Τῷ αὐ­τῷ μη­νί KΓ΄ , μνή­μη τοῦ Ἁ­γί­ου ἐν­δό­ξου Με­γα­λο­μάρ­τυ­ρος Γε­ωρ­γί­ου τοῦ Τρο­παι­ο­φό­ρου

 Ἐ­χθρούς ὁ τέ­μνων Γε­ώρ­γι­ος ἐν μά­χαις,

Ἑ­κών πα­ρ’ ἐ­χθροῦ τέ­μνε­ται δι­ά ξί­φους.

Ἦ­ρε Γε­ωρ­γί­ου τρί­τῃ εἰ­κά­δι αὐ­χέ­να χαλ­κός.

 

 Αὐ­τός ὁ ἔν­δο­ξος καί θαυ­μα­στός καί μέ­γας Μάρ­τυρας τοῦ Χρι­στοῦ Γε­ώρ­γι­ος, ἦ­ταν στά  χρό­νι­α τοῦ αὐτοκράτορα Δι­ο­κλη­τι­α­νοῦ, τό ἔ­τος 296, καί κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν χώ­ρα τῶν Καπ­πα­δο­κῶν, ἀ­πό γέ­νος λαμ­πρό καί ἐ­πι­φα­νές. Αὐτός ἀρχικά διακρίθηκε στήν τά­ξι τῶν τρι­βού­νων, ὕ­στε­ρα δέ, ὅ­ταν ἐ­πρό­κει­το νά μαρ­τυ­ρή­ση, ἦ­ταν κό­μης στό ἀ­ξί­ω­μα (δη­λα­δή ἔ­παρ­χος ἤ ἡ­γε­μόνας ἤ καί στρα­τη­λά­της). Ὅ­ταν δέ ὁ ἀ­σε­βής Δι­ο­κλη­τι­α­νός ­κί­νη­σε δι­ωγ­μό ἐ­ναν­τί­ον τῶν Χρι­στι­α­νῶν καί ἐ­ξέ­δω­σε βα­σι­λι­κή προ­στα­γή, ὅ­τι ὅ­σοι μέν Χρι­στι­α­νοί ἀρ­νοῦν­ται τόν Χρι­στό, αὐ­τοί θά ἀ­ξι­ώ­νων­ται βα­σι­λι­κῶν τι­μῶν, ὅ­σοι ὅ­μως δέν πεί­θον­ται νά τόν ἀρ­νη­θοῦν, αὐ­τοί θά λαμ­βά­νουν ὡς τι­μω­ρί­α τόν θά­να­το. Ὅ­ταν, λέ­ω, ὁ βα­σι­λιάς ἔ­γρα­ψε αὐ­τήν τήν ἄ­θε­η προ­στα­γή, τό­τε ὁ μέ­γας Γε­ώρ­γι­ος, πού ἦ­ταν πα­ρών, ἀ­να­κή­ρυ­ξε τόν ἑ­αυ­τό του Χρι­στι­α­νό καί ἐ­πέ­πλη­ξε τήν πλά­νη καί τήν ἀ­σθέ­νει­α τῶν εἰ­δώ­λων, πε­ρι­γε­λῶν­τας ἐ­κεί­νους πού πι­στεύ­ουν σ’ αὐ­τά. Ἐ­πει­δή ὅ­μως οὔ­τε μέ τίς κο­λα­κεῖ­ες καί μέ τίς πολ­λές ὑ­πο­σχέ­σεις τοῦ τυ­ράν­νου ­πεί­σθη­κε ὁ Ἅ­γι­ος, οὔ­τε μέ τίς φο­βέ­ρες καί μέ τίς ἀ­πει­λές του, ἀλ­λά ὅ­λα τά πε­ρι­φρό­νη­σε, ἐ­ξ αἰ­τί­ας αὐ­τοῦ, πρῶ­τα μέν τόν χτύ­πη­σαν στήν κοι­λι­ά μέ τό κον­τά­ρι. Τό δέ κον­τά­ρι χτύ­πη­σε μέν στήν σάρ­κα τοῦ Ἁ­γί­ου τό­σο, ὥ­στε ἔ­τρε­ξε ἀ­πό ἐ­κεῖ πο­λύ αἷ­μα, ἡ μύ­τη ὅ­μως τοῦ κον­τα­ρι­οῦ γύ­ρι­σε πί­σω, γι’ αὐ­τό καί δι­α­φυ­λά­χθη­κε ὁ Ἅ­γι­ος ἀ­βλα­βής. Ἔ­πει­τα τόν ἔ­δε­σαν σέ ἕ­ναν τρο­χό, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­χε τρι­γύ­ρω μπηγ­μέ­να κοφ­τε­ρά σί­δε­ρα, ἔ­πει­τα ἄ­φη­σαν τόν τρο­χό νά κυ­λί­ση σέ ἕ­ναν κα­τη­φο­ρι­κό τό­πο· ἐ­ξ αἰ­τί­ας αὐ­τοῦ τό σῶ­μα τοῦ Μάρ­τυ­ρα κα­τα­κό­πη­κε σέ πολ­λά κομ­μά­τι­α, ἀ­πο­κα­τα­στά­θη­κε ὅ­μως πά­λι ὑ­γι­ές μέ τήν βοή­θει­α θεί­ου Ἀγ­γέ­λου.

Ἔτ­σι πα­ρου­σι­ά­σθη­κε ὁ Ἅ­γι­ος στόν Δι­ο­κλη­τι­α­νό καί τόν συγ­κά­θε­δρό του Μα­γνέν­τι­ο, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἔ­τυ­χε τό­τε νά θυ­σι­ά­ζουν στά εἴ­δω­λα καί, ἐ­πει­δή ἐμ­φα­νί­σθη­κε σῶ­ος καί ἀ­βλα­βής ἀ­πό ἕ­να τέ­τοι­ο φο­βε­ρό βα­σα­νι­στή­ρι­ο, γι’ αὐ­τό προ­σείλ­κυ­σε πολ­λούς Ἕλ­λη­νες στήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ, οἱ ὁ­ποῖ­οι μέ προ­στα­γή τοῦ βα­σι­λιᾶ ἀ­μέ­σως ἀ­πο­κε­φα­λί­σθη­καν. Τό­τε καί ἡ βα­σί­λισ­σα Ἀ­λε­ξάν­δρα προ­σέ­τρε­ξε στήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ καί μπρο­στά στόν ἄν­δρα της, τόν Δι­ο­κλη­τι­α­νό, ὡ­μο­λό­γη­σε τόν Χρι­στό ὡς Θε­όν ἀ­λη­θι­νό[1]. Πί­στε­ψαν δέ καί ἄλ­λοι πολ­λοί στόν Χρι­στό, ἐ­πει­δή εἶ­δαν τόν Ἅ­γι­ο νά ρί­χνε­ται μέν στόν λάκ­κο τοῦ ἀ­σβέ­στη, νά μέ­νη ὅ­μως ἀ­βλα­βής ἀ­πό αὐ­τόν. Με­τά ἀ­πό αὐ­τά κάρ­φω­σαν στά πό­δι­α τοῦ Ἁ­γί­ου σι­δε­ρέ­νι­α ὑ­πο­δή­μα­τα καί τόν ἀ­νάγ­κα­ζαν νά τρέ­χη. Ἔ­πει­τα τόν ἔ­δει­ραν ἄ­σπλαγ­χνα μέ ξε­ρά νεῦ­ρα βο­δι­ῶν.

Ὁ δέ Μα­γνέν­τι­ος ζή­τη­σε νά κάνη θαῦ­μα ὁ Ἅ­γι­ος καί νά ἀ­να­στή­ση ἕ­ναν νε­κρό, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­χε πε­θά­νει πρίν ἀ­πό πολ­λά χρό­νι­α καί εἶ­χε ἐν­τα­φι­α­σθῆ σέ ἕ­ναν τά­φο, πού β­ρι­σκό­ταν ἐ­κεῖ μπρο­στά του. Ἔτ­σι προ­σευ­χή­θη­κε ὁ Ἅ­γι­ος ἐ­πά­νω στήν πλά­κα τοῦ τά­φου του. Καί, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος!, ἀ­να­στή­θη­κε ὁ νε­κρός, ὁ ὁ­ποῖ­ος, ἀ­φοῦ προ­σκύ­νη­σε τόν Ἅ­γι­ο, ­δό­ξα­σε τήν θε­ό­τη­τα καί τήν δύ­να­μι τοῦ Χρι­στοῦ. Τό­τε τόν ­ρώ­τη­σε ὁ βα­σι­λιάς, ποι­ός εἶ­ναι καί πό­τε πέ­θα­νε. Ὁ δέ νε­κρός ἀ­πο­κρί­θη­κε, ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­πό τούς ἀν­θρώ­πους. πού ζοῦ­σαν πρίν νά ἔλ­θη ὁ Χρι­στός, δη­λα­δή πρίν ἀ­πό τρι­α­κό­σι­α χρό­νι­α καί πα­ρα­πά­νω, καί ὅ­τι ἐ­ξ αἰ­τί­ας τῆς πλά­νης, πού εἶ­χε στά εἴ­δω­λα, κα­τα­και­γό­ταν στήν φω­τι­ά τό­σα χρό­νι­α.

Ὅ­ταν εἶ­δαν αὐ­τό τό θαῦ­μα πολ­λοί Ἕλ­λη­νες πί­στε­ψαν στόν Χρι­στό καί μέ μί­α φω­νή δό­ξα­ζαν τόν Θε­ό. Μα­ζί δέ μέ αὐ­τούς ἦ­ταν καί ὁ γε­ωρ­γός Γλυ­κέ­ρι­ος, τοῦ ὁ­ποί­ου τό νε­κρό βό­δι ἀ­νέ­στη­σε ὁ Ἅ­γι­ος, ὁ ὁ­ποῖ­ος, ἐ­πει­δή στε­ρε­ώ­θη­κε στήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ ἀ­πό αὐ­τό τό θαῦ­μα, κα­τα­κό­πη­κε μέ τά σπα­θι­ά ἀ­πό τούς ἄ­πι­στους καί ἔ­λα­βε ὁ πα­νύ­μνη­τος τόν στέ­φα­νο τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου. Κον­τά δέ στούς προ­α­να­φερ­θέν­τες καί ἄλ­λοι πολ­λοί ­πί­στε­ψαν στόν Χρι­στό, ὅ­ταν εἶ­δαν, πώς ὁ Ἅ­γι­ος, μπαί­νον­τας μέ­σα στόν να­ό τῶν εἰ­δώ­λων, ­πρό­στα­ξε ἕ­να εἴ­δω­λο νά ­πῆ, ἐ­άν ὁ Χρι­στός εἶ­ναι Θε­ός καί ἐ­άν πρέ­πη νά τόν προ­σκυ­νοῦ­με. Δι­ό­τι τό­τε ὁ δαί­μονας, πού κα­τοι­κοῦ­σε μέ­σα στό εἴ­δω­λο, θρη­νῶν­τας καί πι­ε­ζό­με­νος ἀ­πο­κρί­θη­κε, ὅ­τι ὁ Χρι­στός εἶ­ναι ὁ μό­νος Θε­ός. Γι’ αὐ­τό ἀ­πό τόν λό­γο αὐ­τόν τα­ρά­χθη­καν ὅ­λα τά εἴ­δω­λα καί ἔ­πε­σαν στήν γῆ καί συν­τρί­φθη­καν.

Οἱ δέ λα­τρευ­τές τῶν δαι­μό­νων, ἐ­πει­δή δέν μπο­ροῦ­σαν πλέ­ον νά τό ἀν­τέ­ξουν, συνέλαβαν τόν Ἅ­γι­ο καί τόν με­τέ­φε­ραν στόν βα­σι­λιά, ζη­τῶν­τας νά ἐκ­δώ­ση γρή­γο­ρα τήν κα­τα­δι­κα­στι­κή ἀ­πό­φα­σι ἐ­ναν­τί­ον του. Ὁ δέ βα­σι­λιάς πρό­στα­ξε νά ἀ­πο­κε­φα­λι­σθῆ ὁ Ἅ­γι­ος μα­ζί καί ἡ βα­σί­λισ­σα Ἀ­λε­ξάν­δρα. Καί ὁ μέν Ἅ­γι­ος ἀ­πο­κε­φα­λί­σθη­κε, ἐ­νῶ ἡ Ἁ­γί­α Ἀ­λε­ξάν­δρα, ἀ­φοῦ προ­σευ­χή­θη­κε στήν φυ­λα­κή, πα­ρέ­δω­σε τήν ψυ­χή της στά χέ­ρι­α τοῦ Θε­οῦ.  Τε­λεῖ­ται δέ ἡ Σύ­να­ξις τοῦ Ἁ­γί­ου στόν ἁ­γι­ώτα­το Να­ό του, πού β­ρί­σκε­ται στόν τό­πο, πού ὀ­νο­μά­ζε­ται Δεύ­τε­ρο.



[1]   Βλέ­πε στίς εἴ­κο­σι μί­α τοῦ πα­ρόν­τος, ὅ­ταν ἑ­ορ­τά­ζε­ται ἡ Ἁ­γί­α αὐ­τή Ἀ­λε­ξάν­δρα καί οἱ τρεῖς ὑ­πη­ρέ­τες της ὁ Ἀ­πολ­λώ, ὁ Ἰ­σα­ά­κι­ος καί ὁ Κο­δρᾶ­τος.

 

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης