Τῷ αὐτῷ μηνί Δ΄, μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Ἰωαννικίου τοῦ μεγάλου τοῦ ἐν τῷ Ὀλύμπῳ.,Τῇ 4ῃ τοῦ αὐτοῦ μηνός μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Γεωργίου τοῦ Καρσλίδη (1901 - †1959).

Τῷ αὐτῷ μηνί Δ΄, μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν  Ἰωαννικίου τοῦ μεγάλου τοῦ ἐν τῷ Ὀλύμπῳ.

Αὐ­τός ὁ μα­κά­ριος Ἰ­ω­αν­νί­κιος γεν­νή­θη­κε κα­τά τόν εἰ­κο­στό τέ­ταρ­το χρό­νο τῆς τυ­ραν­νί­ας τοῦ θη­ρι­ώ­νυ­μου καί εἰ­κο­νο­μά­χου Λέ­ον­τος τοῦ Ἰ­σαύ­ρου, κα­τά τό ἔ­τος 740, ἀ­πό πα­τέ­ρα πού λε­γό­ταν Μυ­ρι­τρί­κης καί ἀ­πό μη­τέ­ρα πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν Ἀ­να­στα­σώ, πα­τρί­δα ἔ­χον­τας τήν Βι­θυ­νί­α. Αὐ­τός λοι­πόν, ὅ­ταν ἔ­φθα­σε στήν ἀν­δρι­κή ἡ­λι­κί­α, πῆ­γε μα­ζί μέ τόν βα­σι­λιά στόν πό­λε­μο, πού ἔ­γι­νε κα­τά τῶν Βουλ­γά­ρων καί κα­τώρ­θω­σε με­γά­λες ἀν­δρα­γα­θί­ες καί νί­κες, ἀ­φοῦ σκό­τω­σε πολ­λούς ἀ­πό τούς Βουλ­γά­ρους καί ἐ­λευ­θέ­ρω­σε πολ­λούς ἀ­πό τούς ὁ­μο­φύ­λους Γραι­κούς.

Στήν συνέ­χεια, ἀ­φοῦ κα­τα­φρό­νη­σε ὡς τίποτα τήν δό­ξα καί τήν τι­μή, πού σκε­πτό­ταν νά τοῦ δώ­ση ὁ βα­σι­λιάς γιά τά κα­τορ­θώ­μα­τά του, πη­γαί­νει στό βου­νό τοῦ Ὀ­λύμ­που. Καί ἐ­κεῖ ἀ­φοῦ ἄ­κου­σε μέ τά αὐ­τιά του θε­ϊ­κή φω­νή, ἀ­νέ­βη­κε στά ὑ­ψη­λό­τε­ρα μέ­ρη τοῦ βου­νοῦ. Ἐ­κεῖ λοι­πόν βρί­σκει δύ­ο Μο­να­χούς, τούς ὁ­ποί­ους πο­τέ δέν τούς εἶ­δε ἄν­θρω­πος, καί φο­ροῦ­σαν τρί­χι­να φο­ρέ­μα­τα, δη­λα­δή ὑ­φα­σμέ­να ἀ­πό γί­δι­νες τρί­χες καί τρέ­φον­ταν ἀ­πό ἄ­γρια βό­τα­να. Ὅ­ταν τούς βρῆ­κε αὐ­τούς, μα­θαί­νει ἀ­πό αὐ­τούς τί με­λε­τᾶ στήν καρ­διά του καί, ὡς εὐ­λο­γί­α, δέ­χε­ται ἀ­πό αὐ­τούς ἕ­να φό­ρε­μα. Ἀ­πό ἐ­κεῖ ἀ­να­χω­ρῶν­τας πῆ­γε στό βου­νό τό λε­γό­με­νο τοῦ Τρι­χά­λι­κα. Κα­τό­πιν πη­γαί­νει στό Μο­να­στή­ρι τῶν Αὐ­γά­ρων[1] καί ἀ­πό ἐ­κεῖ φθά­νει στά βου­νά τῆς Κουν­του­ρί­ας. Καί μα­θαί­νον­τας μό­νο τριά­ντα ψαλ­μούς, τούς ἔ­ψελ­νε μα­ζί μέ ἕ­να τρο­πά­ριο, ὡς ἑ­ξῆς συν­τε­θε­ιμέ­νο: «Ἡ ἐλ­πίς μου ὁ Θε­ός, κα­τα­φυ­γή μου ὁ Χρι­στός, σκέ­πη μου τό Πνεῦ­μα τό Ἅ­γιον». Ἔ­τσι λοι­πόν ἀ­φοῦ πέ­ρα­σε τό­πους πολ­λούς ὁ ἀ­οί­δι­μος καί ἔ­κα­νε πολ­λά καί ε­ξαι­ρε­τι­κά θαυ­μά­σια, προ­εῖ­πε καί γιά τά πράγ­μα­τα, πού ἐ­πρό­κει­το νά γί­νουν. Καί πη­γαί­νον­τας  στό Μο­να­στή­ρι τοῦ Ἀν­τι­δί­ου ἐ­κεῖ ἀ­νε­παύ­θη ἐν εἰ­ρή­νῃ, ὄν­τας πλή­ρης ἡ­με­ρῶν. Δι­ό­τι ὅ­ταν ἐ­ξε­δή­μη­σε πρός τόν Κύ­ριο, ἦ­ταν ἐν­νε­νήν­τα τεσ­σά­ρων ἐ­τῶν.

 

Τῇ 4 τοῦ αὐ­τοῦ μη­νός μνή­μη τοῦ Ὁ­σί­ου Πα­τρός ἡμῶν Γε­ωρ­γί­ου τοῦ Καρ­σλί­δη (1901 - †1959).

Ὄ­χι μό­νο κα­τά τούς πα­λαι­ούς χρό­νους ἀλ­λά καί σή­με­ρα ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας συ­νε­χί­ζει τό ἔρ­γο αὐ­τό. Ἰ­δι­αί­τε­ρα καυ­χᾶ­ται γιά τούς ὁ­σί­ους καί ὁ­μο­λο­γη­τές της. Ἕ­νας ἀ­πό αὐ­τούς καί σύγ­χρο­νος εἶ­ναι καί ὁ ἱ­ε­ρο­μό­να­χος καί ὁ­μο­λο­γη­τής π. Γε­ώρ­γιος Καρ­σλί­δης ἀ­πό τόν Πόν­το, τόν ὁ­ποῖ­ο - στίς 18 Μαρ­τί­ου 2008 - ἡ ἁ­γί­α μας Ἐκ­κλη­σί­α μέ εἰ­δι­κή Πα­τρι­αρ­χι­κή καί Συ­νο­δι­κή Πρᾶ­ξι ἐ­νέ­τα­ξε ἐ­πί­ση­μα στό Ἑ­ορ­το­λό­γιό της μέ τόν τί­τλο τοῦ ὁ­σί­ου καί ἁ­γί­ου. Καί πλέ­ον θά τόν τι­μοῦ­με κά­θε χρό­νο στίς 4 Νο­εμ­βρί­ου, ἡ­μέ­ρα τῆς ἐκ­δη­μί­ας του. Ὁ ὅ­σιος καί ὁ­μο­λο­γη­τής Γε­ώρ­γιος Καρ­σλί­δης εἶ­χε τήν κα­τα­γω­γή του ἀ­πό τά ἁ­γι­α­σμέ­να χώ­μα­τα τῆς Ἀ­να­το­λῆς.

Γεν­νή­θη­κε τό 1901 στήν Ἀρ­γυ­ρού­πο­λι τοῦ μαρ­τυ­ρι­κοῦ μας Πόν­του. Ἔ­ζη­σε συ­νο­λι­κά 58 χρό­νια ὁ­μο­λο­γί­ας, θυ­σί­ας καί προ­σφο­ρᾶς ἔ­χον­τας ὡς σύν­θη­μα τῆς ζω­ῆς του «νά μή ζῆ γιά τόν ἑ­αυ­τό του, ἀλ­λά γιά τόν Θε­ό καί τούς ἀν­θρώ­πους». Γο­νεῖς εἶ­χε τούς εὐ­λα­βεῖς Σάβ­βα καί Σο­φί­α. Ἀ­πό αὐ­τούς δι­δά­χθη­κε τήν θε­ο­σέ­βεια. Νω­ρίς ὅ­μως ἔ­μει­νε ὀρ­φα­νός καί ἀ­πό τούς δύ­ο γο­νεῖς του - ὁ πα­τέ­ρας του σκο­τώ­θη­κε σέ κά­ποι­α μά­χη. Ἔ­τσι τόν μι­κρό Ἀ­θα­νά­σιο (αὐ­τό ἦ­ταν τό βα­πτι­στι­κό ὄ­νο­μα τοῦ Ἁ­γί­ου) ἀ­νέ­λα­βε νά τόν προ­στα­τέ­ψη ἡ πι­στή για­γιά του. Αὐ­τή τοῦ ἐ­νέ­πνευ­σε τήν ἀ­γά­πη πρός τήν λει­τουρ­γι­κή ζω­ή τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας καί τήν συ­νει­δη­τή πνευ­μα­τι­κή ζω­ή. Μέ αὐ­τή τήν εὐ­λα­βέ­στα­τη για­γιά του, σέ ἡ­λι­κί­α 7 ἐ­τῶν, ὁ Ἀ­θα­νά­σιος ἐ­πι­σκέ­πτε­ται γιά πρώ­τη φο­ρά τήν ἱ­στο­ρι­κή Μο­νή τῆς Πα­να­γί­ας στόν Σου­με­λᾶ τοῦ Πόν­του. Καί ἐ­κεῖ τό μι­κρό παι­δί ἐ­να­πο­θέ­τει τήν ἐλ­πί­δα τῆς ζω­ῆς του. Σύν­το­μα ὅ­μως καί ἡ για­γιά του ἀ­νε­χώ­ρη­σε γιά τόν οὐ­ρα­νό ἀ­φή­νον­τας του πο­λύ­τι­μη κλη­ρο­νο­μιά μα­ζί μέ τήν θε­ο­σέ­βεια καί μί­α φιλ­ντι­σέ­νια εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας - σέ μορ­φή ἐ­πι­στή­θιου ἐγ­κολ­πί­ου - τήν ὁ­ποί­α πλέ­ον ἔ­φε­ρε πάν­τα πά­νω του ὡς οἰ­κο­γε­νεια­κό κει­μή­λιο εὐ­λά­βειας καί προ­στα­σί­ας.

Ἡ σκλη­ρή καί βά­ναυ­ση συμ­πε­ρι­φο­ρά τοῦ με­γα­λύ­τε­ρου ἀ­δελ­φοῦ του τόν ἀ­νάγ­κα­σαν μα­ζί μέ τόν παπ­ποῦ του νά φύ­γουν γιά τήν Θε­ο­δο­σι­ού­πο­λι τῆς Με­γά­λης Ἀρ­με­νί­ας. Δέν θά πα­ρα­μείνη ὅ­μως γιά πο­λύ ἐ­δῶ. Αἰ­σθά­νε­ται μέ­σα του βα­θειά δί­ψα γιά τόν Θε­ό. Αὐ­τόν πο­θεῖ καί σέ Αὐ­τόν ἐ­πι­θυ­μεῖ νά ἀ­φι­ε­ρω­θῆ. Ξε­κι­νᾶ λοι­πόν μό­νος τό με­γά­λο του τα­ξί­δι μέ ὅ­πλο του τήν πί­στι, ἔ­χον­τας μα­ζί του ἐ­κτός ἀ­πό τήν εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας, ἕ­να σταυ­ρό, ἕ­να θυ­μια­τό καί τό πι­στο­ποι­η­τι­κό τῆς γεν­νή­σε­ώς του. Δι­ή­νυ­σε πε­ρι­πε­τει­ώ­δη πο­ρεί­α μέ­σα ἀ­πό δύ­σβα­τα μο­νο­πά­τια καί χι­ο­νι­σμέ­νες ἐ­κτά­σεις τοῦ Καυ­κά­σου.

Ἀ­να­χω­ρεῖ μέ τόν παπ­ποῦ του γιά τό Ἐρ­ζε­ρούμ, τήν Θε­ο­δο­σι­ού­πο­λι τῆς Με­γά­λης Ἀρ­με­νί­ας. Ὁ Κύ­ριος τόν προ­στά­τευ­ε συ­νε­χῶς. Ἀλ­λά καί οἱ Ἅ­γιοι, πού ἐ­πι­κα­λεῖ­το καί τούς ὠ­νό­μα­ζε φί­λους του, ἦ­ταν πάν­τα κον­τά του καί τόν συ­νώ­δευ­αν καί κυ­ρί­ως ὁ ἅ­γιος Γε­ώρ­γιος.

Ἔ­φθα­σε στήν Τι­φλί­δα τῆς Γε­ωρ­γί­ας. Καί ἀ­πό ἐ­κεῖ ἡ θεί­α Πρό­νοι­α ὡδήγη­σε τά βή­μα­τά του σέ γει­το­νι­κό Μοναστήρι τῆς Ζω­ο­δό­χου Πη­γῆς. Μέ εὐ­γνω­μο­σύ­νη πρός τόν ἅ­γιο Θε­ό εἰ­σῆλ­θε στόν ἅ­γιο αὐ­τό χῶ­ρο.

Στο­λι­σμέ­νος μέ τήν ἀ­θῳ­ό­τη­τα, τή σύ­νε­σι, τήν ἀ­δι­ά­κρι­τη πί­στι καί τόν φό­βο τοῦ Θε­οῦ, ἀ­πέ­σπα­σε τήν ἀ­γά­πη καί τόν σε­βα­σμό τῶν συμ­μο­να­στῶν του. Στά δι­α­κο­νή­μα­τα, πού τοῦ ἀ­νέ­θε­σαν, τῆς ρα­πτι­κῆς, τῆς ὑ­φαν­τι­κῆς καί τῆς μα­γει­ρι­κῆς, ὑ­πῆρ­ξε ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κός μέ ζη­λευ­τή φι­λερ­γί­α καί ἀ­πο­δο­τι­κό­τη­τα. Ἀ­γα­ποῦ­σε ὅ­μως πο­λύ καί τήν αὐ­στη­ρή ἄ­σκη­σι στόν ἑ­αυ­τό του καί τήν κα­κο­πά­θεια. Ζοῦ­σε γιά τόν Θε­ό καί χαι­ρό­ταν γιά ὅ­σα ἀ­πο­λάμ­βα­νε ἐ­κεῖ. Καί ἔ­λε­γε: «Ἐ­γώ ἔ­τσι θά πε­ρά­σω στήν ζω­ή μου».

Στίς 20 Ἰ­ου­λί­ου 1919 ὁ Ἀ­θα­νά­σιος κεί­ρε­ται μο­να­χός καί λαμ­βά­νει τό ὄ­νο­μα Συ­με­ών. Κα­τά τήν ἱ­ε­ρή ἐ­κεί­νη ὥ­ρα τῆς κου­ρᾶς του οἱ καμ­πά­νες τῆς Μο­νῆς κτύ­πη­σαν ἀ­πό μό­νες τους. Καί θε­ω­ρή­θη­κε αὐ­τό τό γε­γο­νός θεῖ­ο ση­μεῖ­ο τῆς εὔ­νοι­ας τοῦ Θε­οῦ πρός τόν πι­στό δοῦ­λο του, τόν μελ­λον­τι­κό Ἅ­γιό του.

Ὁ μο­να­χός Συ­με­ών πλημ­μυ­ρι­σμέ­νος ἀ­πό τήν χά­ρι τοῦ Θε­οῦ συ­νε­χί­ζει τώ­ρα τήν ἄ­σκη­σί του ἀ­κό­μη πιό ὑ­πεύ­θυ­να, τη­ρῶντας μέ ἀ­κρί­βεια τίς ἱ­ε­ρές ὑ­πο­σχέ­σεις, πού ἔ­δω­σε στήν κου­ρά του γιά αὐ­στη­ρή παρ­θε­νί­α, ἀ­δι­ά­κρι­τη ὑ­πα­κο­ή καί πλή­ρη ἀ­κτη­μο­σύ­νη.

Ὅ­μως ἀ­πό τό 1917 στήν Ρω­σί­α ἄρ­χι­σε νά μαί­νε­ται ἰ­σχυ­ρός ὁ ἄ­νε­μος τῶν δι­ωγ­μῶν ἐ­ναν­τί­ον τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τοῦ Χρι­στοῦ ἀ­πό τό ἀ­θε­ϊ­στι­κό κα­θε­στώς. Ὁ Χρι­στός «ξα­να­σταυ­ρώ­νε­ται» μέ τό­σο σκλη­ρά δι­α­τάγ­μα­τα καί δι­αγ­γέλ­μα­τα, ὥ­στε νά λέ­νε: «Ἐ­μεῖς θά δι­ορ­θώ­σου­με τά λά­θη τοῦ Δι­ο­κλη­τια­νοῦ καί τοῦ Νέ­ρω­να». Ἐκ­κλη­σί­ες βε­βη­λώ­νον­ται ἤ ἰ­σο­πε­δώ­νον­ται. Μο­να­στή­ρια πυρ­πο­λοῦν­ται ἤ κα­τε­δα­φί­ζον­ται. Μο­να­χοί καί ἱ­ε­ρω­μέ­νοι ἀλ­λά καί λαϊ­κοί φυ­λα­κί­ζον­ται καί βα­σα­νί­ζον­ται σκλη­ρά, διότι πα­ρα­μέ­νουν πι­στοί στήν ὀρ­θό­δο­ξη πί­στι. Οἱ πρῶ­τοι μάρ­τυ­ρες κα­τα­γρά­φον­ται στά Μαρ­τυ­ρο­λό­για τῆς Ρω­σι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ἦρ­θε ὅ­μως καί ἡ σει­ρά τῆς Γε­ωρ­γί­ας. Τό Μοναστήρι τῆς Ζω­ο­δό­χου Πη­γῆς λε­η­λα­τή­θη­κε. Οἱ μο­να­χοί συ­νε­λή­φθη­σαν. Τούς ἔ­κλει­σαν σέ ὑ­γρή καί σκο­τει­νή φυ­λα­κή, ὅ­που ἦ­ταν ἀ­ναγ­κα­σμέ­νοι νά ξα­πλώ­νουν σέ μί­α σα­νί­δα κά­τω ἀ­κρι­βῶς ἀ­πό τήν ὁ­ποί­α ἀ­να­δύ­ον­ταν οἱ ὀ­σμές ἀ­κα­θαρ­σι­ῶν ἀ­πό δι­ερ­χό­με­νο ὑ­πό­νο­μο.

Ὁ ἡ­γού­με­νος τῆς Μο­νῆς δέν ἄν­τε­ξε. Ὑ­πέ­κυ­ψε καί πέ­θα­νε μέ­σα στήν φυ­λα­κή. Τόν μο­να­χό Συ­με­ών τόν δι­α­πόμ­πευ­σαν κά­ποι­α ἡ­μέ­ρα στούς δρό­μους καί τόν πε­ρι­έ­φε­ραν δε­μέ­νο καί χω­ρίς ροῦ­χα, φω­νά­ζον­τας εἰ­ρω­νι­κά γι’ αὐ­τόν: «Νά ὁ προ­φή­της!». Στα­θε­ροί στήν πί­στι οἱ ἔγ­κλει­στοι μο­να­χοί θέ­λη­σαν κά­ποι­ο Πά­σχα καί ἔ­ψα­λαν δυ­να­τά μέ­σα στήν φυ­λα­κή ὅ­λοι μα­ζί τό «Χρι­στός Ἀ­νέ­στη». Ὁ δι­οι­κη­τής ἐ­ξα­γρι­ω­μέ­νος δι­έ­τα­ξε τήν κα­τα­δί­κη τους. Ἀ­φοῦ τούς φό­ρε­σαν λευ­κούς χι­τῶ­νες, τούς ὡδή­γη­σαν δε­μέ­νους στήν ἄ­κρη ἀ­πό­κρη­μνων βρά­χων. Καί ἀ­πό ἐ­κεῖ τούς γκρέ­μι­σαν, ἀ­φοῦ προ­η­γου­μέ­νως τούς πυ­ρο­βο­λοῦ­σαν ἀ­στα­μά­τη­τα. Ὁ μο­να­χός Συ­με­ών δέ­χθη­κε τρεῖς σφαῖ­ρες. Μί­α τόν χτύ­πη­σε στό σι­δε­ρέ­νιο πε­ρί­βλη­μα τῆς εἰ­κό­νας τῆς Πα­να­γί­ας, πού φο­ροῦ­σε, ἡ ἄλ­λη τόν πῆ­ρε ἐ­πι­δερ­μι­κά στό λαι­μό καί ἡ τρί­τη στά πό­δια. Ὁ Ὅ­σιος σώ­θη­κε θαυ­μα­τουρ­γι­κά. Καί τε­λι­κά τοῦ χά­ρι­σαν τήν ζω­ή, δι­ό­τι ὑ­πῆρ­χε νό­μος πού ἔ­λε­γε: «Νά ἀ­θῳ­ώ­νε­ται κά­θε κα­τά­δι­κος πού δέ­χε­ται τρεῖς σφαῖ­ρες ὄ­χι θα­νά­σι­μες».

Ὅ­μως oi ἐ­χθροί τῆς πί­στε­ως δέν ἡ­σύ­χα­σαν. Ἀ­παι­τοῦ­σαν ἀ­πό τόν Ἅ­γιο νά ἀρ­νη­θῆ τήν Ὀρ­θο­δο­ξί­α του. Καί ὁ Συ­με­ών ἀ­πάν­τη­σε μέ ἔν­το­νη φω­νή χτυ­πῶντας τό χέ­ρι του στό τρα­πέ­ζι τοῦ δι­οι­κη­τῆ: «Ἐ­σύ δέν ἔ­χεις ἐ­ξου­σί­α πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀ­πό τόν Θε­ό». Γι’ αὐ­τό φυ­λά­κι­σαν τόν Ὅ­σιο καί πά­λι, τώ­ρα σέ σκλη­ρό­τε­ρες καί πιό ἀ­πάν­θρω­πες συν­θῆ­κες. Ἐ­κεῖ μέ­σα στήν φυ­λα­κή ὁ Ἅ­γιος ἀ­σθέ­νη­σε βα­ρ­ειά, τοῦ ἔ­πε­σαν τά δόν­τια καί ὑ­πέ­φε­ρε φρι­κτά στά πό­δια του. Ὁ πα­νά­γιος Θε­ός ὅ­μως ἐ­πεμ­βαί­νει θαυ­μα­τουρ­γι­κά, καί μέ πα­ρέμ­βα­σι εὐ­γε­νῶν ἀν­θρώ­πων τῆς πε­ρι­ο­χῆς ἐ­κεί­νης ἀ­πο­φυ­λα­κί­ζει τόν δοῦ­λο του. Ἐ­ξέρ­χε­ται ὁ Ὅ­σιος μέ τά «στίγ­μα­τα» τοῦ μάρ­τυ­ρα καί τοῦ ὁμο­λο­γη­τοῦ. Μέ μορ­φή κα­τα­πο­νη­μέ­νη ἀλ­λά φω­τει­νή. Πε­ρι­φέ­ρε­ται τώ­ρα ὡς δι­ω­κό­με­νος μο­να­χός. Ζεῖ μέ ἐ­ρά­νους.

Ὁ Κύ­ριος κα­λεῖ τώ­ρα τόν πι­στό δοῦ­λο του στό ὑ­πούρ­γη­μα τῆς ἱ­ε­ρω­σύ­νης. Χει­ρο­το­νεῖ­ται πρῶ­τα δι­ά­κο­νος καί στίς 8 Σε­πτεμ­βρί­ου 1925 χει­ρο­το­νεῖ­ται ἱ­ε­ρεύς στόν Ἅ­γιο Μη­νᾶ στήν Γρού­ζια Σχέ­τα λαμ­βά­νον­τας τό νέ­ο του ὄ­νο­μα: Γε­ώρ­γιος. Μέ τό ὄ­νο­μα αὐ­τό θά δο­ξά­ση τόν Θε­ό τόν ὑ­πό­λοι­πο χρό­νο τῆς ζω­ῆς του. Ὁ ὅ­σιος ἱ­ε­ρέας π. Γε­ώρ­γιος ἦ­ταν γιά ὅ­λους τούς ἀν­θρώ­πους φῶς, δύ­να­μι καί πα­ρη­γο­ριά. Προι­κι­σμέ­νος μέ τό χά­ρι­σμα τῆς δι­ο­ρα­τι­κό­τη­τας ἀ­πε­κά­λυ­πτε τά προ­βλή­μα­τα τῶν ἀν­θρώ­πων. Ἔ­δι­νε σο­φές συμ­βου­λές σέ ὅ­λους καί τούς κα­θο­δη­γοῦ­σε πρός τόν Χρι­στό. Ἡ φή­μη του ὡς ἁγίου ἄρ­χι­σε ἀ­πό ἐ­κεῖ νά ἁ­πλώ­νε­ται. Καί ὅ­ταν ἀ­πό τήν Τι­φλί­δα ἦρ­θε στό Σο­χούμ, καί ἐ­δῶ ὁ κό­σμος τόν ἀ­γά­πη­σε πο­λύ. Δέν ἔ­παυ­σε δέ ὁ ὅ­σιος Γε­ώρ­γιος πα­ρά τήν φι­λά­σθε­νη κρᾶ­σι του νά συ­νε­χί­ζη τήν ἀ­σκη­τι­κή του ζω­ή. Πα­ρέ­με­νε φτω­χός, ἀλ­λά ἦ­ταν πάν­τα πλού­σιος σέ ἀ­γά­πη καί σέ κα­λω­σύ­νη, πού ἀν­τλοῦ­σε ἀ­πό τόν με­γά­λο Δι­δά­σκα­λο τῆς ἀ­γά­πης, τόν Κύ­ριό μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό!

Στίς 19 Ὀ­κτω­βρί­ου 1929 ὁ ὅ­σιος Γε­ώρ­γιος ἔρ­χε­ται γιά πρώ­τη φο­ρά στήν Ἑλ­λά­δα, πού τό­σο ἀ­γα­ποῦ­σε καί ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε. Ἀ­πο­βι­βά­ζε­ται στό λι­μά­νι τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης, με­τα­βαί­νει στήν Κα­τε­ρί­νη καί στά χω­ριά Ἁ­λώ­νια καί Κοῦκ­κος, Μι­κρό Δά­σος τοῦ Κιλ­κίς καί τέ­λος τό 1930 στήν Σί­ψα τῆς Δρά­μας. Οἱ κα­κου­χί­ες τῆς φυ­λα­κῆς τῆς Γε­ωρ­γί­ας τόν εἶ­χαν ἀ­φή­σει ἡ­μι­πα­ρά­λυ­το, πο­λύ ἀ­δύ­να­μο καί πολ­λές φο­ρές δυ­σκο­λευ­ό­ταν πο­λύ νά περ­πα­τή­ση, ὥ­στε τόν σή­κω­ναν στά χέ­ρια, γιά νά με­τα­κι­νη­θῆ.

Καί τό 1930 ἐγ­κα­θί­στα­ται μό­νι­μα στό χω­ριό Σί­ψα (σή­με­ρα Τα­ξιά­ρχες) τῆς Δρά­μας. Ἐ­δῶ ὁ πο­λύ­πα­θος ὅ­σιος καί ὁ­μο­λο­γη­τής ἱ­ε­ρο­μό­να­χος π. Γε­ώρ­γιος θά πα­ρα­μεί­νη μέ­χρι τό τέ­λος τῆς ζω­ῆς του βα­στά­ζον­τας «ἐν τῷ σώ­μα­τί του τά στίγ­μα­τα τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­σ­τοῦ».

Τό 1939 ἔ­κτι­σε τό τα­πει­νό Μοναστήρι του μέ τόν ἱ­ε­ρό να­ό τῆς Ἀ­να­λή­ψε­ως καί ἕ­να φτω­χό κελ­λά­κι γι’ αὐ­τόν.

Τό 1941 τόν συ­νέ­λα­βαν οἱ Βούλ­γα­ροι καί τόν ὡδήγη­σαν σέ ἐ­κτέ­λε­σι. Τόν ἄ­φη­σαν ὅ­μως ἐ­λεύ­θε­ρο καί ἔ­φυ­γαν ἔν­τρο­μοι, κα­θώς τόν ἔ­βλε­παν ἐ­ξα­ϋ­λω­μέ­νο νά προ­σεύ­χε­ται πρίν τόν θα­να­τώ­σουν.

Κα­θώς περ­νοῦ­σαν τά χρό­νια, στήν συ­νεί­δη­σι τῶν ἀν­θρώ­πων ὁ ἱ­ε­ρο­μό­να­χος π. Γε­ώρ­γιος Καρ­σλί­δης ἔ­παιρ­νε τή θέ­σι τοῦ ὁ­σί­ου καί τοῦ ἁ­γί­ου. Πλῆ­θος κό­σμου, πολ­λοί μά­λι­στα ἀ­πό τήν Δρά­μα, βα­δί­ζον­τας μέ τά πό­δια, ἔ­φθα­ναν στό Μοναστήρι τῆς Ἀ­να­λή­ψε­ως. Ἀλ­λά καί ἀ­πό πολ­λά μέ­ρη τῆς Μα­κε­δο­νί­ας καί τῆς Θράκης κα­τέ­φθα­ναν ἐ­κεῖ, ἄλ­λοι γιά νά ζη­τή­σουν τήν εὐ­χή τοῦ Γέ­ρον­τα καί ἄλ­λοι νά ἀ­να­παυ­θοῦν κον­τά του στό Μυ­στή­ριο τῆς ἱ­ε­ρᾶς Ἐ­ξο­μο­λο­γή­σε­ως. Φω­τι­σμέ­νος ἀ­πό τό Πα­νά­γιο Πνεῦ­μα, ἐ­ξα­γνι­σμέ­νος ἀ­πό τήν μα­κρο­χρό­νια ἄ­σκη­σι καί τό μαρ­τύ­ριο στόν Πόν­το, «πλημ­μυ­ρι­σμέ­νος ἀ­πό γνή­σια καί κα­θα­ρά αἰ­σθή­μα­τα ἀ­γά­πης πρός τόν συ­νάν­θρω­πο», μπο­ροῦ­σε νά κα­θο­δη­γῆ μέ ἀ­σφά­λεια τόν ἁ­πλό καί κου­ρα­σμέ­νο κό­σμο καί νά τόν ὁ­δη­γῆ στήν σω­τη­ρί­α. Μι­λοῦ­σε ἁ­πλᾶ καί στα­θε­ρά. Καί φύ­τευ­ε στίς καρ­δι­ές τῶν ἀν­θρώ­πων τήν ἀ­γά­πη πρός τόν Χρι­στό καί τήν Ἐκ­κλη­σί­α. Ἰ­δι­αί­τε­ρα τό­νι­ζε τήν ἀ­ξί­α τῆς συγ­χω­ρη­τι­κό­τη­τας. Χτυ­ποῦ­σε κά­θε μορ­φή δι­χό­νοι­ας καί κα­λοῦ­σε τούς ἀν­θρώ­πους νά συμ­φι­λι­ω­θοῦν με­τα­ξύ τους καί μέ τόν Θε­ό. Στόν λό­γο του πάν­τα συν­δύ­α­ζε τήν αὐ­στη­ρό­τη­τα μέ τήν. Ἦ­ταν βα­θειά τα­πει­νός στό φρό­νη­μά του, ἄ­κα­κος καί πρα­ό­τα­τος. Καλ­λι­ερ­γοῦ­σε τό φι­λα­κό­λου­θο πνεῦ­μα τε­λῶντας μέ ἀ­κρί­βεια καί ἱ­ε­ρο­πρέ­πεια κά­θε ἱ­ε­ρή Ἀ­κο­λου­θί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας. Κα­τά τήν ὥ­ρα τῆς θεί­ας Λει­τουρ­γί­ας ἦ­ταν πάν­τα με­ταρ­σι­ω­μέ­νος καί συμ­βού­λευ­ε τούς πι­στούς «νά εἶ­ναι ἀ­πε­ρί­σπα­στοι καί προ­ση­λω­μέ­νοι στά τε­λού­με­να, γιά νά ἀ­ξι­ώ­νων­ται νά βλέ­πουν τά με­γα­λεῖα τοῦ Θε­οῦ».

Τό κύ­ριο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό τοῦ Ἁ­γί­ου ἦ­ταν ἡ ἀ­γά­πη. Γι’ αὐ­τό τόν ὠ­νό­μα­ζαν «ὁ ἄν­θρω­πος τῆς ἀ­γά­πης». Ἦ­ταν ὁ ἐ­λε­ή­μων καί ὁ φι­λό­ξε­νος. Συμ­με­τεῖ­χε στά πέν­θη μέ πα­ρή­γο­ρο καί ἐ­νι­σχυ­τι­κό λό­γο, δι­έ­νε­με φα­γη­τό σέ φτω­χούς, κά­πο­τε ὕ­φαι­νε ὁ ἴ­διος μέ τά χέ­ρια του ροῦ­χα γιά τούς ἄ­πο­ρους. Πάν­τα λι­τός, ἁ­πλός, νη­στευ­τής, ἄ­γρυ­πνος, φι­λά­σθε­νος καί δε­ό­με­νος. Λι­γο­μί­λη­τος, προ­σε­κτι­κός, αὐ­στηρός καί σο­βα­ρός. Σέ με­γά­λη ἀ­νάγ­κη ἐ­πι­σκε­πτό­ταν φτω­χούς καί ἀ­σθε­νεῖς. Εἶ­χε βο­η­θη­θεῖ ὁ ἴ­διος καί ἔ­τσι μπο­ροῦ­σε νά βο­η­θή­ση καί τούς ἄλ­λους.

Μα­ζί μέ αὐ­τά δέν πα­ρέ­λει­πε πο­τέ καί τήν προ­σω­πι­κή του ἄ­σκη­σι καί τήν κα­κο­πά­θεια, τή νη­στεί­α του καί τήν μα­κρά καί θερ­μή προ­σευ­χή του, πα­ρ' ὅ­λο πού ἦ­ταν φι­λά­σθε­νος καί ἔ­πα­σχε ἀ­πό χρό­νια κρυ­ο­λο­γή­μα­τα.

Στίς ἀ­ναί­μα­κτες θεῖ­ες ἱ­ε­ρουρ­γί­ες ἦ­ταν φω­τει­νός, εἰ­ρη­νι­κός καί χα­ρού­με­νος. Συλ­λει­τουρ­γοῦ­σε μέ ἁ­γί­ους. «Σπά­νια λει­τουρ­γῶ μό­νος μου», ἔ­λε­γε ὁ Γέ­ρον­τας. Εἶ­χε ἰ­δι­αί­τε­ρη εὐ­λά­βεια στήν Πα­να­γί­α, στόν Τί­μιο Πρό­δρο­μο καί στόν ἅ­γιο Γε­ώρ­γιο! Πολ­λούς ἀ­σθε­νεῖς καί ἀ­ναγ­κη­μέ­νους ἀν­θρώ­πους τούς ἔ­στελ­νε σέ δι­ά­φο­ρους ἁ­γί­ους καί μέ τήν εὐ­χή του γί­νον­ταν κα­λά. Ἀ­πό τα­πεί­νω­σι δέν ἤ­θε­λε νά τι­μᾶ­ται ἡ ἀ­να­ξι­ό­τη­τά του, ἀλ­λά νά δο­ξά­ζε­ται ὁ Θε­ός ἀ­πό τούς ἁ­γί­ους του. Τούς ἁ­γί­ους ὠ­νό­μα­ζε μου­σα­φί­ρη­δες. Εἶ­χε τήν χά­ρι νά βλέ­πη τήν ψυ­χι­κή κα­τά­στα­σι τῶν ἐκ­κλη­σι­α­ζο­μέ­νων.

Ὁ Γέ­ρον­τας ἦ­ταν αὐ­στη­ρός τη­ρη­τής τῶν Ἱ­ε­ρῶν Κα­v­ό­νων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Δέν ἦ­ταν εὔ­κο­λος σέ ἀ­νε­πί­τρε­πτες «οἰ­κο­νο­μί­ες». Γι­νό­ταν πιό αὐ­στη­ρός στούς ἀ­με­τα­νό­η­τους. Τό λει­τούρ­γη­μα τοῦ Πνευ­μα­τι­κοῦ τό εἶ­χε πο­λύ ὑ­ψη­λά καί τό εἶ­χε λά­βει πο­λύ σο­βα­ρά. Δέν ἤ­θε­λε ὀ­πα­δούς νά τόν κο­λα­κεύ­ουν.

 Εἶ­χε πάν­τα μί­α δι­α­κρι­τι­κή αὐ­στη­ρό­τη­τα. Ἀ­πο­σκο­ποῦ­σε συ­στη­μα­τι­κά στήν τα­πεί­νω­σι τοῦ ἐ­ξο­μο­λο­γου­μέ­νου, στήν ἀ­λη­θι­νή συν­τρι­βή καί με­τά­νοι­α πρός σω­τη­ρί­α ψυ­χῶν ἀ­θα­νά­των.

Ἡ θερ­μή πί­στι, ἡ ἀ­σκη­τι­κή βι­ο­τή, ἡ κα­θα­ρή ζω­ή χα­ρί­τω­σαν τόν τα­πει­νό καί ἄ­ξιο λει­τουρ­γό τοῦ Ὑ­ψί­στου μέ χα­ρί­σμα­τα δι­α­κρί­σε­ως, δι­ο­ρά­σε­ως, προ­ο­ρά­σε­ως καί προ­φη­τεί­ας. Ὁ Θε­ός φώ­τι­ζε τόν μα­κά­ριο Γέ­ρον­τα ἔ­τσι, πού τά μα­κρι­νά καί τά πα­ρελ­θόν­τα νά τά βλέ­πη ὡς πλη­σί­ον καί πα­ρόν­τα, ὅ­πως καί ἄλ­λο­τε τά μέλ­λον­τα, κα­θώς δι­η­γοῦν­ται μέ θαυ­μα­σμό πολ­λά πνευ­μα­τι­κά του τέ­κνα. Με­ρι­κοί πού ἀμ­φέ­βαλ­λαν γιά τά χα­ρί­σμα­τα τοῦ Γέ­ρον­τα δέν ἀρ­γοῦ­σαν, ὅ­ταν τόν γνώ­ρι­ζαν κα­λά, νά δι­α­πι­στώ­σουν πώς πράγ­μα­τι ἦ­ταν ἀ­λη­θι­νός ἄν­θρω­πος τοῦ Θε­οῦ. Ὁ Γέ­ρον­τας χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε τά χα­ρί­σμα­τα πρός βο­ή­θεια καί σω­τη­ρί­α τῶν ψυ­χῶν καί ὄ­χι γιά νά ἐκ­θέ­ση καί ντρο­πιά­ση ἀν­θρώ­πους ἤ νά καυ­χη­θῆ καί νά προ­βλη­θῆ ὁ ἴ­διος. Μέ δά­κρυ­α πολ­λά μι­λοῦ­σε κα­θα­ρά γιά τά ἐ­περ­χό­με­να δει­νά· τήν κα­το­χή τοῦ 1940, τήν ἐ­πι­δρο­μή τῶν Βουλ­γά­ρων, τόν ἐμ­φύ­λιο πό­λε­μο. Δι­ά­βα­ζε τίς καρ­δι­ές τῶν ἀν­θρώ­πων σάν ἀ­νοι­χτό βι­βλί­ο.

Γιά νά δι­α­τη­ρῆ­ται στήν τα­πεί­νω­σι, με­ρι­κές φο­ρές προ­σποι­εῖτο μω­ρί­α, διά Χρι­στόν σα­λό­τη­τα. Ἡ ἀ­ρε­τή θέ­λει πο­λύ κό­πο, γιά νά ἀ­πο­κτη­θῆ καί πε­ρισ­σή τέ­χνη, γιά νά δι­α­φυ­λα­χθῆ.

Ὁ Γέ­ρον­τας στό ποι­μαν­τι­κό του ἔρ­γο ἔ­δει­χνε ἰ­δι­αί­τε­ρη προ­σο­χή στίς γυ­ναῖ­κες, πού λό­γῳ τοῦ πλού­σιου συ­ναι­σθη­μα­τι­κοῦ τους κό­σμου εὔ­κο­λα ὑ­περ­βάλ­λουν στίς τι­μές τῶν ἄλ­λων. Ἦ­ταν δι­α­κρι­τι­κά αὐ­στη­ρός μα­ζί τους. Ἔ­κρυ­βε ὅ­μως μί­α καρ­διά μέ με­γά­λη ἀ­γά­πη γιά ὅ­λους. Ἡ ἐ­λε­η­μο­σύ­νη του ἦ­ταν πάν­το­τε μυ­στι­κή. Μό­λις σκο­τεί­νια­ζε ἔ­στελ­νε κρυ­φά μέ ἔμ­πι­στους δι­κούς του ἀν­θρώ­πους ἀ­ναγ­καῖ­α τρό­φι­μα καί ροῦ­χα στά σπί­τια τῶν φτω­χῶν. Πα­ρη­γο­ροῦ­σε τούς πεν­θοῦν­τες καί φρόν­τι­ζε προ­σε­κτι­κά τούς νε­κρούς. Ἀ­γα­ποῦ­σε τά παι­διά, τά συμ­βού­λευ­ε στορ­γι­κά καί τά μοί­ρα­ζε ἁ­πλό­χε­ρα δῶ­ρα. Ἔ­κρυ­βε πάν­τα τόν ἑ­αυ­τό του καί δέν ἤ­θε­λε νά φαί­νε­ται καί νά τι­μᾶ­ται. Ὁ Γέ­ρον­τας δέν ἤ­θε­λε κα­νέ­νας νά φύ­γη ἀ­πό τό Μο­να­στή­ρι νη­στι­κός. Μα­γεί­ρευ­ε, φούρ­νι­ζε ψω­μί καί μοί­ρα­ζε σέ ὅ­λους εὐ­λο­γί­α. Ἦ­ταν ἐρ­γα­τι­κός, ἀ­κού­ρα­στος, ἐ­λε­ή­μων καί φι­λάν­θρω­πος.

Ἦρ­θε ὅ­μως καί ἡ με­γά­λη ὥ­ρα, γιά νά ἀ­να­χω­ρή­ση ὁ Ἅ­γιος ἀ­πό τόν κό­σμο αὐ­τό. Προ­αι­σθάν­θη­κε τό τέ­λος του. Γα­λή­νιος καί εἰ­ρη­νι­κός, ἀ­φοῦ προ­σέ­φε­ρε ὅ­λο τόν ἐ­σω­τε­ρι­κό του πλοῦ­το στούς ἀν­θρώ­πους, γε­μᾶ­τος ἀ­πό τήν πα­ρου­σί­α τοῦ Θε­οῦ καί ἀ­φοῦ ἀ­τέ­νι­σε μέ εὐ­λά­βεια τήν εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας καί τῆς εἶ­πε: «Τῆς εὐ­σπλα­χνί­ας τήν πύ­λην ἀ­νοι­ξον ἡ­μῖν, εὐ­λο­γη­μέ­νη Θε­ο­τό­κε», ἄ­φη­σε τήν πνο­ή του στόν Πλά­στη του καί πέ­τα­ξε στόν οὐ­ρα­νό στίς 4 Νο­εμ­βρί­ου 1959.

Εἶ­χε δι­α­νύ­σει ὁ Ἅ­γιος 58 ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια μαρ­τυ­ρί­ας, ὁ­μο­λο­γί­ας, ἀ­σκή­σε­ως, ἀ­γά­πης, αὐ­το­θυ­σί­ας... Ζή­τη­σε νά τόν θά­ψουν μέ τά ἄμ­φιά του, τόν σταυ­ρό του καί τά λει­τουρ­γι­κά του βι­βλί­α, πού εἶ­χε ἀ­πό τήν Γε­ωρ­γί­α.

Κη­δεύ­θη­κε στήν Μο­νή του μέ δά­κρυ­α ἀ­πό τόν πο­λυ­πλη­θῆ καί εὐ­γνώ­μο­να λα­ό τοῦ Θε­οῦ. Καί τά­φη­κε δί­πλα στόν Ἱ­ε­ρό Να­ό τῆς Ἀ­να­λή­ψε­ως, πού ὁ Ἴ­διος ἐ­κεῖ μέ κό­πο εἶ­χε κτί­σει. Στίς 9 Φε­βρου­α­ρί­ου 2006 ἔ­γι­νε ἡ ἀ­να­κο­μι­δή τῶν ἱ­ε­ρῶν χα­ρι­τό­βρυ­των λει­ψά­νων του ἀ­πό τόν Σε­βα­σμι­ώ­τα­το Μη­τρο­πο­λί­τη Δρά­μας Κ. κ. Παῦ­λο, τά ὁ­ποῖ­α ἐ­τέ­θη­σαν σέ ἱ­ε­ρή λει­ψα­νο­θή­κη γιά τόν ἁ­για­σμό τῶν πι­στῶν. Πάμ­πολ­λα εἶ­ναι τά θαύ­μα­τα, πού ὁ Κύ­ριος μέ τίς πρε­σβεῖ­ες του ἐ­πι­τε­λεῖ. Ἑ­κα­τον­τά­δες εἶ­ναι οἱ προ­σκυ­νη­τές, πού κα­τα­φθά­νουν, γιά νά ἀ­φή­σουν στόν Ἅ­γιο ἱ­κε­τευ­τι­κές δε­ή­σεις γιά τά θέ­μα­τά τους καί εὐ­χα­ρι­στή­ρι­ες προ­σευ­χές γιά τά θαύ­μα­τά του.

 



[1] Στόν χειρόγραφο Συναξαριστή καί στόν ἐκτενῆ Βίο του γράφεται, Ἀγαύρων.

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης