος, πού ἔπασχε ἀπό δαιμόνιο γιά πολλά χρόνια, πῆγε στόν τάφο τοῦ Ὁσίου καί ἔμεινε δίπλα του γιά πολλές ἡμέρες. Βλέποντας ὅμως, ὅτι ὁ Ἅγιος καθυστεροῦσε νά τοῦ δώση τήν γιατρειά, τί σκέφθηκε ὁ θεοσεβής καί φιλόθεος; Γύρισε στό σπίτι του, ὅμως δέν ἀπελπίσθηκε ἀπό τήν γιατρειά του, ἀλλά πάλι πήγαινε συχνά καί παρακαλοῦσε τόν Ὅσιο. Καί μία φορά πού πῆγε καί παρακάλεσε τόν Ὅσιο μαζί μέ τούς Πατέρες τοῦ Μοναστηριοῦ, τοῦ ἐμφανίσθηκε ὁ Ἅγιος καί καλῶντας τον μέ τό ὄνομά του τοῦ λέει «Ἄνοιξε τό στόμα σου». Καί ἀφοῦ τό ἄνοιξε ἐκεῖνος, φύσηξε ὁ Ἅγιος μέσα σ’ αὐτό, καί τοῦ εἶπε× «Πήγαινε ὑγιής, καί διηγήσου σέ ὅλους τά θαυμάσια του Θεοῦ». Καί ξυπνῶντας ὁ ἀσθενής, εἶδε ὅτι τό ὅραμα ἦταν ἀληθινό καί ἐλευθερώθηκε ἀπό τό δαιμόνιο, καί διηγούμενος σέ ὅλους τό θαῦμα, τούς παρακινοῦσε νά δοξάζουν τόν Θεό καί τόν δοῦλο του.
Ἀλλά καί ἕνας ἄλλος φιλόχριστος ἦταν τυφλός καί ἀπό τά δύο μάτια καί κατέφυγε στόν Ἅγιο καί μπαίνοντας μέσα στόν Ναό του, τόν παρακάλεσε θερμά λέγοντας× «Διάλυσε τό σκοτάδι τῶν ματιῶν μου, Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, ἐσύ πού εἶσαι ὁ παραστάτης καί ὁ κληρονόμος τοῦ ἀληθινοῦ φωτός. Λύτρωσέ με ἀπό αὐτή τήν σκοτεινή νύχτα, γιά νά ἰδῶ τήν Ἁγία εἰκόνα σου καί τόν ἱερό σου τάφο καί γιά νά ἀπολαύσω τήν ὡραιότητα τοῦ θείου σου οἴκου καί νά γεμίση ἀπό χαρά τό στόμα μου». Ἀλλά καθώς παρακαλοῦσε μέ αὐτόν τόν τρόπο τόν Ἅγιο καί δέν ἐλάμβανε ἀμέσως τήν θεραπεία ὀλιγοψύχησε καί ξεκίνησε νά πάη στήν κατοικία του. Ὁ θεῖος ὅμως Λουκᾶς δέν τόν παρέβλεψε, ἀλλά στόν δρόμο, πού πήγαινε, τοῦ χάρισε τό φῶς τῶν ματιῶν του. Ὡστόσο δέν τοῦ ἔδωσε ἀμέσως ὅλο τό φῶς, ἀλλά λίγο-λίγο γινόταν καθαρότερο τό φῶς καί τό σκοτάδι χανόταν. Γι’ αὐτό καί στήν ἀρχή δέν πίστευε πώς εἶναι ἀληθινό τό πρᾶγμα. Ἀλλά ὕστερα, πού ἔβλεπε καθαρά ὅλα, ὅπως καί οἱ ἄλλοι, γέμισε ὅλος ἀπό χαρά μαζί καί θαυμασμό καί εὐχαριστοῦσε πολύ τόν Θεό καί τόν Ὅσιο.
Ἀλλά ὅπως εἶναι ἀδύνατον νά μετρήση κανείς τήν ἄμμο τῆς θαλάσσης, ἔτσι εἶναι ἀδύνατο καί νά διηγηθῆ μέ ἀκρίβεια τά ἀμέτρητα θαύματα τοῦ Ὁσίου, ὁ ὁποῖος οὔτε ἕως τώρα παύει νά ἐνεργῆ τέτοια θαύματα. Γι’ αὐτό ἀπό τά πολλά, εἴπαμε κάποια λίγα θαύματα, πρός ἀπόδειξι τῆς ἁγιότητος καί τῆς παρρησίας τοῦ Ἁγίου πού ἔχει πρός τόν Θεό. Τά μέν λοιπόν χρόνια ὅλα τῆς ζωῆς τοῦ θείου Λουκᾶ ἦταν πενῆντα ἕξι. Διότι στά δεκατέσσερά του χρόνια, ἀναχώρησε ἀπό τόν Κόσμο καί ἔγινε Μοναχός. Διέμεινε καί στό ὄρος Ἰωάννιτρα πρῶτα γιά ἑπτά χρόνια, καί ὕστερα, ἀφοῦ ἐπέστρεψε ἀπό τόν Μοριά, δώδεκα. Ὑπηρέτησε καί τόν στυλίτη τῆς Ζεμενᾶς δέκα χρόνια. Πέρασε καί στόν Κάλαμο τρία. Στό νησί ἄλλα τρία καί ἑπτά στό Στείριο Ὄρος. Ἔλαβε δέ τέλος τῆς πρόσκαιρης αὐτῆς ζωῆς, στίς ἑπτά τοῦ Φεβρουαρίου μηνός, καί ἔφυγε πρός τόν ποθούμενο Θεό. Στόν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα καί τό κράτος στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν
[1] Τοῦ Ἁγίου αὐτοῦ Παρθενίου τήν Ἀκολουθία, συμπλήρωσε ἡ προσωπική μου ἀδυναμία, προσθέτοντας καί νέο Κανόνα. Ὁ δέ ἑλληνικός του Βίος σῴζεται στόν Πανηγυρικό της Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Βατοπαιδίου καί στήν Μονή τῶν Ἰβήρων, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Τά κατά τόν μέγαν Παρθένιον».


Login