Τῷ αὐτῷ μηνί Δ΄, μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Γερασίμου τοῦ Ἰορδανίτου.


 Τῷ αὐ­τῷ μη­νί Δ΄, μνή­μη τοῦ Ὁ­σί­ου Πα­τρός ἡμῶν Γε­ρα­σί­μου  
τοῦ Ἰ­ορ­δα­νί­του.

Ὑ­πη­ρέ­της θήρ τῷ Γε­ρα­σί­μῳ γέ­ρας,

Θή­ρας πα­θῶν κτεί­ναν­τι πρίν λῆ­ξαι βί­ου.

Τῇ δέ τε­τάρ­τῃ Γε­ρά­σι­μος βι­ό­τοι­ο ἀ­πέ­πτη.

 

 + Αὐ­τός ὁ Ὅ­σι­ος Γε­ρά­σι­μος ἔ­ζη­σε στά χρό­νι­α τοῦ βα­σι­λιᾶ Κων­σταν­τί­νου, ὁ ὁ­ποῖ­ος λε­γό­ταν Πω­γω­νᾶτος, κα­τά τό ἔ­τος 670, ὅ­πως λέ­ει ὁ Σω­φρό­νι­ος τῶν Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­γρα­ψε τόν Βί­ο τοῦ Ὁ­σί­ου αὐ­τοῦ[1]. Ἀ­φοῦ με­γά­λω­σε ἀπό παι­δί μέ τόν φό­βο τοῦ Θε­οῦ καί ἀ­φοῦ ντύ­θη­κε τό σχῆ­μα τῶν Μο­να­χῶν, πῆ­γε στήν βα­θύ­τε­ρη ἔ­ρη­μο τῆς Θη­βα­ΐ­δας. Ἔ­φθα­σε ὅ­μως σέ τέ­τοιο ὕ­ψος ἀ­ρε­τῶν, καί τό­σο με­γά­λη οἰ­κει­ό­τη­τα ἀ­πέ­κτη­σε πρός τόν Θε­ό, ἐ­πει­δή φύ­λα­ξε «τό κατ’ εἰ­κό­να καί καθ’ ὁ­μοί­ω­σιν» κα­θα­ρό, ὥ­στε εἶ­χε κά­τω ἀ­πό τήν ἐ­ξου­σί­α του καί αὐ­τά τά ἄ­γρι­α θη­ρί­α. Δι­ό­τι τόν ὑ­πη­ρε­τοῦ­σε ἕ­να λιον­τά­ρι, τό ὁ­ποῖ­ο κον­τά στίς ἄλ­λες ὑ­πη­ρε­σί­ες, πού προ­σέ­φε­ρε στόν Ὅ­σι­ο, εἶ­χε καί τό δι­ακό­νη­μα αὐ­τό, δη­λα­δή τό νά βό­σκη τόν ὄνο, πού ἔ­φερ­νε τό νε­ρό στόν Ὅ­σι­ο. Μί­α φο­ρά ὅ­μως πέ­ρα­σαν ἀ­πό ἐ­κεῖ με­ρι­κοί πλα­νό­δι­οι πω­λη­τές καί βλέ­πον­τας τόν ὄνο μό­νο του, τόν ἔ­κλε­ψαν, ἐ­νῷ τό λιον­τά­ρι κοι­μό­ταν καί δέν τό κα­τά­λα­βε. Ὁ­πό­τε τό βρά­δυ γύ­ρι­σε στόν Ὅ­σι­ο, χω­ρίς νά ἔ­χη μα­ζί του τόν ὄνο, ὅ­πως συ­νή­θι­ζε.

Βλέ­πον­τας τό λιον­τά­ρι μό­νο του, ὁ ὑ­πη­ρέ­της τοῦ Ὅ­σι­ου, ἔ­λε­γε στόν γέ­ρον­τα, ὅ­τι αὐ­τό ἔ­φα­γε τόν ὄνο. Τό­τε κα­τε­δί­κα­σε τό τα­λαί­πω­ρο λιον­τά­ρι, νά φορ­τώ­νε­ται πά­νω στούς ὤ­μους του τίς στά­μνες καί νά φέρ­νη τό νε­ρό ἀ­πό τόν πο­τα­μό ἀν­τί τοῦ ὄνου, γιά τό­σο δι­ά­στη­μα χρό­νου, ὅ­σο κρα­τοῦ­σαν τόν ὄνο οἱ πλα­νό­δι­οι πω­λη­τές. Ὅ­ταν ὅ­μως οἱ ἴ­διοι πλα­νό­δι­οι πω­λη­τές ἔ­τυ­χε νά πε­ρά­σουν πά­λι ἀ­πό τόν ἴ­διο ἐ­κεῖ­νο δρό­μο, ἔ­χον­τας μα­ζί τους καί τόν ὄνο, τό­τε μό­λις εἶ­δε τό λιον­τά­ρι τόν ὄνο, τόν ἀ­να­γνώ­ρι­σε.

Τό­τε ξαφ­νι­κά ὥρ­μη­σε ἐ­ναν­τί­ον τῶν πλα­νό­δι­ων πω­λη­τῶν μέ με­γά­λο μουγ­κρη­τό καί αὐ­τοί φο­βή­θη­καν καί ἔ­φυ­γαν. Ἔ­πει­τα ἔπια­σε μέ τά δόν­τια του τό κα­πί­στρι τοῦ ὄνου καί τό ἔ­συ­ρε. Σέρ­νον­τας ὅ­μως τόν ὄνο, ἔ­συ­ρε μα­ζί καί ὅ­λες τίς κα­μῆ­λες, πού ἦ­ταν δε­μέ­νες στόν ὄνο καί ἔ­τσι τίς ἔ­φε­ρε ὅ­λες στό κελ­λί τοῦ Ὁ­σί­ου Γε­ρα­σί­μου. Κτυ­πῶν­τας δέ μέ τήν οὐ­ρά του τήν πόρ­τα τοῦ κελ­λι­οῦ τοῦ γέ­ρον­τα, ἔ­κα­νε σάν ἐ­πί­δει­ξι, ὅ­τι πρό­σφε­ρε αὐ­τές σάν κυ­νήγι στόν γέ­ρον­τα. Βλέ­πον­τας ὁ γέ­ρον­τας τό πρᾶγ­μα, χα­μο­γέ­λα­σε λί­γο καί εἶ­πε στόν μα­θη­τή του× «Ἄ­δι­κα κα­τη­γο­ρού­σα­με τό ἀ­θῷ­ο λιον­τά­ρι, ὅ­τι ἔ­φα­γε τό ὑπο­ζύ­γι­ο Λοι­πόν τώ­ρα πρέ­πει νά τό ἐ­λευ­θε­ρώ­σου­με ἀ­πό τόν κό­πο τῆς ὑ­πη­ρε­σί­ας καί ἄς πά­η νά βό­σκη στούς συ­νη­θι­σμέ­νους του τό­πους». Τό­τε κα­τέ­βα­σε τό κε­φά­λι του τό λιον­τά­ρι, σάν νά εἶ­χε λο­γι­κό, καί, κα­τά κά­ποιο τρό­πο, ἀ­φοῦ ἀ­πο­χαι­ρέ­τη­σε τόν γέ­ρον­τα, πῆ­γε στήν ἐ­ρη­μί­α. Μί­α φο­ρά τήν ἑ­βδο­μά­δα ὅ­μως ἐρ­χό­ταν καί προ­σκυ­νοῦ­σε τόν γέ­ρον­τα.

Ὅ­ταν ὅ­μως ὁ γέ­ρον­τας πέ­θα­νε, ἦλ­θε πά­λι τό λιον­τά­ρι, ὅ­πως συ­νή­θι­ζε καί ζη­τοῦ­σε νά προ­σκυ­νή­ση τόν γέ­ρον­τα. Καί κα­θώς δέν τόν εὕ­ρι­σκε, φαι­νό­ταν λυ­πη­μέ­νο καί ἀ­γα­να­κτι­σμέ­νο. Ὅ­ταν ὁ μα­θη­τής τοῦ Ὁ­σί­ου μέ πολ­λούς τρό­πους ἔ­δω­σε στό λιον­τά­ρι νά κα­τα­λά­βη, ὅ­τι πέ­θα­νε ὁ γέ­ρον­τας, ἐ­κεῖ­νο θρη­νοῦ­σε μέ ἕ­να λε­πτό μουγ­κρη­τό τόν θά­να­το τοῦ γέ­ρον­τα καί φαι­νό­ταν νά ψά­χνη τόν τά­φο του. Ὅ­ταν ὁ μα­θη­τής τοῦ Ὁ­σί­ου ἔ­φε­ρε τό λιον­τά­ρι στόν τά­φο τοῦ γέ­ρον­τα, τό­τε αὐ­τό ἔ­πε­σε ἐ­πά­νω του καί, ἀ­φοῦ μούγ­κρη­σε δυ­να­τά, ἀ­πό τόν με­γά­λο πό­νο του γιά τήν ἀ­γά­πη, πού εἶ­χε στόν γέ­ρον­τα, ἄ­φη­σε τήν τε­λευ­ταί­α του πνο­ή.

Μέ τέ­τοιον τρό­πο δο­ξά­ζει ὁ Θε­ός ἐ­κεί­νους, πού τόν δο­ξά­ζουν. Ἔ­τσι κά­νει νά ὑ­πο­τάσ­σων­ται τά θη­ρί­α σ’ ἐ­κεί­νους, πού φυ­λά­γουν κα­θα­ρό τό «κατ’ εἰ­κό­να καί καθ’ ὁ­μοί­ω­σιν»[2].    



[1] Στό Ὡ­ρο­λό­γι­ο χρο­νο­λο­γεῖ­ται αὐ­τός, ὅ­τι ἔ­ζη­σε κα­τά τό ἔ­τος 450, ὅ­ταν βα­σι­λιάς ἦ­ταν ὁ Μαρ­κι­α­νός.

[2] Ση­μει­ώ­νε­ται, ὅ­τι ὁ Ὅ­σι­ος Γε­ρά­σι­μος, ὡς ἁ­πλός καί ἄ­κα­κος, ἀ­πα­τή­θη­κε ἀ­πό τόν Μο­νο­φυ­σί­τη Θε­ο­δό­σι­ο. (Κα­θώς ἀ­πα­τή­θη­καν καί ὁ Πέ­τρος καί Μᾶρ­κος, ὁ Ἰ­ούλ­λων καί Σιλ­βα­νός οἱ ἀ­να­χω­ρη­τές). Καί πί­στευ­ε στήν συ­νέ­νω­σι καί τόν συμ­φυρ­μό τῶν δύ­ο φύ­σε­ων καί οὐ­σι­ῶν τοῦ Χρι­στοῦ, πα­ρό­λο πού ἔ­κα­νε θαύ­μα­τα. Ὕ­στε­ρα ὅ­μως πη­γαί­νον­τας στόν Ἅ­γι­ο Εὐ­θύ­μι­ο, πού ἡ­σύ­χα­ζε τό­τε στόν Ρου­βά, μί­λη­σε μέ αὐ­τόν πε­ρί πί­στεως καί βρέ­θη­κε ἀ­πα­τη­μέ­νος. Τό­τε δι­ωρ­θώ­θη­κε ἀ­πό τά θε­ϊ­κά λό­για τοῦ Ἁ­γί­ου Εὐ­θυ­μί­ου, ὅ­πως δι­ωρ­θώ­θη­καν καί οἱ ἄλ­λοι ἀ­να­χω­ρη­τές ἀ­πό τόν ἴδιο τόν Ἅ­γι­ο Εὐ­θύ­μι­ο. (Βλέ­πε σελ. 399 τῆς Δω­δε­κα­βί­βλου). Βλέ­πε καί στήν ὑ­πο­ση­μεί­ω­σι τῆς μνή­μης Ἰ­ου­στι­νι­α­νοῦ τοῦ βα­σι­λιᾶ στίς 2 Αὐ­γού­στου, καί στίς 10 Ἰ­ου­λί­ου στήν ὑ­πο­ση­μεί­ω­σι τοῦ Συ­να­ξα­ρίου τῶν δέ­κα χι­λιά­δων τῶν Ὁ­σί­ων. Βλέ­πε καί τόν θεῖ­ο Χρυ­σό­στο­μο στόν 4ο γιά τόν Ἰ­ώβ λό­γο του, ὅ­που με­τα­φέ­ρον­ται τά ἀ­πό ἀ­κα­κί­ας λό­για μέ τόλ­μη πρός τόν Θε­ό ἀ­πό τόν Ἰ­ώβ, δη­λα­δή τό× «Ποιός θά βάλη κριτή ἀ­νά­με­σά μας, γιά νά γνωρίσω πόσες εἶναι οἱ ἁ­μαρ­τίες μου, πού μέ ἔκρινες ἔτσι», καί τό× «Θά μιλήσω ἐπηρεασμένος ἀπό τήν πικρία τῆς ψυ­χῆς μου καί θά πῶ πρός τόν Κύ­ρι­ο× “Μή μέ διδάσκης νά ἀσεβῶ× Γιατί μέ ἔκρινες ἔτσι;”» (Ἰ­ώβ 10,1). Αὐ­τά δηλαδή  τά τολ­μη­ρά λό­για καί ἄλ­λα πα­ρό­μοι­α μ’ αὐ­τά φέροντας στήν μέση τά λέ­ει× «Φο­βε­ρός ὁ λόγος, ἀλλά προέρχεται ἀπό ἀ­κα­κί­α… ἔτσι καί ὁ Θε­ός γνωρίζοντας ὅτι δέν μιλεῖ μέ κακία, ἀλλά ἀπό ἀκακία προέρχονται τά λόγια του (διότι μαρτυρεῖ γι’ αὐτόν λέγοντας× “Ἔ­τι δέ ἔ­χε­ται ἀ­κα­κί­α­ς”) δέ­χε­ται τά ὅσα λέγονται ἀπό τόν Ἰώβ, ὅταν καλῆται ἀπό αὐτόν νά κριθοῦν». Με­τα­φέ­ρει, σάν ἀ­πό τό πρό­σω­πο τοῦ Θε­οῦ τά λό­για αὐ­τά, ὁ Χρυ­σορ­ρή­μω­ν× «Ἐ­πει­δή ἐξ αἰτίας τῆς ἀ­κα­κί­ας πέ­ρα­σες τά μέ­τρα τῆς φύ­σε­ως, σέ συγ­χώ­ρησα γιά τήν ἀ­κεραι­ό­τη­τα τοῦ χα­ρα­κτῆ­ρα. Δι­ό­τι καί ὅ­ταν ἀ­κό­μη κά­ποι­ος ἁ­μαρ­τήση ἀ­πό ἀ­κα­κί­α, ὁ Θε­ός δι­ορ­θώ­νει αὐ­τά πού γί­νον­ται ἀ­πό ἀ­κα­κί­α». Ἀλλά για­τί ἀ­νέφερα ἐ­δῶ τά προ­η­γού­με­να λό­για; Γιά νά προ­σαρ­μό­σου­με αὐ­τά καί στόν Ὅ­σιο Γε­ρά­σι­μο αὐ­τόν καί στούς ἄλ­λους ἀ­να­χω­ρη­τές καί στούς δέ­κα χι­λιά­δες τῶν Ὁ­σί­ων, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἀ­πό ἀ­κα­κί­α καί ἄ­γνοι­α ἔ­πε­σαν σέ ὡ­ρι­σμέ­να θέ­μα­τα, πού δέν ἦταν σύμφωνα μέ τό κοινό δόγ­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης