Τῷ αὐτῷ μηνί Ζ΄, μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Παρθενίου Ἐπισκόπου Λαμψάκου. Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Λουκᾶ, τοῦ ἐν τῷ Στειρίῳ ὄρει τῆς Ἑλλάδος.

Τῷ αὐτῷ μηνί Ζ΄, μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Παρθενίου Ἐπισκόπου Λαμψάκου.

Αὐ­τός ἔ­ζη­σε στά χρό­νια τοῦ Κων­σταν­τί­νου τοῦ Με­γά­λου, κα­τά τό ἔ­τος 318, καί ἦ­ταν υἱ­ός τοῦ Χρι­στο­φό­ρου, Δι­α­κό­νου τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας στήν Με­λι­τό­πο­λι. Καί ἀ­πό γράμ­μα­τα ἦ­ταν ἄ­πει­ρος, φρόν­τι­ζε ὅ­μως νά χρη­σι­μο­ποι­ῆ ὅ­λη τήν πρα­κτι­κή ἀ­ρε­τή. Σάν προ­κά­λυμ­μα τῆς ἀ­ρε­τῆς αὐ­τῆς καί σκέ­πη εἶ­χε τήν ἁ­λι­ευ­τι­κή τέ­χνη τῶν ἰ­χθύ­ων, τά ὁ­ποῖ­α μοί­ρα­ζε σέ ἐ­κεί­νους πού τά ζη­τοῦ­σαν. Τό­ση με­γά­λη μά­λι­στα ἦ­ταν ἡ εὐ­σέ­βεια καί ἡ ἀ­ρε­τή, πού ἦ­ταν κρυμ­μέ­νη στήν ψυ­χή τοῦ μα­κά­ριου αὐ­τοῦ, ὥ­στε πῆ­ρε χά­ρι ἀ­πό τόν Θε­ό νά δι­ώ­χνη δαι­μό­νια καί νά θε­ρα­πεύη κά­θε ἀ­σθέ­νεια. Ὅ­ταν ὅ­μως φρόν­τι­σε καί ἔ­μα­θε τά ἱ­ε­ρά γράμ­μα­τα, τό­τε χει­ρο­το­νή­θη­κε ἱ­ε­ρέ­ας ἀ­πό τόν Φί­λιπ­πο τόν Ἐ­πί­σκο­πο τῆς Με­λι­το­πό­λε­ως. Ἔ­πει­τα χει­ρο­το­νή­θη­κε καί Ἐ­πί­σκο­πος τῆς Λαμ­ψά­κου ἀ­πό τόν Ἀ­χίλ­λιο, τόν Μη­τρο­πο­λί­τη Κυ­ζί­κου. Ἀ­πό τό­τε τε­λοῦ­σε πά­ρα πολ­λά θαύ­μα­τα, δι­ό­τι αὐ­τός θε­ρά­πευ­σε τόν ἄν­θρω­πο ἐ­κεῖ­νον, πού τυ­φλώ­θη­κε ἀ­πό ἕ­ναν ταῦ­ρο. Αὐ­τός ἐ­λευ­θέ­ρω­σε μέ μό­νο τό ση­μεῖ­ο τοῦ τι­μί­ου Σταυ­ροῦ μί­α γυ­ναῖ­κα ἀ­πό τό πά­θος τοῦ καρ­κί­νου. Αὐ­τός νέ­κρω­σε μέ μό­νο τό φύ­ση­μά του, τόν σκύ­λο ἐ­κεῖ­νον, πού λύσ­σα­ξε καί τόν δάγ­κω­σε. Αὐ­τός ἀ­νέ­στη­σε τόν ἄν­θρω­πο ἐ­κεῖ­νον, πού κα­τα­πα­τή­θη­κε ἀ­πό ἕ­να ἁ­μά­ξι καί σχί­σθη­κε ἡ κοι­λιά του. Αὐ­τός ἔ­δι­ω­ξε τό ἀ­κά­θαρ­το πνεῦ­μα ἀ­πό τήν γυ­ναῖ­κα τοῦ ἐ­πι­τρό­που. Αὐ­τός ἔ­κα­νε τούς βα­φεῖς νά ἐρ­γά­ζων­ται ἐ­λεύ­θε­ρα τά τῆς βα­φι­κῆς τους τέ­χνης, δι­ώ­χνον­τας τόν ἐ­κεῖ ἐμ­φω­λεύ­ον­τα δαί­μο­να. Καί γιά νά μι­λή­σω μέ συ­νο­μί­α, ὁ Ἅ­γιος Αὐ­τός, ἀ­φοῦ ἔ­κα­νε πολ­λά πα­ρό­μοι­α θαύ­μα­τα καί προ­εῖ­πε γιά τά ὅ­σα πρό­κει­ται νά γί­νουν, πρός Κύ­ριον ἐ­ξε­δή­μη­σε. (Τόν ἐ­κτε­νῆ Βί­ο του βλέ­πε στόν Νέ­ο Πα­ρά­δει­σο[1].)

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Λουκᾶ, τοῦ ἐν τῷ Στειρίῳ ὄρει τῆς Ἑλλάδος.

Αὐ­τός ὁ Ὅ­σιος Λου­κᾶς ἦ­ταν γέν­νη­μα καί ἐν­τρύ­φη­μα τῆς Ἑλ­λά­δος, ἐνῷ οἱ πρό­γο­νοί του κα­τά­γον­ταν ἀ­πό τήν νῆ­σο Αἴ­γι­να. Μή ὑ­πο­φέ­ρον­τας ὅ­μως τίς συ­νε­χό­με­νες ἐ­πι­δρο­μές τῶν Ἀ­γα­ρη­νῶν, ἀ­να­χώ­ρη­σαν ἀ­πό τήν πα­τρί­δα τους καί με­τοί­κη­σαν στήν Ἑλ­λά­δα, στά μέρη τῆς Φωκίδος, πού σήμερα λέγονται Σάλωνα, σέ ἕνα χωριό Κα­στό­ριο ὀ­νο­μα­ζό­με­νο, στό ὁ­ποῖ­ο γεν­νή­θη­κε ὁ μα­κά­ριος Λου­κᾶς κα­τά τό ἔ­τος 920.

Καί ὁ μέν πα­τέ­ρας του ὠ­νο­μα­ζό­ταν Στέ­φα­νος, ἡ δέ μη­τέ­ρα τοῦ Εὐ­φρο­σύ­νη. Καί ὅ­ταν β­ρι­σκό­ταν ὁ Ὅ­σιος στήν παι­δι­κή ἡ­λι­κί­α, δέν ἔ­κα­μνε σάν τά ἄλ­λα παι­διά, πού ἐ­πι­θυ­μοῦν νά παί­ζουν καί νά γε­λοῦν καί νά τρέ­χουν ἄ­τα­κτα, ἀλ­λά ἦ­ταν ἥ­συ­χος, ἀ­γα­ποῦ­σε τήν τά­ξι καί σέ ὅ,τι ἐ­πι­χει­ροῦ­σε εἶ­χε φρό­νη­μα στέ­ρε­ο καί γε­ρον­τι­κό. Γι’ αὐ­τό καί κον­τά στά ἄλ­λα, τό­σο πο­λύ ἀ­γά­πη­σε τήν ἐγ­κρά­τεια, ὥ­στε, ἀ­μέ­σως ἀ­πό παι­δί ἀ­κό­μη πα­ρά­τη­σε, καί δέν ἔ­τρω­γε οὔ­τε κρέ­ας, οὔ­τε τυ­ρί, οὔ­τε αὐ­γά, οὔ­τε ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε ἄλ­λο εὔ­γευ­στο καί πα­χύ φα­γη­τό, οὔ­τε κα­νέ­να φροῦ­το, ἀλ­λά ζοῦ­σε μέ ψω­μί μό­νο κρι­θα­ρέ­νιο καί νε­ρό καί μέ λά­χα­να καί ὄ­σπρια. Ἐ­νῷ τήν Τε­τάρ­τη καί τήν Πα­ρα­σκευ­ή, ἔ­με­νε νη­στι­κός ἕ­ως τήν δύ­σι τοῦ ἡ­λί­ου. Καί τό πιό θαυ­μα­στό εἶ­ναι, ὅ­τι οὔ­τε δι­δά­χθη­κε ἀ­πό κά­ποι­ον ἄλ­λο νά νη­στεύ­η ἀ­πό αὐ­τά, καί νά ζῆ μί­α τέ­τοι­α ἀ­σκη­τι­κή ζω­ή, ἀλ­λά ἀ­πό μό­νος του πα­ρα­κι­νού­με­νος, ἀ­πο­στρε­φό­ταν κά­θε φα­γη­τό πού γλυ­καί­νει τόν λά­ρυγ­γα καί ἀ­γα­ποῦ­σε τήν πεῖ­να, τούς κό­πους, καί ὅ,τι ἄλ­λο πρᾶγ­μα εἶ­ναι πι­κρό γιά τήν σάρ­κα. Καί μί­α φο­ρά ὅ­ταν ὁ θεῖ­ος Λου­κᾶς ἔ­τρω­γε μα­ζί μέ τούς γο­νεῖς του, ἐ­πει­δή ­νό­μι­ζαν ἐ­κεῖ­νοι, πώς ἀ­πέ­χει ἀ­πό τά φα­γη­τά, πα­ρα­κι­νού­με­νος ὄ­χι ἀ­πό τόν Θε­ό καί ἀ­πό σω­στή σκέ­ψι, ἀλ­λά ἀ­πό μα­ται­ο­δο­ξί­α καί παι­δι­κή ἄ­γνοι­α, τόν δο­κι­μά­ζουν μέ τόν ἑ­ξῆς τρό­πο. Μα­γεί­ρευ­σαν σ’ ἕ­να τσου­κά­λι κρέ­ας μα­ζί μέ ψά­ρι καί τά ἔ­βα­λαν στήν τρά­πε­ζα. Ὁ  Λου­κᾶς ὅ­μως μήν γνω­ρί­ζον­τας τί εἶ­χε γί­νει, ἐ­πει­δή ὁ πα­τέ­ρας του τοῦ ἔ­δω­κε τό ψά­ρι, τό πῆ­ρε, καί τρώ­γον­τάς το, αἰ­σθάν­θη­κε τήν γεῦ­σι τοῦ κρέ­α­τος καί τό τέ­χνα­σμα πού τοῦ ἔ­κα­μαν οἱ γο­νεῖς του, καί ἐ­πει­δή ­λυ­πή­θη­κε πο­λύ μέ αὐ­τό, ἐ­ξέ­ρα­σε ἐ­κεῖ­νο πού ἔ­φα­γε, καί σέ ἀ­πό­δει­ξι τῆς μα­κρο­θυ­μί­ας του, ἔ­μει­νε νη­στι­κός γιά τρεῖς ἡ­μέ­ρες, κλαί­γον­τας, σάν νά εἶ­χε κά­νει μέ τήν θέ­λη­σί του κά­τι λά­θος. Ἐ­πει­δή ὅ­μως οἱ γο­νεῖς του κα­τά­λα­βαν τόν σκο­πό του, ὅ­τι δέν ἦ­ταν ἀν­θρώ­πι­νος, ἀλ­λά θε­ϊ­κός, τόν ἄ­φη­σαν νά συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται ὅ­πως θέ­λει.

Καί μο­λο­νό­τι εἶ­χε τέ­τοι­α σω­στή συμ­πε­ρι­φο­ρά, ἐ­νῷ ἦ­ταν ἀ­κό­μη παι­δί, ὅ­μως δέν ἀ­με­λοῦ­σε καί τόν πρέ­πον­τα σε­βα­σμό πρός  τούς γο­νεῖς του, ἀλ­λά ὑ­πο­τασ­σό­ταν σ’ αὐ­τούς, καί ἔ­βο­σκε τά ζῷ­α τους, μι­μού­με­νος καί τόν Ἄ­βελ καί τόν Ἰ­α­κώβ καί τόν Μω­υ­σῆ. Εἶ­χε δέ ὁ Μα­κά­ριος καί τό­ση πολ­λή εὐ­σπλαγ­χνί­α καί συμ­πό­νια γιά τούς φτω­χούς, πού ὅ­σους ἐ­παί­νους καί ἄν πῆ κα­νείς, δέν μπο­ρεῖ νά τήν ἐ­παι­νέ­ση ὅ­πως πρέ­πει. Πολ­λές φο­ρές γυ­ρί­ζον­τας στό σπί­τι τοῦ πα­τέρα του γυ­μνός, δέν τόν ἔ­νοια­ζε κα­θό­λου, οὔ­τε γιά τό κρύ­ο πού ­δο­κί­μα­ζε, οὔ­τε γιά τήν ντρο­πή, οὔ­τε γιά τίς κα­τη­γο­ρί­ες καί τίς ἐ­πι­πλή­ξεις πού τοῦ ἔ­κα­μναν οἱ συγ­γε­νεῖς του.

Καί πολ­λές φο­ρές τόν ἄ­φη­ναν γυ­μνό γιά πο­λύ και­ρό καί δέν τοῦ ἔ­κα­μναν ροῦ­χα, γιά νά πα­ρα­τή­ση ἐ­κεί­νη τήν μα­κα­ρί­α κα­λο­σύ­νη καί φι­λαν­θρω­πί­α πού εἶ­χε πρός τούς φτω­χούς. Ὁ εὐ­λο­γη­μέ­νος ὅ­μως Λου­κᾶς τίς τι­μω­ρί­ες αὐ­τές τίς θε­ω­ροῦ­σε ἀν­τα­μοι­βές οὐ­ρα­νί­ων ἀ­γα­θῶν. Ση­μά­δι φα­νε­ρό βέ­βαι­ά της φι­λαν­θρω­πί­ας τοῦ Ὁ­σί­ου ἀ­πο­δεί­χθη­κε καί αὐ­τό πού θέ­λω νά εἰ­πῶ. Ὅ­ταν ­πή­γαι­νε στά χω­ρά­φια τοῦ πα­τρός του γιά νά σπεί­ρη, τόν μι­σό καί τόν πε­ρισ­σό­τε­ρο σπό­ρο τόν μοί­ρα­ζε στούς φτω­χούς. Ἀ­κο­λου­θοῦ­σε ὅ­μως ἀ­πό τόν Θε­ό ἡ ἀν­τα­μοι­βή τῆς ἐ­λε­η­μο­σύ­νης αὐ­τῆς πο­λύ εὐ­χά­ρι­στη. Για­τί, ὅ­σο λι­γό­τε­ρος σπό­ρος σπερ­νό­ταν στήν γῆ, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο καρ­πο­φο­ροῦ­σε, γιά τήν ἐ­λε­η­μο­σύ­νη πού δι­νό­ταν στούς φτω­χούς.

Λί­γος και­ρός πέ­ρα­σε, καί ὁ μέν πα­τέ­ρας τοῦ Ὁ­σί­ου, ἀ­φοῦ πέ­θα­νε ἔ­φυ­γε πρός τόν Κύ­ριο, ὁ δέ Μα­κά­ριος Λου­κᾶς ἀ­φι­έ­ρω­σε τόν ἑ­αυ­τό του πρός τόν οὐ­ρά­νιο Πα­τέ­ρα καί πα­ρα­τῶντας τήν φρον­τί­δα τῶν ζῴ­ων καί τῶν χω­ρα­φι­ῶν, κα­τα­γι­νό­ταν μό­νο στήν προ­σευ­χή καί τήν ἀ­νά­γνω­σι καί τήν με­λέ­τη τῶν θεί­ων Γρα­φῶν. Καί τό ὅ­τι ὁ Ὅ­σιος ­πρό­κο­ψε στήν θεί­α προ­σευ­χή, τό μαρ­τυ­ροῦν καί ἄλ­λα πολ­λά, καί ἰ­δι­αι­τέ­ρως ἡ πα­ρα­τή­ρη­σι τῆς μη­τέρας του. Ἡ μη­τέ­ρα τοῦ Ὁ­σί­ου, θέ­λον­τας νά ἰ­δῆ μέ τά μά­τια τῆς τίς νυ­χτε­ρι­νές προ­σευ­χές τοῦ υἱ­οῦ της, ­πῆ­γε μί­α νύ­χτα ἐ­κεῖ κον­τά, πού κα­θό­ταν ὁ Ὅ­σιος, καί κρύ­φθη­κε μέ τρό­πο κα­τάλ­λη­λο καί ἐ­κεῖ εἶ­δε τό μέ­γα αὐ­τό καί φο­βε­ρό θέ­α­μα: Εἶ­δε τόν υἱ­ό της, πού προ­σευ­χό­ταν ὄρ­θιος πρός τόν Θε­ό μέ πο­λύ με­γά­λη εὐ­λά­βεια. Τά δέ πό­δια του δέν ἄγ­γι­ζαν κα­θό­λου στήν γῆ, ἀλ­λά ἦ­ταν ψη­λά ἀ­πό αὐ­τή, ἕ­ως ἕναν πῆχι καί κα­τά κά­ποι­ο τρό­πο ἀ­νέ­βαι­ναν στόν Θε­ό. Αὐ­τό τό φο­βε­ρό θέ­α­μα εἶ­δε ἡ μη­τέ­ρα του τρεῖς φο­ρές. Καί ὑ­πάρ­χουν καί ἄλ­λοι μάρ­τυ­ρες τοῦ θαύ­μα­τος αὐ­τοῦ, οἱ ὁ­ποῖ­οι μέ τά ἴ­δια τους τά μά­τια εἶ­δαν τόν Ὅ­σιο, πού προ­σευ­χό­ταν μέ αὐ­τόν τόν τρό­πο καί τό ἀ­νήγ­γει­λαν σ’ ἐ­μᾶς.

Ἐ­πει­δή δέ ὁ Ἅ­γιος ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε νά ζή­ση τήν ἥ­συ­χη ζω­ή τῶν Μο­να­χῶν, β­ρί­σκον­τας τήν κα­τάλ­λη­λη εὐ­και­ρί­α, ξε­κί­νη­σε, γιά νά πά­η στήν Θεσ­σα­λί­α καί στόν δρό­μο τόν ἔπια­σαν οἱ στρα­τι­ῶ­τες πού ἦ­ταν δι­ο­ρι­σμέ­νοι νά φυ­λᾶνε, γιά νά πιά­νουν τούς δού­λους ἐ­κεί­νους, πού φεύ­γουν ἀ­πό τούς ἀ­φέν­τες τους, καί νά τούς βά­ζουν στίς φυ­λα­κές. Αὐ­τοί λοι­πόν βλέ­πον­τας τόν Ἅ­γιο, μέ τά εὐ­τε­λῆ καί ἀ­τη­μέ­λη­τα ροῦ­χα τόν ρω­τοῦ­σαν τί­νος δοῦ­λος εἶ­ναι καί ἀ­πό ποῦ ἔρ­χε­ται καί ποῦ πη­γαί­νει; Ὁ δέ Ἅ­γιος τούς ἔ­λε­γε, πώς εἶ­ναι δοῦ­λος τοῦ Χρι­στοῦ καί πη­γαί­νει ἐ­κεῖ ὅ­που ἔ­χει τά­ξι­μο στόν Θε­ό. Ἐ­κεῖ­νοι με­τά τό ξυ­λο­κό­πη­μα τόν ἔ­βα­λαν στήν φυ­λα­κή. Καί μέ αὐ­τό τόν τρό­πο ­νό­μι­ζε ὁ δι­ά­βο­λος, ὅ­τι ἔ­κα­νε ἐκ­δί­κη­σι καί ­τι­μώ­ρη­σε τά­χα τόν Ὅ­σιο. Καί ἐ­πει­δή ἀ­να­γνω­ρί­σθη­κε καί ἀ­πό με­ρι­κούς πού τόν ἤ­ξε­ραν κα­λά, καί ­δό­θη­κε μαρ­τυ­ρί­α γιά τό ποι­ός εἶ­ναι, ἐ­λευ­θε­ρώ­θη­κε ἀ­πό τήν φυ­λα­κή καί ­γύ­ρι­σε πί­σω στούς συγ­γε­νεῖς του. Ἀλ­λά ἐ­πει­δή ἤ­ξε­ρε πώς ὁ δι­ά­βο­λος ἦ­ταν αὐ­τός πού ἐμ­πό­δι­ζε τίς ἱ­κε­σί­ες του πρός τόν Θε­ό, δέν στα­μα­τοῦ­σε νά πα­ρα­κα­λᾶ τήν εὐ­σπλαγ­χνί­α τοῦ Θε­οῦ, γιά νά ἐκ­πλη­ρώ­ση τόν πό­θο τῆς ψυ­χῆς του, ὅ­πως καί τόν ἐκ­πλή­ρω­σε, αὐ­τός πού πάν­το­τε βο­η­θᾶ στά κα­λά, μέ τόν ἑ­ξῆς τρό­πο.

Δύ­ο Μο­να­χοί πού ἔρχονταν ἀ­πό τήν Ρώ­μη δι­α­νυ­κτέ­ρευ­σαν στό σπί­τι τῆς μη­τέρας του καί φι­λο­ξε­νή­θη­καν ἀ­πό αὐ­τήν καί βλέ­πον­τάς τους ὁ Ὅ­σιος ἄ­να­ψε ὁ­λό­κλη­ρος ἀ­πό τόν θεῖ­ο ἔ­ρω­τα. Γι’ αὐ­τό ἀ­φοῦ συ­νω­μί­λη­σε μέ αὐ­τούς. καί τούς πα­ρα­κα­λοῦ­σε νά τόν πά­ρουν μα­ζί τους, γιά νά λά­βη τό σχῆ­μα τῶν Μο­να­χῶν. Ἀλ­λά ἐ­κεῖ­νοι δέν συμ­φω­νοῦ­σαν, για­τί ἦ­ταν νέ­ος καί ἄ­πει­ρος, καί για­τί ἄν φα­νε­ρω­νό­ταν τό πρᾶγ­μα αὐ­τό στούς γο­νεῖς του, αὐ­τοί θά ὑ­πέ­φε­ραν. Ἀ­φοῦ ὅ­μως ὁ Ὅ­σιος τούς ­πλη­ρο­φό­ρη­σε, πώς εἶ­ναι ξέ­νος καί δέν πρό­κει­ται νά τόν ζη­τή­ση κα­νείς, ­πεί­σθη­καν καί τόν ­πῆ­ραν μα­ζί τους. Καί ἀ­φοῦ βγῆ­καν κρυ­φά ἀ­πό τό χω­ριό του, ­πῆ­γαν στήν Ἀ­θή­να καί δι­α­νυ­κτέ­ρευ­σαν σέ ἕ­να Μο­να­στή­ρι καί ἀ­φοῦ προ­σευ­χή­θη­καν, τόν μέν Λου­κᾶ τόν πα­ρέ­δω­σαν στόν Ἡ­γού­με­νο, γιά νά τόν κά­νη Μο­να­χό με­τά ἀ­πό λί­γο και­ρό καί νά τόν συμ­πε­ρι­λά­βη στήν ὑ­πό­λοι­πη ἀ­δελ­φό­τη­τα, ἐ­νῷ αὐ­τοί ξε­κί­νη­σαν, γιά νά πᾶ­νε στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα. Ὁ δέ Ἡ­γού­με­νος τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ, ἀ­φοῦ ­ρώ­τη­σε πολ­λές φο­ρές τόν Λου­κᾶ, γιά νά τοῦ φα­νε­ρώ­ση ἀ­πό ποῦ εἶ­ναι, τόν ἔν­τυ­σε μέ αὐ­τό πού ἀ­πο­κα­λεῖ­ται τό μι­κρό σχῆ­μα τῶν Μο­να­χῶν.

Ὅ­μως ἡ μη­τέ­ρα τοῦ Ὁ­σί­ου, ἐ­πει­δή δέν ἄν­τε­χε τήν στέ­ρη­σι τοῦ φίλ­τα­του υἱ­οῦ της καί ἀ­πό τήν πολ­λή της λύ­πη πα­ρα­πο­νι­ό­ταν καί πρός τόν ἴ­διο τόν Θε­ό, καί ἔ­λε­γε· «Ἀ­λλοί­μο­νο σ’ ἐ­μέ­να Κύ­ρι­ε, ἐ­σύ ὁ μάρ­τυς τῆς δι­κῆς μου χη­ρεί­ας καί ἐ­ρη­μί­ας. Ἐ­σύ πρῶ­τα θα­νά­τω­σες τόν ἄν­δρα πού μοῦ ἔ­δω­σες. Τώ­ρα πά­λι ­πῆ­ρες ἀ­πό τά μά­τια μου ἐ­κεῖ­νον πού εἶ­χα πα­ρη­γο­ριά αὐ­τοῦ τοῦ τό­σου με­γά­λου κα­κοῦ. Ἀλ­λά ποι­ά εἶ­ναι ἡ αἰ­τί­α, γιά τήν ὁ­ποί­α ἀ­πο­μά­κρυ­νες ἀ­πό ἐ­μέ­να τόν φίλ­τα­τό μου υἱ­ό; Μή­πως ἐ­γώ τόν ἐμ­πό­δι­ζα ἀ­πό τό νά ἀ­σχο­λῆται μέ τήν  συ­νο­μι­λί­α μα­ζί σου καί τήν προ­σευ­χή; Πῶς θά τό ἔ­κα­μνα αὐ­τό ἐ­γώ, πού προ­σευ­χό­μουν νά ἀ­γα­πᾶ ὁ υἱ­ός μου τήν ψυ­χή του πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό τό κορ­μί του; Αὐ­τό μό­νο πο­θοῦ­σα, νά βλέ­πω τόν φίλ­τα­τό μου υἱ­ό πάν­το­τε. Ἀλ­λι­ῶς, του­λά­χι­στον νά τόν βλέ­πω στά τό­σα χρό­νια μί­α φο­ρά».

Καί ἐ­φ’ ὅ­σον μέ τέ­τοι­ο τρό­πο προ­σευ­χή­θη­κε ἡ μη­τέ­ρα τοῦ Ὁ­σί­ου στρέ­φει τόν φι­λάν­θρω­πο Θε­ό πρός τό ἔ­λε­ος καί τήν συμ­πά­θεια. Ἐμ­φα­νί­σθη­κε ἡ μη­τέ­ρα τοῦ Λου­κᾶ στόν ὕ­πνο τοῦ Ἡ­γου­μέ­νου καί τόν κα­τη­γο­ροῦ­σε πο­λύ λέ­γον­τας· «Για­τί πά­τερ τυ­ράν­νη­σες ἐ­μέ­να τήν χή­ρα τό­σο πο­λύ; Για­τί μου ἅρ­πα­ξες τόν δι­κό μου υἱ­ό καί αὐ­τόν ποῦ θά μέ γη­ρο­κο­μή­σει; Δῶ­σ’ μου τόν πί­σω γρή­γο­ρα. Δι­α­φο­ρε­τι­κά, δέν θά στα­μα­τή­σω νά προ­στρέ­χω στόν Θε­ό καί νά σέ κα­ταγ­γέ­λω, σάν πο­λύ ἀ­δι­κη­μέ­νη πού εἶ­μαι ἀ­πό ἐ­σέ­να». Αὐ­τά τά ὄ­νει­ρα τά­ρα­ξαν τόν Ἡ­γού­με­νο. Ὅ­μως νό­μι­σε στήν ἀρ­χή, πώς ἦ­ταν φαν­τα­σί­α καί ἐ­νό­χλη­σις τοῦ ἐ­χθροῦ. Ἀλ­λά ἐ­πει­δή εἶ­δε τά ἴ­δια πολ­λές φο­ρές σκέ­φθη­κε πώς ἦ­ταν θεί­ας δυ­νά­με­ως καί δέν πρέ­πει νά τά πα­ρα­βλέ­ψη.

Ὅ­ταν  ξη­μέ­ρω­σε, φω­νά­ζει τόν νέ­ο ὁ Ἡ­γού­με­νος καί τοῦ λέ­ει· «Για­τί δέν θέ­λη­σες νά μοῦ φα­νε­ρώ­σης τά σχε­τι­κά μέ ἐ­σέ­να, πα­ρ’ ὅ­λο πού ἐ­γώ σέ ρώ­τη­σα προ­η­γου­μέ­νως; Ἤ πῶς τόλ­μη­σες νά λά­βης αὐ­τό τό Ἅ­γιο σχῆ­μα τῶν Μο­να­χῶν, ἐ­νῷ ἤ­σουν γε­μᾶ­τος ἀ­πό δο­λι­ό­τη­τα καί ὑ­πο­κρι­σί­α; Φύ­γε λοι­πόν ἀ­πό ἐ­μᾶς καί ἀ­πό ὅ­λα τά σύ­νο­ρα τῶν Ἀ­θη­νῶν καί πή­γαι­νε πί­σω στήν μη­τέ­ρα σου». Καί ὅ­σο τά ἔ­λε­γε αὐ­τά ὁ Ἡ­γού­με­νος, ὁ Μα­κά­ριος Λου­κᾶς εἶ­χε στραμ­μέ­να κά­τω τα μά­τια του. Τό­τε ὁ Ἡ­γού­με­νος, μα­λά­κω­σε τόν θυ­μό του πα­ρα­κι­νού­με­νος ἀ­πό τήν πολ­λή τα­πει­νο­φρο­σύ­νη τοῦ θεί­ου Λου­κᾶ. Τοῦ εἶ­πε ὅ­μως, ὅ­τι πρός τό πα­ρόν εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον νά μήν γυ­ρί­σης πί­σω στήν μη­τέ­ρα σου. Ἀλ­λά ἐ­φό­σον τό κά­μης αὐ­τό, δέν ὑ­πάρ­χει κα­νείς πού θά σέ ἐμ­πο­δί­ση ἀ­πό τό νά φρον­τί­σης γιά τήν σω­τη­ρί­α τῆς ψυ­χῆς σου, σέ ὅ­ποι­ον τό­πο ἥ­συ­χο θέ­λεις. Για­τί κα­θώς φαί­νε­ται, ἡ προ­σευ­χή τῆς μη­τέρας σου πρός τόν Θε­ό εἶ­ναι πο­λύ πει­στι­κή. Μό­λις τά ἄ­κου­σε αὐ­τά ὁ θεῖ­ος Λου­κᾶς, ἔ­βα­λε με­τά­νοι­α καί ζή­τη­σε τήν εὐ­χή τοῦ Ἡ­γου­μέ­νου, βγῆ­κε, ἄν καί δέν τό ἤ­θε­λε, ἀ­πό τό Μο­να­στή­ρι καί ξε­κί­νη­σε νά πά­η στήν μη­τέ­ρα του.

 Ὅ­ταν μπῆ­κε στό σπί­τι τους, βρῆ­κε τήν μη­τέ­ρα του πού κα­θό­ταν ἐ­πά­νω σε στε­γνή στά­χτη, καί ἦ­ταν πο­λύ λυ­πη­μέ­νη. Καί μό­λις τόν εἶ­δε, πρῶ­τα γύ­ρι­σε τά μά­τια της πρός τόν Θε­ό καί ἀ­φοῦ ὕ­ψω­σε τά χέ­ρια της ὡ­μο­λο­γοῦ­σε αὐ­τή τήν χά­ρι σ’ αὐ­τόν, μέ­σῳ τοῦ ὁ­ποί­ου βρῆ­κε πά­λι τόν υἱ­ό πού ἔ­χα­σε λέ­γον­τας× « Εὐ­λο­γη­τός ἄς εἶ­ναι ὁ Θε­ός, ὁ ὁ­ποῖ­ος δέν πα­ρέ­βλε­ψε τήν προ­σευ­χή μου καί τό ἔ­λε­ός του ἄς εἶ­ναι ἐ­πά­νω μου».

 Ἀ­φοῦ λοι­πόν μέ τέ­τοι­ο τρό­πο ἀ­πο­δό­θη­κε ὁ Μα­κά­ριος Λου­κᾶς στήν μη­τέ­ρα του, τήν ὑ­πη­ρε­τοῦ­σε καί τῆς ­πρό­σφε­ρε τήν τι­μή καί τήν ὑ­πα­κο­ή πού ὀ­φεί­λει ὁ υἱ­ός στήν μη­τέ­ρα. Ἀλ­λά ἔ­πει­τα ἀ­πό τέσ­σε­ρις μῆ­νες, κυ­ρί­ευ­σε πά­λι τόν εὐ­λο­γη­μέ­νο Λου­κᾶ ὁ πό­θος τοῦ Θε­οῦ καί τῆς ἡ­συ­χί­ας. Τό­τε ὅ­μως οὔ­τε ἡ μη­τέ­ρα του ἐ­ναν­τι­ώ­θη­κε σ’ αὐ­τό, οὔ­τε τό θε­ώ­ρη­σε πε­ρι­φρό­νη­σι. Ἀ­φοῦ πῆ­ρε λοι­πόν ὁ θεῖ­ος Λου­κᾶς τήν εὐ­χή τῆς μη­τέρας του, ­πῆ­γε σέ ἕ­να βου­νό πού ὀ­νο­μά­ζε­ται Ἰ­ω­άν­νι­τρα, καί περ­πα­τῶντας τό μέ­ρος τοῦ βου­νοῦ πού κλί­νει πρός τήν θά­λασ­σα, βρῆ­κε ἕ­ναν να­ό τῶν Ἁ­γί­ων Ἀ­ναρ­γύ­ρων Κο­σμᾶ καί Δα­μια­νοῦ καί ἐ­κεῖ ἔ­στη­σε τήν ἀ­σκη­τι­κή του κα­λύ­βα. Καί ὅ­σους ἀ­γῶ­νες καί πο­λέ­μους ἔ­κα­νε ἐ­κεῖ ὁ Ὅ­σιος, οὔ­τε εἶ­ναι δυ­να­τόν νά τούς ­πῆ κα­νείς, ἀλ­λά οὔ­τε νά τούς πι­στεύ­ση. Ἄν τυ­χόν ὅ­μως καί πρέ­πει νά δεί­ξη κα­νείς τόν Ὅ­σιο ἀ­πό λί­γα ση­μά­δια, δέν θά ἦ­ταν ἄ­το­πο, κον­τά στήν δι­ή­γη­σι τῶν ἀ­ρε­τῶν του, νά προ­σθέ­σου­με καί τά ἑ­ξῆς λε­γό­με­να.

Ἕ­νας μα­θη­τής τοῦ Ὁ­σί­ου, εἶ­χε τήν ὑ­πο­ψί­α, πώς ὁ Ὅ­σιος ὑ­πο­κρί­νε­ται, ὅ­τι κα­τα­γί­νε­ται στήν προ­σευ­χή καί τήν ἀ­γρυ­πνί­α, για­τί ὁ Ὅ­σιος δέν μπο­ροῦ­σε νά δι­α­βά­ζη τά βι­βλί­α τῶν θεί­ων Γρα­φῶν, ἀλ­λά τά ἀ­γνο­οῦ­σε. Ἐ­πει­δή λέ­ω αὐ­τά ὑ­πο­πτευ­ό­ταν ἐ­κεῖ­νος γιά τόν Ὅ­σιο καί ἤ­θε­λε νά δο­κι­μά­ση τό πρᾶγ­μα, ὅ­ταν νύ­χτω­σε καί ἡ πόρ­τα τῆς κα­λύ­βας τοῦ Ἅ­γιου ἔ­κλει­σε, ­πῆ­γε κον­τά στήν πόρ­τα καί ἔ­πε­σε, καί ἀ­κουμ­πῶντας τήν κε­φα­λή του στήν πόρ­τα, εἶ­χε ἀ­νοι­χτά τά αὐ­τιά του, γιά νά ἀ­κού­ση τί λέ­ει ὁ Ὅ­σιος. Καί ἀ­φοῦ ­στά­θη­κε ἐ­κεῖ ὡς τόν ὄρ­θρο, ὕ­στε­ρα ­γύ­ρι­σε στό κε­λλί του, γε­μά­τος ἀ­πό θαυ­μα­σμό. Καί ἐ­κεῖ­να πού ἔ­μα­θε, ἦ­ταν τά ἑ­ξῆς· «Ἔ­μα­θα (ἔ­λε­γε) ἐ­κεῖ πώς ὁ Ὅ­σιος κά­νον­τας γο­να­τι­στός με­τά­νοι­ες καί ἀγ­γί­ζον­τας τό πρό­σω­πό του στήν γῆ, ἔ­λε­γε σέ κά­θε μί­α με­τά­νοι­α τό « ὁ Θε­ός ἰλάσθητί μοι τῷ ἁμαρωλῷ». Ἔ­πει­τα, ὅ­ταν ζε­σται­νό­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο, ἔ­κα­μνε καί πε­ρισ­σό­τε­ρες με­τά­νοι­ες, ἕ­ως ὅ­του ξο­δευ­ό­ταν ὅ­λη ἡ δύ­να­μις τοῦ σώ­μα­τός του καί ἔ­τσι ἔ­πε­φτε ἀ­νά­σκε­λα στήν γῆ καί ἔ­με­νε ἀ­κί­νη­τος ὥ­ρα πολ­λή. Ἀλ­λά καί ἐ­κεῖ δέν ἔ­στε­κε ἀρ­γός, ἀλ­λά σή­κω­νε τά χέ­ρια του μα­ζί καί τά μά­τια καί τόν νοῦ του στόν οὐ­ρα­νό καί φώ­να­ζε δια­ρκῶς τό «Κύ­ρι­ε ἐ­λέ­η­σον». Καί ἀ­φοῦ ξε­κου­ρα­ζό­ταν λί­γο τό σῶ­μα του, ση­κω­νό­ταν πά­λι ὄρ­θιος καί προ­σευ­χό­ταν, ὥ­σπου ξη­μέ­ρω­νε. Αὐ­τά εἶ­ναι ἡ ἀ­πό­δει­ξις τῶν κρυ­φῶν ἀ­γώ­νων τοῦ Ὁ­σί­ου καί τοῦ θερ­μοῦ ἔ­ρω­τα, πού εἶ­χε γιά τήν ἡ­συ­χί­α.

Μί­α φο­ρά ­πῆ­γε ὁ Ὅ­σιος σέ ἕ­ναν φί­λο του ἐ­νά­ρε­το, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν κα­θη­γού­με­νος θε­ο­φι­λῶν Μο­να­χῶν, καί ἀ­φοῦ ­κά­θι­σε ἐ­κεῖ γιά τρεῖς ἡ­μέ­ρες, τοῦ ἦλ­θε ὁ πό­θος τῆς ἡ­συ­χί­ας καί τῆς κα­λύ­βας του καί ζη­τοῦ­σε νά πά­η. Ὁ ἡ­γού­με­νος ὅ­μως δέν τόν ἄ­φη­νε. Ἀλ­λά κα­θώς δέν συμ­φω­νοῦ­σε ὁ Ὅ­σιος νά μεί­νη, ἀλ­λά ἤ­θε­λε νά πά­η στήν κα­λύ­βα του, ὁ ἡ­γού­με­νος, βρῆ­κε ἀ­φορ­μή, πώς ἦ­ταν τό­τε κον­τά μί­α ἑ­ορ­τή με­γά­λη καί ἀ­ναγ­κα­ζό­με­νος ἀ­πό τόν πό­θο πού εἶ­χε στόν Ὅ­σιο, τοῦ λέ­ει· «Ἕ­ως πό­τε θά ἐ­ναν­τι­ώ­νε­σαι ἔ­τσι ἔν­το­να, καί προ­τι­μᾶς πε­ρισ­σό­τε­ρο τήν ἐ­ρη­μί­α ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή σύ­να­ξι; Καί ἰ­δι­αι­τέ­ρως τώ­ρα πού εἶ­ναι κον­τά πάν­δη­μος ἑ­ορ­τή;». Σ’ αὐ­τά τά λό­για ὁ Θε­ο­φό­ρος Λου­κᾶς, ἀ­πάν­τη­σε τά ἑ­ξῆς· «Δι­δά­σκα­λε ἀ­γα­θέ, ποι­μέ­να εὐ­λο­γη­μέ­νε, κα­λῶς προ­στά­ζεις. Ὅ­μως οἱ Κα­νό­νες, καί οἱ ἀ­να­γνώ­σεις καί ὅ­λη ἡ Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή ἀ­κο­λου­θί­α τί κα­λό ἐ­πι­φέ­ρουν στόν ἄν­θρω­πο; Καί ποι­ός εἶ­ναι ὁ σκο­πός τους;». Μό­λις τά ἄ­κου­σε αὐ­τά ὁ Ἡ­γού­με­νος δέν εἶ­χε τί νά ἀ­παν­τή­ση. Ὁ δέ Ὅ­σιος, λύ­νον­τας τήν ἀ­πο­ρί­α του, εἶ­πε πά­λι μέ τήν ἴ­δια ἁ­πλό­τη­τα· «Δι­δά­σκα­λε ἀ­γα­θέ, οἱ ψαλ­μῳ­δί­ες καί οἱ ἀ­να­γνώ­σεις καί κά­θε ἄλ­λη ἀ­κο­λου­θί­α ὁ­δη­γοῦν καί φέ­ρουν τούς ἐ­νά­ρε­τους στόν φό­βο τοῦ Θε­οῦ, ὅ­πως ἐ­σύ δι­δά­σκεις. Λοι­πόν ὅ­ποι­ος φρον­τί­ζει νά ἔ­χη στήν καρ­διά του αὐ­τόν τόν φό­βο τοῦ Θε­οῦ, ἄ­ρα­γε ἔ­χει κά­ποι­α ἀ­νάγ­κη ἀ­πό αὐ­τά πού λέ­ς;». Καί μό­λις τά ἄ­κου­σε αὐ­τά ὁ Ἡ­γού­με­νος, ἔ­νι­ω­σε με­γά­λο θαυ­μα­σμό καί δέν θέ­λη­σε πλέ­ον νά τόν κρα­τή­ση.

Πε­ρι­βο­λά­κι μι­κρό ἔ­φτια­ξε ὁ Ὅ­σιος, γιά νά δί­νη τά ἀ­ναγ­καῖ­α στούς ἀ­δελ­φούς καί τό εἶ­χε φυ­τε­μέ­νο μέ κά­θε δέν­τρο καί μέ κά­θε εἶ­δος λα­χα­νι­κῶν καί τά ­μοί­ρα­ζε σ’ ἐ­κεί­νους πού ἐ­πή­γαι­ναν σ’ αὐ­τόν. Καί με­ρι­κές φο­ρές ἀ­φοῦ ἔ­παιρ­νε αὐ­τός ὁ ἴ­διος ἀ­πό τούς καρ­πούς τοῦ πε­ρι­βο­λιοῦ του τούς πή­γαι­νε στά πλη­σι­έ­στε­ρα μέ­ρη καί, ἀ­φοῦ τούς ξε­φόρ­τω­νε κρυ­φά γύ­ρι­ζε στήν κα­λύ­βα του. Καί μέ αὐ­τόν τόν τρό­πο χά­ρι­ζε στούς ἄλ­λους πλου­σι­ο­πά­ρο­χα τούς δι­κούς του κό­πους.

Τό πε­ρι­βό­λι αὐ­τό τοῦ Ὁ­σί­ου, κα­θώς ἐρ­χόν­ταν τά ἐ­λά­φια ἀ­πό τό βου­νό, τό κα­τέ­στρε­φαν μέ τά πό­δια τους. Ὁ δέ Ὅ­σιος τα ἔ­δι­ω­χνε πό­τε μέ πέ­τρες, καί πό­τε μέ φω­νές. Αὐ­τά ὅ­μως πά­λι ­πή­γαι­ναν. Μί­α φο­ρά ὁ Ὅ­σιος, βλέ­πον­τας ἕ­να ἐ­λά­φι με­γα­λύ­τε­ρο ἀ­πό τά ἄλ­λα, τοῦ μί­λη­σε ἥ­συ­χα, σάν νά μι­λοῦ­σε μέ λο­γι­κό ἄν­θρω­πο· «Για­τί ἐ­σεῖς μέ ἀ­δι­κεῖ­τε καί φθεί­ρε­τε τούς κό­πους μου, ἐ­νῷ ἐ­γώ δέν σᾶς ἀ­δι­κῶ κα­θό­λου; Ἐ­γώ καί ἐ­σεῖς εἴ­μα­στε δοῦ­λοι ἑ­νός ἀ­φέν­τη καί ποι­ή­μα­τα ἑ­νός Θε­οῦ. Καί σᾶς λέ­ω, πώς ἐ­γώ ἐ­πει­δή ἔ­γι­να κα­τ' εἰ­κό­να Θε­οῦ, ἔ­χω τήν ἐ­ξου­σί­α σέ ὅ­λα του τά ποι­ή­μα­τα. Λοι­πόν νά πού σέ προ­στά­ζει ὁ Θε­ός, νά μήν κου­νη­θῆς ἀ­πό ἐ­κεῖ πού στέ­κε­σαι». Καί ἀ­μέ­σως ἔ­πε­σε κα­τα­γῆς τό ἐ­λά­φι καί ἦ­ταν ἀ­κί­νη­το. Τό­τε ἔ­τυ­χαν ἐ­κεῖ με­ρι­κοί κυ­νη­γοί, καί βλέ­πον­τας ἀ­κί­νη­το τό ἐ­λά­φι, ἔ­τρε­χαν σάν νά βρῆ­καν κα­νέ­να ἀ­πό­κτη­μα. Αὐ­τό ὅ­μως δέν ἄ­ρε­σε στόν Ὅ­σιο, ἀλ­λά συμ­πό­νε­σε τό ἄ­θλιο ἐ­λά­φι, καί τούς κυ­νη­γούς τούς ἐμ­πό­δι­σε νά τό σφά­ξουν, λέ­γον­τάς τους μέ πρα­ό­τη­τα· «Ἀ­δελ­φοί, δέν ἔ­χε­τε δί­κιο νά σφά­ξε­τε τό ἐ­λά­φι αὐ­τό, για­τί οὔ­τε τρέ­ξα­τε, οὔ­τε κο­πι­ά­σα­τε γι' αὐ­τό. Λοι­πόν εἶ­ναι φα­νε­ρό, ὅ­τι αὐ­τό τό δύ­στυ­χο ζῷ­ο πού ἔ­πε­σε κά­τω, χρει­ά­ζε­ται ἔ­λε­ος πε­ρισ­σό­τε­ρο καί βο­ή­θεια». Καί μέ αὐ­τά τά λό­για ἔ­πει­σε τούς κυ­νη­γούς καί ­βο­ή­θη­σαν τόν Ὅ­σιο καί τό ­σή­κω­σε ἐ­πά­νω καί τό ἄ­φη­σε ἐ­λεύ­θε­ρο. Οἱ δέ κυ­νη­γοί ­θαύ­μα­σαν τήν συμ­πά­θεια καί τήν ἠ­ρε­μί­α τοῦ Ὁ­σί­ου.

Καί ἐ­πει­δή πο­θοῦ­σε πο­λύ ὁ Ὅ­σιος, γιά νά λά­βη τό μέ­γα καί ἀγ­γε­λι­κό σχῆ­μα τῶν Μο­να­χῶν ἀ­ξι­ώ­θη­κε καί αὐ­τό μέ θεί­α πρό­νοι­α καί ἔ­γι­νε με­γα­λό­σχη­μος μέ τόν ἑ­ξῆς τρό­πο· Δύ­ο ἡ­λι­κι­ω­μέ­νοι Μο­να­χοί σε­μνο­πρε­πεῖς καί ἐ­νά­ρε­τοι, θέ­λον­τας νά πᾶ­νε στήν Ρώ­μη, πέ­ρα­σαν ἀ­πό τόν Ὅ­σιο, σάν νά τούς ἔ­στει­λε κά­ποι­ος. Καί ἀ­φοῦ τούς φι­λο­ξέ­νη­σε μέ με­γά­λη πε­ρι­ποί­η­σι ὁ Ὅ­σιος, τούς ­φα­νέ­ρω­σε τόν πό­θο πού εἶ­χε γιά νά γί­νη με­γα­λό­σχη­μος. Οἱ δέ Μο­να­χοί, βλέ­πον­τας τόν Ὅ­σιο, πώς ἦ­ταν ἄ­ξιο σκεῦ­ος ἑ­νός τέ­τοι­ου σχή­μα­τος, δέν κα­θυ­στέ­ρη­σαν κα­θό­λου, ἀλ­λά ἀ­φοῦ ἔ­κα­ναν τίς συ­νή­θεις ἱ­ε­ρο­λο­γί­ες καί πρά­ξεις, τόν ἕν­τυ­σαν τό ἀγ­γε­λι­κό σχῆ­μα καί τά ση­μά­δια τῆς στε­νῆς καί θλιμ­μέ­νης στρά­τας, πού ὁ­δη­γεῖ στήν ζω­ή. Δη­λα­δή τόν ἔ­κα­ναν με­γα­λό­σχη­μο καί ὅ­λοι ­χά­ρη­καν μέ αὐ­τό καί ὁ Θε­ός καί οἱ Ἄγ­γε­λοι καί οἱ ἄν­θρω­ποι. Ἕ­νας μό­νο ­λυ­πή­θη­κε πο­λύ καί ­φο­βή­θη­κε, ὁ δι­ά­βο­λος.

Ἀλ­λά και­ρός εἶ­ναι νά πῶ καί ἐ­κεῖ­νο τό θαῦ­μα, πού ἔ­γι­νε στούς σε­μνο­πρε­πεῖς ἐ­κεί­νους Μο­να­χούς. Δι­ό­τι ὁ Ὅ­σιος τούς ἔ­τρε­φε μέ ἀ­ναγ­καῖ­α μό­νο φα­γη­τά, ἀλ­λά δέν εἶ­χε νά τούς φι­λέ­ψη καί κα­νέ­να ἄλ­λο φα­γη­τό, ἄ­ξιο τῆς δι­κῆς του φι­λότιμης διάθεσης. Οἱ Μο­να­χοί κάθονταν κον­τά στόν για­λό, ὅ­ταν ἀ­νέ­τει­λε ὁ ἥ­λιος κα­θα­ρά, καί ­κοί­τα­ζαν τά κύ­μα­τα τῆς θα­λάσ­σης. Ἕ­να δέ ψά­ρι με­γά­λο ­πή­δη­σε ξαφ­νι­κά ἀ­πό τήν θά­λασσ­σα καί ἔ­πε­σε μπρο­στά στά πό­δια τους καί ­σπά­ρα­ζε ἥ­συ­χα, σάν νά τούς προ­σκα­λοῦ­σε νά τά πά­ρουν. Καί βλέ­πον­τάς το οἱ Μο­να­χοί ­θαύ­μα­ζαν τήν πρό­νοι­α τοῦ Θε­οῦ καί τόν εὐ­χα­ρι­στοῦ­σαν. Ἀλ­λά ὁ γεν­ναι­ό­δω­ρος Κύ­ριος, σάν νά μήν ἦ­ταν τό ἕ­να ψά­ρι ἀρ­κε­τό, τούς στέλ­νει καί ἄλ­λο κον­τά σέ ἐ­κεῖ­νο. Μέ αὐ­τόν τόν τρό­πο ­φα­νέ­ρω­σε ὁ Θε­ός στούς Μο­να­χούς ἐ­κεί­νους, ποι­ός ἦ­ταν ὁ μέ­γας Λου­κᾶς.

Ὁ Ὅ­σιος, ἀ­φοῦ ἔ­λα­βε τά πνευ­μα­τι­κά ὅ­πλα τοῦ με­γά­λου καί ἀγ­γε­λι­κοῦ σχή­μα­τος, καί κα­θώς συλ­λο­γι­ζό­ταν ὅ­τι τό­τε πρῶ­τα ἔ­γι­νε στρα­τι­ώ­της τοῦ Χρι­στοῦ, γιά νά πο­λε­μᾶ τόν δι­ά­βο­λο, πρό­σθε­τε νη­στεί­α ἐ­πά­νω στήν νη­στεί­α καί ἐ­κτε­νέ­στε­ρη προ­σευ­χή. Γιά τά ὁ­ποῖ­α ἔ­λα­βε ἀ­πό τόν Θε­ό πολ­λή βο­ή­θεια καί με­γά­λη τήν χά­ρι τῶν ἰ­α­μά­των καί τήν γνῶ­σι τῶν πε­ρα­σμέ­νων καί τῶν μελ­λόν­των καί τῶν κρυ­φῶν πε­ρι­στά­σε­ων τοῦ πα­ρόν­τος. Γι’ αὐ­τό καί ὅ­λους σχε­δόν τούς Βουλ­γά­ρους, πού αἰχ­μα­λώ­τι­σαν ὅ­λη τήν Ἤ­πει­ρο, μέ τίς προ­σευ­χές του τούς πα­ρέ­δω­σε σέ ἀ­φα­νι­σμό, καί προ­εῖ­πε πώς θά κά­μουν πολ­λά κα­κά, ὡ­στό­σο ὅ­μως δέν τό εἶ­πε κα­θα­ρά, γιά νά μήν δο­ξα­σθῆ ἀ­πό τούς ἀν­θρώ­πους ὡς δι­ο­ρα­τι­κός. Για­τί τόν ἄ­κου­σαν με­ρι­κοί, πού εἶ­πε αὐ­τά τά προ­μη­νύ­μα­τα «ἡ Ἑλ­λάς θά κα­τα­δι­ω­χθῆ καί ἡ Πε­λο­πόν­νη­σος θά πο­λε­μη­θῆ ».

Καί πῶς νά δι­η­γη­θῆ κα­νείς τήν με­γά­λη συμ­πά­θεια καί τήν κα­λο­γνω­μί­α τοῦ Ὁ­σί­ου αὐ­τοῦ; Εἶ­χε δύ­ο φί­δια, καί τά ἔ­τρε­φε πολ­λή και­ρό ὁ πα­νύ­μνη­τος. Ἀ­πο­δί­δον­τας ἴ­σως ἁ­πλού­στε­ρα τήν ἐν­το­λή τοῦ Κυ­ρί­ου πού λέ­γει. « Ἀ­γα­πᾶ­τε τούς ἐ­χθρούς σας, καί νά κά­νε­τε κα­λό σ’ αὐ­τούς, πού σᾶς μι­σοῦν». Μο­λο­νό­τι καί ὁ Ἅ­γιος δέν ἔ­πα­θε ἀ­πό ἐ­κεῖ­να τά φί­δια κα­νέ­να κα­κό. Ἀλ­λά πολ­λές φο­ρές ἔ­δι­νε καί στά μι­κρά που­λιά τοῦ ἀ­γροῦ τρο­φές. Τό­σο εὔ­σπλαγ­χνος ἦ­ταν ὁ εὐ­λο­γη­μέ­νος ἐ­λε­ῶντας πάν­το­τε καί δα­νεί­ζον­τας.

Ἀλ­λά ἐ­πει­δή καί ἡ φή­μη τοῦ Ἁ­γί­ου δι­ε­δό­θη­κε σέ ὅ­λα τά μέ­ρη, δύ­ο ἀ­δελ­φοί ­πῆ­γαν σ’ αὐ­τόν καί, ἀ­φοῦ φι­λο­ξε­νή­θη­καν ἀ­πό τόν Ὅ­σιο καί ἀ­πό­λαυ­σαν τήν γλυ­κειά του ὁ­μι­λί­α, τοῦ εἶ­παν, ὅ­τι ὁ πα­τέ­ρας τους, ὅ­ταν πέ­θαι­νε, ἔ­σκα­ψε τήν γῆ καί ἔ­κρυ­ψε τά ἄ­σπρα πού εἶ­χε, καί ἐ­πει­δή δέν ἤ­ξε­ραν ἐ­κεῖ­νοι σέ ποι­ό μέ­ρος τά ἔ­κρυ­ψε, πα­ρα­κα­λοῦ­σαν τόν Ὅ­σιο νά τούς φα­νε­ρώ­ση τό μέ­ρος, μέ τό φῶς τῆς θεί­ας χά­ρι­τος πού ἔ­χει. Ὅ­ταν τά ἄ­κου­σε αὐ­τά ὁ Ὅ­σιος, συλ­λο­γί­σθη­κε, ὅ­τι οὔ­τε ἀ­πάν­τη­σι χρει­ά­ζον­ται τά λό­για τους ἐ­ξ αἰ­τί­ας τῆς τα­πει­νο­φρο­σύ­νης του, καί ἔ­φυ­γε ἀ­μέ­σως. Ἐ­κεῖ­νοι ὅ­μως κα­θώς εἶ­χαν αἴ­σι­ες ἐλ­πί­δες γι’ αὐ­τό, καί σάν νά ­μάν­τευ­αν κα­λά ἐ­κεῖ­νο, πού ἐ­πρό­κει­το νά γί­νη, ­πῆ­γαν στόν Ὅ­σιο καί δεύ­τε­ρη φο­ρά καί τόν πα­ρα­κα­λοῦ­σαν. Ὁ Ὅ­σιος μέ τρό­πο κα­τάλ­λη­λο καί ὅ­πως θά ἔ­κα­μνε κά­ποι­ος, πού δέν θέ­λει νά φαί­νε­ται πώς γνω­ρί­ζει, λέ­ει σ’ αὐ­τούς· «Ἐ­σεῖς ἀ­πό τό τά­δε καί τό τά­δε ση­μεῖ­ο ξέ­ρε­τε τόν τό­πο, ὅ­που ἔ­κρυ­ψε ὁ πα­τέ­ρας σας τά ἄ­σπρα, καί για­τί θέ­λε­τε μά­ται­α νά μέ ἐ­νο­χλεῖ­τε;». Καί μό­λις τά ἄ­κου­σαν ἐ­κεῖ­νοι αὐ­τά, ­πῆ­γαν ἀ­μέ­σως ἐ­κεῖ πού τούς εἶ­πε ὁ Ὅ­σιος τά ση­μεῖ­α, καί ἀ­φοῦ ἔ­σκα­ψαν βρῆ­καν ἀ­πό­δει­ξι τῶν λό­γων του.

 Ἕ­νας ναύ­κλη­ρος πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν Δη­μή­τριος, φί­λος τοῦ Ὁ­σί­ου, κα­θώς ­ψά­ρευ­ε μί­α φο­ρά κον­τά στό μέ­ρος πού ἦ­ταν ὁ Ὅ­σιος, ἔ­βα­λε σκο­πό νά τοῦ πά­η κα­νέ­να ψά­ρι. Ἀλ­λά ἐ­πει­δή ­κο­πί­α­σε πο­λύ καί δέν ἔπι­α­σε τί­πο­τε, ὕ­στε­ρα στό τέ­λος ἔ­ρι­ξε τό ἀγ­κί­στρι στήν θά­λασ­σα, ἐ­πι­κα­λού­με­νος τό ὄ­νο­μα τοῦ Ὁ­σί­ου, καί ἀ­μέ­σως ἕ­να με­γά­λο ψά­ρι σάν νά τό τρά­βα­γε κα­νείς, τρέ­χει μέ πολ­λή ὁρ­μή στό ἀγ­κί­στρι καί πι­ά­νε­ται. Ὅ­ταν τό εἶ­δε αὐ­τό ὁ ναύ­κλη­ρος ­θαύ­μα­σε, καί πώς μο­νά­χα μέ τό ὄ­νο­μά του θαυ­μα­τουρ­γεῖ ὁ Ἅ­γιος. Πά­λι δο­κι­μά­ζει καί ἀ­φοῦ ἔ­ρι­ξε στό ὄ­νο­μά του τό ἀγ­κί­στρι πιά­νει καί ἄλ­λο ψά­ρι μέ εὐ­κο­λί­α σάν καί τό πρῶ­το. Καί ἐ­δῶ ὁ πα­τέ­ρας τοῦ φθό­νου ὁ δι­ά­βο­λος ἐ­νερ­γεῖ καί στόν ναύ­κλη­ρο ἕ­να πα­ρό­μοι­ο πρᾶγ­μα μέ ἐ­κεῖ­νο τοῦ Κά­ιν, καί τόν κα­τα­πεί­θει νά κρα­τή­ση γιά τόν ἑ­αυ­τό του τό με­γα­λύ­τε­ρο ψά­ρι. Ὅ­μως με­τά ἀ­πό αὐ­τά, γιά νά μήν μεί­νη ὁ ναύ­κλη­ρος ἀ­δι­όρ­θω­τος, λέ­ει σ’ αὐ­τόν μέ εὐ­θυ­μί­α· «Για­τί ἐ­μεῖς οἱ ἄν­θρω­ποι μέ τήν θέ­λη­σί μας ἁ­μαρ­τά­νου­με, καί ἐ­ξορ­γί­ζου­με τόν Θε­ό ἀ­πε­ρί­σκε­πτα, ὅ­πως ἔ­κα­νε ὁ Κά­ιν πρῶ­τα, καί ὁ Ἀ­να­νί­ας καί ἡ γυ­ναί­κα του ὕ­στε­ρα; Καί ὁ μέν Κά­ιν προ­τί­μη­σε τήν δι­κή του ἀ­πό­λαυ­σι πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό τόν Θε­ό, ὁ δέ Ἀ­να­νί­ας καί ἡ γυ­ναῖ­κα του ἔ­κλε­ψαν τά ἄ­σπρα ἐ­κεῖ­να πού ἀ­φι­έ­ρω­σαν στόν Θε­ό. Ἕ­να πα­ρό­μοι­ο πρᾶγ­μα ἴ­σως ἔ­γι­νε καί μέ αὐ­τό τό ψά­ρι, για­τί ἡ ἀν­θρώ­πι­νη ὑ­πη­ρε­σί­α προ­τι­μή­θη­κε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό τόν Θε­ό». Ἀ­πό τά λό­για αὐ­τά τοῦ Ὁ­σί­ου κα­τά­λα­βε ὁ ναύ­κλη­ρος, ὅ­τι εἶ­χε δι­ο­ρα­τι­κό χά­ρι­σμα ὁ Ὅ­σιος, καί ἀ­να­γνώ­ρι­σε τήν ἁ­μαρ­τί­α πού ἔ­κα­νε καί με­τα­νό­η­σε ἀ­μέ­σως καί ἀ­φοῦ ἔ­λα­βε τήν συγ­χώ­ρη­σι ἀ­πό τόν Ὅ­σιο, ­γύ­ρι­σε στό σπί­τι του.

Καί ἀ­φοῦ ὁ Ὅ­σιος πέ­ρα­σε στό ὄ­ρος ἐ­κεῖ­νο τά Ἰ­ω­άν­νι­τρα ἑ­πτά χρό­νια, ἀ­νε­χώ­ρη­σε ἄν καί δέν ἤ­θε­λε. Για­τί ὁ ἄρ­χοντας τῶν Βουλ­γά­ρων Συ­με­ών, ἀ­θε­τῶντας τίς συμ­φω­νί­ες πού εἶ­χε μέ τούς Ρω­μαί­ους βα­σι­λεῖς, ξε­κί­νη­σε πό­λε­μο κα­τά τῆς Ἠ­πεί­ρου. Ἀ­πό τόν φό­βο τῶν Βουλ­γά­ρων, ἄλ­λοι κλει­νόν­ταν μέ­σα στά κά­στρα καί ἄλ­λοι πή­γαι­ναν στήν Εὔ­ρι­πο καί στόν Μο­ριά, γιά νά γλυ­τώ­σουν. Οἱ δέ χω­ρι­κοί γεί­το­νες τοῦ Ὁ­σί­ου περ­νοῦ­σαν στά νη­σιά, πού ἦ­ταν ἐ­κεῖ κον­τά, μο­λο­νό­τι βέ­βαι­α ὁ φθό­νος τοῦ ἐ­χθροῦ καί ἐ­κεῖ τους ἔ­φε­ρε κίν­δυ­νο. Δι­ό­τι τήν ὥ­ρα πού αὐ­τοί ­νό­μι­ζαν πώς εἶ­ναι ἀ­σφα­λεῖς μέ­σα στό κα­ΐ­κι, βλέ­πον­τάς τους οἱ Βούλ­γα­ροι ἦλ­θαν ξαφ­νι­κά καί σχε­δόν ὅ­λους τούς ­σκό­τω­σαν, ἐ­κτός ἀ­πό λί­γους πού κο­λύμ­βη­σαν καί γλύ­τω­σαν, μα­ζί μέ αὐ­τούς ἦ­ταν καί ὁ Ὅ­σιος Λου­κᾶς. Ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­φοῦ βρῆ­κε κα­ΐ­κι ἐ­πῆ­ρε ὅ­λους τούς συγ­γε­νεῖς καί τούς γνώ­ρι­μους καί ­πῆ­γε στήν Κό­ριν­θο, καί ­πό­θη­σε νά δι­δα­χθῆ μα­θή­μα­τα, γιά τήν ἀ­νά­γνω­σι τῶν ἱ­ε­ρῶν λο­γί­ων καί πῆ­γε στό σχο­λεῖ­ο, ὅ­μως λί­γο ὠ­φε­λή­θη­κε. Γι’ αὐ­τό ὅ­ταν ἄ­κου­σε, ὅ­τι στήν Πά­τρα τῆς Ἀ­χα­ΐ­ας ὑ­πῆρ­χε τό­τε ἕ­νας στυ­λί­της Ὅ­σιος, πού με­τα­χει­ρι­ζό­ταν ὑ­ψη­λή πο­λι­τεί­α, ­πό­θη­σε νά πά­η νά τόν ἀν­τα­μώ­ση.

Καί τήν ὥ­ρα πού ­πῆ­ρε αὐ­τή τήν ἀ­πό­φα­σι ὁ Ὅ­σιος, ἔ­στει­λε ὁ Στυ­λί­της πού ἦ­ταν στήν Ζε­με­νά, ἄν­θρω­πο γι’ αὐ­τό τόν λό­γο στόν Ὅ­σιο, πα­ρα­κα­λῶντας τον νά πά­η σ’ αὐ­τόν, γιά νά τόν ἔ­χη συγ­κά­τοι­κο. Ὁ  Ὅ­σιος ἀ­φοῦ δέ­χθη­κε μέ χα­ρά αὐ­τόν τόν λό­γο, καί ἐ­πει­δή ἀ­γα­ποῦ­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο νά ὑ­πο­τάσ­σε­ται πῆ­γε στόν Στυ­λί­τη, γιά νά τόν ὑ­πη­ρε­τῆ. Δι­ό­τι τό θε­ω­ροῦ­σε με­γά­λη ἀ­τι­μί­α καί ζη­μιά τό νά ἀ­φή­ση ἄλ­λον νά τοῦ κά­νη ὑ­πη­ρε­σί­α. Καί ὅ­λα τα ἔ­κα­μνε δέ­κα ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια, μι­μού­με­νος τήν τα­πεί­νω­σι τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦλ­θε, ὅ­πως λέ­ει μό­νο, γιά νά ὑ­πη­ρε­τή­ση καί ὄ­χι νά ὑ­πη­ρε­τη­θῆ. Τό­ση ἀ­γά­πη εἶ­χε σ’ αὐ­τόν, ὥ­στε ὑ­πε­ρέ­βαι­νε τήν ἀ­γά­πη πού ἔ­χει ὁ σαρ­κι­κός υἱ­ός στόν Πα­τέ­ρα. Γι’ αὐ­τό μί­α φο­ρά πού ἄ­κου­σε ἕ­ναν συ­κο­φάν­τη, πού κα­τη­γο­ροῦ­σε τόν γέ­ρον­τά του, τό­σο τοῦ κα­κο­φά­νη­κε, καί μέ τό­σο ζῆ­λο ­φούν­τω­σε, ὥ­στε ἀ­ναγ­κά­σθη­κε νά με­τα­χει­ρι­σθῆ λό­για σκλη­ρό­τε­ρα ἐ­ναν­τί­ον ἐ­κεί­νου τοῦ συ­κο­φάν­τη καί ἀ­ναί­σχυν­του, νά σω­φρο­νί­ση τήν αὐ­θά­δη γλῶσ­σα ἐ­κεί­νου. Ἀλ­λά ἐ­κεῖ­νος ἐ­πει­δή ἦ­ταν ἀ­πάν­θρω­πος καί σκλη­ρός, καί ἐ­πει­δή δέν ἄν­τε­χε τούς ἐ­λέγ­χους πού τοῦ ἔ­κα­με ὁ Ὅ­σιος, τόν ­χτύ­πη­σε μέ τό μια­ρό του χέ­ρι τόν ἁ­γι­α­σμέ­νο. Ὅ­μως ἀ­μέ­σως χτυ­πή­θη­κε καί ὁ ἴ­διος ἀ­πό τόν δαί­μο­να, καί ἔ­πε­σε κα­τα­γῆς καί ἄ­φρι­ζε. Καί τό πιό φο­βε­ρό, ἦ­ταν ὅ­τι ἔ­μει­νε ὁ ἄ­θλιος ἐ­κεῖ­νος, ἕ­ως τό τέ­λος τῆς ζω­ῆς τοῦ δαι­μο­νι­σμέ­νος. Καί ἡ αἰ­τί­α ἦ­ταν, ἐ­πει­δή αὐ­τός πού ἔ­πρε­πε νά εἶ­ναι δι­δά­σκα­λος τῶν ἄλ­λων καί σω­φρο­νι­στῆς, (δι­ό­τι ἦ­ταν ἱ­ε­ρέας), καί νά συμ­βου­λεύ­η τούς ἄλ­λους μέ τόν λό­γο καί μέ τήν ζω­ή του, ἐ­κεῖ­νος ἦ­ταν τό­σο ἀ­σύ­νε­τος, πού ἔ­γι­νε καί στούς ἄλ­λους πα­ρά­δειγ­μα ψυ­χι­κῆς βλά­βης καί ντρο­πή φα­νε­ρή τοῦ ἱ­ε­ροῦ ἀ­ξι­ώ­μα­τος.

 Ἀλ­λά κα­θώς δέν ἄν­τε­χε αὐ­τός πού μι­σεῖ τό κα­λό νά βλέ­πη τόν θεῖ­ο Λου­κᾶ νά μέ­νη ἕ­ως τό τέ­λος στήν ὑ­πο­τα­γή τοῦ στυ­λί­τη, με­τα­χει­ρί­σθη­κε κά­θε τέ­χνα­σμα, ὥ­σπου τόν ἔ­βγα­λε ἀ­πό τήν ὑ­πο­τα­γή τοῦ στυ­λί­τη μέ τόν ἑ­ξῆς τρό­πο. Ὁ ἐ­πι­στά­της τῶν λι­μα­νι­ῶν, πού εἶ­ναι ἐ­κεῖ, κα­θώς δέν ἄ­φη­νε τά κα­ΐ­κια νά περ­νοῦν στά μέ­ρη τῆς Ἑλ­λά­δος, ἐ­ξ αἰ­τί­ας τῶν ἐ­πι­δρομῶν τῶν ἐ­χθρῶν, ἔ­τυ­χε νά β­ρῆ τόν Ὅ­σιο σέ ἕ­να κα­ΐ­κι μέ­σα καί γι’ αὐ­τό τόν ἐ­χτύ­πη­σε σέ βαθ­μό ἀ­νυ­πό­φο­ρο. Καί ἀ­πό τό­τε πλέ­ον ἔ­κρι­νε νά εἶ­ναι μό­νος, καί λοι­πόν β­ρι­σκό­ταν στό Μο­να­στή­ρι τοῦ Ἁ­γί­ου Προ­κο­πί­ου καί ἡ­σύ­χα­ζε. Καί ἐ­πει­δή ἔπιασε με­γά­λη βρο­χή καί ­χά­λα­σε τό μι­κρό κελλί πού κα­τοι­κοῦ­σε, τόν ἔ­κα­νε, νά ἀ­να­χω­ρή­ση. Ἴ­σως ὅ­μως καί ὁ Θε­ός τό οἰ­κο­νο­μοῦ­σε αὐ­τό, γιά νά μήν στε­ρη­θῆ τήν Πα­τρί­δα του πολ­λά χρό­νια, β­ρι­σκό­με­νος στόν Μο­ριά. Δι­ό­τι δέν πέ­ρα­σε πο­λύς και­ρός καί ὁ ἄ­θλιος Βούλ­γα­ρος Συ­με­ών πέ­θα­νε καί ἀ­νέ­λα­βε τήν ἐ­ξου­σί­α ὁ υἱ­ός του ὁ Πέ­τρος, ἔ­κανε εἰ­ρή­νη μέ τούς Ρω­μαί­ους, καί ἔ­τσι ὅ­λοι οἱ ξε­νι­τε­μέ­νοι γύ­ρι­ζαν στήν Πα­τρί­δα τους. Ἐπέστρεψε καί ὁ θεῖ­ος Λου­κᾶς στήν πο­θη­τή ἡ­συ­χί­α τοῦ ὄ­ρους τῶν Ἰ­ω­αν­νί­τρων.

 Ἐ­πει­δή λοι­πόν ὁ ἀρ­χι­ε­ρέας τῆς Κο­ρίν­θου ξε­κι­νῶντας γιά τήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, δι­α­νυ­κτέ­ρευ­σε ἐ­κεῖ κον­τά, γιά νά ἀ­να­παυ­θῆ λί­γο, πῆ­γε σ’ αὐ­τόν ὁ Ὅ­σιος, φέ­ρον­τας πολ­λῶν εἰ­δῶν λα­χα­νι­κά, ἀ­πό τά κα­λύ­τε­ρα πού εἶ­χε στό μι­κρό πε­ρι­βό­λι του. Ὁ δέ ἀρ­χι­ε­ρέας τῆς Κο­ρίν­θου, ὅ­ταν ἔ­μα­θε ποι­ός εἶ­ναι καί ποῦ β­ρί­σκε­ται καί ποι­ά ζω­ή ζῆ, ἐ­πε­θύ­μη­σε νά πά­η νά ἰ­δῆ τήν κα­λύ­βα του. Καί ὅ­ταν εἶ­δε τήν θε­λη­μα­τι­κή καί ἀ­πέ­ριτ­τη φτώ­χεια τοῦ Ὁ­σί­ου, ­πρό­στα­ξε τόν πιό κον­τι­νό ἀ­πό τούς ἀν­θρώ­πους του, νά τοῦ δώ­ση χρυ­σό καί μέ αὐ­τό νά τόν δε­ξι­ω­θῆ. Ὁ Ὅ­σιος ὅ­μως δέν ἤ­θε­λε νά τόν πά­ρη, λέ­γον­τας, «Εὐ­χές καί δι­δα­σκα­λί­α θέ­λω νά λά­βω Δέ­σπο­τα καί ὄ­χι χρυ­σό». Ὁ ἀρ­χι­ε­ρέας ὅ­μως λυ­πή­θη­κε, ἐ­πει­δή δέν ­δέ­χθη­κε τό δῶ­ρο του νο­μί­ζον­τας ὅ­τι τόν πε­ρι­φρό­νη­σε, καί ὅ­τι δέν τό ἔ­λα­βε, ὄ­χι για­τί δέν τό χρει­ά­ζε­ται, ἀλ­λά για­τί δέν εὐ­χα­ρι­στι­έ­ται μέ αὐ­τό. Γι’ αὐ­τό μέ πό­νο τῆς καρ­διᾶς του τοῦ εἶ­πε «Για­τί πε­ρι­φρό­νη­σες μέ τέ­τοι­ο τρό­πο ἐ­μέ­να καί τό δῶ­ρο μου; Καί ἐ­γώ Χρι­στια­νός εἶ­μαι, ἄν καί ἁ­μαρ­τω­λός. Καί Ἐ­πί­σκο­πος, ἄν καί ἀ­νά­ξιος. Πῶς λοι­πόν ἐ­σύ, πού εἶ­σαι σέ ὅ­λα μι­μη­τής τοῦ Ἰ­η­σοῦ, δέν ἀ­κο­λού­θη­σες σέ αὐ­τό τήν μί­μη­σι ἐ­κεί­νου;».

Μό­λις τά ἄ­κου­σε αὐ­τά ὁ Ὅ­σιος, δέν ἐ­ναν­τι­ώ­θη­κε πε­ρισ­σό­τε­ρο γιά νά μήν θε­ω­ρη­θῆ ὑ­πε­ρή­φα­νος. Ἀλ­λά ἔ­λα­βε τό δῶ­ρο πού τοῦ ἔ­δω­σε καί ἀν­τί γι’ αὐ­τό τοῦ ἔ­δω­κε τόν πλοῦ­το τῶν εὐ­χῶν του. Ἔ­πει­τα τόν ­ρώ­τη­σε μέ πολ­λή τα­πει­νο­φρο­σύ­νη× «Πές μου Δέ­σπο­τα, μέ ποι­όν τρό­πο νά με­τα­λαμ­βά­νου­με τά θεῖ­α Μυ­στή­ρια ἐ­μεῖς, πού, γιά τίς ἁ­μαρ­τί­ες μας βρι­σκό­μα­στε στά βου­νά καί στίς ἐ­ρη­μι­ές; Για­τί εἴ­μα­στε στε­ρη­μέ­νοι ὄ­χι μό­νο ἀ­πό θεί­α ἱ­ε­ρουρ­γί­α, ἀλ­λά καί ἀ­πό ἱ­ε­ρέ­α». Ὁ δέ ἀρ­χι­ε­ρέας× «Πά­τερ, σω­στά καί γιά κα­λό καί πο­λύ κα­λό πρᾶγ­μα ­ρώ­τη­σες. Πρέ­πει νά ὑ­πάρ­χη ἱ­ε­ρέας, γιά νά σοῦ με­τα­δώ­ση τά ἄ­χραν­τα Μυ­στή­ρια. Ἐ­άν ὅ­μως δέν ὑ­πάρ­χη, κα­τά ἀ­νάγ­κη, πρέ­πει νά βά­λης ἐ­πά­νω στήν Ἁ­γί­α τρά­πε­ζα τό ἀρ­το­φό­ριο πού ἔ­χει μέ­σα τά προ­η­γι­α­σμέ­να Μυ­στή­ρια, ἐ­άν εἶ­ναι σέ Ἐκ­κλη­σί­α. Ἐ­άν ὅ­μως εἶ­ναι σέ κελ­λί, νά τό βά­λης ἐ­πά­νω σε σκα­μνί πά­ρα πο­λύ κα­θα­ρό, ἀ­πλώ­νον­τας ἕ­να μι­κρό κά­λυμ­μα καί ἐ­πά­νω σ’ αὐ­τό νά το­πο­θε­τοῦν­ται πρῶ­τα οἱ με­ρί­δες τῶν ἀ­χράν­των Μυ­στη­ρί­ων. Καί ἔ­πει­τα νά θυ­μιά­σης καί νά πῆς τούς ψαλ­μούς τῶν τυ­πι­κῶν, τό τρι­σά­γιο καί τό, Πι­στεύ­ω, καί νά κά­νης τρεῖς με­τά­νοι­ες, καί ἀ­φοῦ μα­ζέ­ψης τά χέ­ρια σου, νά με­τα­λά­βης τά θεῖ­α Μυ­στή­ρια μέ τό στό­μα σου, λέ­γον­τας, τό, Ἀ­μήν. Καί ἀν­τί γιά νᾶ­μα νά πί­νης ἕ­να πο­τῆ­ρι κρα­σί, ὡ­στό­σο τό πο­τή­ρι ἐ­κεῖ­νο δέν θά πρέ­πει νά  χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται σέ κά­ποι­ο ἄλ­λο κοι­νό πρᾶγ­μα. Τίς δέ ὑ­πό­λοι­πες με­ρί­δες πρέ­πει νά τίς συμ­μα­ζέ­ψης μέ τό κά­λυμ­μα μέ­σα στό ἀρ­το­φό­ριο, προ­σέ­χον­τας κα­λά, νά μήν πέ­ση κά­τω κα­νέ­νας Μαρ­γα­ρί­της καί πα­τη­θῆ». Ὁ Ὅ­σιος μό­λις τά ἄ­κου­σε αὐ­τά, εὐ­χα­ρί­στη­σε θερ­μά τόν Ἀρ­χι­ε­ρέ­α.

Συ­νή­θεια εἶ­χε ὁ Ὅ­σιος στήν ἑ­ορ­τή τῶν Βα­ΐ­ων νά παίρ­νη τό θεῖ­ο Ἄρ­μα τοῦ τι­μί­ου Σταυ­ροῦ στά χέ­ρια του καί νά ἀ­νε­βαί­νη τό πρω­ί ἐ­πά­νω στήν κο­ρυ­φή τοῦ βου­νοῦ, φω­νά­ζον­τας σέ ὅ­λο τόν δρό­μο τό «Κύ­ρι­ε ἐ­λέ­η­σον». Λοι­πόν ἀ­νε­βαί­νον­τας μί­α φο­ρά ὁ Ὅ­σιος, τόν ­φθό­νη­σε αὐ­τός πού μι­σεῖ τό κα­λό καί θέ­λον­τας νά ἐμ­πο­δί­ση αὐ­τό τό κα­λό, πα­ρα­κι­νεῖ μί­α ὀ­χιά νά βγῆ ἔ­ξω ἀ­πό τήν φω­λιά της καί νά τόν δαγ­κώ­ση στό δά­χτυ­λο τοῦ πο­διοῦ του. Ὁ Ὅ­σιος ὅ­μως ὡς ἀ­γα­θός καί θε­ο­φι­λής, ἔ­σκυ­ψε ἀ­μέ­σως, καί πι­ά­νον­τας τό πό­δι του μα­ζί καί τήν ὀ­χιά, εἶ­πε× «Μή­τε ἐ­σύ νά ἀ­δι­κή­σης ἐ­μέ­να, μή­τε ἐ­γώ ἐ­σέ­να, ἀλ­λά καί οἱ δύ­ο, ἄς πᾶ­με ὁ κα­θέ­νας στόν δι­κό του δρό­μο». Καί ἔ­τσι ἡ ὀ­χιά ­πῆ­γε ἀ­μέ­σως στήν φω­λιά της, ὁ δέ Ὅ­σιος ἔ­μει­νε ἀ­βλα­βής, χω­ρίς νά πά­θη κα­κό ἀ­πό τό δάγ­κω­μα.

Πῆ­γε μί­α φο­ρά ὁ Ὅ­σιος στόν θε­ο­φι­λῆ Ἀν­τώ­νιο, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν ἡ­γού­με­νος τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ, πού εἶ­ναι μπρο­στά στήν πό­λη τῶν Θη­βῶν. Καί ἔ­τυ­χε τό­τε νά εἶ­ναι ἄρ­ρω­στος ἕ­νας υἱ­ός τοῦ πρώ­του ἄρ­χον­τα τῆς χώ­ρας ἐ­κεί­νης ἀ­πό ἀ­σθέ­νεια θα­να­τη­φό­ρα, πού δέν ὑ­πῆρ­χε ἐλ­πί­δα νά ζή­ση, καί τοῦ συμ­πα­ρα­στέ­κον­ταν οἱ γο­νεῖς του καί ὅ­λοι οἱ συγ­γε­νεῖς καί οἱ φί­λοι λυ­πη­μέ­νοι καί πρό­σμε­ναν με­τά ἀ­πό λί­γο τόν θά­να­τό του. Ἕ­νας ὅμως ἀ­πό ἐ­κεί­νους ἀ­νέ­φε­ρε γιά τόν Ὅ­σιο, ὅ­τι ἄν τυ­χόν καί τόν προ­σκα­λέ­σουν, καί ἔλ­θη νά ἐ­πι­σκε­φθῆ τόν ἄρ­ρω­στο, θά τόν ἐ­λευ­θε­ρώ­ση ἀ­πό τήν ἀ­σθέ­νεια. Τρέ­χει ἀ­μέ­σως ὁ πα­τέ­ρας τοῦ ἀ­σθε­νῆ στόν Ὅ­σιο πού β­ρι­σκό­ταν στό Μο­να­στή­ρι καί πέ­φτει γο­να­τι­στός στά πό­δια του καί μέ θερ­μά δά­κρυ­α τόν πα­ρα­κα­λεῖ νά πά­η νά ἐ­πι­σκε­φθῆ τόν ἀ­σθε­νῆ. Καί ἐ­πει­δή δέν μπο­ροῦ­σε μό­νος νά πεί­ση τόν Ὅ­σιο, ἔ­κα­νε νεῦ­μα στόν ἡ­γού­με­νο, γιά νά με­σο­λα­βή­ση καί αὐ­τός, ἀλ­λά ἐ­κεῖ­νος δέν συμ­φω­νοῦ­σε κα­θό­λου μέ αὐ­τό λέ­γον­τας× «Ποι­ός εἶ­μαι ἐ­γώ; Καί τί με­γά­λο κα­λό ἔ­χω ἐ­γώ καί ἔ­χε­τε τέ­τοι­α ὑ­πό­λη­ψι σέ ἐ­μέ­να; Ἀ­πα­τᾶ­σθε. Ἕ­νας μό­νον, ὁ Θε­ός ἔ­χει τήν δύ­να­μι νά ἐ­λευ­θε­ρώ­νη καί ἀ­πό τόν θά­να­το. Ἀλ­λά ἄν­θρω­πος φθαρ­τός καί ὑ­πο­κεί­με­νος σέ ἁ­μαρ­τί­ες, δέν μπο­ρεῖ νά κά­νη τέ­τοι­ο θαῦ­μα». Μό­λις τά ἄ­κου­σε αὐ­τά ὁ πα­τέ­ρας τοῦ ἀ­σθε­νῆς, γύ­ρι­σε πί­σω λυ­πη­μέ­νος καί ἀ­πελ­πι­σμέ­νος. Ὅ­ταν δέ ἔ­φτα­σε τό ἀ­πό­γευ­μα, συ­νο­μι­λῶντας ὁ Ἀν­τώ­νιος μέ τόν Ὅ­σιο, εἶ­πε× «Νο­μί­ζω, τί­μι­ε πά­τερ, πώς δέν ­κά­να­με κα­λά, οὔ­τε σύμ­φω­να μέ τίς θεῖ­ες ἐν­το­λές, τό νά μήν ἐ­πι­σκε­φθοῦ­με τόν ἄρ­ρω­στο. Γι’ αὐ­τό μέ τό δί­κιο μας θά ἀ­κού­σου­με τό «ἀ­σθε­νής ἤ­μουν καί δέν μέ ἐ­πι­σκε­φθή­κα­τε». Δι­ό­τι μή­πως, καί ἐ­μεῖς σπρώ­χνου­με τόν ἑ­αυ­τό μας σέ αὐ­τό γιά ἐ­πί­δει­ξι; Σέ πό­ση λύ­πη ἔ­πε­σαν οἱ γο­νεῖς τοῦ ἀ­σθε­νῆ καί οἱ συγ­γε­νεῖς του; Ἄ­ρα κα­τά τήν δι­κή μου γνώ­μη, ἡ πα­ραί­τη­σις αὐ­τή πού κά­νου­με εἶ­ναι πο­λύ ἄ­σπλαγ­χνη».

     Σέ αὐ­τά ὁ θεῖ­ος Λου­κᾶς ἀ­πο­κρί­θη­κε, ὅ­τι «τό νά γι­α­τρεύ­η τούς ἀ­σθε­νεῖς εἶ­ναι ἰ­δι­ό­τη­τα μό­νο τοῦ Θε­οῦ. Καί τό νά πα­ρη­γο­ρῆ κα­νείς τούς λυ­πη­μέ­νους, εἶ­ναι ἰ­δι­ό­τη­τα ἐ­κεί­νων πού ἔ­χουν εὐ­χέ­ρεια στόν λό­γο καί στήν σκέ­ψι. Ἀλ­λά ἐ­γώ εἶ­μαι καί ἀ­πό τά δύ­ο στε­ρη­μέ­νος, καί πῶς θά ὠ­φε­λή­σω ἐ­κεί­νους πού μέ ζη­τοῦν, ἐ­άν πά­ω; Ὅ­μως ἐ­άν ἐ­σύ, Πά­τερ, νο­μί­ζης ὅ­τι αὐ­τό θά εἶ­ναι κα­λό, πή­γαι­νε μπρο­στά καί ἐ­γώ ἀ­πό πί­σω θά σέ ἀ­κο­λου­θή­σω». Ση­κώ­θη­καν καί ὅ­ταν ­πῆ­γαν στό σπί­τι, ἦ­ταν ἀρ­γά τό βρά­δυ καί βρῆ­καν τόν ἀ­σθε­νῆ χω­ρίς φω­νή καί χω­ρίς αἴ­σθη­σι. Ὅ­σοι λοι­πόν ἦ­ταν ἐ­κεῖ, ἔ­κλαι­γαν ἥ­συ­χα, καί μό­νο ὁ πα­τέ­ρας τοῦ ἀ­σθε­νῆ εἶ­πε πρός τόν Ὅ­σιο, πού ­κά­θι­σε κον­τά στό κρε­βά­τι× «Εὐ­χή­σου, τί­μι­ε πά­τερ γιά τόν δοῦ­λο σου τόν υἱ­ό μου, καί κά­νε σέ αὐ­τόν ση­μεῖ­ο γιά κα­λό. Μα­κά­ρι νά τόν ἰ­δῶ ὅ­πως ἀ­γα­πῶ, καί ὅ­πως οἱ δι­κές σου εὐ­χές ἔ­χουν τήν δύ­να­μι νά τόν κά­νουν». Καί ἐ­νῷ ὁ Ὅ­σιος ἔ­λε­γε, ὅ­τι δέν μπο­ρεῖ νά κά­μνη τέ­τοι­α θαύ­μα­τα, ὁ Πα­τέ­ρας τοῦ ἀρ­ρώ­στου πά­λι τόν πα­ρα­κα­λοῦ­σε, ἔ­χον­τας καί συμ­βο­η­θό του στήν πα­ρά­κλη­σι τόν ἡ­γού­με­νο. Γι’ αὐ­τό μό­λις καί με­τά βί­ας ­πεί­σθη­κε ὁ Ὅ­σιος, καί ἀ­φοῦ ση­κώ­θη­κε ὕ­ψω­σε τά χέ­ρια του καί μπρο­στά σέ ὅ­λους προ­σευ­χό­ταν ὑ­πέρ τοῦ ἀ­σθε­νοῦς καί με­τά τήν προ­σευ­χή ­πῆ­γαν καί οἱ δύ­ο στό Μο­να­στή­ρι. Ὁ ἡ­γού­με­νος θέ­λον­τας νά μά­θη, ἄν ὠ­φε­λή­θη­κε ὁ ἄρ­ρω­στος ἀ­πό τήν εὐ­χή τοῦ Ὁ­σί­ου, ἔ­στει­λε ἄν­θρω­πο γιά νά ρω­τή­ση. Καί ὁ ἀ­πε­σταλ­μέ­νος γυ­ρί­ζον­τας πί­σω, εἶ­πε ὅτι βρῆ­κε αὐ­τόν, πού πρίν ἀ­πό λί­γο θε­ω­ρεῖτο νε­κρός, νά εἶναι κα­βα­λά­ρης καί ­πῆ­γε στό λου­τρό ὑ­γι­έ­στα­τος.

Ἀλ­λά ἀ­φοῦ ­πέ­ρα­σε τρί­α χρό­νια στόν τό­πο ἐ­κεῖ­νο ὁ Ὅ­σιος, ξε­ση­κώ­θη­κε τό ἔ­θνος τῶν Ἀ­γα­ρη­νῶν καί πο­λι­ορ­κοῦ­σαν τήν Ἑλ­λά­δα, καί γι’ αὐ­τό ­πῆ­γε ὁ Ὅ­σιος μα­ζί μέ τούς ἄλ­λους ντό­πιους στό νη­σί πού ἦ­ταν ἐ­κεῖ κον­τά, τό ὁ­ποῖ­ο ὀ­νο­μά­ζε­ται Ἀμ­πε­λῶ­νας καί κα­θώς ἦ­ταν ἄ­νυ­δρο καί κα­τά­ξε­ρο ἔ­γι­νε γιά τόν Ὅ­σιο γυ­μνά­σιο ἀ­ρε­τῆς, καί τοῦ ἀ­πέ­φε­ρε καρ­πούς ἀ­γα­θούς. Για­τί πή­γαι­νε μέ κα­ΐ­κι καί ἔ­φερ­νε νε­ρό καί τό μοί­ρα­ζε στόν λα­ό. Καί ὅ­ταν εἶ­χε κρα­σί καί φα­γη­τά τά ἔ­δι­νε σ’ αὐ­τούς. Καί με­ρι­κές φο­ρές ­ψά­ρευ­ε καί ­μοί­ρα­ζε τά ψά­ρια σ’ αὐ­τούς. Ὁ δέ Ὅ­σιος ἔ­κα­νε στό νη­σί αὐ­τό τρί­α χρό­νια, καί πολ­λές φο­ρές δέν εἶ­χε οὔ­τε ψω­μί νά φά­η, οὔ­τε νε­ρό νά πι­ῆ. Ἐ­πι­πλέ­ον τοῦ προκάλεσε καί ὁ ἐ­χθρός μί­α ἀ­σθέ­νεια, ἡ ὁ­ποί­α ἦ­ταν ἕ­να κά­ψι­μο καί μί­α φα­γού­ρα στά ἀν­δρο­γό­να μό­ρια τό­σο ἔν­το­νη καί ἀ­νυ­πό­φο­ρη, πού λί­γο ἔ­λει­ψε νά τόν κά­νη νά τά κό­ψη. Γι’ αὐ­τό πα­ρα­κα­λοῦ­σε τόν Θε­ό καί τό Ἅ­γιο λεί­ψα­νο πού βρι­σκό­ταν ἐ­κεῖ, γιά νά τόν θε­ρα­πεύ­σουν, καί μί­α φο­ρά ἐμ­φα­νί­σθη­κε στό ὅ­ρα­μά του ὁ Ἅ­γιος ἐ­κεῖ­νος, καί τοῦ ἔ­δει­ξε ἕ­να βό­τα­νο, λέ­γον­τας× «Μέ αὐ­τό θά βρῆς τήν θεραπεία. Νά ξέ­ρης ὅ­μως, ὅ­τι θά στε­ρη­θῆς τόν μι­σθό τῆς ὑ­πο­μο­νῆς». Καί ἀ­φοῦ ­ξύ­πνη­σε ὁ Ὅ­σιος προ­τί­μη­σε νά πά­σχη πρό­σκαι­ρα ἀ­πό τό πά­θος πα­ρά νά χά­ση τόν αἰ­ώ­νιο μι­σθό. Ὥ­σπου ὁ Θε­ός, βλέ­πον­τας τήν ἄ­κρα τοῦ ὑ­πο­μο­νή, τόν γι­ά­τρευ­σε ὅ­πως ἤ­ξε­ρε.

Και­ρός βέ­βαι­α εἶ­ναι νά ποῦ­με καί πῶς ὁ Ὅ­σιος ἀ­να­χώ­ρη­σε ἀ­πό τό νη­σί καί κα­τοί­κη­σε στό Ὄ­ρος τοῦ Στει­ρί­ου, ὅ­που β­ρί­σκε­ται τώ­ρα τό Ἅ­γιό του λεί­ψα­νο. Οἱ Χρι­στια­νοί, πού κα­τέ­φυ­γαν στό νη­σί, μα­ζί μέ τόν Ἅ­γιο, ἀ­φοῦ γύ­ρι­σαν στήν Πα­τρί­δα τους, ἔ­χον­τας ὡς ἀ­νά­μνη­ση τίς εὐ­ερ­γε­σί­ες πού τούς ἔ­κα­νε ὁ Ἅ­γιος, καί γνω­ρί­ζον­τας πό­σο μέ­γας ἦ­ταν ὡς πρός τήν ἀ­ρε­τή, πό­θη­σαν νά τόν ἔ­χουν κον­τά τους γεί­το­να καί ἀ­φοῦ ­πῆ­γαν στό νη­σί, τόν πα­ρα­κί­νη­σαν μέ κά­θε τρό­πο καί τόν πῆ­ραν στόν τό­πο τους, γιά νά τόν ἰ­δῆ μό­νο καί, ἄν δέν τοῦ ἀ­ρέ­ση, νά γυ­ρί­ση πά­λι στό νη­σί. Καί ὅ­ταν εἶ­δε ὁ Ὅ­σιος τόν τό­πο, πώς ἦ­ταν ἥ­συ­χος, εὔ­κρα­τος, εὐ­χά­ρι­στος, ἀ­νε­νό­χλη­τος ἀ­πό ἀν­θρώ­πους καί πλού­σιος ἀ­πό νε­ρά, συμ­φώ­νη­σε νά κα­τοι­κή­ση σ’ αὐ­τόν καί τόν ἔ­κα­νε σάν ἕ­να πε­ρι­βό­λι ὡ­ραι­ό­τα­το καί χα­ρι­τω­μέ­νο. Τό κελλί του ὅ­μως δέν τό ἔ­χτι­σε ἐ­κεῖ κον­τά, ἀλ­λά μα­κριά, γιά νά μήν εἶ­ναι ὁ­ρα­τό στούς πολ­λούς. Καί ὁ σκο­πός του ἦ­ταν, νά ἀ­πο­κό­βη πάν­το­τε τήν κε­νή δό­ξα.

Ὁ φθο­νε­ρός ὅ­μως δι­ά­βο­λος δέν στα­μα­τοῦ­σε νά πο­λε­μᾶ κα­θη­με­ρι­νά τόν Ὅ­σιο. Καί μί­α φο­ρά ἐμ­φα­νί­στη­κε μπρο­στά στήν πόρ­τα τοῦ κε­λλιοῦ του μέ τήν μορ­φή μαύ­ρου μι­κροῦ ἀν­θρω­πά­ριου, καί τοῦ εἶ­πε× «Μέ ἔ­κα­ψες κα­λό­γη­ρε, ἀλ­λά πε­ρί­με­νε λί­γο καί θά γνω­ρί­σης φα­νε­ρά, ποι­ός ξέ­ρει νά καί­η δυ­να­τό­τε­ρα». Ὁ δέ Ὅ­σιος, κάνον­τας τό ση­μεῖ­ο τοῦ τι­μί­ου Σταυ­ροῦ, εἶ­πε× «Ἄς σέ κα­ταρ­γή­ση ὁ Κύ­ριος». Καί ἀ­μέ­σως ἐ­κεῖ­νος ἔ­γι­νε ἄ­φαν­τος. Κα­τό­πιν ­πῆ­γε στόν Ὅ­σιο ὁ Μο­να­χός Γρη­γό­ριος, ὁ φί­λος καί γνω­στός τοῦ Ἁ­γί­ου, καί εἶ­πε σ’ αὐ­τόν ὁ Ὅ­σιος× «Σέ συ­νάν­τη­σε στόν δρό­μο ὁ Κο­νι­δά­ριος;». (Μέ αὐ­τό τό ὄ­νο­μα συ­νή­θι­ζε ὁ Ὅ­σιος νά ὀ­νο­μά­ζη πε­ρι­παι­χτι­κά τόν δι­ά­βο­λο). Ὁ δέ Γρη­γό­ριος ἀ­πο­ρῶντας εἶ­πε× «Καί ποι­ός εἶ­ναι αὐ­τός ὁ Κο­νι­δά­ριος;». Ὁ Ὅ­σιος τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε× «Ἕ­νας κον­τός ἀ­ρά­πης ἦλ­θε καί φο­βε­ρί­ζον­τας, ὅ­τι με­τά ἀ­πό λί­γο θά μέ κά­ψη, ἀ­να­χώ­ρη­σε». Τό­τε κα­τά­λα­βε ὁ Γρη­γό­ριος γιά ποι­όν λέ­γει καί εἶ­πε στόν Ὅ­σιο× «Ὁ Θε­ός, Πά­τερ νά μᾶς ἐ­λευ­θε­ρώ­ση ἀ­πό τίς πα­γί­δες του, μέ­σῳ τῶν Ἁ­γί­ων σου εὐ­χῶν. Για­τί σέ ἐ­σέ­να δέν μπο­ρεῖ νά κά­μη τί­πο­τε, ἐ­πει­δή σέ φυ­λά­ει ὁ Θε­ός».

 Ἄλ­λος πε­ρί­φη­μος ἄρ­χοντας, πού ὠνο­μα­ζό­ταν Κρι­νή­της, πη­γαί­νον­τας ἐ­ξου­σια­στής τῆς Ἑλ­λά­δος, ὅ­ταν ἔ­φθα­σε στήν Λά­ρισ­σα ἄ­κου­σε τά κα­τορ­θώ­μα­τα τοῦ Ὁ­σί­ου καί ­πό­θη­σε νά τόν δῆ καί νά μι­λή­ση μέ αὐ­τόν. Καί ὅ­ταν ἦλ­θε στήν Θή­βα, ἔ­στει­λε ἀν­θρώ­πους καί προ­σκά­λε­σε τόν Ὅ­σιο νά πά­η σ’ αὐ­τόν. Καί ἀ­μέ­σως ἀ­κο­λού­θη­σε ὁ Ὅ­σιος τούς ἀ­πε­σταλ­μέ­νους καί ὅ­ταν ­πῆ­γε βρῆ­κε τόν ἄρ­χον­τα νά κά­θε­ται στήν τρά­πε­ζα. Για­τί ἦ­ταν ἡ ὥ­ρα τοῦ γεύ­μα­τος. Καί ­κά­θι­σε στήν τρά­πε­ζα καί ὁ Ὅ­σιος. Καί ὅ­ταν ση­κώ­θη­καν ἀ­πό τήν τρά­πε­ζα, ση­κώ­θη­κε καί αὐ­τός καί ἀ­να­χώ­ρη­σε, χω­ρίς νά ἀ­ξι­ω­θῆ νά ἀ­κού­ση οὔ­τε λί­γα λό­για ἀ­πό τόν ἄρ­χον­τα, πού τό­σο θερ­μά τόν προ­σκά­λε­σε. Γι’ αὐ­τό ­λυ­πή­θη­κε ὁ Ὅ­σιος, ὄ­χι γιά τόν ἑ­αυ­τό του, (για­τί ποι­ός ἄλ­λος ἀ­γα­ποῦ­σε τό­σο τήν ἀ­τι­μί­α, σάν αὐ­τόν); ἀλ­λά γιά ἐ­κεῖ­νον πού πε­ρι­φρο­νοῦ­σε τό­σο τό σε­βά­σμιο σχῆ­μα καί τό ὄ­νο­μα τῶν Μο­να­χῶν. Καί βγαί­νον­τας γιά νά φύ­γη, εἶ­πε σέ ἕ­ναν ὑ­πη­ρέ­τη τοῦ ἄρ­χον­τα× «Νά ἀ­πο­λαύ­σης, ἀ­δελ­φέ, ζω­ή καί σω­τη­ρί­α× νά πῆς στόν ἀ­φέν­τη σου, χω­ρίς νά φο­βη­θῆς, ἐκ μέ­ρους μου τά ἑ­ξῆς Για­τί μέ ἔ­κα­νες νά ἀ­φή­σω τό κελ­λί μου καί νά ἔλ­θω ἐ­δῶ; Καί για­τί ἔ­γι­νες αἴ­τιος νά κά­νω τό­σους κό­πους μά­ται­ους; Ἤ για­τί μέ ἀ­νάγ­κα­σες ἐ­μέ­να, πού ἀ­γα­πῶ τήν ἐ­ρη­μια, νά ἔλ­θω στήν πο­λι­τεί­α; Καί δέν μέ ἀ­ξί­ω­σες οὔ­τε λό­γο, οὔ­τε χαι­ρε­τι­σμό μοῦ ἔ­δω­σες, οὔ­τε κα­νέ­να ἄλ­λο ἔ­πρα­ξες, ἀ­πό ὅ­σα πρέ­πει νά κά­μη ἕ­νας φι­λά­ρε­τος καί λί­γο εὐ­λα­βής ἄν­θρω­πος; Ἄ­ρα­γε αὐ­τά ὅ­λα εἶ­ναι γνω­ρί­σμα­τα τῶν Χρι­στια­νῶν ἤ ἐ­κεί­νων ποῦ ἔ­χουν στόν νοῦ τους τόν Θε­ό; Ἤ ἐ­πι­θυ­μοῦν τήν σω­τη­ρί­α τους;»

Αὐ­τά εἶ­πε ὁ Ὅ­σιος στόν ὑ­πη­ρέ­τη, γιά νά τά φα­νε­ρώ­ση ὅ­λα στόν ἄρ­χον­τα καί ­πῆ­γε στό Μο­να­στή­ρι πού εἶ­ναι μπρο­στά στήν χώ­ρα, στόν προ­α­να­φερ­θέν­τα Ἀν­τώ­νιο. Ὁ δέ ὑ­πη­ρέ­της τά ἀ­νήγ­γει­λε ὅ­λα αὐ­τά στόν στρα­τη­γό καί ἀ­μέ­σως ἐ­κεῖ­νος κα­τά­λα­βε, πώς δέν φέρ­θη­κε στόν Ὅ­σιο ὅ­πως ἔ­πρε­πε καί κα­τη­γο­ροῦ­σε τόν ἑ­αυ­τό του, πώς ἦ­ταν ἀ­με­λής σ’ ἐ­κεῖ­να, πού εἶ­ναι ἄ­ξια φρον­τί­δας. Καί ἐ­πει­δή ἦ­ταν πραγ­μα­τι­κά ἄν­θρω­πος τα­πει­νός, κα­βα­λι­κεύ­ον­τας ἕ­να ἄ­λο­γο, χω­ρίς νά πά­ρη μα­ζί του τούς ὑ­πη­ρέ­τες του, ἐ­πῆ­γε στόν Ὅ­σιο. Καί πρῶ­τα ὡ­μο­λό­γη­σε μέ θερ­μό­τη­τα καί πό­νο τῆς καρ­διᾶς του τό σφάλ­μα πού ἔ­κα­νε καί ἀ­φοῦ ἐ­ζή­τη­σε καί ἐ­πῆ­ρε τήν συγ­χώ­ρη­σι ἀ­πό τόν Ὅ­σιο, εἶ­πε στούς πα­ρευ­ρι­σκό­με­νους νά βγοῦν ἔ­ξω, καί συ­νο­μί­λη­σε μέ τόν Ὅ­σιο ἕ­ως τό βρά­δυ. Καί τό­σο θερ­μά καί ἀ­δελ­φι­κά συν­δέ­θη­κε μέ τόν Ἅ­γιο, ἔ­τσι ὥ­στε προ­σκολ­λή­θη­κε ἡ ψυ­χή του πί­σω του, γιά νά ­πῶ καί τά λό­για τοῦ Δα­βίδ, καί δέν ἤ­θε­λε νά μέ­νη χω­ρι­στά ἀ­πό τόν Ὅ­σιο οὔ­τε γιά λί­γη ὥ­ρα. Γι’ αὐ­τό καί σέ κά­θε ἀ­νάγ­κη πού εἶ­χε ὁ Ἅ­γιος τόν βο­η­θοῦ­σε μέ πο­λύ με­γά­λη προ­θυ­μί­α, καί στήν οἰ­κο­δό­μη­σι τοῦ Να­οῦ τῆς Ἁ­γί­ας Βαρ­βά­ρας, συ­νέ­βα­λε καί ­ξώ­δευ­σε. Καί ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε ὁ και­ρός τῆς ἐ­ξου­σί­ας του,  πῆ­γε στόν Ὅ­σιο καί ζη­τοῦ­σε τίς εὐ­χές του καί τόν πα­ρα­κα­λοῦ­σε νά μήν τόν ξε­χνᾶ. Ὁ δέ Ὅ­σιος τοῦ εἶ­πε, ὅ­τι πρός τό πα­ρόν δέν θά δῆ τήν Βα­σι­λεύ­ου­σα. Δι­ό­τι ὁ Θε­ός θέ­λει νά βρί­σκε­ται ἀ­κό­μη ὡς ἄρ­χον­τας τῶν δυ­τι­κῶν με­ρῶν. Τό ὁ­ποῖ­ο καί ἔ­γι­νε. Δι­ό­τι ξε­κι­νῶν­τας γιά τήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, ὅ­ταν ἔ­φθα­σε στήν Λά­ρι­σα, ἐ­πι­βε­βαι­ώ­θη­κε ἡ πρό­βλε­ψι τοῦ Ὁ­σί­ου καί γύ­ρι­σε πί­σω, δι­ό­τι ἔ­λα­βε γράμ­μα ἀ­πό τόν Βα­σι­λέ­α καί τόν δι­ώ­ρι­ζε ἄρ­χον­τα τοῦ Μο­ριᾶ.

Ὅ­λες οἱ προ­βλέ­ψεις τοῦ Ὁ­σί­ου, εἶ­ναι ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στες. Ἡ πρό­βλε­ψις ὅ­μως πού εἶ­πε γιά τήν Κρή­τη, εἶ­ναι σχε­δόν ἀ­πί­στευ­τη, πα­ρ’ ὅ­λο πού βγῆ­κε ἀ­λη­θέ­στα­τη. Διότι πρίν ἀ­πό εἴ­κο­σι χρό­νια, προ­εῖ­πε, ὅ­τι πρό­κει­ται νά ξε­σκλα­βω­θῆ καί σέ ποι­οῦ Βα­σι­λιᾶ τόν και­ρό. Για­τί εἶ­πε κα­θα­ρά ὅ­τι ὁ Βα­σι­λιάς Ρω­μα­νός πρό­κει­ται νά πά­ρη τήν Κρή­τη. Ἀλ­λά ἐ­πει­δή καί τό­τε ­βα­σί­λευ­ε ὁ γέ­ρων Ρω­μα­νός, ὁ ὁ­ποῖ­ος λε­γό­ταν καί Λε­κα­πη­νός, ὅ­ταν τά προ­εῖ­πε αὐ­τά ὁ Ὅ­σιος, τόν ­ρώ­τη­σε ἕ­νας, ἄν τυ­χόν εἶ­ναι αὐ­τός ὁ Ρω­μα­νός πού βα­σι­λεύ­ει τώ­ρα. Καί τοῦ εἶ­πε ὁ Ἅ­γιος ὅ­τι δέν εἶ­ναι αὐ­τός, ἀλ­λά ἄλ­λος Ρω­μα­νός, ὁ ἐγ­γο­νός δη­λα­δή τοῦ γέ­ρον­τος Ρω­μα­νοῦ.

Μί­α πλού­σια καί ὀ­νο­μα­στή γυ­ναί­κα ἀ­πό τήν Θή­βα ἔ­πε­σε σέ βα­ρύ­τα­τη ἀ­σθέ­νεια, καί ὁ ἄν­δρας της ξο­δεύ­ον­τας πολ­λά χρήματα στούς για­τρούς δέν μπό­ρε­σε νά ὠ­φε­λή­ση τήν ἀ­σθε­νῆ. Γι’ αὐ­τό ἡ στερ­νή τους ἐλ­πί­δα ἦ­ταν ὁ θεῖ­ος Λου­κᾶς. Ὁ ὁ­ποῖ­ος συμ­πο­νῶντας τόν ἄν­δρα της, πού λυ­πό­ταν καί τόν πα­ρα­κα­λοῦ­σε θερ­μά, ­φώ­να­ξε ἕ­ναν μα­θη­τή του πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν Παγ­κρά­τιος, καί τοῦ εἶ­πε× «Πά­ρε αὐ­τό τό ἀγ­γεῖ­ο γε­μᾶ­το λάδι καί πή­γαι­νε στήν ἀ­σθε­νῆ καί ἄ­λει­ψε ὅ­λο της τό σῶ­μα». Ὁ δέ Μο­να­χός, χω­ρίς νά δι­α­φω­νή­ση, ­πῆ­γε στήν γυ­ναῖ­κα. Τήν ἔ­χρι­σε ὁ Παγ­κρά­τιος ἀ­πό τήν κε­φα­λή ἕ­ως τά πό­δια, κα­θώς ἦ­ταν υἱ­ός ὑ­πα­κο­ῆς καί ὑ­πο­τασ­σό­με­νος στήν ἐν­το­λή τοῦ γέ­ρον­τός του. Καί σκέ­ψου τί καρ­πό ἔ­λα­βε ἀ­πό τήν ὑ­πα­κο­ή. Για­τί οὔ­τε μέ αἰ­σχρό λο­γι­σμό δι­ε­φθάρ­θη­κε ἀ­πό τό πι­ά­σι­μο τοῦ σώ­μα­τος τῆς γυ­ναι­κός. Σκέ­ψου δέ καί τήν δύ­να­μι τῆς πί­στε­ως ἐ­κεί­νων πού πα­ρα­κά­λε­σαν τόν Ὅ­σιο. Για­τί ἀ­μέ­σως μό­λις ­χρί­σθη­κε ἡ ἀ­σθε­νής ἔ­λα­βε τήν ὑ­γεί­α της καί δό­ξα­σε τόν Θε­ό.

Ἀ­φοῦ δέ ἔ­κα­νε ὁ Ὅ­σιος στό ὄ­ρος τοῦ Στει­ρί­ου ἑ­πτά χρό­νια, προ­έ­βλε­ψε ὅ­τι ἦ­ταν κον­τά τό τέ­λος του, ὅ­μως δέν τό ­φα­νέ­ρω­σε σέ κα­νέ­ναν. Ἀλ­λά ἀ­φοῦ βγῆ­κε ἀ­πό τό κελλί του, ­πῆ­γε σέ ὅ­λους τούς φί­λους καί γεί­το­νες καί τούς ἀ­πο­χαι­ρέ­τη­σε λέ­γον­τας× «Νά προ­σεύ­χε­σθε, ἀ­δελ­φοί, νά προ­σεύ­χε­σθε γιά χά­ρι μου. Δι­ό­τι δέν γνω­ρί­ζου­με ἄν τυ­χόν καί στό ἑ­ξῆς θά ­δοῦ­με ὁ ἕ­νας τόν ἄλ­λο». Ἔ­πει­τα γυ­ρί­ζον­τας στό κελλί του, ἔ­ζη­σε τρεῖς μῆ­νες. Καί στήν ἀρ­χή μέν ἀρ­ρώ­στη­σε ἀ­πό μί­α ἐ­λα­φριά ἀ­σθέ­νεια. Ὕ­στε­ρα ἀ­κο­λού­θη­σε σφο­δρό­τε­ρος ἐ­ρε­θι­σμός καί με­τά ἀ­πό ὀ­κτώ ἡ­μέ­ρες, κα­τά­λα­βαν ὅ­λοι, ὅ­τι πρό­κει­ται νά πά­η πρός τόν Θε­ό, τόν ὁ­ποῖ­ο ἀ­γά­πη­σε.

Καί μό­λις τό ἔ­μα­θαν αὐ­τό ὅ­λοι οἱ Χρι­στια­νοί, πού κα­τοι­κοῦ­σαν ἐ­κεῖ κον­τά στά πε­ρί­χω­ρα καί πα­ρ’ ὅ­λο πού ἦ­ταν χει­μῶ­νας καί ἔ­πε­σε χι­ό­νι τό­σο πο­λύ ὥ­στε ἔ­κλει­σαν οἱ δρό­μοι, ὅ­μως ἐ­κεί­νους δέν τούς ἐμπόδισε ἀπό τόν δρόμο τους κανένα ἀπό αὐτά, ἀλλά ἔτρεχαν ὅλοι στόν Ὅσιο ἀ­κού­γον­τας τήν γλυ­κύ­τα­τη φω­νή του, καί τά στερ­νά του λό­για καί δέν ἤ­θε­λαν νά χω­ρι­σθοῦν ἀ­πό κον­τά του. Τούς ἀ­πο­χαι­ρέ­τη­σε ὅ­λους καί τούς εὐ­χή­θη­κε κά­θε ἀ­γα­θό καί ἔ­τσι ἀ­να­χώ­ρη­σαν ἀ­να­στε­νά­ζον­τας βα­ριά. Τό­τε ὁ Ὅ­σιος ρω­τῶντας τόν πρε­σβύ­τε­ρο Γρη­γό­ριο, πού πα­ρα­στε­κό­ταν σ’ αὐ­τόν, τί ὥ­ρα εἶ­ναι, καί ἀ­κού­γον­τας, ὅ­τι εἶ­ναι κον­τά νά βα­σι­λεύ­ση ὁ ἥ­λιος, κα­τά­λα­βε ὅ­τι καί αὐ­τός ἐ­πρό­κει­το νά βα­σι­λεύ­ση σάν λαμ­πρός ἀ­στέ­ρας, καί λέ­ει στόν Γρη­γό­ριο νά δι­α­βά­ση γρή­γο­ρα τόν ἑ­σπε­ρι­νό. Καί με­τά τόν ἑ­σπε­ρι­νό τόν ­ρώ­τη­σε ὁ Γρη­γό­ριος, ποῦ θέ­λει νά τόν ἐν­τα­φιά­σουν. Καί ὁ Ὅ­σιος τοῦ λέ­ει× «Δέν ντρέ­πε­σαι νά μέ ρω­τᾶς γι’ αὐ­τό τί νά κά­μης; Καί δέν γνω­ρί­ζεις, ὅ­τι πρέ­πει νά μέ δέ­σης μέ σχοι­νί ἀ­πό τά πό­δια, καί νά μέ ρί­ξης σέ κα­νέ­να λαγ­κά­δι, γιά νά μέ φᾶ­νε τά θη­ρί­α;». Ἀλ­λά ὁ Γρη­γό­ριος χω­ρίς νά φο­βη­θῆ, τόν πα­ρα­κα­λοῦ­σε θερ­μά καί μέ δά­κρυ­α, ποῦ θέ­λει νά τόν ἐν­τα­φιά­σουν; Ἐ­πει­δή δέν ἤ­θε­λε νά κά­μη τί­πο­τε χω­ρίς τήν γνώ­μη του. Τό­τε τοῦ εἶ­πε ὁ Ὅ­σιος× «Στόν τό­πο αὐ­τό, πού κεί­το­μαι, σκά­ψε, καί θά βρῆς τοῦ­βλα, καί ἀ­φοῦ τά ση­κώ­σης, ἀ­πό­δω­σε τό χῶ­μα στό χῶ­μα καί θά­ψε με. Ἔ­πει­τα βά­λε ἀ­πό πά­νω πά­λι τά τοῦ­βλα. Δι­ό­τι ὁ Θε­ός, γιά ἁ­μαρ­τί­ες πού αὐ­τός γνω­ρί­ζει, πρό­κει­ται νά δο­ξά­ση τόν τό­πο αὐ­τό, ἕ­ως τήν συν­τέ­λεια τοῦ Κό­σμου τού­του, καί νά συγ­κεν­τρώ­νε­ται ἐ­δῶ πλῆ­θος Χρι­στια­νῶν, νά δο­ξά­ζουν τό ὄ­νο­μά του τό Ἅ­γιο».

Ἀ­φοῦ τά εἶ­πε αὐ­τά καί ἀ­φοῦ ἀ­σπά­σθη­κε τόν πρε­σβύ­τε­ρο καί αὐ­τούς πού ἦ­ταν μα­ζί του, ὕ­ψω­σε τά μά­τια καί λέ­γον­τας× «Στά χέ­ρια σου Κύ­ρι­ε πα­ρα­θέ­τω τό πνεῦ­μα μου», πα­ρέ­δω­σε τήν μα­κα­ρί­α του ψυ­χή. Καί τό πρω­ί ὁ Γρη­γό­ριος, ἀ­φοῦ κά­λε­σε τούς κον­το­χω­ρια­νούς Χρι­στια­νούς καί ἀ­φοῦ ἔ­σκα­ψε τόν τό­πο καί τόν καλ­λώ­πι­σε ὅ­σο μπο­ροῦ­σε καί ἀ­φοῦ δι­ά­βα­σε τά συ­νη­θι­σμέ­να ἐ­πι­τά­φια, ἐν­τα­φί­α­σε τό ἱ­ε­ρό λεί­ψα­νο, ὄ­χι γιά νά μέ­νη ἐ­κεῖ ὡς κρυμ­μέ­νος θη­σαυ­ρός μό­νο, ἀλ­λά γιά νά εἶ­ναι γιά ὅ­λους αὐ­τούς πού ἀ­γα­ποῦν τόν Χρι­στό κοι­νή ἀ­πό­λαυ­σις. Ἔ­πει­τα κα­τέ­στρω­σε ἐ­πά­νω στόν τά­φο τά τοῦ­βλα καί τόν ἄ­φη­σε.

Καί ἀ­φοῦ πέ­ρα­σαν ἕ­ξι μῆ­νες, ἕ­νας Μο­να­χός εὐ­νοῦ­χος, πού κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν χώ­ρα τῶν Πα­φλα­γό­νων καί ὠ­νο­μα­ζό­ταν Κο­σμᾶς, θέ­λον­τας νά πά­η στήν Φραγ­κιά, πέ­ρα­σε ἀ­πό τά μέ­ρη ἐ­κεῖ­να, καί ἀ­φοῦ ­στά­θη­κε ἐ­κεῖ γιά νά ξε­κου­ρα­σθῆ λί­γο, εἶ­δε στόν ὕ­πνο του ἕ­να ὅ­ρα­μα, τό ὁ­ποῖ­ο ἀ­φοῦ τό δι­η­γή­θη­κε στούς ντό­πιους, ἄ­κου­σε ἀ­πό αὐ­τούς, ὅ­τι ἐ­κεῖ ἦ­ταν θέ­λη­μα Θε­οῦ νά μεί­νη, καί γι’ αὐ­τό οἰ­κο­νό­μη­σε ὁ Θε­ός νά πε­ρά­ση ἀ­πό ἐ­κεῖ. Ὁ δέ Μο­να­χός, χω­ρίς νά δι­στά­ση κα­θό­λου, πῆ­γε στό κελλί τοῦ Ὁ­σί­ου σάν νά τόν τρα­βοῦ­σε ἕ­να χέ­ρι καί βλέ­πον­τας τήν ἡ­συ­χί­α καί τήν ὀ­μορ­φιά τοῦ τό­που, ὑ­πο­σχέ­θη­κε στόν Θε­ό νά κα­τοι­κή­ση ἐ­κεῖ. Καί ἀ­μέ­σως ἄρ­χι­σε νά φρον­τί­ζη τόν τά­φο τοῦ Ὁ­σί­ου. Ὕ­στε­ρα ἀ­πό δύ­ο χρό­νια με­ρι­κοί μα­θη­τές τοῦ Ὁ­σί­ου, ἐ­πει­δή ἔ­βλε­παν τά θαύ­μα­τα πού ἀ­νέ­βλυ­ζαν ἀ­πό τόν τά­φο τοῦ Ὁ­σί­ου κα­θη­με­ρι­νά καί ἐ­πει­δή ἔ­κρι­ναν πώς δέν εἶ­ναι κα­λά παι­διά, κα­λοῦ Πα­τρός, ἄν τυ­χόν καί δέν ἀ­πο­δώ­σουν σ’ αὐ­τόν καί με­τά τό τέ­λος τό χρέ­ος πού πρέ­πει στόν πνευ­μα­τι­κό τους Πα­τέ­ρα, προ­θυ­μο­ποι­οῦν­ται νά οἰ­κο­δο­μή­σουν να­ό καί κελλιά. Καί πρῶτα μέν τε­λει­ώ­νουν τήν Ἐκ­κλη­σί­α τῆς Ἁ­γί­ας Βαρ­βά­ρας, πού ἦ­ταν ἀ­τε­λεί­ω­τη. Ἔ­πει­τα ἔ­κτι­σαν καί σπί­τια ἀρ­κε­τά καί ἀ­νά­λο­γα πρός τήν ἀ­νάγ­κη τῆς κοι­νό­τη­τος καί γιά τήν ὑ­πο­δο­χή τῶν ξέ­νων. Καί με­τά ἀ­πό αὐ­τά με­τέ­βα­λαν τό κε­λλί, στό ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν ὁ τά­φος τοῦ Ὁ­σί­ου, σέ ἄλ­λο σχῆ­μα καί μορ­φή καί τό κα­τα­σκεύ­α­σαν ὡς εὐ­κτή­ριο ὡ­ραι­ό­τα­το σέ σχῆ­μα Σταυ­ροῦ, ἔ­τσι ὥ­στε ἐκ­πλη­ρώ­θη­κε ὅ­λη ἡ πρό­βλε­ψις τοῦ Ὁ­σί­ου, πού εἶ­πε γιά τόν τό­πο ἐ­κεῖ­νο καί γιά τούς Χρι­στια­νούς πού προ­στρέ­χουν σ’ αὐ­τόν, γιά τά θαύ­μα­τα πού γί­νον­ται κά­θε ἡ­μέ­ρα, ἀ­πό τά ὁ­ποῖ­α πρέ­πει νά δι­η­γη­θοῦ­με λί­γα γιά τήν δό­ξα τοῦ Θε­οῦ καί τοῦ Ὁ­σί­ου.

Μί­α γυ­ναίκα εἶ­χε ἀ­κί­νη­τα καί πα­ρά­λυ­τα τά χέ­ρια καί τά πό­δια της. Καί ἀ­κό­μη πιό βα­ρύ γι’ αὐ­τή ἦ­ταν, τό ὅ­τι ὁ υἱ­ός της ἦ­ταν δαι­μο­νι­σμέ­νος. Λοι­πόν ἐ­πει­δή τήν  συμ­πο­νοῦ­σαν οἱ συγ­γε­νεῖς της, τήν ­φόρ­τω­σαν ἐ­πά­νω σε ἕ­να ζῷ­ο, καί τήν με­τέ­φε­ραν στόν τά­φο τοῦ Ὁ­σί­ου, καί ἀ­φή­νον­τάς την ἐ­κεῖ μα­ζί μέ τόν υἱ­ό της, ἀ­να­χώ­ρη­σαν. Ἀλ­λά τήν πα­ρέ­βλε­ψε ὁ Ὅ­σιος, καί τήν ἄ­φη­σε ἀ­γι­ά­τρευ­τη γιά πο­λύ και­ρό. Ὁ­πό­τε ἀ­πό­κα­με ἡ γυ­ναῖ­κα ἀ­πό τήν πο­λυ­και­ρί­α καί ἀ­πελ­πί­σθη­κε καί ἤ­θε­λε νά ἀ­να­χω­ρή­ση. Ἀλ­λά ὤ τῆς ἀ­νεκ­δι­η­γή­του σου χρη­στό­τη­τος Κύ­ρι­ε! ἐ­πει­δή πρό ὀ­λί­γου, εἶ­χε ἀ­να­βλύ­σει ἀ­πό τόν τά­φο τοῦ Ὁ­σί­ου εὐ­ω­δια­στό μύ­ρο, ἀ­φοῦ τό ­πῆ­ρε ὁ νε­ω­κό­ρος τό ἔ­βα­λε σέ μί­α καν­δή­λα καί τήν κρέ­μα­σε ἐ­πά­νω στόν τά­φο τοῦ Ὁ­σί­ου. Ὁ δέ υἱ­ός τῆς πα­ράλυτης, πα­ρα­φυ­λῶντας κά­ποι­α στιγ­μή, πού δέν ἦ­ταν ἐ­κεῖ κα­νείς ἄλ­λος, πα­ρά μό­νο ἡ μη­τέ­ρα του, τῆς λέ­ει× «Ἐ­γώ θέ­λω νά πι­ῶ τό μύ­ρο, πού εἶ­ναι στήν κανδήλα». Ἐκείνη τόν ἐμπόδιζε λέγοντας× «Μή παιδί μου, διότι ὁ καντηλανάφτης εἶναι ὀξύθυμος, θά μᾶς δι­ώ­ξη ἀ­πό ἐ­δῶ». Ἀλ­λά ἐ­κεῖ­νος λέ­γει πά­λι× «Ἐ­γώ θέ­λω νά τό πι­ῶ». Καί ἀ­μέ­σως ση­κώ­νε­ται καί παίρ­νον­τας τήν καν­δή­λα, πί­νει τό μύ­ρο. Καί ἀ­μέ­σως πέ­φτει καί κυ­λι­έ­ται καί ἀ­φρί­ζει. Ἡ δέ μη­τέ­ρα του, ὅ­ταν τόν εἶ­δε, ­λυ­πή­θη­κε πο­λύ καί θέ­λον­τας νά τόν βο­η­θή­ση, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος! ἔ­τρε­ξε μέ τά πό­δια της καί σή­κω­σε μέ τά χέ­ρια της τόν υἱ­ό της, ὁ ὁ­ποῖ­ος ση­κώ­θη­κε ἤ­ρε­μος καί ἐ­λεύ­θε­ρος ἀ­πό τήν ἐ­νέρ­γεια τοῦ δαί­μο­να. Γι’ αὐ­τό κα­θώς ­θαύ­μα­σε ἡ γυ­ναί­κα μέ αὐ­τή τήν δι­πλῆ θαυ­μα­τουρ­γί­α, ­δό­ξα­ζε τόν Θε­ό καί τόν Ὅ­σιο καί ­κή­ρυτ­τε σέ ὅ­λους αὐ­τό τό δι­πλό θαῦ­μα τοῦ Ἁ­γί­ου.

Καί κά­ποι­ος πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν Νι­κό­λα­ος, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­πα­σχε ἀ­πό τό ἀ­θε­ρά­πευ­το πά­θος τῆς κα­κο­ποί­η­σης, ἦ­ταν πλη­γω­μέ­νος ἀ­πό τήν κε­φα­λή ἕ­ως τά πό­δια καί ἔ­τρε­χε ἀ­πό τίς πλη­γές τοῦ βρώ­μι­κο πύ­ον. Προ­στρέ­χει στόν ἱ­ε­ρό τά­φο τοῦ Ὁ­σί­ου μέ πί­στι καί με­τα­χει­ρί­ζε­ται ὡς ἰ­α­τρι­κό τό λά­δι τῆς καν­δή­λας τοῦ Ἁ­γί­ου καί τήν ὑ­γρα­σί­α τοῦ τά­φου του. Καί μί­α ἡ­μέ­ρα πού κα­θό­ταν κον­τά στήν στέρ­να, ἡ ὁ­ποί­α ἦ­ταν γε­μά­τη ἀ­πό τό θεῖ­ο του μύ­ρο, χω­ρίς νά θέ­λη, ὄ­χι ὅ­μως καί χω­ρίς θεί­α βού­λη­σι. ἔπεσε μέσα. Καί ἀ­μέ­σως μό­λις ἔ­πε­σε, ὤ καί ποι­ός νά μήν χα­ρῆ; Ἤ ποι­ός νά μήν θαυ­μά­ση τό και­νούρ­γιο αὐ­τό θαῦ­μα! ἀ­μέ­σως ἐ­λευ­θε­ρώ­θη­κε καί κα­θα­ρί­σθη­κε ἀ­πό τό πά­θος τῆς κα­κο­ποί­η­σης μέ τό­ση εὐ­κο­λί­α, σάν νά εἶ­χε κα­θα­ρι­σθῆ ἀ­πό βρω­μιά τοῦ σώ­μα­τος.

Καί ἄλ­λος, πού ἔ­πα­σχε ἀ­πό δαι­μό­νιο γιά πολ­λά χρό­νια, πῆ­γε στόν τά­φο τοῦ Ὁ­σί­ου καί ἔ­μει­νε δί­πλα του γιά  πολ­λές ἡ­μέ­ρες. Βλέ­πον­τας ὅ­μως, ὅ­τι ὁ Ἅ­γιος κα­θυ­στε­ροῦ­σε νά τοῦ δώ­ση τήν για­τρειά, τί σκέ­φθη­κε ὁ θε­ο­σε­βής καί φι­λό­θε­ος; Γύ­ρι­σε στό σπί­τι του, ὅ­μως δέν ἀ­πελ­πί­σθη­κε ἀ­πό τήν για­τρειά του, ἀλ­λά πά­λι ­πή­γαι­νε συ­χνά καί πα­ρα­κα­λοῦ­σε τόν Ὅ­σιο. Καί μί­α φο­ρά πού πῆ­γε καί πα­ρα­κά­λε­σε τόν Ὅ­σιο μα­ζί μέ τούς Πα­τέ­ρες τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ, τοῦ ἐμ­φα­νί­σθη­κε ὁ Ἅ­γιος καί κα­λῶντας τον μέ τό ὄ­νο­μά του τοῦ λέ­ει «Ἄ­νοι­ξε τό στό­μα σου». Καί ἀ­φοῦ τό ἄ­νοι­ξε ἐ­κεῖ­νος, φύ­ση­ξε ὁ Ἅ­γιος μέ­σα σ’ αὐ­τό, καί τοῦ εἶ­πε× «Πή­γαι­νε ὑ­γι­ής, καί δι­η­γή­σου σέ ὅ­λους τά θαυ­μά­σια του Θε­οῦ». Καί ξυ­πνῶντας ὁ ἀ­σθε­νής, εἶ­δε ὅ­τι τό ὅ­ρα­μα ἦ­ταν ἀ­λη­θι­νό καί ἐ­λευ­θε­ρώ­θη­κε ἀ­πό τό δαι­μό­νιο, καί δι­η­γού­με­νος σέ ὅ­λους τό θαῦ­μα, τούς πα­ρα­κι­νοῦ­σε νά δο­ξά­ζουν τόν Θε­ό καί τόν δοῦ­λο του.

Ἀλ­λά καί ἕ­νας ἄλ­λος φι­λό­χρι­στος ἦ­ταν τυ­φλός καί ἀ­πό τά δύ­ο μά­τια καί κα­τέ­φυ­γε στόν Ἅ­γιο καί μπαί­νον­τας μέ­σα στόν Να­ό του, τόν πα­ρα­κά­λε­σε θερ­μά λέ­γον­τας× «Δι­ά­λυ­σε τό σκο­τά­δι τῶν μα­τι­ῶν μου, Ἅ­γι­ε τοῦ Θε­οῦ, ἐ­σύ πού εἶ­σαι ὁ πα­ρα­στά­της καί ὁ κλη­ρο­νό­μος τοῦ ἀ­λη­θι­νοῦ φω­τός. Λύ­τρω­σέ με ἀ­πό αὐ­τή τήν σκο­τει­νή νύ­χτα, γιά νά ἰ­δῶ τήν Ἁ­γί­α εἰ­κό­να σου καί τόν ἱ­ε­ρό σου τά­φο καί γιά νά ἀ­πο­λαύ­σω τήν ὡ­ραι­ό­τη­τα τοῦ θεί­ου σου οἴ­κου καί νά γε­μί­ση ἀ­πό χα­ρά τό στό­μα μου». Ἀλ­λά κα­θώς πα­ρα­κα­λοῦ­σε μέ αὐ­τόν τόν τρό­πο τόν Ἅ­γιο καί δέν ἐ­λάμ­βα­νε ἀ­μέ­σως τήν θε­ρα­πεί­α ὀ­λι­γο­ψύ­χη­σε καί ξε­κί­νη­σε νά πά­η στήν κα­τοι­κί­α του. Ὁ θεῖ­ος ὅ­μως Λου­κᾶς δέν τόν πα­ρέ­βλε­ψε, ἀλ­λά στόν δρό­μο, πού ­πή­γαι­νε, τοῦ ­χά­ρι­σε τό φῶς τῶν μα­τι­ῶν του. Ὡ­στό­σο δέν τοῦ ἔ­δω­σε ἀ­μέ­σως ὅ­λο τό φῶς, ἀλ­λά λί­γο-λί­γο γι­νό­ταν κα­θα­ρό­τε­ρο τό φῶς καί τό σκο­τά­δι χα­νό­ταν. Γι’ αὐ­τό καί στήν ἀρ­χή δέν πί­στευ­ε πώς εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νό τό πρᾶγ­μα. Ἀλ­λά ὕ­στε­ρα, πού ἔ­βλε­πε κα­θα­ρά ὅ­λα, ὅπως καί οἱ ἄλλοι, γέ­μι­σε ὅ­λος ἀ­πό χα­ρά μα­ζί καί θαυ­μα­σμό καί εὐ­χα­ρι­στοῦ­σε πο­λύ τόν Θε­ό καί τόν Ὅ­σιο.

Ἀλ­λά ὅ­πως εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον νά με­τρή­ση κα­νείς τήν ἄμ­μο τῆς θα­λάσ­σης, ἔ­τσι εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το καί νά δι­η­γη­θῆ μέ ἀ­κρί­βεια τά ἀ­μέ­τρη­τα θαύ­μα­τα τοῦ Ὁ­σί­ου, ὁ ὁ­ποῖ­ος οὔ­τε ἕ­ως τώ­ρα παύ­ει νά ἐ­νερ­γῆ τέ­τοι­α θαύ­μα­τα. Γι’ αὐ­τό ἀ­πό τά πολ­λά, εἴ­πα­με κά­ποι­α λί­γα θαύ­μα­τα, πρός ἀ­πό­δει­ξι τῆς ἁ­γι­ό­τη­τος καί τῆς παρ­ρη­σί­ας τοῦ Ἁ­γί­ου πού ἔ­χει πρός τόν Θε­ό. Τά μέν λοι­πόν χρό­νια ὅ­λα τῆς ζω­ῆς τοῦ θεί­ου Λου­κᾶ ἦ­ταν πε­νῆν­τα ἕ­ξι. Δι­ό­τι στά δε­κα­τέσ­σε­ρά του χρό­νια, ἀ­να­χώ­ρη­σε ἀ­πό τόν Κό­σμο καί ἔ­γι­νε Μο­να­χός. Δι­έ­μει­νε καί στό ὄ­ρος Ἰ­ω­άν­νι­τρα πρῶ­τα γιά ἑ­πτά χρό­νια, καί ὕ­στε­ρα, ἀ­φοῦ ἐ­πέ­στρε­ψε ἀ­πό τόν Μο­ριά, δώ­δε­κα. Ὑ­πη­ρέ­τη­σε καί τόν στυ­λί­τη τῆς Ζε­με­νᾶς δέ­κα χρό­νια. Πέ­ρα­σε καί στόν Κά­λα­μο τρί­α. Στό νη­σί ἄλ­λα τρί­α καί ἑ­πτά στό Στεί­ριο Ὄ­ρος. Ἔ­λα­βε δέ τέ­λος τῆς πρό­σκαι­ρης αὐ­τῆς ζω­ῆς, στίς ἑ­πτά τοῦ Φε­βρου­α­ρί­ου μη­νός, καί ἔ­φυ­γε πρός τόν πο­θού­με­νο Θε­ό. Στόν ὁ­ποῖ­ο ἀ­νή­κει ἡ δό­ξα καί τό κρά­τος στούς αἰ­ῶ­νες τῶν αἰ­ώ­νων. Ἀ­μήν



[1] Τοῦ Ἁγίου αὐτοῦ Παρθενίου τήν Ἀκολουθία, συμπλήρωσε ἡ προσωπική μου ἀδυναμία, προσθέτοντας καί νέο Κανόνα. Ὁ δέ ἑλληνικός  του Βίος σῴζεται στόν Πανηγυρικό της Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Βατοπαιδίου καί στήν Μονή τῶν Ἰβήρων, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Τά κατά τόν μέγαν Παρθένιον».

 

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης