Τῷ αὐτῷ μηνί Δ΄, μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Ἰωαννικίου τοῦ μεγάλου τοῦ ἐν τῷ Ὀλύμπῳ.
Αὐτός ὁ μακάριος Ἰωαννίκιος γεννήθηκε κατά τόν εἰκοστό τέταρτο χρόνο τῆς τυραννίας τοῦ θηριώνυμου καί εἰκονομάχου Λέοντος τοῦ Ἰσαύρου, κατά τό ἔτος 740, ἀπό πατέρα πού λεγόταν Μυριτρίκης καί ἀπό μητέρα πού ὠνομαζόταν Ἀναστασώ, πατρίδα ἔχοντας τήν Βιθυνία. Αὐτός λοιπόν, ὅταν ἔφθασε στήν ἀνδρική ἡλικία, πῆγε μαζί μέ τόν βασιλιά στόν πόλεμο, πού ἔγινε κατά τῶν Βουλγάρων καί κατώρθωσε μεγάλες ἀνδραγαθίες καί νίκες, ἀφοῦ σκότωσε πολλούς ἀπό τούς Βουλγάρους καί ἐλευθέρωσε πολλούς ἀπό τούς ὁμοφύλους Γραικούς.
Στήν συνέχεια, ἀφοῦ καταφρόνησε ὡς τίποτα τήν δόξα καί τήν τιμή, πού σκεπτόταν νά τοῦ δώση ὁ βασιλιάς γιά τά κατορθώματά του, πηγαίνει στό βουνό τοῦ Ὀλύμπου. Καί ἐκεῖ ἀφοῦ ἄκουσε μέ τά αὐτιά του θεϊκή φωνή, ἀνέβηκε στά ὑψηλότερα μέρη τοῦ βουνοῦ. Ἐκεῖ λοιπόν βρίσκει δύο Μοναχούς, τούς ὁποίους ποτέ δέν τούς εἶδε ἄνθρωπος, καί φοροῦσαν τρίχινα φορέματα, δηλαδή ὑφασμένα ἀπό γίδινες τρίχες καί τρέφονταν ἀπό ἄγρια βότανα. Ὅταν τούς βρῆκε αὐτούς, μαθαίνει ἀπό αὐτούς τί μελετᾶ στήν καρδιά του καί, ὡς εὐλογία, δέχεται ἀπό αὐτούς ἕνα φόρεμα. Ἀπό ἐκεῖ ἀναχωρῶντας πῆγε στό βουνό τό λεγόμενο τοῦ Τριχάλικα. Κατόπιν πηγαίνει στό Μοναστήρι τῶν Αὐγάρων[1] καί ἀπό ἐκεῖ φθάνει στά βουνά τῆς Κουντουρίας. Καί μαθαίνοντας μόνο τριάντα ψαλμούς, τούς ἔψελνε μαζί μέ ἕνα τροπάριο, ὡς ἑξῆς συντεθειμένο: «Ἡ ἐλπίς μου ὁ Θεός, καταφυγή μου ὁ Χριστός, σκέπη μου τό Πνεῦμα τό Ἅγιον». Ἔτσι λοιπόν ἀφοῦ πέρασε τόπους πολλούς ὁ ἀοίδιμος καί ἔκανε πολλά καί εξαιρετικά θαυμάσια, προεῖπε καί γιά τά πράγματα, πού ἐπρόκειτο νά γίνουν. Καί πηγαίνοντας στό Μοναστήρι τοῦ Ἀντιδίου ἐκεῖ ἀνεπαύθη ἐν εἰρήνῃ, ὄντας πλήρης ἡμερῶν. Διότι ὅταν ἐξεδήμησε πρός τόν Κύριο, ἦταν ἐννενήντα τεσσάρων ἐτῶν.
Τῇ 4ῃ τοῦ αὐτοῦ μηνός μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Γεωργίου τοῦ Καρσλίδη (1901 - †1959).
Ὄχι μόνο κατά τούς παλαιούς χρόνους ἀλλά καί σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας συνεχίζει τό ἔργο αὐτό. Ἰδιαίτερα καυχᾶται γιά τούς ὁσίους καί ὁμολογητές της. Ἕνας ἀπό αὐτούς καί σύγχρονος εἶναι καί ὁ ἱερομόναχος καί ὁμολογητής π. Γεώργιος Καρσλίδης ἀπό τόν Πόντο, τόν ὁποῖο - στίς 18 Μαρτίου 2008 - ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία μέ εἰδική Πατριαρχική καί Συνοδική Πρᾶξι ἐνέταξε ἐπίσημα στό Ἑορτολόγιό της μέ τόν τίτλο τοῦ ὁσίου καί ἁγίου. Καί πλέον θά τόν τιμοῦμε κάθε χρόνο στίς 4 Νοεμβρίου, ἡμέρα τῆς ἐκδημίας του. Ὁ ὅσιος καί ὁμολογητής Γεώργιος Καρσλίδης εἶχε τήν καταγωγή του ἀπό τά ἁγιασμένα χώματα τῆς Ἀνατολῆς.
Γεννήθηκε τό 1901 στήν Ἀργυρούπολι τοῦ μαρτυρικοῦ μας Πόντου. Ἔζησε συνολικά 58 χρόνια ὁμολογίας, θυσίας καί προσφορᾶς ἔχοντας ὡς σύνθημα τῆς ζωῆς του «νά μή ζῆ γιά τόν ἑαυτό του, ἀλλά γιά τόν Θεό καί τούς ἀνθρώπους». Γονεῖς εἶχε τούς εὐλαβεῖς Σάββα καί Σοφία. Ἀπό αὐτούς διδάχθηκε τήν θεοσέβεια. Νωρίς ὅμως ἔμεινε ὀρφανός καί ἀπό τούς δύο γονεῖς του - ὁ πατέρας του σκοτώθηκε σέ κάποια μάχη. Ἔτσι τόν μικρό Ἀθανάσιο (αὐτό ἦταν τό βαπτιστικό ὄνομα τοῦ Ἁγίου) ἀνέλαβε νά τόν προστατέψη ἡ πιστή γιαγιά του. Αὐτή τοῦ ἐνέπνευσε τήν ἀγάπη πρός τήν λειτουργική ζωή τῆς Ἐκκλησίας μας καί τήν συνειδητή πνευματική ζωή. Μέ αὐτή τήν εὐλαβέστατη γιαγιά του, σέ ἡλικία 7 ἐτῶν, ὁ Ἀθανάσιος ἐπισκέπτεται γιά πρώτη φορά τήν ἱστορική Μονή τῆς Παναγίας στόν Σουμελᾶ τοῦ Πόντου. Καί ἐκεῖ τό μικρό παιδί ἐναποθέτει τήν ἐλπίδα τῆς ζωῆς του. Σύντομα ὅμως καί ἡ γιαγιά του ἀνεχώρησε γιά τόν οὐρανό ἀφήνοντας του πολύτιμη κληρονομιά μαζί μέ τήν θεοσέβεια καί μία φιλντισένια εἰκόνα τῆς Παναγίας - σέ μορφή ἐπιστήθιου ἐγκολπίου - τήν ὁποία πλέον ἔφερε πάντα πάνω του ὡς οἰκογενειακό κειμήλιο εὐλάβειας καί προστασίας.
Ἡ σκληρή καί βάναυση συμπεριφορά τοῦ μεγαλύτερου ἀδελφοῦ του τόν ἀνάγκασαν μαζί μέ τόν παπποῦ του νά φύγουν γιά τήν Θεοδοσιούπολι τῆς Μεγάλης Ἀρμενίας. Δέν θά παραμείνη ὅμως γιά πολύ ἐδῶ. Αἰσθάνεται μέσα του βαθειά δίψα γιά τόν Θεό. Αὐτόν ποθεῖ καί σέ Αὐτόν ἐπιθυμεῖ νά ἀφιερωθῆ. Ξεκινᾶ λοιπόν μόνος τό μεγάλο του ταξίδι μέ ὅπλο του τήν πίστι, ἔχοντας μαζί του ἐκτός ἀπό τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας, ἕνα σταυρό, ἕνα θυμιατό καί τό πιστοποιητικό τῆς γεννήσεώς του. Διήνυσε περιπετειώδη πορεία μέσα ἀπό δύσβατα μονοπάτια καί χιονισμένες ἐκτάσεις τοῦ Καυκάσου.
Ἀναχωρεῖ μέ τόν παπποῦ του γιά τό Ἐρζερούμ, τήν Θεοδοσιούπολι τῆς Μεγάλης Ἀρμενίας. Ὁ Κύριος τόν προστάτευε συνεχῶς. Ἀλλά καί οἱ Ἅγιοι, πού ἐπικαλεῖτο καί τούς ὠνόμαζε φίλους του, ἦταν πάντα κοντά του καί τόν συνώδευαν καί κυρίως ὁ ἅγιος Γεώργιος.
Ἔφθασε στήν Τιφλίδα τῆς Γεωργίας. Καί ἀπό ἐκεῖ ἡ θεία Πρόνοια ὡδήγησε τά βήματά του σέ γειτονικό Μοναστήρι τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς. Μέ εὐγνωμοσύνη πρός τόν ἅγιο Θεό εἰσῆλθε στόν ἅγιο αὐτό χῶρο.
Στολισμένος μέ τήν ἀθῳότητα, τή σύνεσι, τήν ἀδιάκριτη πίστι καί τόν φόβο τοῦ Θεοῦ, ἀπέσπασε τήν ἀγάπη καί τόν σεβασμό τῶν συμμοναστῶν του. Στά διακονήματα, πού τοῦ ἀνέθεσαν, τῆς ραπτικῆς, τῆς ὑφαντικῆς καί τῆς μαγειρικῆς, ὑπῆρξε ὑποδειγματικός μέ ζηλευτή φιλεργία καί ἀποδοτικότητα. Ἀγαποῦσε ὅμως πολύ καί τήν αὐστηρή ἄσκησι στόν ἑαυτό του καί τήν κακοπάθεια. Ζοῦσε γιά τόν Θεό καί χαιρόταν γιά ὅσα ἀπολάμβανε ἐκεῖ. Καί ἔλεγε: «Ἐγώ ἔτσι θά περάσω στήν ζωή μου».
Στίς 20 Ἰουλίου 1919 ὁ Ἀθανάσιος κείρεται μοναχός καί λαμβάνει τό ὄνομα Συμεών. Κατά τήν ἱερή ἐκείνη ὥρα τῆς κουρᾶς του οἱ καμπάνες τῆς Μονῆς κτύπησαν ἀπό μόνες τους. Καί θεωρήθηκε αὐτό τό γεγονός θεῖο σημεῖο τῆς εὔνοιας τοῦ Θεοῦ πρός τόν πιστό δοῦλο του, τόν μελλοντικό Ἅγιό του.
Ὁ μοναχός Συμεών πλημμυρισμένος ἀπό τήν χάρι τοῦ Θεοῦ συνεχίζει τώρα τήν ἄσκησί του ἀκόμη πιό ὑπεύθυνα, τηρῶντας μέ ἀκρίβεια τίς ἱερές ὑποσχέσεις, πού ἔδωσε στήν κουρά του γιά αὐστηρή παρθενία, ἀδιάκριτη ὑπακοή καί πλήρη ἀκτημοσύνη.
Ὅμως ἀπό τό 1917 στήν Ρωσία ἄρχισε νά μαίνεται ἰσχυρός ὁ ἄνεμος τῶν διωγμῶν ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ ἀπό τό ἀθεϊστικό καθεστώς. Ὁ Χριστός «ξανασταυρώνεται» μέ τόσο σκληρά διατάγματα καί διαγγέλματα, ὥστε νά λένε: «Ἐμεῖς θά διορθώσουμε τά λάθη τοῦ Διοκλητιανοῦ καί τοῦ Νέρωνα». Ἐκκλησίες βεβηλώνονται ἤ ἰσοπεδώνονται. Μοναστήρια πυρπολοῦνται ἤ κατεδαφίζονται. Μοναχοί καί ἱερωμένοι ἀλλά καί λαϊκοί φυλακίζονται καί βασανίζονται σκληρά, διότι παραμένουν πιστοί στήν ὀρθόδοξη πίστι. Οἱ πρῶτοι μάρτυρες καταγράφονται στά Μαρτυρολόγια τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας. Ἦρθε ὅμως καί ἡ σειρά τῆς Γεωργίας. Τό Μοναστήρι τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς λεηλατήθηκε. Οἱ μοναχοί συνελήφθησαν. Τούς ἔκλεισαν σέ ὑγρή καί σκοτεινή φυλακή, ὅπου ἦταν ἀναγκασμένοι νά ξαπλώνουν σέ μία σανίδα κάτω ἀκριβῶς ἀπό τήν ὁποία ἀναδύονταν οἱ ὀσμές ἀκαθαρσιῶν ἀπό διερχόμενο ὑπόνομο.
Ὁ ἡγούμενος τῆς Μονῆς δέν ἄντεξε. Ὑπέκυψε καί πέθανε μέσα στήν φυλακή. Τόν μοναχό Συμεών τόν διαπόμπευσαν κάποια ἡμέρα στούς δρόμους καί τόν περιέφεραν δεμένο καί χωρίς ροῦχα, φωνάζοντας εἰρωνικά γι’ αὐτόν: «Νά ὁ προφήτης!». Σταθεροί στήν πίστι οἱ ἔγκλειστοι μοναχοί θέλησαν κάποιο Πάσχα καί ἔψαλαν δυνατά μέσα στήν φυλακή ὅλοι μαζί τό «Χριστός Ἀνέστη». Ὁ διοικητής ἐξαγριωμένος διέταξε τήν καταδίκη τους. Ἀφοῦ τούς φόρεσαν λευκούς χιτῶνες, τούς ὡδήγησαν δεμένους στήν ἄκρη ἀπόκρημνων βράχων. Καί ἀπό ἐκεῖ τούς γκρέμισαν, ἀφοῦ προηγουμένως τούς πυροβολοῦσαν ἀσταμάτητα. Ὁ μοναχός Συμεών δέχθηκε τρεῖς σφαῖρες. Μία τόν χτύπησε στό σιδερένιο περίβλημα τῆς εἰκόνας τῆς Παναγίας, πού φοροῦσε, ἡ ἄλλη τόν πῆρε ἐπιδερμικά στό λαιμό καί ἡ τρίτη στά πόδια. Ὁ Ὅσιος σώθηκε θαυματουργικά. Καί τελικά τοῦ χάρισαν τήν ζωή, διότι ὑπῆρχε νόμος πού ἔλεγε: «Νά ἀθῳώνεται κάθε κατάδικος πού δέχεται τρεῖς σφαῖρες ὄχι θανάσιμες».
Ὅμως oi ἐχθροί τῆς πίστεως δέν ἡσύχασαν. Ἀπαιτοῦσαν ἀπό τόν Ἅγιο νά ἀρνηθῆ τήν Ὀρθοδοξία του. Καί ὁ Συμεών ἀπάντησε μέ ἔντονη φωνή χτυπῶντας τό χέρι του στό τραπέζι τοῦ διοικητῆ: «Ἐσύ δέν ἔχεις ἐξουσία περισσότερη ἀπό τόν Θεό». Γι’ αὐτό φυλάκισαν τόν Ὅσιο καί πάλι, τώρα σέ σκληρότερες καί πιό ἀπάνθρωπες συνθῆκες. Ἐκεῖ μέσα στήν φυλακή ὁ Ἅγιος ἀσθένησε βαρειά, τοῦ ἔπεσαν τά δόντια καί ὑπέφερε φρικτά στά πόδια του. Ὁ πανάγιος Θεός ὅμως ἐπεμβαίνει θαυματουργικά, καί μέ παρέμβασι εὐγενῶν ἀνθρώπων τῆς περιοχῆς ἐκείνης ἀποφυλακίζει τόν δοῦλο του. Ἐξέρχεται ὁ Ὅσιος μέ τά «στίγματα» τοῦ μάρτυρα καί τοῦ ὁμολογητοῦ. Μέ μορφή καταπονημένη ἀλλά φωτεινή. Περιφέρεται τώρα ὡς διωκόμενος μοναχός. Ζεῖ μέ ἐράνους.
Ὁ Κύριος καλεῖ τώρα τόν πιστό δοῦλο του στό ὑπούργημα τῆς ἱερωσύνης. Χειροτονεῖται πρῶτα διάκονος καί στίς 8 Σεπτεμβρίου 1925 χειροτονεῖται ἱερεύς στόν Ἅγιο Μηνᾶ στήν Γρούζια Σχέτα λαμβάνοντας τό νέο του ὄνομα: Γεώργιος. Μέ τό ὄνομα αὐτό θά δοξάση τόν Θεό τόν ὑπόλοιπο χρόνο τῆς ζωῆς του. Ὁ ὅσιος ἱερέας π. Γεώργιος ἦταν γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους φῶς, δύναμι καί παρηγοριά. Προικισμένος μέ τό χάρισμα τῆς διορατικότητας ἀπεκάλυπτε τά προβλήματα τῶν ἀνθρώπων. Ἔδινε σοφές συμβουλές σέ ὅλους καί τούς καθοδηγοῦσε πρός τόν Χριστό. Ἡ φήμη του ὡς ἁγίου ἄρχισε ἀπό ἐκεῖ νά ἁπλώνεται. Καί ὅταν ἀπό τήν Τιφλίδα ἦρθε στό Σοχούμ, καί ἐδῶ ὁ κόσμος τόν ἀγάπησε πολύ. Δέν ἔπαυσε δέ ὁ ὅσιος Γεώργιος παρά τήν φιλάσθενη κρᾶσι του νά συνεχίζη τήν ἀσκητική του ζωή. Παρέμενε φτωχός, ἀλλά ἦταν πάντα πλούσιος σέ ἀγάπη καί σέ καλωσύνη, πού ἀντλοῦσε ἀπό τόν μεγάλο Διδάσκαλο τῆς ἀγάπης, τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό!
Στίς 19 Ὀκτωβρίου 1929 ὁ ὅσιος Γεώργιος ἔρχεται γιά πρώτη φορά στήν Ἑλλάδα, πού τόσο ἀγαποῦσε καί ἐπιθυμοῦσε. Ἀποβιβάζεται στό λιμάνι τῆς Θεσσαλονίκης, μεταβαίνει στήν Κατερίνη καί στά χωριά Ἁλώνια καί Κοῦκκος, Μικρό Δάσος τοῦ Κιλκίς καί τέλος τό 1930 στήν Σίψα τῆς Δράμας. Οἱ κακουχίες τῆς φυλακῆς τῆς Γεωργίας τόν εἶχαν ἀφήσει ἡμιπαράλυτο, πολύ ἀδύναμο καί πολλές φορές δυσκολευόταν πολύ νά περπατήση, ὥστε τόν σήκωναν στά χέρια, γιά νά μετακινηθῆ.
Καί τό 1930 ἐγκαθίσταται μόνιμα στό χωριό Σίψα (σήμερα Ταξιάρχες) τῆς Δράμας. Ἐδῶ ὁ πολύπαθος ὅσιος καί ὁμολογητής ἱερομόναχος π. Γεώργιος θά παραμείνη μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς του βαστάζοντας «ἐν τῷ σώματί του τά στίγματα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ».
Τό 1939 ἔκτισε τό ταπεινό Μοναστήρι του μέ τόν ἱερό ναό τῆς Ἀναλήψεως καί ἕνα φτωχό κελλάκι γι’ αὐτόν.
Τό 1941 τόν συνέλαβαν οἱ Βούλγαροι καί τόν ὡδήγησαν σέ ἐκτέλεσι. Τόν ἄφησαν ὅμως ἐλεύθερο καί ἔφυγαν ἔντρομοι, καθώς τόν ἔβλεπαν ἐξαϋλωμένο νά προσεύχεται πρίν τόν θανατώσουν.
Καθώς περνοῦσαν τά χρόνια, στήν συνείδησι τῶν ἀνθρώπων ὁ ἱερομόναχος π. Γεώργιος Καρσλίδης ἔπαιρνε τή θέσι τοῦ ὁσίου καί τοῦ ἁγίου. Πλῆθος κόσμου, πολλοί μάλιστα ἀπό τήν Δράμα, βαδίζοντας μέ τά πόδια, ἔφθαναν στό Μοναστήρι τῆς Ἀναλήψεως. Ἀλλά καί ἀπό πολλά μέρη τῆς Μακεδονίας καί τῆς Θράκης κατέφθαναν ἐκεῖ, ἄλλοι γιά νά ζητήσουν τήν εὐχή τοῦ Γέροντα καί ἄλλοι νά ἀναπαυθοῦν κοντά του στό Μυστήριο τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως. Φωτισμένος ἀπό τό Πανάγιο Πνεῦμα, ἐξαγνισμένος ἀπό τήν μακροχρόνια ἄσκησι καί τό μαρτύριο στόν Πόντο, «πλημμυρισμένος ἀπό γνήσια καί καθαρά αἰσθήματα ἀγάπης πρός τόν συνάνθρωπο», μποροῦσε νά καθοδηγῆ μέ ἀσφάλεια τόν ἁπλό καί κουρασμένο κόσμο καί νά τόν ὁδηγῆ στήν σωτηρία. Μιλοῦσε ἁπλᾶ καί σταθερά. Καί φύτευε στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων τήν ἀγάπη πρός τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία. Ἰδιαίτερα τόνιζε τήν ἀξία τῆς συγχωρητικότητας. Χτυποῦσε κάθε μορφή διχόνοιας καί καλοῦσε τούς ἀνθρώπους νά συμφιλιωθοῦν μεταξύ τους καί μέ τόν Θεό. Στόν λόγο του πάντα συνδύαζε τήν αὐστηρότητα μέ τήν. Ἦταν βαθειά ταπεινός στό φρόνημά του, ἄκακος καί πραότατος. Καλλιεργοῦσε τό φιλακόλουθο πνεῦμα τελῶντας μέ ἀκρίβεια καί ἱεροπρέπεια κάθε ἱερή Ἀκολουθία τῆς Ἐκκλησίας μας. Κατά τήν ὥρα τῆς θείας Λειτουργίας ἦταν πάντα μεταρσιωμένος καί συμβούλευε τούς πιστούς «νά εἶναι ἀπερίσπαστοι καί προσηλωμένοι στά τελούμενα, γιά νά ἀξιώνωνται νά βλέπουν τά μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ».
Τό κύριο χαρακτηριστικό τοῦ Ἁγίου ἦταν ἡ ἀγάπη. Γι’ αὐτό τόν ὠνόμαζαν «ὁ ἄνθρωπος τῆς ἀγάπης». Ἦταν ὁ ἐλεήμων καί ὁ φιλόξενος. Συμμετεῖχε στά πένθη μέ παρήγορο καί ἐνισχυτικό λόγο, διένεμε φαγητό σέ φτωχούς, κάποτε ὕφαινε ὁ ἴδιος μέ τά χέρια του ροῦχα γιά τούς ἄπορους. Πάντα λιτός, ἁπλός, νηστευτής, ἄγρυπνος, φιλάσθενος καί δεόμενος. Λιγομίλητος, προσεκτικός, αὐστηρός καί σοβαρός. Σέ μεγάλη ἀνάγκη ἐπισκεπτόταν φτωχούς καί ἀσθενεῖς. Εἶχε βοηθηθεῖ ὁ ἴδιος καί ἔτσι μποροῦσε νά βοηθήση καί τούς ἄλλους.
Μαζί μέ αὐτά δέν παρέλειπε ποτέ καί τήν προσωπική του ἄσκησι καί τήν κακοπάθεια, τή νηστεία του καί τήν μακρά καί θερμή προσευχή του, παρ' ὅλο πού ἦταν φιλάσθενος καί ἔπασχε ἀπό χρόνια κρυολογήματα.
Στίς ἀναίμακτες θεῖες ἱερουργίες ἦταν φωτεινός, εἰρηνικός καί χαρούμενος. Συλλειτουργοῦσε μέ ἁγίους. «Σπάνια λειτουργῶ μόνος μου», ἔλεγε ὁ Γέροντας. Εἶχε ἰδιαίτερη εὐλάβεια στήν Παναγία, στόν Τίμιο Πρόδρομο καί στόν ἅγιο Γεώργιο! Πολλούς ἀσθενεῖς καί ἀναγκημένους ἀνθρώπους τούς ἔστελνε σέ διάφορους ἁγίους καί μέ τήν εὐχή του γίνονταν καλά. Ἀπό ταπείνωσι δέν ἤθελε νά τιμᾶται ἡ ἀναξιότητά του, ἀλλά νά δοξάζεται ὁ Θεός ἀπό τούς ἁγίους του. Τούς ἁγίους ὠνόμαζε μουσαφίρηδες. Εἶχε τήν χάρι νά βλέπη τήν ψυχική κατάστασι τῶν ἐκκλησιαζομένων.
Ὁ Γέροντας ἦταν αὐστηρός τηρητής τῶν Ἱερῶν Καvόνων τῆς Ἐκκλησίας. Δέν ἦταν εὔκολος σέ ἀνεπίτρεπτες «οἰκονομίες». Γινόταν πιό αὐστηρός στούς ἀμετανόητους. Τό λειτούργημα τοῦ Πνευματικοῦ τό εἶχε πολύ ὑψηλά καί τό εἶχε λάβει πολύ σοβαρά. Δέν ἤθελε ὀπαδούς νά τόν κολακεύουν.
Εἶχε πάντα μία διακριτική αὐστηρότητα. Ἀποσκοποῦσε συστηματικά στήν ταπείνωσι τοῦ ἐξομολογουμένου, στήν ἀληθινή συντριβή καί μετάνοια πρός σωτηρία ψυχῶν ἀθανάτων.
Ἡ θερμή πίστι, ἡ ἀσκητική βιοτή, ἡ καθαρή ζωή χαρίτωσαν τόν ταπεινό καί ἄξιο λειτουργό τοῦ Ὑψίστου μέ χαρίσματα διακρίσεως, διοράσεως, προοράσεως καί προφητείας. Ὁ Θεός φώτιζε τόν μακάριο Γέροντα ἔτσι, πού τά μακρινά καί τά παρελθόντα νά τά βλέπη ὡς πλησίον καί παρόντα, ὅπως καί ἄλλοτε τά μέλλοντα, καθώς διηγοῦνται μέ θαυμασμό πολλά πνευματικά του τέκνα. Μερικοί πού ἀμφέβαλλαν γιά τά χαρίσματα τοῦ Γέροντα δέν ἀργοῦσαν, ὅταν τόν γνώριζαν καλά, νά διαπιστώσουν πώς πράγματι ἦταν ἀληθινός ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Ὁ Γέροντας χρησιμοποιοῦσε τά χαρίσματα πρός βοήθεια καί σωτηρία τῶν ψυχῶν καί ὄχι γιά νά ἐκθέση καί ντροπιάση ἀνθρώπους ἤ νά καυχηθῆ καί νά προβληθῆ ὁ ἴδιος. Μέ δάκρυα πολλά μιλοῦσε καθαρά γιά τά ἐπερχόμενα δεινά· τήν κατοχή τοῦ 1940, τήν ἐπιδρομή τῶν Βουλγάρων, τόν ἐμφύλιο πόλεμο. Διάβαζε τίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων σάν ἀνοιχτό βιβλίο.
Γιά νά διατηρῆται στήν ταπείνωσι, μερικές φορές προσποιεῖτο μωρία, διά Χριστόν σαλότητα. Ἡ ἀρετή θέλει πολύ κόπο, γιά νά ἀποκτηθῆ καί περισσή τέχνη, γιά νά διαφυλαχθῆ.
Ὁ Γέροντας στό ποιμαντικό του ἔργο ἔδειχνε ἰδιαίτερη προσοχή στίς γυναῖκες, πού λόγῳ τοῦ πλούσιου συναισθηματικοῦ τους κόσμου εὔκολα ὑπερβάλλουν στίς τιμές τῶν ἄλλων. Ἦταν διακριτικά αὐστηρός μαζί τους. Ἔκρυβε ὅμως μία καρδιά μέ μεγάλη ἀγάπη γιά ὅλους. Ἡ ἐλεημοσύνη του ἦταν πάντοτε μυστική. Μόλις σκοτείνιαζε ἔστελνε κρυφά μέ ἔμπιστους δικούς του ἀνθρώπους ἀναγκαῖα τρόφιμα καί ροῦχα στά σπίτια τῶν φτωχῶν. Παρηγοροῦσε τούς πενθοῦντες καί φρόντιζε προσεκτικά τούς νεκρούς. Ἀγαποῦσε τά παιδιά, τά συμβούλευε στοργικά καί τά μοίραζε ἁπλόχερα δῶρα. Ἔκρυβε πάντα τόν ἑαυτό του καί δέν ἤθελε νά φαίνεται καί νά τιμᾶται. Ὁ Γέροντας δέν ἤθελε κανένας νά φύγη ἀπό τό Μοναστήρι νηστικός. Μαγείρευε, φούρνιζε ψωμί καί μοίραζε σέ ὅλους εὐλογία. Ἦταν ἐργατικός, ἀκούραστος, ἐλεήμων καί φιλάνθρωπος.
Ἦρθε ὅμως καί ἡ μεγάλη ὥρα, γιά νά ἀναχωρήση ὁ Ἅγιος ἀπό τόν κόσμο αὐτό. Προαισθάνθηκε τό τέλος του. Γαλήνιος καί εἰρηνικός, ἀφοῦ προσέφερε ὅλο τόν ἐσωτερικό του πλοῦτο στούς ἀνθρώπους, γεμᾶτος ἀπό τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ καί ἀφοῦ ἀτένισε μέ εὐλάβεια τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας καί τῆς εἶπε: «Τῆς εὐσπλαχνίας τήν πύλην ἀνοιξον ἡμῖν, εὐλογημένη Θεοτόκε», ἄφησε τήν πνοή του στόν Πλάστη του καί πέταξε στόν οὐρανό στίς 4 Νοεμβρίου 1959.
Εἶχε διανύσει ὁ Ἅγιος 58 ὁλόκληρα χρόνια μαρτυρίας, ὁμολογίας, ἀσκήσεως, ἀγάπης, αὐτοθυσίας... Ζήτησε νά τόν θάψουν μέ τά ἄμφιά του, τόν σταυρό του καί τά λειτουργικά του βιβλία, πού εἶχε ἀπό τήν Γεωργία.
Κηδεύθηκε στήν Μονή του μέ δάκρυα ἀπό τόν πολυπληθῆ καί εὐγνώμονα λαό τοῦ Θεοῦ. Καί τάφηκε δίπλα στόν Ἱερό Ναό τῆς Ἀναλήψεως, πού ὁ Ἴδιος ἐκεῖ μέ κόπο εἶχε κτίσει. Στίς 9 Φεβρουαρίου 2006 ἔγινε ἡ ἀνακομιδή τῶν ἱερῶν χαριτόβρυτων λειψάνων του ἀπό τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Δράμας Κ. κ. Παῦλο, τά ὁποῖα ἐτέθησαν σέ ἱερή λειψανοθήκη γιά τόν ἁγιασμό τῶν πιστῶν. Πάμπολλα εἶναι τά θαύματα, πού ὁ Κύριος μέ τίς πρεσβεῖες του ἐπιτελεῖ. Ἑκατοντάδες εἶναι οἱ προσκυνητές, πού καταφθάνουν, γιά νά ἀφήσουν στόν Ἅγιο ἱκετευτικές δεήσεις γιά τά θέματά τους καί εὐχαριστήριες προσευχές γιά τά θαύματά του.


Login