Τῷ αὐτῷ μηνί ΣΤ΄, μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Βουκόλου Ἐπισκόπου Σμύρνης.
Αὐτός ὁ Ἅγιος ἀπό νεαρή ἡλικία, ἀφοῦ καθάρισε ἀπό τά πάθη τόν ἑαυτό του, ἔγινε κατοικητήριο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἔτσι βρίσκοντάς τον δόκιμο καί ἄξιο ὁ πανεύφημος καί ἀγαπημένος στόν Χριστό Ἰωάννης ὁ Θεολόγος, τόν χειροτόνησε Ἐπίσκοπο καί ποιμένα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σμύρνης. Καί στό ἑξῆς ὁ θεῖος Αὐτός ἱεράρχης ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα φωτιζόμενος, φώτιζε καί αὐτός τούς εἰδωλολάτρες, πού βρίσκονταν στό σκότος τῆς ἀγνωσίας καί μέ τήν χάρι τοῦ Ἁγίου Βα Καί ὅταν ὁ Ἅγιος ἐπρόκειτο νά μεταβῆ πρός Κύριο, χειροτόνησε τόν Ἅγιο Πολύκαρπο διάδοχο στήν μεγαλόπολι Σμύρνη καί τόν κατέστησε ποιμένα καί διδάσκαλο τῶν λογικῶν προβάτων καί ἔτσι πρός Κύριον ἐξεδήμησε. Ὅταν ἐνταφιάσθηκε τό ἅγιό του λείψανο, ἔκανε ὁ Θεός νά βλαστήση ἀπό τόν τάφο του ἕνα δένδρο, τό ὁποῖο χάριζε καί χαρίζει μέχρι σήμερα διάφορες θεραπεῖες σέ ὅσους προστρέχουν σ’ αὐτό μέ πίστι.
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Ἰουλιανοῦ τοῦ ἐν Ἐμέσῃ.
Αὐτός καταγόταν ἀπό τήν Ἔμεσα, πόλι τῆς Κοίλης Συρίας, ἡ ὁποία τουρκιστί ὀνομάζεται Ἔμς, εὐσεβής πρός τόν Θεό, νέος στήν ἡλικία καί ἰατρός ψυχῶν καί σωμάτων. Ἔτσι, ὅταν συνελήφθη ἀπό τούς εἰδωλολάτρες ὁ Ἐπίσκοπος τῆς Ἐμέσης Ἰουλιανός καί ὁ Διάκονος Λουκᾶς καί ὁ Ἀναγνώστης Μώκιος[1], στά χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Νουμεριανοῦ, κατά τό ἔτος 284, καί καταδικάσθηκαν καί οἱ τρεῖς νά δοθοῦν ὡς βρῶσι στά θηρία, τότε ὁ Ἅγιος Αὐτός Ἰουλιανός βλέποντάς τους νά ὁδηγοῦνται στά θηρία, πόνεσε μέ πόνο καρδιακό. Τότε ἔτρεξε καί τούς πρόφθασε, καί ἀφοῦ τούς πρόφθασε, τούς ἀσπάσθηκε. Γιά τόν λόγο αὐτόν συνελήφθη καί αὐτός, ἀφοῦ ἐκεῖνοι θανατώθηκαν. Ἔτσι κάρφωσαν τήν κεφαλή του καί τά χέρια καί τά πόδια του. Ἔτσι λοιπόν καρφωμένος ὄντας ὁ τρισόλβιος, πλάγιασε μέσα σέ ἕνα σπήλαιο καί ἐκεῖ παρέδωσε τήν ἁγία ψυχή του στά χέρια τοῦ Θεοῦ.
Μνήμη τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Φαύστης καί τῶν σύν αὐτῇ Εὐϊλασίου καί Μαξίμου.
Αὐτή ἡ Ἁγία Φαύστα ἔζησε στά χρόνια τοῦ αὐτοκράτορος Μαξιμιανοῦ, κατά τό ἔτος 299, καταγομένη ἀπό τήν Κύζικο, θυγατέρα γονέων εὐσεβῶν καί πλουσίων, μετά τόν θάνατο τῶν ὁποίων ἔμεινε κυρίαρχος μεγάλου πλούτου πολλοῦ καί περιουσίας. Πλήν οὔτε ἡ νεότητα τῆς ἡλικίας της, οὔτε ἡ ἀπάτη τοῦ πλούτου, μπόρεσαν νά τήν χωρίσουν ἀπό τίς ἀρετές καί τά καλά ἔργα. Διότι ἠσχολεῖτο ἡ μακάρια καί ἔδωσε τόν ἑαυτό της στήν ἀφθορία καί παρθενία, στήν νηστεία καί στήν προσευχή καί στήν μελέτη τῶν θείων Γραφῶν. Ἐπειδή ἡ φήμη της ἔφθασε μέχρι καί σ’ αὐτόν τόν αὐτοκράτορα, γι’ αὐτό ἐστάλθη πρός αὐτήν ἕνας περίφημος ἄνθρωπος τῆς Συγκλήτου, Εὐϊλάσιος ὀνόματι, μέ τήν ἐντολή ἤ νά τήν πείση νά θυσιάση στούς θεούς ἤ, ἄν δέν πεισθῆ, νά τήν πνίξη στήν θάλασσα.
Πηγαίνοντας λοιπόν ὁ Εὐϊλάσιος, δοκίμασε τήν Ἁγία μέ κάθε εἶδος τιμωριῶν, καί ἐπειδή τήν εἶδε νά παραμένη ἀβλαβής ἀπό ὅλα τά βάσανα μέ τήν χάρι τοῦ Θεοῦ καί ἔκαμνε διάφορα θαύματα, γι’ αὐτό πίστεψε στόν Χριστό. Τότε στέλνει ὁ αὐτοκράτορας ἄλλον ἄρχοντα, Μάξιμο ὀνομαζόμενο, ὁ ὁποῖος μέ πικρά βάσανα τιμώρησε καί τήν Ἁγία καί τόν Εὐϊλάσιο. Βλέποντας ὅμως τά θαύματα, πού ἔκανε ἡ Ἁγία μέ τήν προσευχή της, πίστεψε καί αὐτός στόν Χριστό. Καί στό τηγάνι ἐκεῖνο, πού ἑτοίμασε γιά νά βάλη καί τούς δύο Ἁγίους, σ’ αὐτό τό ἴδιο μπῆκε καί αὐτός μαζί μέ ἐκείνους μέ διαταγή τοῦ αὐτοκράτορα. Καί ἔτσι μαζί καί οἱ τρεῖς ἔλαβαν τό τέλος τοῦ μαρτυρίου καί τούς τοῦ μαρτυρίου στεφάνους. (Τό ἐκτενῆ Μαρτύριό τους βλέπε στόν Νέο Παράδεισο[2].)
Μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Φωτίου, Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, οὗ ἡ Σύναξις τελεῖται ἐν τῷ Προφητείῳ (ἤτοι ἐν τῷ Ναῷ) τοῦ τιμίου Προδρόμου καί Βαπτιστοῦ Ἰωάννου
[3] Σημειώνουμε ἐδῶ, ὅτι ὁ ἱερός Αὐτός Φώτιος ἔζησε κατά τούς χρόνους Θεοφίλου τοῦ αὐτοκράτορος κατά τό ἔτος 829, τοῦ ὁποίου ἔγινε πρωτοσπαθάριος καί πρωτοασηκρῆτις καί εἶχε τά πρωτεῖα τῆς Συγκλήτου καί βασιλικῆς βουλῆς, σύμφωνα μέ τόν Διάκονο Ἰωάννη, ὁ ὁποῖος συνέγραψε τόν Βίο τοῦ Ἁγίου Ἰωσήφ τοῦ ὑμνογράφου. Τόση δύναμι μάλιστα εἶχε στήν γραμματική, ποιητική, ρητορική καί φιλοσοφία, ἀκόμη καί στήν ἰατρική καί κάθε ἄλλη ἐπιστήμη ἐξωτερική, ὥστε ὄχι μόνον δέν βρισκόταν ἄλλος παρόμοιος τήν ἐποχή ἐκείνη, ἀλλά καί μέ τούς παλαιούς συναριθμεῖτο, ὅπως ἀναφέρει ὁ Νικήτας ὁ Παμφλαγονίας γι’ αὐτόν στόν Βίο τοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου, μολονότι ἦταν ἐχθρός του.
Μέ ἀπόφασι λοιπόν ὅλου τοῦ κλήρου (ἐκτός ἀπό πέντε μόνον) ἔγινε Μοναχός ἀπό τόν Γρηγόριο Ἐπίσκοπο Συρακούσης τήν πρώτη ἡμέρα, τήν δεύτερη ἔγινε Ἀναγνώστης, τήν τρίτη Ὑποδιάκονος, τήν τέταρτη Διάκονος, τήν πέμπτη Πρεσβύτερος καί τήν ἕκτη, πού ἦταν ἡ 25η τοῦ Δεκεμβρίου, κατά τήν ὁποία ἑορτάζομε τά Γενέθλια τοῦ Κυρίου, ἔγινε Ἐπίσκοπος, κατά τό ἔτος 858. Ἔτσι, ἀφοῦ ἐξωρίσθηκε ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος, ἔγινε Αὐτός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ἄν καί χωρίς τήν θέλησί του. Ψεύδεται ἄρα ὁ Νεοκαισαρείας Στυλιανός, γράφοντας πρός Στέφανο, ὅτι κατά τήν ἴδια ἡμέρα ἔγινε καί Πρεσβύτερος καί Ἐπίσκοπος. Παρόμοια καί ὁ Σμύρνης Μητροφάνης καί ὁ Παμφλαγονίας Νικήτας καί ὁ Θεόγνωστος, οἱ ὁποῖοι ἔγραψαν πολλά κατά τοῦ ἁγιωτάτου Φωτίου. Παρόμοια καί ὁ Βαρώνιος, ὁ ὁποῖος λέει, ὅτι ὁ Φώτιος ἦταν εὐνοῦχος, βγάζοντας τό ἀπατηλό σμπέρασμα ἀπό μία ἐπιστολή τοῦ Ἰωάννου Σακελλαρίου. Διότι δέν ἔγραψε ὁ Ἰωάννης Αὐτός πρός τόν Φώτιο, ἀλλ’ ὁ Φώτιος πρός τόν Ἰωάννη, βλέπε σελ. 274, τοῦ β΄ τόμου τοῦ Μελετίου, καί στά προλεγόμενα τῆς Συνόδου, πού ἔγινε στήν Ἁγία Σοφία ἐπί τοῦ ἁγιωτάτου Φωτίου, στό δικό μας Πηδάλιο.
[4] Σημειώνουμε, ὅτι αὐτός ὁ Ἅγιος Βαρσανούφιος μαζί μέ τόν Ἰωάννη τόν ἐπονομαζόμενο Προφήτη καί μαθητή του, ἔχουν βίβλο ἀξιόλογο, πού περιέχει πολλές ἐρωτήσεις, ἀπό τίς ὁποῖες, ἄλλες λύνονται ἀπό τόν ἕνα καί ἄλλες ἀπό τόν ἄλλο. Αὐτή ἡ βίβλος τυπώθηκε στήν Βενετία τό 1816.


Login