Τῷ αὐτῷ μηνί B΄, ἡ Ὑπαπαντή τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅτε ἐδέξατο αὐτόν εἰς τάς ἀγκάλας αὐτοῦ ὁ δίκαιος Συμεών[1].
Ὅταν πέρασαν σαράντα ἡμέρες ἀπό τήν σωτήρια ἐνανθρώπησι τοῦ Κυρίου καί τήν Γέννησί του ἀπό τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο χωρίς ἄνδρα, προσεφέρθη ὁ Κύριος στό ἱερό κατά τήν σημερινή ἡμέρα ἀπό τήν Παναγία Μητέρα του καί τόν δίκαιο Ἰωσήφ, τόν μνήστορα τῆς Θεοτόκου, σύφωνα μέ τήν διάταξι τοῦ σκιώδους καί παλαιοῦ Νόμου. Τότε λοιπόν καί ὁ γέροντας Συμεών, στόν ὁποῖο εἶχε ἀποκαλυφθῆ νά μήν ἰδῆ θάνατο πρό τοῦ νά ἰδῆ τόν Χριστό Κυρίου· τότε, λέω, Αὐτός δέχθηκε τόν Κύριο στίς ἀγκάλες του καί εὐχαριστῶντας τόν Θεό, ἀνεφώνησε· «Νῦν ἀπολύεις τόν δοῦλον σου Δέσποτα[2] κατά τό ρῆμα σου[3] ἐν εἰρήνῃ»[4]. Καί ὕστερα ἀπό αὐτό μέ χαρά ἀπολύθηκε ἀπό τήν παροῦσα ζωή, καί, ἀντί γιά αὐτά τά πρόσκαιρα καί ἐπίγεια, ἔλαβε τά οὐράνια καί αἰώνια.
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Ἀγαθοδώρου.
Αὐτός ὁ Ἅγιος Ἀγαθόδωρος, ἐπειδή ὡμολόγησε τόν Χριστό Θεό ἀληθινό, γιά τόν λόγο αὐτόν ὡδηγήθηκε στόν ἄρχοντα τῆς πόλεως τῶν Τυάνων πού βρίσκεται στήν Καππαδοκία, ἡ ὁποία ἀπό τούς Τούρκους τώρα ὀνομάζεται Νίδρα ἤ Νίγδελι. Καί ἀρχικά τόν κατεξέσχισαν, ἔπειτα τόν ἔβαλαν ἐπάνω σε μία σκάρα πυρακτωμένη. Μετά ἀπό αὐτά τοῦ ἔκοψα τήν γλῶσσα, καί μέ τανάλια τοῦ εὔγαλαν τά δόντια καί μέ ξυράφι ἔγδαραν τό δέρμα του. Κατόπιν ἔσπασαν τά σκέλη του καί μέ κοντάρι τρύπησαν τά πλευρά του. Ὕστερα τρύπησαν τά μηνίγγια του μέ πυρακτωμένα σουβλιά. Ἔτσι μέ αὐτά τά πολύμορφα βάσανα τελείωσε τήν ζωή ὁ ἀοίδιμος καί ἔλαβε ἀπό τόν Κύριο τόν ἁμαράντινο στέφανο.
Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Ἰορδάνης ὁ Τραπεζούντιος, ὁ μαρτυρήσας ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐν ἔτει 1650[5], ξίφει τελειοῦται.
Αὐτός ὁ εὐλογημένος ἦταν ἀπό τήν Τραπεζοῦντα, κατασκευαστής καζανιῶν στό ἐπάγγελμα, παντρεμένος στόν Γαλατᾶ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, σαράντα χρονῶν. Καί μία ἡμέρα κατά τήν ἑορτή τῶν Εἰσοδίων τῆς Παναγίας, ξεφάντωναν μαζί μέ κάποιους Ἀγαρηνούς συμπατριῶτες καί συντεχνίτες του. Καί ἔπαιζαν καί παιγνίδι στό ἐργαστήρι του, στόν Σουλτᾶν μπαγιαζήτη.Ἕνας δέ ἀπό αὐτούς, εἶπε χλευάζοντας στά Ρωμαίϊκά· «Ἅγιε Νικόλαε ψωριάρη, βοήθησέ με νά νικήσω». Τοῦ ἀποκρίθηκε καί ὁ Ἰορδάνης χλευάζοθντας ὁμοίως τόν προφήτη τους. Καί τότε μέν ὡς συμπαίζοντας καί ξεφαντώνοντας, ἀναχώρησαν γιά τά κονάκια τους. Κι ἀμέσως ἕνας ἀπό αὐτούς, πῆγε καί ἔβγαλε τέτοιο φετουφά, ὅτι ὅποιος βρίσει τόν προφήτη τους, πρέπει νά θανατώνεται. Μόλις τό ἔμαθε αὐτό ὁ Ἰορδάνης, κρύφθηκε σέ κάποιον μεγάλο Ἀγαρηνό. Οἱ δέ Τοῦρκοι ἔβγαλαν πάλι φετουφά, ὅτι ὅποιος Τοῦρκος κρύψει Χριστιανό βλάσφημο πρός τόν προφήτη μας καί αὐτός Ρωμαῖος εἶναι, γι’ αὐτό πηγαίνοντας στόν Βεζύρη μέ προσταγή ἐκείνου τόν ἔφεραν καί μαρτύρησαν ἐναντίον του, πώς ὕβρισε τόν προφήτη τους. Τοῦ λέει ὁ Βεζύρης· «Ἄνθρωπε,σύμφωνα μέ τήν μαρτυρία αὐτῶν ἤ ἡ κεφαλή σου πρέπει νά κοπῆ ἤ Τοῦρκος πρέπει νά γίνης. Καί ἄν γίνης Τοῦρκος θά σέ τιμήσω ἰδιαιτέρως». (Διότι τόν ἐγνώριζε ἀπό πρῶτα). Ὁ δέ Μακάριος Ἰορδάνης μέ δυνατή φωνή φώναξε δυνατά. «Δέν ἀρνοῦμαι τόν γλυκύτατό μου Ἰησοῦ Χριστό, ἀλλά αὐτόν πιστεύω καί ὁμολογῶ ὡς Θεό ἀληθινό. Τοῦτο μόνο ζητῶ ἀπό τήν ἐξουσία σου. Τό νά μοῦ δώσης ἄδεια,νά πάω στό ἐργαστήρι μου γιά νά δώσω λογαριασμό, ἐκεῖ ὅπου ἔχω νά δώσω καί νά λάβω καί τότε ἄς γίνη τό θέλημά σου». Τότε ὁ Βεζύρης πρόσταξε τόν ἔπαρχο νά τόν πάη στό ἐργαστήρι του, σύμφωνα μέ τό αἴτημά του, καί ὕστερα νά τόν ἀποκεφαλίσουν. Καί πηγαίνοντας ἔδωσε λογαριασμό στούς συντρόφους του, καί δίνοντας καί λαμβάνοντας ἀπό τούς Χριστιανούς τήν τελευταία συγχώρησι, παράγγειλε νά δώσουν ἀπό τά πράγματά του σέ Ἐκκλησίες καί Μοναστήρια καί ὀρφανά γιά τήν ψυχή του. Καί ὕστερα τόν πῆγαν νά τόν ἀποκεφαλίσουν. Καί ἔτρεχε στόν δρόμο χαρούμενος, ὅπως τό διψασμένο περαστικό ἐλάφι, πρός τίς πηγές τῶν νερῶν καί εὐχαριστοῦσε τό Θεό, πού ἀξιώθηκε τοῦ Μαρτυρίου καί ἔπαιρνε συγχώρησι ἀπό μικρούς καί μεγάλους, ὅσους συναντοῦσε στόν δρόμο. Καί ἦταν θαῦμα νά τόν βλέπη κανείς, διότι οὔτε φοβήθηκε, οὔτε δείλιασε, οὔτε ἡ ὄψις του ἄλλαξε, ἀλλά περπατοῦσε χαρούμενος. Καί μόλις ἔφθασε στόν τόπο, ὁ ὁποῖος ὀνομάζεται Κουτζούκ καραμάνι, ἐκεῖ τόν γονάτισε ὁ τζελάτης, γιά νά τόν ἀποκεφαλίση. Καί νά, ἔφθασε ἕνας τζαούσης τοῦ Βεζύρη καί εἶπε στόν Μάρτυρα μυστικῶς. Αὐτά σοῦ παραγγέλνει ὁ Βεζύρης× «Λυπήσου τήν ζωή σου, καί πές μόνο στά λόγια στά φανερά πώς θά τουρκέψης, ἔπειτα πήγαινε, ὅπου θέλεις νά ζῆς Χριστιανικά». Καί ὁ Μάρτυρας τοῦ ἀποκρίθηκε· «Εὐχαριστῶ μέν τόν Βεζύρη, ἀλλά αὐτό δέν θέλω νά τό κάνη ποτέ». Καί ἔτσι ἔγειρε τό κεφάλι ὁ Μακάριος καί τοῦ τό ἔκοψε ὁ τζελάτης. Καί τήν νύχτα ἐκείνη πῆγαν οἱ συγγενεῖς καί φίλοι του καί ἔδωσαν χρήματα στόν ἔπαρχο καί σήκωσαν τό λείψανό του καί τό ἐνταφίασαν, στό λεγόμενο Μπέγιογλου, εὐλαβῶς καί ἐντίμως. Πρός δόξα τοῦ Πατρός, τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀμήν.
(Νέον Μαρτυρολόγιον, σελ. 27-29)
Ὁ Ἅγιος νέος Ὁσιομάρτυς Γαβριήλ, ὁ μαρτυρήσας ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐν ἔτει 1676, ξίφει τελειοῦται[6].
Αὐτός ὁ Ἀγγελώνυμος Μάρτυς Γαβριήλ ἦταν ἀπό τήν περιοχή, πού λεγόταν Ἀλλώμη, τῆς ἐπαρχίας Προικονήσου.Ἔγινε δέ Μοναχός σέ νεαρά ἡλικία καί ζῶντας μέ σωφροσύνη καί πορευόμενος ἐναρέτως, ἐξεδήλωσε κλίση καί πόθο Μαρτυρικοῦ στεφάνου. Γι’αὐτό ἐρχόμενος στήν Βασιλεύουσα, ἔγινε κράχτης τῆς μεγάλης Ἐκκλησίας. Καθώς πλησίαζε ἡ ἁγία Τεσσαρακοστή, σκεφτόταν μόνος του, μέ ποιόν τρόπο νά τύχη τοῦ ποθουμένου Μαρτυρίου καί ξενυχτῶντας καί ἀγρυπνῶντας μέσα στόν Πατριαρχικό ναό, ἐπεκαλεῖτο τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, τόν ὁποῖο μέ ὅλη του τήν ψυχή καί τήν καρδιά ἀπό μικρός ποθοῦσε, γιά νά τόν φωτίση τόν τρόπο.
Ἀφοῦ μετέλαβε λοιπόν τῶν ἀχράντων μυστηρίων μία τῶν ἡμερῶν, βγῆκε ἔξω στόν δρόμο σκεπτόμενος καί περιφερόταν ἐδῶ καί ἐκεῖ, ὅπως ἀκριβῶς ἡ νύφη τοῦ ἄσματος, μήπως καί βρῆ αὐτό, πού ποθοῦσε, τόν νοητό νυμφίο, τόν Χριστό. Καί ὅταν τόν συνάντησε ἕνας Ἀγαρηνός, σύμφωνα μέ τήν συνηθισμένη τους θρασύτητα, ἔσπρωξε τόν μάρτυρα, διότι τάχα δέν παραμέρισε ἀπό τόν δρόμο, γιά νά τοῦ κάνη τόπο νά περάση. Ὁ δέ Μάρτυς τόν ἀντέσπρωξε καί τοῦ ὕβρισε τήν θρησκεία. Καί οἱ Ἀγαρηνοί, πού ἦταν παρόντες ἐκεῖ, μόλις ἄκουσαν τίς ὕβρεις τοῦ Μάρτυρος καί τίς φωνές τοῦ ὁμοπίστου τους, πού τούς καλοῦσε σέ ἐκδίκησι, ἔτρεξαν κατεπάνω στόν Μάρτυρα καί πιάνοντάς τον καί δέρνοντάς τον καί σπρώχνοντας ἀνηλεῶς, τόν ἔφεραν μπροστά στόν δικαστή. Καί ὁ μέν ἕνας Ἀγαρηνός φώναζε καί ζητοῦσε καταδίκη τοῦ Μάρτυρος, διότι ἔβρισε τήν πίστι τους, ἐνῷ οἱ ὑπόλοιποι μαρτυροῦσαν ὅτι εἶχαν ὑποφέρει. Καί ὁ δικαστής πρόσταξε νά βάλλουν τόν Μάρτυρα στήν φυλακή, δίνοντας καί τό ἔγγραφο τῆς καταδίκης του. Ἀμέσως βγάζοντάς τον ἀπό τήν φυλακή, τόν ἔφεραν μπροστά στόν καϊμακάμη (διότι ὁ Βασιλιάς ἦταν τότε μέ τόν Βεζύρη στήν Ἀδριανούπολι). Καί ἔδειξαν σ’ αὐτόν τό γράμμα τοῦ δικαστῆ. Ὁ δέ καϊμακάμης τόν ρώτησε ἄν ἴσως καί εἶναι ἀληθινά τά γραφόμενα, καί λεγόμενα ἐναντίον του; Καί ὁ Μάρτυρας ἔλεγε, ναί, ἀληθινά εἶναι. Τότε τοῦ λέει ὁ καϊμακάμης· «Ἄφησε ἄνθρωπε τήν πίστι αὐτή καί ἔλα στήν δική μας. Δέν βλέπεις πόση δόξα καί τί Βασίλειο ἔχει ἡ θρησκεία τοῦ Μωάμεθ;». Ὁ δέ Μάρτυρας ἀποκρίθηκε· «Ἄς μήν μοῦ συμβῆ νά φθάσω σέ τόση τρέλλα καί ἀγνωμοσύνη, ὥστε νά πῶ ἀδύνατο ἄνθρωπο τόν Κύριό μου Ἰησοῦ Χριστό, τόν ἀληθινό Υἱό τοῦ Θεοῦ καί ἀληθινό Θεό. Τόν τέλειο Θεό καί τέλειο Ἄνθρωπο. Ἐνῷ τόν δικό σας Μωάμεθ νά τόν ὀνομάσω μέ μία λέξι προφήτη! Ἀλλά τόν μέν Ἰησοῦ μου ὁμολογῶ καί πιστεύω πώς εἶναι Θεός ἀληθινός ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, ἐνῷ τόν δικό σας Μωάμεθ κηρύττω πώς δέν εἶναι προφήτης, ἀλλά ἄνθρωπος ἰδιώτης, ἀγράμματος πλαστογράφος καί πολέμιος τοῦ Σωτῆρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ καί ἑπομένως τόν ἐξευτελίζω καί ἀποστρέφομαι καί αὐτόν καί τήν πίστι του». Τοῦ λέει ὁ καϊμακάμης· «Μήπως εἶσαι μεθυσμένος ἄνθρωπε; Ἤ μήπως ἔχασες τά λογικά σου;». Καί ὁ Μάρτυς εἶπε· «Οὔτε μεθάω, οὔτε χάνω τά λογικά μου, ἀλλά μέ τήν χάρι τοῦ Χριστοῦ μου ἔχω σῶα τά λογικά μου, ὅπως καί τήν ψυχή». Τότε ὁ καϊμακάμης μετατρέποντας τήν ἠρεμία σέ ἀγριότητα καί γεμᾶτος ἀπό θυμό καί βλέποντας συγχρόνως καί τήν ἀμετάθετη γνώμη τοῦ Μάρτυρος, εἶπε μέ ὀργή καί μανία στόν ἔπαρχο· «Λάβε τόν παρόντα καί ὁδήγησέ τον σέ θάνατο διά ξίφους». Καί ἀφοῦ παρέλαβε τόν Ἅγιο ὁ ἔπαρχος, τόν παρέδωσε στόν τζελάτη. Ὁ ὁποῖος δένοντάς τον τόν πήγε στόν τόπο τόν λεγόμενο Παχτζέ Καπισί, κοντά στό κουμέρκιο. Καί ἐκεῖ γονατίζοντας ὁ Ἅγιος καί προσευχόμενος πλήρης χάριτος καί κλίνοντας τήν μακαρία του κεφαλή, ἀποκεφαλίσθηκε.
Καί ἡ μέν Ἁγία καί ὁλόφωτη ψυχή του, ἀπῆλθε στόν ποθούμενο καί πολυαγαπητό νύμφίο της, τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, γιά νά λάβη τόν ἑτοιμασμένο ἀπ’ αὐτόν τρίπλοκο στέφανο καί τῆς παρθενίας καί τῆς ἀσκήσεως καί τοῦ Μαρτυρίου, γιά νά χαίρεται καί νά ἀγάλλεται στόν χορό τῶν παρθένων καί ἀσκητῶν καί Μαρτύρων. Ἐνῷ τό μαρτυρικό του καί σεβάσμιο λείψανο, μετά ἀπό τρεῖς ἡμέρες οἱ ἐκεῖ Ἀγαρηνοί, τό ἔρριξαν στήν θάλασσα, διότι δέν μπόρεσαν οἱ εὐσεβεῖς νά τό πάρουν μέ χρήματα. Ἔτσι, ἐνῷ σύντομα ἐτελειώθη, ἐκπλήρωσε χρόνους μακρούς καί ἐνῷ λίγο κοπίασε μέ πολλή θέρμη καί προθυμία, ἅδραξε ὅλους τούς αἰῶνες, μέ τά αἰώνια, σ’ ἐκείνους, ἀγαθά. Μέ τοῦ ὁποίου τίς πρεσβεῖες ἄς σωθοῦμε ἀπό τήν κόλασι, καί ἄς ἀξιωθοῦμε τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Ἀμήν.
(Νέον Μαρτυρολόγιον, σελ. 88-89).
[1] Σημείωσε, ὅτι ἡ ἑορτή αὐτή τῆς Ὑπαπαντῆς, σύμφωνα μέ τόν Κεδρηνό, καθιερώθηκε νά ἑορτάζεται τήν ἐποχή τοῦ Ἰουστίνου τοῦ Θρακός, ὁ ὁποῖος βασίλευσε κατά τό ἔτος 518, ἡ ὁποία μέχρι τότε δέν ἑωρταζόταν. Σύμφωνα ὅμως μέ τόν Θεοφάνη, ὅπως ἀναφέρει στό Χρονικό, αὐτή ἄρχισε νά ἑορτάζεται κατά τό 15ο ἔτος τῆς βασιλείας τοῦ μεγάλου Ἰουστινιανοῦ, τοῦ ἀνεψιοῦ τοῦ ἀναφερθέντος Ἰουστίνου, ὁ ὁποῖος βασίλευσε κατά τό ἔτος 527, δηλαδή ἡ Ὑπαπαντή ἄρχισε νά ἑορτάζεται, κατά τό ἔτος 545, κατά τήν β΄ τοῦ Φευρουαρίου, ἡ ὁποία προηγουμένως ἑωρταζόταν κατά τήν ιδ΄ τοῦ Φεβρουαρίου, ὅπως ἀναφέρει ὁ Γεώργιος ὁ Ἁμαρτωλός. Πιθανόν ὁ Ἰουστῖνος ὥρισε νά ἑορτάζεται αὐτή τήν 14η τοῦ Φευρουαρίου, ἐνῷ ὁ Ἰουστινιανός ἀκριβέστερα ὥρισε νά ἑορτάζεται αὐτή τήν 2α τοῦ Φεβρουαρίου. (Βλέπε σελ. 66 καί 88 τοῦ β΄ τόμου τοῦ Μελετίου.)
[2] Δηλαδή, νῦν ἀπολύεις με τοῦ βίου πάντως, ὅπως ἑρμηνεύει ὁ Ζυγαδηνός Εὐθύμιος στήν νεοτύπωτη ἑρμηνεία τοῦ κατά Λουκᾶν Εὐαγγελίου.
[3] Δηλαδή, ὅπως μοῦ εἶπες, παλαιότερα, ὅταν βρισκόμουν σέ ἀμηχανία γιά τό μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεώς σου, κατά τόν ἴδιο Εὐθύμιο (αὐτόθι).
[4] Δηλαδή, ἐν εἰρήνῃ λογισμῶν. Διότι τώρα οἱ λογισμοί περί τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως, οἱ ὁποῖοι μέ ἐτάτασσαν, εἰρήνευσαν. Ἤ ἐν εἰρήνῃ ἀφοβίας, χωρίς νά φοβοῦμαι καθόλου τόν θάνατο, γιά τό βαθύ μου γῆρας. Ἤ ἐν εἰρήνῃ χαρᾶς, χωρίς νά λυποῦμαι καθόλου γιά τήν ἐλευθερία τοῦ Ἰσραήλ. Διότι ἤδη εἶδα τόν ἐλευθερωτή, ὅπως ὁ ἴδιος ὁ Εὐθύμιος ἑρμηνεύει στό σημεῖο αὐτό.
Σημείωσε, ὅτι στήν Ὑπαπαντή λόγους συνέγραψαν, δύο ὁ Χρυσόστομος, ἀπό τούς ὀὁποίους τοῦ ἑνός μέν ἡ ἀρχή εἶναι αὐτή· «Οὐ μόνον φορεῖ σάρκα», ἐνῷ τοῦ ἄλλου ἡ ἑξῆς· «Φαιδρόν ἡμῖν σήμερον τό θέατρον». Γρηγόριος ὁ Θαυματουργός ὁ καί Νεοκαισαρείας, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Οἱ τῶν Ἁγίων καί θεοπνεύστων Γραφῶν». Ἀμφιλόχιος ὁ Ἰκονίου, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Πολλοί των μεγάλων». Κύριλλος ὁ Ἱεροσολύμων, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Χαῖρε σφόδρα θύγατερ Σιών». Μεθόδιος ὁ Πατάρων, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Πάλαι ἱκανῶς». Γεώργιος ὁ Νικομηδείας, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Τά τῆς παρούσης ἱερᾶς πανηγύρεως». (Σῴζονται στήν Λαύρα καί στήν Ἱερά Μονή τοῦ Διονυσίου). Ὁ Νύσσης Γρηγόριος, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Εἶχε μέν ἡ των Γενεθλίων». Καί Λέων ὁ Σοφός, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Χριστοῦ ἑορτήν τιμῶμεν». (Σῴζονται στήν Μονή τοῦ Παντοκράτορος). Στόν δεύτερο μάλιστα πανηγυρικό τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Βατοπαιδίου σῴζονται μερικοί λόγοι ἀπό αὐτούς, πού ἀναφέραμε παραπάνω, σώζεται ὅμως καί λόγος τοῦ σοφωτάτου Ἰωάννου τοῦ Ζωναρᾶ στήν ἴδια ἑορτή, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Πάλιν τοῖς εὐσεβέσι πανήγυρις, καί πάλι μυστήριον ἕτερον». Ἀλλά καί ὁ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς λόγο ἔχει στήν ἴδια ἑορτή, ὁ ὁποῖος σῴζεται στό Πρωτᾶτο, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Τήν μέν προγονικήν ἐκείνην ἀράν τε καί καταδίκην».
[5] Τό Μαρτύριό του συνέγραψε ὁ Ἰωάννης ὁ Καρυοφύλλης,ὁ Μέγας Λογοθέτης τῆς μεγάλης Ἐκκλησίας.Ἀλλά καί ὁ Μελέτιος ὁ Συρίγου. Σέ ἄλλους ὅμως ἀναφέρεται, ὅτι αὐτός ἐμαρτύρησε τό 1651.
[6] Συγγραφέας τοῦ Μαρτυρίου αὐτοῦ στάθηκε Ἰωάννης ὁ Καρυοφύλλης, ἐνῷ μεταφραστής ὁ Καυσοκαλυβίτης Παπᾶ Ἰωνᾶς.


Login