Τῷ αὐτῷ μηνί IΖ΄, μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Γρηγορίου Νεοκαισαρείας τοῦ Θαυματουργοῦ.
Αὐτός ὁ Ἅγιος ἦταν στά χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Αὐρηλιανοῦ, υἱός γονέων Ἑλλήνων, κατά τό ἔτος 275. Ἀμέσως ἀπό νεαρή ἡλικία ἀγάπησε ὁ ἀοίδιμος τήν μερίδα τῶν καλῶν καί ὠφελίμων πραγμάτων. Ἔτ-σι γνώρισε καί τήν πίστι στόν Χριστό. Καί ὅσο ἡ ἡλικία αὔξανε, τόσο συναύξανε μέ αὐτόν καί ἡ εὐσέβεια. Θαυματουργός δέ ὠνομάσθηκε γιά τά πολλά καί μεγάλα θαύματα πού ἔκανε. Διότι τόν καιρό πού ἀκόμη βρισκόταν στό σχολεῖο τῆς Ἀλεξανδρείας καί σπούδαζε τά μαθήματα τῆς φιλοσοφίας, τόν πλησίασε μία πόρνη, τήν ὁποία παρεκίνησαν οἱ συμμαθητές του νά συκοφαντήση τόν Ἅγιο. Ὁπότε ἡ ἄθλια ἐνεργούμενη ἀπό δαιμόνιο γιά τήν συκοφαντία κατά τοῦ Ἁγίου, σπάραζε στήν γῆ. Αὐτήν τήν λυπήθηκε ὁ Ἅγιος καί τήν θεράπευσε. Αὐτός μία φορά, ξύπνιος ὄντας, εἶδε τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο μαζί μέ τόν θεολόγο Ἰωάννη, οἱ ὁποῖοι τοῦ δίδαξαν τό τῆς Ἁγίας Τριάδος μυστήριο[1].
Ὅταν δέ ὁ Ἅγιος ἔγινε Ἐπίσκοπος Νεοκαισαρείας, ἀπό τόν Φαίδιμο τόν πρόεδρο Ἀμασείας, δηλαδή Ἐπίσκοπο, τότε καί ὅταν πήγαινε στήν ἐπαρχία του καί ἀφοῦ πῆγε, λέγεται, ὅτι ἔκανε θαύματα μεγάλα καί ἀνώτερα ἀπό τήν ἀκοή. Διότι μία μεγάλη πέτρα παρόμοια μέ βουνό μέ τήν προσευχή του μετακίνησε καί σέ ἄλλον τόπο τήν μετέφερε. Καθ’ ὁδόν δέ, μπαίνοντας μέσα σέ ἕναν ναό τῶν εἰδώλων, ἔδιωξε ἀπό ἐκεῖ τά δαιμόνια, τά ὁποῖα ζήτησαν νά μποῦν πάλι στόν ναό, ἀλλά δέν μπόρεσαν. Ὅταν τό ἔμαθε αὐτό ὁ προσμονάριος τοῦ ναοῦ ἐκείνου, θύμωσε ἐναντίον τοῦ Ἁγίου. Ὁ δέ Ἅγιος ἔγραψε σέ χαρτί· «Ἐγώ ὁ Γρηγόριος λέω σέ ἐσένα τόν Σατανᾶ, μπές πάλι στόν ναό». Τό χαρτί αὐτό μόλις τό ἔβαλε ὁ νεωκόρος στόν ναό, μπῆκαν πάλι μέσα σ’ αὐτόν οἱ δαίμονες. Τότε ἐκεῖνος, ἀφοῦ ἐξεπλάγη ἀπό αὐτό τό θαῦμα, ἀντί νά εἶναι λατρευτής τῶν δαιμόνων, ἔγινε μαθητής τοῦ Χριστοῦ καί ἔτρεξε κοντά στόν θεῖο Γρηγόριο.
Αὐτός ὁ Ἅγιος, ἀφοῦ προσευχήθηκε γιά μία νύκτα, μέ τήν προσευχή του αὐτή ξήρανε μία λίμνη μεγάλη, ἡ ὁποία ἔκαμνε κύματα παρόμοια μέ τήν θάλασσα. Καί μαζί μέ τήν λίμνη ξήρανε καί τόν θυμό καί τήν μνησικακία τῶν δύο ἀδελφῶν, οἱ ὁποῖοι πολεμῶντας ποιός ἀπό τούς δύο νά πάρη τήν λίμνη ἐκείνη, εἶχαν ἀναμεταξύ τους ἀφιλίωτο μῖσος. Αὐτός κράτησε καί τόν ποταμό νά μή τρέχη πρός τά ἐμπρός, ὕστερα ἀπό παράκλησι τῶν Χριστιανῶν πού κατοικοῦσαν κοντά στόν ποταμό. Καί πῶς τόν κράτησε; ἀφοῦ ἔμπηξε τήν ράβδο του στήν γῆ καί πρόσθεσε θαῦμα ἐπάνω στό θαῦμα. Διότι καί τό ρεῖθρο τοῦ ποταμοῦ φαίνεται, ὅτι ἐμποδίζεται, καί μέ κάποιο τρόπο φοβᾶται νά πλησιάση στήν ράβδο τοῦ Ἁγίου, ἀλλά καί αὐτή ἡ ράβδος μολονότι ἦταν ξηρά καί ἄμοιρη ἀπό κάθε φυσική ὑγρότητα, ὅμως βλάστησε καί ἔγινε δένδρο εὐθαλέστατο. Ἀλλ’ οὔτε ἡ τόση πολυκαιρία ἔβλαψε τό παρόμοιο θαῦμα. Διότι λένε ὅτι καί μέχρι σήμερα καί ὁ ποταμός συστέλλεται καί δέν τρέχει πρός τά ἐμπρός, καί τό δένδρο (δηλαδή ἡ ράβδος τοῦ Ἁγίου) παραμένει γιά τόσα χρόνια. Καί ἀπό τά δύο μαζί κηρύττεται ἡ τοῦ Χριστοῦ δύναμις πού ἐνήργησε μέ τόν δοῦλο του Γρηγόριο. Αὐτός ὁ Ἅγιος ἀπέδειξε ἀληθινά καί
ἔμπρακτα νεκρό τόν Ἑβραῖο ἐκεῖνον, πού ὑποκρίθηκε ὅτι εἶναι νεκρός, γιά νά περιγελάση τόν Ἅγιο. Αὐτός ὄντας στό βουνό καί προσευχόμενος, φάνηκε σ’ ἐκείνους πού τόν ζητοῦσαν, ὅτι ἦταν δένδρο. Αὐτός καί πεῖνα προξένησε στούς ἄπιστους. Καί ὅταν αὐτοί πίστεψαν στόν Χριστό, τούς ἐλευθέρωσε ἀπό τήν πεῖνα καί τόν θάνατο. Ὅταν δέ ἐπρόκειτο νά ἀπέλθη πρός τόν Κύριο, πολύ εὐχαρίστησε τόν Θεό, διότι τήν πόλι του Νεοκαισάρεια, πού ἦταν πολυάνθρωπη καί γεμάτη ἀπό ἀσεβεῖς καί ἄπιστους, τήν ἄφησε ὀλιγάνθρωπη. Διότι ὅσους λίγους Χριστιανούς βρῆκε σ’ αὐτήν, ὅταν ἔγινε Ἀρχιερέας, τόσους ἀντίθετα λίγους ἀσεβεῖς ἄφησε σ’ αὐτήν, ὅταν πέθανε. (Τόν ἀναλυτικό Βίο τοῦ Ἁγίου βλέπε στόν Παράδεισο)[2].
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Λαζάρου τοῦ Ζωγράφου.
Αὐτός ὁ Ἅγιος ἀπό μικρό παιδί ἔγινε Μοναχός καί ἔμαθε τήν ζωγραφική τέχνη . Καί κοντά στήν σκληραγωγία καί ἐγκράτεια πού χρησιοποιοῦσε, φρόντιζε ὁ ἀοίδιμος ἀκόμη καί τήν ἐλεημοσύνη, γι’ αὐτό καί τῆς Ἱερωσύνης δέχθηκε τό χάρισμα. Ἀφοῦ λοιπόν ἔγινε Ἱερέας, πολέμησε ἐναντίον ὅλων τῶν αἱρέσεων. Καί τόσες πολλές θλίψεις ὑπέμεινε, ὄχι μόνο ἀπό τούς Νεστοριανούς καί Εὐτυχιανιστές καί Διοσκορίτες, ἀλλά καί ἀπό τούς Εἰκονομάχους, ὅσες δέν μπορεῖ κανείς νά πῆ μέ τόν λόγο. Ἀλλά καί στήν παλιά Ρώμη στάλθηκε, μέ σκοπό νά βοηθήση στά πατρικά καί ἀποστολικά δόγματα, πού πολεμοῦνταν ἀπό τούς Εἰκονομάχους. Ἀφοῦ κατόπιν ἐπέστρεψε ἀπό τήν Ρώμη στήν Κωνσταντινούπολι μεγαλόπρεπα, πάλι στάλθηκε στήν Ρώμη γιά τίς ἴδιες ὑποθέσεις. Πηγαίνοντας ὅμως δεύτερη φορά στήν Ρώμη, στήν μέση τῆς διαδρομῆς ἀσθενεῖ ἀπό τίς ἀνωμαλίες τοῦ καιροῦ. Καί ἔτσι παραδίδει τήν ψυχή του στά χέρια τοῦ Θεοῦ. Τό δέ τίμιο σῶμα του, ἀφοῦ μεταφέρθηκε ἀργότερα, τοποθετήθηκε στό Μοναστήρι τό λεγόμενο τοῦ Εὐάνδρου[3].
Μνήμη τοῦ Ἁγίου Ζαχαρίου τοῦ Σκυτοτόμου καί Ἰωάννου, καί διήγησις πάνυ ὠφέλιμος.
Ἕνας ἄνθρωπος ἔνδοξος καί περιφανής στά τοῦ κόσμου πράγματα, μέ τό ὄνομα Ἰωάννης, καταφρονῶντας ὅλα τά εὐχάριστα πράγματα τῆς ζωῆς, ζοῦσε μία ζωή ταπεινή καί μοναχική. Καί, ἀσχολούμενος στά τοῦ Θεοῦ πράγματα, φρόντιζε νά ἀρέση στόν Θεό μόνο, ἀσχολούμενος πάντοτε μέ προσευχές καί παρακλήσεις καί προοδεύοντας καί προκόβοντας σέ ἀνώτερα καί μεγαλύτερα κατορθώματα. Ἐπειδή λοιπόν κοντά στά ἄλλα του κατορθώματα εἶχε ὡς ἀπαραίτητο ἔργο καί τό νά πηγαίνη καί νά ἀγρυπνῆ ὅλη τήν νύκτα στούς ναούς τοῦ Κυρίου, γι’ αὐτό μία νύκτα πῆγε στόν μεγάλο Ναό τῆς Ἁγίας Σοφίας τοῦ Θεοῦ στήν Κωνσταντινούπολι. Καί ἐπειδή βρῆκε κλεισμένες τίς πόρτες, κάθισε σέ ἕνα σκαμνί, πού ἦταν ἐκεῖ κοντά, ὄντας κουρασμένος. Καί, ἐκεῖ πού καθόταν, διάβα-ζε χαμηλόφωνα τήν Ἀκολουθία του.
Καί νά, βλέπει μία λάμψι ἀπό φῶς, πού ἐρχόταν ἀπό ἔξω. Καί πραρατηρῶντας μέ μεγαλύτερη προσοχή, εἶδε ἔναν ἄνδρα σεμνό νά ἀκολουθῆ τό φῶς ἐκεῖνο. Χαρούμενος λοιπόν γιά τήν θεωρία αὐτή, πρόσεχε καλλίτερα θέλοντας νά μάθη, τί θά κάνη ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος. Ὅταν ὁ φαινόμενος ἔφθασε στίς κλεισμένες πόρτες τοῦ Ναοῦ τῆς Ἁγίας Σοφίας, γονάτισε στό κατώφλι τῆς πόρτας καί ἀρκετά προσευχήθηκε. Ἔπειτα σήκωσε ψηλά τά χέριά του καί κάνοντας τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ στίς πόρτες, ὤ τοῦ θαύματος! ἀμέσως μόνες τους ἄνοιξαν οἱ πόρτες καί μαζί μέ τό φῶς μπῆκε μέσα καί ὁ θαυμάσιος ἐκεῖνος. Ἀφοῦ μπῆκε, πάλι γονάτισε στό ἔδαφος, ὅπου ἀπό ἐπάνω ἦταν ζωγραφισμένη ἡ εἰκόνα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, καί ἀφοῦ σηκώθηκε, ἄνοιξε καί ἐκεῖ τίς πόρτες. Καί ἐρχόμενος στίς ἀσημένιες καί ὡραῖες πόρτες τοῦ Ναοῦ πού ἦταν στόν νάρθηκα, ἀρκετά ἐκεῖ προσευχήθηκε. Ἔπειτα ἄνοιξε καί αὐτές μέ τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, καί ἔτσι μπῆκε στόν Ναό ὄντας γεμᾶτος φῶς.
Πηγαίνοντας πάλι στό κέντρο τοῦ Ναοῦ, σήκωσε τά χέρια του ψηλά, ἐξιλεώνοντας τόν Θεό. Ὅταν τελείωσε τήν προσευχή του, πάλι γύρισε πίσω καί πῆγε στό προαύλιο τοῦ Ναοῦ, ἐνῶ οἱ πόρτες, ὅπως ἐκεῖνος ἔβγαινε, ἔκλειναν ἀπό θεϊκή ἐνέργεια.
Στεκόταν λοιπόν ὁ ἱερός ἄνθρωπος Ἰωάννης, καί ἔβλεπε προσεκτικά, ποῦ θά πάη ὁ ἅγιος ἐκεῖνος ἄνθρωπος, ἀφοῦ βγῆκε ἀπό τόν Ναό. Ἐπειδή ἐκεῖνος βάδιζε τήν εὐθεία ὁδό, δέν ἀδιαφόρησε ὁ Ἀβραμιαῖος Ἰωάννης νά τόν ἀκολουθήση, γιά νά μάθη, ποῦ κρύβεται αὐτός ὁ πολύτιμος τοῦ Θεοῦ μαργαρίτης. Ἀφοῦ παρεξέκλινε λίγο ἀπό τόν δρόμο ὁ ἄνθρωπος, πού εἶχε φανεῖ, πήγαινε στόν κατήφορο πρός τήν σκάλα τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Ἰουλιανοῦ. Πλησιάζοντας δέ σέ ἕνα πολύ μικρό σπίτι καί κτυπῶντας τήν πόρτα μέ τό χέρι, εἶπε μέ σιγανή φωνή τό ὄνομα τῆς γυναίκας, πού ἦταν μέσα, Μαρία, καί ἔτσι μπῆκε μέσα. Τότε τό φῶς πού τόν φώτιζε στόν δρόμο, ἐξαφανίσθηκε καί ἔτσι ἔγινε ἀνάμεσα στούς δύο νύκτα σκοτεινή.
Ἡ γυναίκα τοῦ ἁγίου ἐκείνου ἀνθρώπου ἄναψε τό λυχνάρι ἀπό τήν κανδήλα καί τό ἔφερε στόν ἄνδρα της. Ἐκεῖνος πάλι δέν ξάπλωσε στό κρεββάτι, οὔτε μέ ἄλλον τρόπο ἀνέπαυσε τό σῶμα του, ἀλλά ἄρχισε νά δουλεύη, διότι ἦταν τσαγγάρης καί τῶν δερμάτων ράπτης. Τότε καί ὁ ἀξιομνημόνευτος Ἰωάννης πού τόν ἀκολουθοῦσε ἀπό πίσω του, χωρίς ντροπή πῆγε στό σπίτι ἐκείνου. Καί, ἀφοῦ ἔπεσε στά πόδια του, τά ἔβρεχε μέ δάκρυα καί παρακαλῶντας τον ἔλεγε· «Μή μοῦ ἀποκρύψης, ποιός εἶσαι καί ποία εἶναι ἡ ὑψηλή πολιτεία σου, μέ τήν ὁποία κάνεις τόσο ὑπέροχα θαύματα, τά ὁποῖα εἶδα ἐγώ μέ τά ἴδια μου τά μάτια».
Καί ἐκεῖνος ὁ ταπεινός ἔλεγε· «Συγχώρεσέ με, γέροντα, γιά τόν Κύριο. Ἐγώ εἶμαι ἁμαρτωλός ἄνθρωπος καί δέν ἔχω κανένα ἔργο καλό στόν ἑαυτό μου. Διότι ποιός εἶμαι ἐγώ ὁ ἰδιώτης ἤ ἀπό ποῦ ἔμαθα κάποιον ἀνώτερο τρόπο ζωῆς, ὅπως λές, τήν στιγμή πού εἶμαι καί ἐργάτης μιᾶς τέχνης τιποτένιας; Πλανήθηκες, ἄνθρωπε, πλανήθηκες καί φάντασμα μᾶλλον εἶδες, παρά ἀλήθεια».
Τότε ὁ γέροντας πρόσθεσε δάκρυα ἐπάνω στά δάκρυα καί δέν σταμάτησε νά τόν ὁρκίζη στό ὄνομα τοῦ Θεοῦ, γιά νά τοῦ φανερώση τήν μεγαλύτερη ἀρετή του. Διότι, ἔλεγε, ἄν δέν ἦταν ἔργο τῆς θείας Πρόνοιας νά φανερωθῆ ἡ δική σου πολιτεία, βέβαια δέν θά ἀξιωνόμουν ἐγώ ὁ τιποτένιος νά γίνω θεωρός τέτοιων μυστηρίων. Στενοχωρούμενος λοιπόν ἀπό τούς ὅρκους ὁ θαυμάσιος ἐκεῖνος ἄνθρωπος, σηκώθηκε ἐπάνω καί ἀφοῦ πρῶτα ἔβαλε μετάνοια στόν γέροντα, ἄρχισε νά λέη τά ἑξῆς:
«Γνώριζε καλά, ἀδελφέ μου, ὅτι κανένα κατόρθωμα πάνω στήν γῆ δέν ἔκανα, παρά τό νά ζῶ καί νά μολύνωμαι μέ τίς ἁμαρτίες καί τό νά προτιμῶ τήν καλοπέρασι τῆς σάρκας μου Μετά ἀπό αὐτά ὅμως ἀφοῦ ἔβαλα στόν νοῦ τόν φόβο τῆς κολάσεως[4], ἀφοῦ πῆρα αὐτήν, ὅπως βλέπεις γιά γυναίκα μου, δέν μόλυνα τήν καθαρότητα τῆς σάρκας, ἀλλά καί οἱ δύο ζοῦμε μέ παρθενία κατόπιν συμφωνίας καί αὐτό τό κρύβουμε λέγοντας, ὅτι αὐτή εἶναι στεῖρα. Καί μέχρι τώρα μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, φυλάγεται βέβαια ἀπό ἐμᾶς ἡ καθαρότητα τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος, ἐξ αἰτίας τοῦ πόθου καί τῆς ἀγάπης τοῦ δημιουργοῦ μας. Θέλω ὅμως νά προσθέσω καί κάτι ἄλλο γιά τήν ἀσφάλεια τοῦ ὅρκου. Ὅλος ὁ δικός μου πλοῦτος δέν εἶναι περισσότερος ἀπό ἕνα τριμίσιο[5]. Μέ αὐτό λοιπόν ἀγοράζοντας δέρματα, ἐργάζομαι τήν τέχνη τῶν ὑποδημάτων. Καί ὅ,τι μισθό βγάλω ἀπό αὐτήν τήν τέχνη, τόν μοιράζω σέ δύο ἴσια μερίδια. Καί τό ἕνα μερίδι, τό πρῶτο καί κυριώτερο, τό ἀφιερώνω στόν Χριστό, δίνοντάς το στούς πτωχούς, τούς ἀδελφούς τοῦ Χριστοῦ, ἐνῶ τό ἄλλο, τό ξοδεύω στίς δικές μας ἀνάγκες. Καί ἔτσι πάντοτε ζῶντας, φαντάζομαι καθημερινά τόν φοβερό Κριτή, πού πρόκειται νά ἔλθη. Καί θυμᾶμαι τήν ἐξέτασι, πού θά μοῦ κάνουν οἱ φορολόγοι δαίμονες».
Αὐτήν τήν διήγησι ἀκούγοντας ὁ Ἰωάννης καί θαυμάζοντας τήν καθαρή καί μακάρια ζωή τοῦ ἀοιδίμου Ζαχαρία (διότι ἔτσι ὠνομαζόταν) τόν ὑπερεπαίνεσε. Κατόπιν ἀποχαιρετῶντας τόν θαυμαστό ἄνδρα, βγῆκε ἀπό τό σπίτι του χαρούμενος καί εὐφραινόμενος. Καί ὁ μέν Ἰωάννης, πῆγε στήν οἰκία, ὅπου φιλοξενεῖτο καί εὐχαριστοῦσε τόν Θεό γιά τά θαυμαστά μεγαλεῖα πού εἶδε. Ὁ δέ μακάριος Ζαχαρίας καί ἀληθινά ἀνυπερήφανος, θέλοντας νά ἀποφύγη τό δόλωμα τῆς ἀνθρώπινης δόξας, ἐγκατέλειψε τό σπίτι του ἐκεῖνο καί ἔφυγε, ἄγνωστος ἐντελῶς σέ ὅλους γενόμενος.
[1] Ἡ διδασκαλία αὐτή κατά λέξι ἔχει ὡς ἑξῆς, ὅπως τήν ἀναφέρει ὁ θεῖος Νύσσης Γρηγόριος στόν ἀναλυτικό Βίο τοῦ Ἁγίου· «Εἷς Θεός Πατήρ Λόγου ζῶντος, Σοφίας ὑφεστώσης καί Δυνάμεως, καί χαρακτῆρος ἀϊδίου. Τέλειος τελείου Γεννήτωρ. Πατήρ υἱοῦ Μονογενοῦς. Εἷς Κύριος, μόνος ἐκ μόνου, Θεός ἐκ Θεοῦ, χαρακτήρ καί Εἰκών τῆς Θεότητος. Λόγος ἐναργής. Σοφία τῆς τῶν ὅλων συστάσεως περιεκτική καί δύναμις τῆς ὅλης κτίσεως ποιητική. Υἱός ἀληθινός ἀληθινοῦ Πατρός. Ἀόρατος, ἀοράτου. Ἄφθαρτος, ἀφθάρτου. Ἀθάνατος, ἀθανάτου. Ἀΐδιος, ἀϊδίου. Ἕν Πνεῦμα Ἅγιον ἐκ Θεοῦ τήν ὕπαρξιν ἔχον, καί δι’ Υἱοῦ πεφηνός, δηλαδή τοῖς ἀνθρώποις. Εἰκών τοῦ Υἱοῦ τελείου τελεία. Ζωή ζώντων αἰτία. Πηγή ἁγία ἁγιότητος, ἁγιασμοῦ χορηγός. Ἐν ᾧ φανεροῦται Θεός ὁ Πατήρ ὁ ἐπί πάντων καί ἐν πᾶσι. Καί Θεός ὁ Υἱός ὁ διά πάντων. Τριάς τελεία, δόξῃ, ἀϊδιότητι καί βασιλείᾳ μή μεριζομένη μηδέ ἀπαλλοτριουμένη. Οὔτε οὖν κτιστόν τι, ἤ δοῦλον ἐν τῇ Τριάδι, οὔτε ἐπείσακτον, ὡς πρότερον μέν οὐχ’ ὑπάρχον, ὕστερον δέ ἐπεισελθόν. Οὔτε οὖν ἐνέλιπέν ποτε Υἱός Πατρί, οὔτε Υἱῷ τό Πνεῦμα. Οὔτε ηὐξήθη Μονάς εἰς δυάδα, καί δυάς εἰς Τριάδα. Ἀλλ’ ἄτρεπτος καί ἀναλλοίωτος ἡ αὐτή Τριάς ἀεί».
[2] Σημείωσε, ὅτι τόν ἀναλυτικό Βίο τοῦ Ἁγίου αὐτοῦ συνέγραψε μέν ἑλληνικά ὁ θεῖος Νύσσης Γρηγόριος, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Ὁ μέν σκοπός εἷς ἐστι τοῦ τε ἡμετέρου λόγου», καί μετέφρασε στήν ἁπλῆ ὁ μακαρίτης Ἀγάπιος. Καί τοῦτο ἀκόμη σημείωσε, ὅτι ὁ Ἅγιος αὐτός ἦταν σύγχρονος μέ τόν Ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀλεξανδρείας, ἄν καί ἔζησε λίγο μετά ἀπό ἐκεῖνον. Ἦταν ἀκόμη καί μαθητής τοῦ Ὠριγένη, σύμφωνα μέ τόν Νύσσης Γρηγόριο. Ἦταν ἐπίσης παρών καί στήν Σύνοδο, πού ἔγινε στήν Ἀντιόχεια μέ τόν Φιρμιλιανό τόν Καισαρέα, κατά τοῦ Παύλου τοῦ Σαμοσατέα, ὅπως ἀναφέρει ὁ Εὐσέβιος, βιβλ. ζ΄, κεφ. κη΄, καί ὁ Ζωναρᾶς καί ὁ Βαλσαμών. Ὁ δέ Μέγας Βασίλειος, λέει γι’ αὐτόν στήν ἐπιστολή του πρός τούς κληρικούς τῆς Νεοκαισαρείας, ὅτι ὁ Γρηγόριος αὐτός δέν σκέπαζε τήν κεφαλή του ὅταν προσευχόταν, ὄντας γνήσιος μαθητής Παύλου τοῦ Ἀποστόλου. Ὅτι ἀπέφευγε τούς ὅρκους ἀρκούμενος στό, ναί καί τό, οὔ. Ὅτι κανέναν δέν ἔλεγε μωρό, ὅτι μισοῦσε τήν λοιδορία. Καί ἄλλα πολλά λέει ἐκεῖ γι’ αὐτόν. Στό δέ κεφάλαιο στά ὅσα ἀφοροῦν τό Ἅγιο Πνεῦμα, λέει γι’ αὐτόν· «Τόν δέ Γρηγόριο καί τίς ἐκείνου φωνές ποῦ θά τοποθετήσουμε; ἄραγε ὄχι μέ τούς Ἀποστόλους καί τούς Προφῆτες; ἄνδρα πού ἔζησε μέ τό ἴδιο Πνεῦμα μέ ἐκείνους καί παρέμεινε γιά πάντα στήν ζωή του ἀκολουθῶντας τά ἴχνη τῶν Ἁγίων καί κατώρθωσε τήν ἀκρίβεια τῆς εὐαγγελικῆς πολιτείας σέ ὅλη του τήν ζωή; ὁ ὁποῖος μέ τήν ὑπερβολή τῶν χαρισμάτων πού εἶχε, καί πού φαίνονταν ἐνεργά μέ τήν χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέ κάθε δύναμι καί μέ κάθε θαῦμα καί σημεῖα καί παράδοξα, καί ἀπό αὐτούς τούς ἐχθρούς τῆς ἀληθείας ὠνομάσθηκε δεύτερος Μωσῆς». Σ’ αὐτόν ἀποδίδεται καί ἡ στόν Ἐκκλησιαστή ἑρμηνεία καί ὄχι στόν θεολόγο Γρηγόριο. Βλέπε καί τούς δώδεκα Κανόνες του στό δικό μας Πηδάλιο.
[3] Γιά τόν Λάζαρο αὐτόν γράφεται στά Πρακτικά τῆς ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Ἑβδόμης Συνόδου, ὅτι ἱστόρησε στόν τοῖχο τίς εἰκόνες τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων. Μία δέ γυναίκα πού εἶχε στρόφους στήν κοιλιά, ἔξυσε ἀπό τόν τοῖχο ἐκεῖνο καί ἤπιε μέ τό νερό. Καί ἔτσι θεραπεύθηκε ἀπό τήν ἀσθένεια.
[4] Γι’ αὐτό εἶπε καί ὁ χρυσόγλωττος Ἰωάννης· «Συνέχεια, ἀγαπητοί, ἄς σκεφτώμαστε τούς λόγους περί κολάσεως καί γεέννης λόγους, καί νά τούς ἔχουμε καί στήν σκέψι μας καί στήν γλῶσσα. Διότι δέν μᾶς ἀφήνει νά πέσουμε στήν γέεννα ἡ μνήμη τῆς γέεννας. Δέν ἀκοῦς τόν Παῦλο πού λέει· «Οἱ ὁποῖοι θά τιμωρηθοῦν αἰώνια μακριά ἀπό τό πρόσωπο τοῦ Κυρίου;» (B΄ Θεσσαλ. 1,9). Λόγος στήν Δευτέρα Παρουσία, τόμ. ε΄, τῆς ἐν Ἐτόνῃ ἐκδόσεως.
[5] Αὐτό φαίνεται ὅτι εἶναι μία ποσότητα νομισμάτων.


Login