Τῷ αὐτῷ μηνί IΖ΄, μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Γρηγορίου Νεοκαισαρείας τοῦ Θαυματουργοῦ. Μνή¬μη τοῦ Ἁ¬γί¬ου Ζα¬χα¬ρί¬ου τοῦ Σκυ¬το¬τό¬μου καί Ἰ¬ω¬άν¬νου, καί δι¬ή¬γη¬σις πά¬νυ ὠ¬φέ¬λι¬μος.

Τῷ αὐτῷ μηνί IΖ΄, μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Γρηγορίου Νεοκαισαρείας τοῦ Θαυματουργοῦ.

Αὐτός ὁ Ἅ­γιος ἦ­ταν σ­τά χρό­νια τοῦ αὐτοκράτορα Αὐ­ρη­λια­νοῦ, υἱ­ός γο­νέ­ων Ἑλ­λή­νων, κατά τό ἔτος 275. Ἀμέσως ἀπό νεαρή ἡ­λι­κί­α ἀ­γά­πη­σε ὁ ἀ­οί­δι­μος τήν με­ρί­δα τῶν κα­λῶν καί ὠ­φε­λί­μων πραγ­μά­των. Ἔτ-σι ­γνώ­ρι­σε καί τήν πίστι στόν Χρι­στό. Καί ὅ­σο ἡ ἡ­λι­κί­α αὔ­ξα­νε, τό­σο συ­ναύ­ξα­νε μέ αὐ­τόν καί ἡ εὐ­σέ­βεια. Θαυ­μα­τουρ­γός δέ ὠ­νο­μά­σθη­κε γιά τά πολ­λά καί με­γά­λα θαύ­μα­τα ­πού ἔ­κα­νε. Δι­ό­τι τόν και­ρό ­πού ἀ­κό­μη βρι­σκό­ταν στό σχο­λεῖ­ο τῆς Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας καί σπού­δα­ζε τά μα­θή­μα­τα τῆς φι­λο­σο­φί­ας, τόν πλη­σί­α­σε μί­α πόρ­νη, τήν ὁ­ποί­α πα­ρε­κί­νη­σαν οἱ συμ­μα­θη­τές του νά συ­κο­φαν­τή­ση τόν Ἅ­γιο. Ὁ­πό­τε ἡ ἄ­θλια ἐ­νερ­γού­με­νη ἀ­πό δαι­μό­νιο γιά τήν συ­κο­φαν­τί­α κα­τά τοῦ Ἁ­γί­ου, σπά­ραζε στήν γῆ. Αὐ­τήν τήν λυ­πή­θη­κε ὁ Ἅ­γιος καί τήν θε­ρά­πευ­σε. Αὐ­τός μί­α φο­ρά, ξύ­πνιος ὄν­τας, εἶ­δε τήν Ὑ­πε­ρα­γί­α Θε­ο­τό­κο μα­ζί μέ τόν θε­ο­λό­γο Ἰ­ω­άν­νη, οἱ  ὁ­ποῖ­οι τοῦ ­δί­δα­ξαν τό τῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δος μυ­στή­ρι­ο[1].

Ὅταν δέ ὁ Ἅ­γιος ἔ­γι­νε Ἐ­πί­σκο­πος Νε­ο­και­σα­ρεί­ας, ἀ­πό τόν Φαί­δι­μο τόν πρόε­δρο Ἀ­μα­σεί­ας, δη­λα­δή Ἐ­πί­σκο­πο, τό­τε καί ὅ­ταν πή­γαι­νε στήν ἐ­παρ­χί­α του καί ἀ­φοῦ πῆ­γε, λέ­γε­ται, ὅ­τι ἔ­κα­νε θαύ­μα­τα με­γά­λα καί ἀ­νώ­τε­ρα ἀ­πό τήν ἀ­κο­ή. Δι­ό­τι μί­α με­γά­λη πέ­τρα πα­ρό­μοι­α μέ βου­νό μέ  τήν προ­σευ­χή του με­τα­κί­νη­σε καί σέ ἄλ­λον τό­πο τήν με­τέ­φε­ρε. Κα­θ’ ὁ­δόν δέ, μπαί­νον­τας μέ­σα σέ ἕ­ναν να­ό τῶν εἰ­δώ­λων, ἔ­δι­ω­ξε ἀ­πό ἐ­κεῖ τά δαι­μό­νια, τά ὁ­ποῖ­α ζή­τη­σαν νά μ­ποῦν πά­λι στόν να­ό, ἀλ­λά δέν μπό­ρε­σαν. Ὅ­ταν τό ἔ­μα­θε αὐ­τό ὁ προ­σμο­νά­ριος τοῦ να­οῦ ἐ­κεί­νου, θύ­μω­σε ἐ­ναν­τί­ον τοῦ Ἁ­γί­ου. Ὁ δέ Ἅ­γιος ἔ­γρα­ψε σέ χαρ­τί· «Ἐ­γώ ὁ Γρη­γό­ριος λέ­ω σέ ἐ­σέ­να τόν Σα­τα­νᾶ, μπές πά­λι στόν να­ό». Τό χαρ­τί αὐ­τό μό­λις τό ἔ­βα­λε ὁ νε­ω­κό­ρος στόν να­ό, μπῆ­καν πά­λι μέ­σα σ’ αὐ­τόν οἱ δαί­μο­νες. Τό­τε ἐ­κεῖ­νος, ἀ­φοῦ ἐξεπλάγη ἀπό αὐτό τό θαῦ­μα, ἀν­τί νά εἶ­ναι λα­τρευ­τής τῶν δαι­μό­νων, ἔ­γι­νε μα­θη­τής τοῦ Χρι­στοῦ καί ἔτρεξε κοντά στόν θεῖ­ο Γρη­γό­ριο.

Αὐ­τός ὁ Ἅ­γιος, ἀ­φοῦ προ­σευ­χή­θη­κε γιά μί­α νύ­κτα, μέ τήν ­προσευ­χή­ του αὐ­τή ξή­ρα­νε μί­α λί­μνη με­γά­λη, ἡ ὁ­ποί­α ἔ­κα­μνε κύ­μα­τα πα­ρό­μοι­α μέ τήν θά­λασ­σα. Καί μα­ζί μέ τήν λί­μνη ξή­ρα­νε καί τόν θυ­μό καί τήν μνη­σι­κα­κί­α τῶν δύ­ο ἀ­δελ­φῶν, οἱ ὁ­ποῖ­οι πο­λε­μῶν­τας ποι­ός ἀ­πό τούς δύ­ο νά πά­ρη τήν λί­μνη ἐ­κεί­νη, εἶ­χαν ἀ­να­με­τα­ξύ τους ἀ­φι­λί­ω­το μῖ­σος. Αὐ­τός κρά­τη­σε καί τόν πο­τα­μό νά μή τρέ­χη πρός τά ἐμ­πρός, ὕ­στερα ­ἀ­πό πα­ρά­κλη­σι τῶν Χρι­στια­νῶν πού κα­τοι­κοῦ­σαν κον­τά στόν πο­τα­μό. Καί πῶς τόν κρά­τη­σε; ἀ­φοῦ ἔμ­πη­ξε τήν ρά­βδο του στήν γῆ καί πρό­σθε­σε θαῦ­μα ἐ­πά­νω στό θαῦ­μα. Δι­ό­τι καί τό ρεῖ­θρο τοῦ πο­τα­μοῦ φαί­νε­ται, ὅ­τι ἐμ­πο­δί­ζε­ται, καί μέ κά­ποι­ο τρό­πο φο­βᾶ­ται νά πλη­σιά­ση στήν ρά­βδο τοῦ Ἁ­γί­ου, ἀλ­λά καί αὐ­τή ἡ ρά­βδος μο­λο­νό­τι ἦ­ταν ξη­ρά καί ἄ­μοι­ρη ἀ­πό κά­θε φυ­σι­κή ὑ­γρό­τη­τα, ὅ­μως βλά­στη­σε καί ἔ­γι­νε δέν­δρο εὐ­θα­λέ­στα­το. Ἀλ­λ’ οὔ­τε ἡ τό­ση πο­λυ­και­ρί­α ἔ­βλα­ψε τό πα­ρό­μοι­ο θαῦ­μα. Δι­ό­τι λέ­νε ὅ­τι καί μέ­χρι σή­με­ρα καί ὁ πο­τα­μός συ­στέλ­λε­ται καί δέν τρέ­χει πρός τά ἐμ­πρός, καί τό δέν­δρο (δηλα­δή ἡ ρά­βδος τοῦ Ἁ­γί­ου) πα­ρα­μέ­νει γιά τό­σα χρό­νια. Καί ἀ­πό τά δύ­ο μα­ζί κη­ρύτ­τε­ται ἡ τοῦ Χρι­στοῦ δύ­να­μις πού ἐ­νήρ­γη­σε μέ τόν δοῦ­λο του Γρη­γό­ριο. Αὐ­τός ὁ Ἅ­γιος ἀ­πέ­δει­ξε ἀληθινά καί

ἔ­μπρα­κτα νε­κρό τόν Ἑ­βραῖ­ο ἐ­κεῖ­νον, πού ὑ­πο­κρί­θη­κε ὅ­τι εἶ­ναι νε­κρός, γιά νά πε­ρι­γε­λά­ση τόν Ἅ­γιο. Αὐ­τός ὄν­τας στό βου­νό καί προ­σευ­χό­με­νος, φά­νη­κε σ’ ἐ­κεί­νους πού τόν ζη­τοῦ­σαν, ὅ­τι ἦ­ταν δέν­δρο. Αὐ­τός καί πεῖνα προ­ξέ­νη­σε στούς ἄ­πι­στους. Καί ὅ­ταν αὐ­τοί πί­στε­ψαν στόν Χρι­στό, τούς ἐ­λευ­θέ­ρω­σε ἀ­πό τήν πεῖνα καί τόν θά­να­το. Ὅ­ταν δέ ἐ­πρό­κει­το νά ἀ­πέλ­θη πρός τόν Κύ­ριο, πο­λύ εὐ­χα­ρί­στη­σε τόν Θε­ό, δι­ό­τι τήν πό­λι του Νε­ο­και­σά­ρεια, πού ἦ­ταν πο­λυ­άν­θρω­πη καί γε­μά­τη ἀ­πό ἀ­σε­βεῖς καί ἄ­πι­στους, τήν ἄ­φη­σε ὀ­λι­γάν­θρω­πη. Δι­ό­τι ὅ­σους λί­γους Χρι­στια­νούς βρῆ­κε σ’ αὐ­τήν, ὅ­ταν ἔ­γι­νε Ἀρ­χι­ε­ρέ­ας, τό­σους ἀν­τί­θε­τα λί­γους ἀ­σε­βεῖς ἄ­φη­σε σ’ αὐ­τήν, ὅ­ταν πέ­θα­νε. (Τόν ἀ­να­λυ­τι­κό Βί­ο τοῦ Ἁ­γί­ου βλέ­πε στόν Πα­ρά­δει­σο)[2].

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Λαζάρου τοῦ Ζωγράφου.

Αὐ­τός ὁ Ἅ­γιος ἀ­πό μι­κρό παι­δί ἔ­γι­νε Μο­να­χός καί ἔμαθε τήν ζω­γρα­φι­κή τέ­χνη . Καί κον­τά στήν σκλη­ρα­γω­γί­α καί ἐγ­κρά­τεια ­πού χρη­σι­ο­ποι­οῦ­σε, φρόν­τι­ζε ὁ ἀ­οί­δι­μος ἀ­κό­μη καί τήν ἐ­λε­η­μο­σύ­νη, γι’ αὐ­τό καί τῆς Ἱ­ε­ρω­σύ­νης δέ­χθηκε τό χά­ρι­σμα. Ἀ­φοῦ λοι­πόν ἔ­γι­νε Ἱ­ε­ρέ­ας, πο­λέ­μη­σε ἐ­ναν­τί­ον ὅ­λων τῶν αἱ­ρέ­σε­ων. Καί τό­σες πολ­λές θλί­ψεις ὑ­πέ­μει­νε, ὄ­χι μό­νο ἀ­πό τούς Νε­στο­ρια­νούς καί Εὐ­τυ­χι­α­νι­στές καί Δι­ο­σκο­ρί­τες, ἀλ­λά καί ἀ­πό τούς Εἰ­κο­νο­μά­χους, ὅ­σες δέν μπο­ρεῖ κα­νείς νά πῆ μέ τόν λό­γο. Ἀλ­λά καί στήν πα­λιά Ρώ­μη στάλ­θη­κε, μέ σκο­πό νά βο­η­θή­ση στά πα­τρι­κά καί ἀ­πο­στο­λι­κά δόγ­μα­τα, πού πο­λε­μοῦν­ταν ἀ­πό τούς Εἰ­κο­νο­μά­χους. Ἀ­φοῦ κα­τό­πιν ἐ­πέ­στρε­ψε ἀ­πό τήν Ρώ­μη στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι με­γα­λό­πρε­πα, πά­λι ­στά­λθηκε στήν Ρώ­μη γιά τίς ἴ­δι­ες ὑ­πο­θέ­σεις. Πη­γαί­νον­τας ὅ­μως δεύ­τε­ρη φο­ρά στήν Ρώ­μη, στήν μέση τῆς διαδρομῆς ἀ­σθε­νεῖ ἀ­πό τίς ἀ­νω­μα­λί­ες τοῦ και­ροῦ. Καί ἔ­τσι πα­ρα­δί­δει τήν ψυ­χή του στά χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ. Τό δέ τί­μιο σῶ­μα του, ἀ­φοῦ με­τα­φέρ­θη­κε ἀρ­γό­τε­ρα, το­πο­θε­τή­θη­κε στό Μο­να­στή­ρι τό λε­γό­με­νο τοῦ Εὐά­νδρου[3].

  Μνή­μη τοῦ Ἁ­γί­ου Ζα­χα­ρί­ου τοῦ Σκυ­το­τό­μου καί Ἰ­ω­άν­νου, καί δι­ή­γη­σις πά­νυ ὠ­φέ­λι­μος.

 Ἕ­νας ἄν­θρω­πος ἔν­δο­ξος καί πε­ρι­φα­νής στά τοῦ κό­σμου πράγ­μα­τα, μέ τό ὄνομα Ἰ­ω­άν­νης, κα­τα­φρο­νῶντας ὅλα τά εὐχάριστα πράγματα τῆς ζωῆς, ζοῦσε μία ζω­ή τα­πει­νή καί μο­να­χι­κή. Καί, ἀσχο­λούμενος στά τοῦ Θε­οῦ πράγ­μα­τα, φρόντιζε νά ἀ­ρέ­ση στόν Θε­ό μόνο, ἀσχολούμενος πάν­το­τε μέ προ­σευ­χές καί παρακλήσεις καί προοδεύοντας καί προκόβοντας σέ ἀνώτερα καί με­γα­λύ­τε­ρα κα­τορ­θώ­μα­τα. Ἐ­πει­δή λοιπόν κον­τά στά ἄλ­λα του κα­τορ­θώ­μα­τα εἶ­χε ὡς ἀ­πα­ραί­τη­το ἔρ­γο καί τό νά πη­γαί­νη καί νά ἀ­γρυ­πνῆ ὅ­λη τήν νύ­κτα στούς να­ούς τοῦ Κυ­ρί­ου, γι’ αὐτό μί­α νύ­κτα πῆ­γε στόν μεγάλο Ναό τῆς Ἁγίας Σοφίας τοῦ Θεοῦ στήν Κων­σταν­τι­νούπολι. Καί ἐπειδή βρῆκε κλει­σμέ­νες τίς πόρ­τες, ­κά­θι­σε σέ ἕ­να σκα­μνί­, πού ἦ­ταν ἐ­κεῖ κον­τά, ὄντας κουρασμένος. Καί, ἐκεῖ πού καθόταν, διάβα-ζε χαμηλόφωνα τήν Ἀκο­λου­θί­α του.

Καί νά, βλέ­πει μί­α λάμ­ψι ἀ­πό φῶς, πού ἐρ­χό­ταν ἀ­πό ἔ­ξω. Καί πρα­ρα­τη­ρῶν­τας μέ με­γα­λύ­τε­ρη προ­σο­χή, εἶ­δε ἔ­ναν ἄν­δρα σε­μνό νά ἀ­κο­λου­θῆ τό φῶς ἐ­κεῖ­νο. Χα­ρού­με­νος λοι­πόν γιά τήν θε­ω­ρί­α αὐ­τή, πρό­σε­χε καλ­λί­τε­ρα θέ­λον­τας νά μά­θη, τί θά κά­νη ὁ ἄν­θρω­πος ἐ­κεῖ­νος. Ὅ­ταν ὁ φαι­νό­με­νος ἔ­φθα­σε στίς κλει­σμέ­νες πόρ­τες τοῦ Να­οῦ τῆς Ἁ­γί­ας Σο­φί­ας, γο­νά­τι­σε στό κα­τώ­φλι τῆς πόρ­τας καί ἀρ­κε­τά προ­σευ­χή­θη­κε. Ἔ­πει­τα σή­κω­σε ψη­λά τά χέ­ριά του καί κά­νον­τας τό ση­μεῖ­ο τοῦ Σταυ­ροῦ στίς πόρ­τες, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος! ἀ­μέ­σως μό­νες τους ἄ­νοι­ξαν οἱ πόρ­τες καί μα­ζί μέ τό φῶς μπῆ­κε μέ­σα καί ὁ θαυ­μά­σιος ἐ­κεῖ­νος. Ἀ­φοῦ μπῆ­κε, πά­λι γο­νά­τισ­ε στό ἔ­δα­φος, ὅ­που ἀ­πό ἐ­πά­νω ἦ­ταν ζω­γρα­φι­σμέ­νη ἡ εἰ­κό­να τῆς Ὑ­πε­ρα­γί­ας Θε­ο­τό­κου, καί ἀ­φοῦ ση­κώ­θη­κε, ἄ­νοι­ξε καί ἐ­κεῖ τίς πόρ­τες. Καί ἐρ­χό­με­νος στίς ἀ­ση­μέ­νι­ες καί ὡ­ραῖ­ες πόρ­τες τοῦ Να­οῦ πού ἦ­ταν στόν νάρ­θη­κα, ἀρ­κε­τά ἐ­κεῖ προ­σευ­χή­θη­κε. Ἔ­πει­τα ἄ­νοι­ξε καί αὐ­τές μέ τό ση­μεῖ­ο τοῦ Σταυ­ροῦ, καί ἔ­τσι μπῆ­κε στόν Να­ό ὄν­τας γε­μᾶ­τος φῶς.

Πη­γαί­νον­τας πά­λι στό κέν­τρο τοῦ Να­οῦ, σή­κω­σε τά χέ­ρια του ψη­λά, ἐ­ξι­λε­ώ­νον­τας τόν Θε­ό. Ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε τήν προ­σευ­χή του, πά­λι γύ­ρι­σε πί­σω καί πῆ­γε στό προ­αύ­λιο τοῦ Να­οῦ, ἐ­νῶ οἱ πόρ­τες, ὅ­πως ἐ­κεῖ­νος ἔ­βγαι­νε, ἔ­κλει­ναν ἀ­πό θε­ϊ­κή ἐ­νέρ­γεια.

Στε­κό­ταν λοι­πόν ὁ ἱ­ε­ρός ἄν­θρω­πος Ἰ­ω­άν­νης, καί ἔ­βλε­πε προ­σε­κτι­κά, ποῦ θά πά­η ὁ ἅ­γιος ἐ­κεῖ­νος ἄν­θρω­πος, ἀ­φοῦ βγῆ­κε ἀ­πό τόν Να­ό. Ἐ­πει­δή ἐ­κεῖ­νος βά­δι­ζε τήν εὐ­θεί­α ὁ­δό, δέν ἀ­δι­α­φό­ρη­σε ὁ Ἀ­βρα­μια­ῖος Ἰ­ω­άν­νης νά τόν ἀ­κο­λου­θή­ση, γιά νά μά­θη, ποῦ κρύ­βε­ται αὐ­τός ὁ πο­λύ­τι­μος τοῦ Θε­οῦ μαρ­γα­ρί­της. Ἀφοῦ πα­ρε­ξέ­κλι­νε λί­γο ἀ­πό­ τόν δρό­μο ὁ ἄν­θρω­πος, πού εἶ­χε φα­νεῖ, πή­γαι­νε στόν κα­τή­φο­ρο πρός τήν σκά­λα τοῦ Ἁ­γί­ου Μάρ­τυ­ρος Ἰ­ου­λια­νοῦ. Πλη­σι­ά­ζον­τας δέ σέ ἕ­να πο­λύ μι­κρό σπί­τι καί κτυ­πῶν­τας τήν πόρ­τα μέ τό χέ­ρι, εἶ­πε μέ σι­γα­νή φω­νή τό ὄ­νο­μα τῆς γυ­ναί­κας, πού ἦ­ταν μέ­σα, Μα­ρί­α, καί ἔ­τσι μπῆ­κε μέ­σα. Τό­τε τό φῶς ­πού τόν φώ­τι­ζε στόν δρό­μο, ἐ­ξα­φα­νί­σθη­κε καί ἔ­τσι ἔ­γι­νε ἀ­νά­με­σα στούς δύ­ο νύ­κτα σκο­τει­νή.

Ἡ γυ­ναί­κα τοῦ ἁ­γί­ου ἐ­κεί­νου ἀν­θρώ­που ἄ­να­ψε τό λυ­χνά­ρι ἀ­πό τήν καν­δή­λα καί τό ἔ­φε­ρε στόν ἄν­δρα της. Ἐ­κεῖ­νος πά­λι δέν ξά­πλω­σε στό κρεβ­βά­τι, οὔ­τε μέ ἄλ­λον τρό­πο  ἀ­νέ­παυ­σε τό σῶ­μα του, ἀλ­λά ἄρ­χι­σε νά δου­λεύ­η, δι­ό­τι ἦ­ταν τσαγ­γά­ρης καί τῶν δερ­μά­των ρά­πτης. Τό­τε καί ὁ ἀ­ξι­ο­μνη­μό­νευ­τος Ἰ­ω­άν­νης πού τόν ἀ­κο­λου­θοῦ­σε ἀ­πό πί­σω του, χω­ρίς ντρο­πή πῆ­γε στό σπί­τι ἐ­κεί­νου. Καί, ἀ­φοῦ ἔ­πε­σε στά ­πό­δια του, τά ­ἔ­βρε­χε μέ δά­κρυ­α καί  πα­ρα­κα­λῶν­τας τον ἔ­λε­γε· «Μή μοῦ ἀ­πο­κρύ­ψης, ποι­ός εἶ­σαι καί ποί­α εἶ­ναι ἡ ὑ­ψη­λή πο­λι­τεί­α σου, μέ τήν ὁ­ποί­α κά­νεις τό­σο ὑ­πέ­ρο­χα θαύ­μα­τα, τά ὁ­ποῖ­α εἶ­δα ἐ­γώ μέ τά ἴ­δια μου τά μά­τια».

Καί ἐ­κεῖ­νος ὁ τα­πει­νός ἔ­λε­γε· «Συγ­χώ­ρε­σέ με, γέ­ρον­τα, γιά τόν Κύ­ριο. Ἐ­γώ εἶ­μαι ἁ­μαρ­τω­λός ἄν­θρω­πος καί δέν ἔ­χω κα­νέ­να ἔρ­γο κα­λό στόν ἑ­αυ­τό μου. Δι­ό­τι ποι­ός εἶ­μαι ἐ­γώ ὁ ἰ­δι­ώ­της ἤ ἀ­πό ποῦ ἔ­μα­θα κά­ποι­ον ἀ­νώ­τε­ρο τρό­πο ζω­ῆς, ὅ­πως λές, τήν στιγ­μή πού εἶ­μαι καί ἐρ­γά­της μιᾶς τέ­χνης τι­πο­τέ­νιας; Πλα­νή­θη­κες, ἄν­θρω­πε, πλα­νή­θη­κες καί φάν­τα­σμα μᾶλ­λον εἶ­δες, πα­ρά ἀ­λή­θεια».

Τό­τε ὁ γέ­ρον­τας πρό­σθε­σε δά­κρυ­α ἐ­πά­νω στά δά­κρυ­α καί δέν στα­μά­τη­σε νά τόν ὁρ­κί­ζη στό ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ, γιά νά τοῦ φα­νε­ρώ­ση τήν με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­ρε­τή του. Δι­ό­τι, ἔ­λε­γε, ἄν δέν ἦ­ταν ἔρ­γο τῆς θεί­ας Πρό­νοι­ας νά φα­νε­ρω­θῆ ἡ δι­κή σου πο­λι­τεί­α, βέ­βαι­α δέν θά ἀ­ξι­ω­νό­μουν ἐ­γώ ὁ τι­πο­τέ­νιος νά γί­νω θε­ω­ρός τέ­τοι­ων μυ­στη­ρί­ων. Στε­νο­χω­ρού­με­νος λοι­πόν ἀ­πό τούς ὅρ­κους ὁ θαυ­μά­σιος ἐ­κεῖ­νος ἄν­θρω­πος, ση­κώ­θη­κε ἐ­πά­νω καί ἀ­φοῦ πρῶ­τα ἔ­βα­λε με­τά­νοι­α στόν γέ­ρον­τα, ἄρ­χι­σε νά λέ­η τά ἑ­ξῆς:

«Γνώ­ρι­ζε κα­λά, ἀ­δελ­φέ μου, ὅ­τι κα­νέ­να κα­τόρ­θω­μα πά­νω στήν­ γῆ δέν ἔ­κα­να, πα­ρά τό νά ζῶ καί νά μο­λύ­νω­μαι μέ τίς ἁ­μαρ­τί­ες καί τό νά προ­τι­μῶ τήν κα­λο­πέ­ρα­σι τῆς σάρ­κας μου  Με­τά ἀ­πό αὐ­τά ὅ­μως ἀ­φοῦ ἔ­βα­λα στόν νοῦ τόν φό­βο τῆς κο­λά­σε­ω­ς[4], ἀ­φοῦ πῆ­ρα αὐ­τήν, ὅ­πως βλέ­πεις γιά γυ­ναί­κα μου, δέν μό­λυ­να τήν κα­θα­ρό­τη­τα τῆς σάρ­κας, ἀλ­λά καί οἱ δύ­ο ζοῦ­με μέ παρ­θε­νί­α κα­τό­πιν συμ­φω­νί­ας καί αὐ­τό τό κρύ­βου­με λέ­γον­τας, ὅ­τι αὐτή εἶ­ναι στεῖ­ρα. Καί μέ­χρι τώ­ρα μέ τήν βο­ή­θεια τοῦ Θε­οῦ, φυ­λά­γε­ται βέ­βαι­α ἀ­πό ἐ­μᾶς ἡ κα­θα­ρό­τη­τα τῆς ψυ­χῆς καί τοῦ σώ­μα­τος, ἐξ αἰ­τί­ας τοῦ πό­θου καί τῆς ἀ­γά­πης τοῦ δη­μι­ουρ­γοῦ μας. Θέ­λω ὅ­μως νά προ­σθέ­σω καί κά­τι ἄλ­λο γιά τήν ἀ­σφά­λεια τοῦ ὅρ­κου. Ὅ­λος ὁ δι­κός μου πλοῦ­τος δέν εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρος ἀ­πό ἕ­να τρι­μί­σιο[5]. Μέ αὐ­τό λοι­πόν ἀ­γο­ρά­ζον­τας δέρ­μα­τα, ἐρ­γά­ζο­μαι τήν τέ­χνη τῶν ὑ­πο­δη­μά­των. Καί ὅ,τι μι­σθό βγά­λω ἀ­πό αὐ­τήν τήν τέ­χνη, τόν μοι­ρά­ζω σέ δύ­ο ἴ­σια με­ρί­δια. Καί τό ἕ­να με­ρί­δι, τό πρῶ­το καί κυ­ρι­ώ­τε­ρο, τό ἀ­φι­ε­ρώ­νω στόν Χρι­στό, δί­νον­τάς το στούς πτω­χούς, τούς ἀ­δελ­φούς τοῦ Χρι­στοῦ, ἐ­νῶ τό ἄλ­λο, τό ξο­δεύ­ω στίς δι­κές μας ἀ­νάγ­κες. Καί ἔ­τσι πάν­το­τε ζῶν­τας, φαν­τά­ζο­μαι κα­θη­με­ρι­νά τόν φο­βε­ρό Κρι­τή, πού πρό­κει­ται νά ἔλ­θη. Καί θυ­μᾶ­μαι τήν ἐ­ξέ­τα­σι, ­πού θά μοῦ κά­νουν οἱ φο­ρο­λό­γοι δαί­μο­νες».

Αὐ­τήν τήν δι­ή­γη­σι ἀ­κού­γον­τας ὁ Ἰ­ω­άν­νης καί θαυ­μά­ζον­τας τήν κα­θα­ρή καί μα­κά­ρια ζω­ή τοῦ ἀ­οι­δί­μου Ζα­χα­ρί­α (δι­ό­τι ἔ­τσι ὠ­νο­μα­ζό­ταν) τόν ὑ­πε­ρε­παί­νε­σε. Κα­τό­πιν ἀ­πο­χαι­ρε­τῶν­τας τόν θαυ­μα­στό ἄν­δρα, βγῆ­κε ἀ­πό τό σπί­τι του χα­ρού­με­νος καί εὐ­φραι­νό­με­νος. Καί ὁ μέν Ἰ­ω­άν­νης, πῆ­γε στήν οἰ­κί­α, ὅ­που ­φι­λο­ξε­νεῖ­το καί εὐ­χα­ρι­στοῦ­σε τόν Θε­ό γιά τά θαυ­μα­στά με­γα­λεῖ­α ­πού εἶ­δε. Ὁ δέ μα­κά­ριος Ζα­χα­ρί­ας καί ἀ­λη­θι­νά ἀ­νυ­πε­ρή­φα­νος, θέ­λον­τας νά ἀ­πο­φύ­γη τό δό­λω­μα τῆς ἀν­θρώ­πι­νης δό­ξας, ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τό σπί­τι του ἐ­κεῖ­νο καί ἔ­φυ­γε, ἄ­γνω­στος ἐν­τε­λῶς σέ ὅ­λους γε­νό­με­νος.



[1] Ἡ δι­δα­σκα­λί­α αὐ­τή κα­τά λέ­ξι ἔ­χει ὡς ἑ­ξῆς, ὅ­πως τήν ἀ­να­φέ­ρει ὁ θεῖ­ος Νύσ­σης Γρη­γό­ριος στόν ἀ­να­λυ­τι­κό Βί­ο τοῦ Ἁ­γί­ου· «Εἷς Θε­ός Πα­τήρ Λό­γου ζῶν­τος, Σο­φί­ας ὑ­φε­στώ­σης καί Δυ­νά­με­ως, καί χα­ρα­κτῆ­ρος ἀ­ϊ­δί­ου. Τέ­λει­ος τε­λεί­ου Γεν­νή­τωρ. Πα­τήρ υἱ­οῦ Μο­νο­γε­νοῦς. Εἷς Κύ­ριος, μό­νος ἐκ μό­νου, Θε­ός ἐκ Θε­οῦ, χα­ρα­κτήρ καί Εἰ­κών τῆς Θε­ό­τη­τος. Λό­γος ἐ­ναρ­γής. Σο­φί­α τῆς τῶν ὅ­λων συ­στά­σε­ως πε­ρι­ε­κτι­κή καί δύ­να­μις τῆς ὅ­λης κτί­σε­ως ποι­η­τι­κή. Υἱ­ός ἀ­λη­θι­νός ἀ­λη­θι­νοῦ Πα­τρός. Ἀ­ό­ρα­τος, ἀ­ο­ρά­του. Ἄ­φθαρ­τος, ἀ­φθάρ­του. Ἀ­θά­να­τος, ἀ­θα­νά­του. Ἀ­ΐ­διος, ἀ­ϊ­δί­ου. Ἕν Πνεῦ­μα Ἅ­γιον ἐκ Θε­οῦ τήν ὕ­παρ­ξιν ἔ­χον, καί δι’ Υἱ­οῦ πε­φη­νός, δη­λα­δή τοῖς ἀν­θρώ­ποις. Εἰ­κών τοῦ Υἱ­οῦ τε­λεί­ου τε­λεί­α. Ζω­ή ζών­των αἰ­τί­α. Πη­γή ἁ­γί­α ἁ­γι­ό­τη­τος, ἁ­για­σμοῦ χο­ρη­γός. Ἐν ᾧ φα­νε­ροῦ­ται Θε­ός ὁ Πα­τήρ ὁ ἐ­πί πάν­των καί ἐν πᾶ­σι. Καί Θε­ός ὁ Υἱ­ός ὁ διά πάν­των. Τριάς τε­λεί­α, δό­ξῃ, ἀ­ϊ­δι­ό­τη­τι καί βα­σι­λεί­ᾳ μή με­ρι­ζο­μέ­νη μη­δέ ἀ­παλ­λο­τρι­ου­μέ­νη. Οὔ­τε οὖν κτι­στόν τι, ἤ δοῦ­λον ἐν τῇ Τριά­δι, οὔ­τε ἐ­πεί­σα­κτον, ὡς πρό­τε­ρον μέν οὐ­χ’ ὑ­πάρ­χον, ὕ­στε­ρον δέ ἐ­πει­σελ­θόν. Οὔ­τε οὖν ἐ­νέ­λι­πέν πο­τε Υἱ­ός Πα­τρί, οὔ­τε Υἱ­ῷ τό Πνεῦ­μα. Οὔ­τε ηὐ­ξή­θη Μο­νάς εἰς δυά­δα, καί δυ­άς εἰς Τριά­δα. Ἀλ­λ’ ἄ­τρε­πτος καί ἀ­ναλ­λοί­ω­τος ἡ αὐ­τή Τριάς ἀ­εί».

 [2] Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι τόν ἀ­να­λυ­τι­κό Βί­ο τοῦ Ἁ­γί­ου αὐ­τοῦ συ­νέ­γρα­ψε μέν ἑλ­λη­νι­κά ὁ θεῖ­ος Νύσ­σης Γρη­γό­ριος, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Ὁ μέν σκο­πός εἷς ἐ­στι τοῦ τε ἡ­με­τέ­ρου λό­γου», καί με­τέ­φρα­σε στήν ἁ­πλῆ ὁ μα­κα­ρί­της Ἀ­γά­πιος. Καί τοῦ­το ἀ­κό­μη ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι ὁ Ἅ­γιος αὐ­τός ἦ­ταν σύγ­χρο­νος μέ τόν Ἅ­γιο Δι­ο­νύ­σιο τόν Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας, ἄν­ καί ἔ­ζη­σε λί­γο με­τά ­ἀ­πό ἐ­κεῖ­νο­ν. Ἦ­ταν ἀ­κό­μη καί μα­θη­τής τοῦ Ὠ­ρι­γέ­νη, σύμ­φω­να μέ τόν Νύσ­σης Γρη­γό­ριο. Ἦ­ταν ἐ­πί­σης πα­ρών καί στήν Σύ­νο­δο, πού ἔ­γι­νε στήν Ἀν­τι­ό­χεια μέ τόν Φιρ­μι­λια­νό τόν Και­σα­ρέ­α, κα­τά τοῦ Παύ­λου τοῦ Σα­μο­σα­τέ­α, ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρει ὁ Εὐ­σέ­βιος, βι­βλ. ζ΄, κεφ. κη΄, καί ὁ Ζω­να­ρᾶς καί ὁ Βαλ­σα­μών. Ὁ δέ Μέ­γας Βα­σί­λει­ος, λέ­ει γι’ αὐ­τόν στήν ἐ­πι­στο­λή­ του πρός τούς κλη­ρι­κούς τῆς Νε­ο­και­σα­ρεί­ας, ὅ­τι ὁ Γρη­γό­ριος αὐ­τός δέν σκέ­πα­ζε τήν κε­φα­λή του ὅ­ταν προ­σευ­χό­ταν, ὄν­τας γνή­σιος μα­θη­τής Παύ­λου τοῦ Ἀ­πο­στό­λου. Ὅ­τι ἀ­πέ­φευ­γε τούς ὅρ­κους ἀρ­κού­με­νος στό, ναί καί τό, οὔ. Ὅ­τι κα­νέ­ναν δέν ἔ­λε­γε μω­ρό, ὅ­τι μι­σοῦ­σε τήν λοι­δο­ρί­α. Καί ἄλ­λα πολ­λά λέ­ει ἐ­κεῖ γι’ αὐ­τόν. Στό δέ κε­φά­λαι­ο στά ὅ­σα ἀ­φο­ροῦν τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα, λέ­ει γι’ αὐ­τόν· «Τόν δέ Γρη­γό­ριο καί τίς ἐ­κεί­νου φω­νές ποῦ θά το­πο­θε­τή­σου­με; ἄ­ραγε ὄ­χι μέ τούς  Ἀ­πο­στό­λους καί τούς Προ­φῆ­τες; ἄν­δρα πού ἔ­ζη­σε μέ τό ἴ­διο Πνεῦ­μα μέ ἐ­κεί­νους καί πα­ρέ­μει­νε γιά πάν­τα στήν ζω­ή του ἀ­κο­λου­θῶ­ντας τά ἴ­χνη τῶν Ἁ­γί­ων καί κα­τώρ­θω­σε τήν ἀ­κρί­βεια τῆς εὐ­αγ­γε­λι­κῆς πο­λι­τεί­ας σέ ὅ­λη του τήν ζω­ή; ὁ ὁ­ποῖ­ος μέ τήν ὑ­περ­βο­λή τῶν χα­ρι­σμά­των πού εἶ­χε, καί πού φαί­νον­ταν ἐ­νερ­γά μέ τήν χά­ρι τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος μέ κά­θε δύ­να­μι καί μέ κά­θε θαῦ­μα καί ση­μεῖ­α καί πα­ρά­δο­ξα, καί ἀ­πό αὐ­τούς τούς ἐ­χθρούς τῆς ἀ­λη­θεί­ας ὠ­νο­μά­σθη­κε δεύ­τε­ρος Μω­σῆς». Σ’ αὐ­τόν ἀ­πο­δί­δε­ται καί ἡ στόν Ἐκ­κλη­σια­στή ἑρ­μη­νεί­α καί ὄ­χι στόν θε­ο­λό­γο Γρη­γό­ριο. Βλέ­πε καί τούς δώ­δε­κα Κα­νό­νες του στό δι­κό μας Πη­δά­λιο.

[3] Γιά τόν Λάζαρο αὐτόν γρά­φε­ται στά Πρα­κτι­κά τῆς ἁ­γί­ας καί Οἰ­κου­με­νι­κῆς Ἑ­βδό­μης Συ­νό­δου, ὅ­τι ἱ­στό­ρη­σε στόν τοῖ­χο τίς εἰ­κό­νες τῶν Ἁ­γί­ων Ἀ­ναρ­γύ­ρων. Μί­α δέ γυ­ναίκα πού εἶχε στρό­φους στήν κοι­λιά, ἔ­ξυ­σε ἀ­πό τόν τοῖ­χο ἐ­κεῖ­νο καί ἤ­πι­ε μέ τό νε­ρό. Καί ἔτσι θεραπεύθηκε ἀ­πό τήν ἀ­σθέ­νεια.

 [4]  Γι’ αὐτό εἶ­πε καί ὁ χρυ­σό­γλωτ­τος Ἰ­ω­άν­νης· «Συ­νέχεια, ἀ­γα­πη­τοί, ἄς σκεφτώμαστε τούς λόγους πε­ρί κο­λά­σε­ως καί γεέν­νης λό­γους, καί νά τούς ἔχουμε καί στήν σκέψι μας καί στήν γλῶσσα. Διότι δέν μᾶς ἀφήνει νά πέσουμε στήν γέεννα ἡ μνήμη τῆς γέεννας. Δέν ἀ­κοῦς τόν Παῦλο πού λέει· «Οἱ ὁποῖοι θά τιμωρηθοῦν αἰώνια μακριά ἀπό τό πρόσωπο τοῦ Κυρίου;» (B΄ Θεσ­σαλ. 1,9). Λό­γος στήν Δευ­τέ­ρα Πα­ρου­σί­α, τόμ. ε΄, τῆς ἐν Ἐ­τό­νῃ ἐκ­δό­σε­ως.

[5] Αὐτό φαί­νε­ται ὅ­τι εἶ­ναι μί­α πο­σό­τητα νο­μι­σμά­των.

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης