ΟΙ ΔΥΟ ΕΧΘΡΟΙ (Σάρκα καὶ κόσμος)


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΟΙ ΔΥΟ ΕΧΘΡΟΙ

(Σάρκα καὶ κόσμος)

 

 

Ὑ­πῆρ­χε κά­πο­τε, Σε­βα­σμι­ώ­τα­τε Δέ­σπο­τα καὶ λοι­πὸν φι­λό­χρι­στο ἐ­κλη­σί­α­σμα, ὑ­πῆρ­χε κά­πο­τε στὴν Πα­λαι­ὰ Δι­α­θή­κη ἀ­νά­με­σα στὸν Ἰσ­ρα­η­λι­τι­κὸ λα­ὸ κά­ποι­ος εὐ­σε­ω­βὴς καὶ φι­λό­θε­ος Ἰσ­ρα­η­λί­της καὶ ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρει γι’ αὐ­τὸν ἡ ἁ­γί­α Γρα­φὴ ὁ ἄν­θρω­πος αὐ­τὸς ἦ­ταν δί­και­ος καὶ θε­ο­σε­βὴς καὶ δὲν ὑ­πῆρ­χε πα­ρό­μοι­ος μὲ αὐ­τὸν ἐ­πά­νω στὴν γῆ. Ἦ­ταν εὐ­τυ­χι­σμέ­νος ὁ Ἰσ­ρα­η­λί­της ἐ­κεῖ­νος. Εἶ­χε ἑ­πτὰ υἱ­οὺς καὶ τρεῖς θυ­γα­τέ­ρες, εἶ­χε ὅ­λα ἐ­κεῖ­να τὰ ὁ­ποῖ­α ἐ­μεῖς ὀ­νο­μά­ζου­με στὸν κό­σμο ἀ­γα­θά καὶ ἦ­ταν «ὁ ἄν­θρω­πος ἐ­κεῖ­νος εὐ­γε­νὴς τῶν ἀ­π’ ἡ­λί­ου ἀ­να­το­λῶν» (Ἰ­ώβ 1)

Ὑ­πάρ­χουν με­ρι­κοὶ οἱ ὁ­ποῖ­οι ἰ­σχυ­ρί­ζον­ται ὅ­τι ἕ­νας ποὺ θε­ω­ρεῖ­ται εὐ­τυ­χι­σμέ­νος δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἐ­φαρ­μό­ζη τὶς ἐν­το­λὲς τοῦ Θε­οῦ· καὶ ὅ­μως· ἐ­κεῖ­νος ὁ Ἰ­ώβ ἦ­ταν ὁ πιὸ εὐ­τυ­χι­σμέ­νος ἄν­θρω­πος τοῦ κό­σμου, ἀλ­λὰ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ κά­θε ἄλ­λον τη­ροῦ­σε τὶς ἐν­το­λὲς τοῦ Θε­οῦ.

Τέ­λος ὁ Ἰ­ὼβ ὑ­πέ­στη τὴν τύ­χη τῶν ἀν­θρω­πί­νων πραγ­μά­των. Ὁ μι­σό­κα­λος καὶ φθο­νε­ρὸς ἐ­ξέβρα­σε ἐ­ναν­τί­ον του ὅ­λες τὶς κα­τα­χθό­νι­ες δυ­νά­μεις τοῦ Ἅ­δη. Κα­τα­στρο­φὲς δι­α­δέ­χθη­καν τὶς κα­τα­στρο­φές, τὰ μέ­γα­ρά του ἀ­να­τρά­πη­καν, τὰ κο­πά­δια του χά­θη­καν,  καὶ τὰ φι­λό­στορ­γα τέ­κνα του ἁρ­πά­χθη­καν ἀ­πὸ τὸν θά­να­το μὲ φο­βε­ρὸ καὶ ἀ­πο­τρο­πι­α­στι­κό τρό­πο.

Ξέ­νος πά­λι καὶ ἔ­ρη­μος ὁ Ἰ­ὼβ, ὅ­πως ἐ­ξῆλ­θε ἀ­πὸ τὴν κοι­λί­α τῆς μη­τέ­ρας του. Γυ­μνὸς ἐξ­πῆλ­θε, καὶ πά­λι γυ­μνὸς πα­ρέ­μει­νε ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὰ τό­σα δι­α­δο­χι­κὰ ναυά­για. Καὶ ὅ­μως· αὐ­τὸς ὁ με­γά­λος ἀ­γω­νι­στὴς τῆς ἀ­γά­πης τοῦ Θε­οῦ μέ­σα στὴν φτώ­χεια καὶ τὶς δυ­σκο­λί­ες δὲν στα­μά­τη­σε νὰ δο­ξά­ζη καὶ νὰ εὐ­χα­ρι­στῆ τὸν Θε­ό. «Κύ­ριος ἔ­δω­κε, Κύ­ριος ἀ­φεί­λε­το. Εἴ­η τὸ ὄ­νο­μα Κυ­ρί­ου εὐ­λο­γη­μέ­νον…». Ὅ­πως τὸ χρυ­σό στὸ χω­νευ­τή­ρι τὸν δο­κί­μα­σε ὁ Θε­ὸς καὶ κα­τό­πιν τὸν ἐ­πα­νέ­φε­ρε στὴν πα­λιά του δό­ξα.

Νὰ πα­ρά­δειγ­μα κα­τάλ­λη­λο γιὰ κά­θε ἀν­θρώ­πι­νη τά­ξι. Καὶ πλού­σιος καὶ πτω­χός, καὶ ἔν­δο­ξος καὶ ἄ­ση­μος, μπο­ρεῖ νὰ ἐ­φαρ­μό­ζη τὶς ἐ­νο­τλὲς τοῦ Θε­οῦ. Δι­ό­τι ἐ­κεῖ­νος ποὺ ἀ­γα­πᾶ τὸν Θε­ό, τὸ ἀ­πο­δει­κνύ­ει μὲ τὴν ἐ­φαρ­μο­γὴ τῶν ἐν­το­λῶν του. «Ἐ­ὰν ά­γα­πᾶ­τε με, τὰς ἐν­το­λὰς τὰς ἐ­μὰς τη­ρή­σα­τε» μᾶς δι­δά­σκει ὁ ἀ­ψευ­δέ­στα­τος λό­γος τοῦ Θε­οῦ. Ἡ τή­ρη­σις τῶν ἐν­το­λῶν τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι ὁ ἀρ­ρα­βώ­νας τῆς μελ­λού­σης Βα­σι­λεί­ας.

Δὲν πι­στεύ­ω νὰ ὑ­πάρ­χη Χρι­στια­νὸς ποι­ὺ νὰ ἰ­σχυ­ρί­ζε­ται ὅ­τι δὲν εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τη γιὰ τὴν σω­τη­ρί­α μας ἡ τή­ρη­σις τῶν ἐν­το­λῶν τοῦ Θε­οῦ. Ὅ­λοι ἀ­να­γνω­ρί­ζου­με ὅ­τι αὐ­τὸ εἶ­ναι ἐ­πι­τα­κτι­κὸ κα­θῆ­κον μας.

Ἀλ­λ’ ἄν ρί­ξου­με ἕ­να βλέμ­μα στὴν κα­θη­με­ρι­νὴ ζω­ὴ τῶν Χρι­στια­νῶν θὰ δι­α­πι­στώ­σου­με τὸ ἐν­τε­λῶς ἀν­τί­θε­το. Ποι­ὰ εἶ­ναι ἡ αἰ­τί­α ἐξ αἰ­τί­ας τῆς ὁ­ποί­ας δὲν ἐ­φαρ­μό­ζου­με τὸν λό­γο τοῦ Θε­οῦ; Τὰ αἴ­τια, ἀ­γα­πη­τοί μου, εἶ­ναι δύ­ο, καὶ γι’ αὐ­τὰ τὰ αἴ­τια θὰ ἀ­να­φερ­θῶ στὴν ἀ­γά­πη σας καὶ θὰ τὰ ἀ­να­πτύ­ξω, ὅ­σο μπο­ρῶ, μὲ τὴν βο­ή­θεια τοῦ Θε­οῦ.

Πρῶ­το ἐμ­πό­διο. Ἡ σάρ­κα τοῦ ἀν­θρώ­που

Πρῶ­το ἐμ­πό­διο γιὰ τὴν ἐ­φαρ­μο­γὴ τῶν ἐν­το­λῶν τοῦ Θε­οῦ πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ἡ σάρ­κα τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὰ ­πά­θη καὶ τὶς ὅ­ποι­ες ἀ­δυ­να­μί­ες της. Ἄλ­λες εἶ­ναι οἱ ἐν­τολ­ὲς τοῦ Θε­οῦ καὶ ἄλ­λες οἱ ἀ­παι­τή­σεις τῆς ἁ­μαρ­τω­λῆς σάρ­κας. Ἡ­δυ­πά­θεια ­καὶ κα­τα­χρή­σεις, κα­τα­κρί­σεις καὶ δο­λι­ό­τη­τες, ὅρ­κοι καὶ ἐ­πι­ορ­κί­ες, φθό­νοι καὶ φό­νοι· νὰ τὰ χρώ­μα­τα μὲ τὰ ὁ­ποῖ­α μπο­ροῦ­με νὰ ζω­γρα­φή­σου­με τὴν εἰ­κό­να τῆς ἀν­θρώ­πι­νης σάρ­κας.

Ἀ­πὸ τὴν μιὰ με­ριὰ μᾶς προ­σκα­λεῖ ὁ Θε­ὸς στὴν Ἐκ­κλη­σί­α, ἀλ­λὰ ἡ σάρ­κα τοῦ ἀν­θρώ­που καὶ ἡ κα­λο­πέ­ρα­σι μᾶς ἐμ­πο­δί­ζουν νὰ βγοῦ­με ἀ­πὸ τὴν οἰ­κί­α. Δί­νει ὁ Θε­ὸς ὡς ἐν­το­λὴ τὴν ἐ­λε­η­μο­σύ­νη, ἀλ­λὰ ἡ σάρ­κα τοῦ ἀν­θρώ­που ἀν­τι­στέ­κε­ται. Ἄν συγ­κεν­τρώ­σου­με πλοῦ­το γιὰ δέ­κα γεν­νι­ές, πά­λι ἡ ἀν­θρώ­πι­νη σάρ­κα θὰ ἔ­χη τὸν φό­βο μή­πως δὲν εἶ­ναι ἀρ­κε­τὸς αὐ­τὸς ὁ πλοῦ­τος. Ἀ­μέ­τρη­τα ὄ­νει­ρα εὐ­τυ­χί­ας στη­ρί­ζου­με πά­νω σὲ ἕ­να ἄν­θος, τὸ ὁ­ποῖ­ο δι­α­σκορ­πί­ζει ὁ ἄ­νε­μος.

Ὁ Θε­ὸς δί­νει ἐν­το­λὴ νὰ ἀ­γα­πᾶ­με καὶ τὸν ἐ­χθρό μας ἀ­κό­μη. Ὁ ἄν­θρω­πος μι­σεῖ καὶ τὸν ἀ­δελ­φο του τὸν ἴ­διο. Ὁ Θε­ὸς λέ­γει νὰ χαι­ρώ­μα­στε μὲ ὅ­σους χαί­ρον­ται καὶ νὰ λυ­πού­μα­στε μὲ ὅ­σους λυ­ποῦν­ται. Ἐ­μεῖς κά­νου­με τὸ ἀν­τί­θε­το ἀ­ρι­βῶς· Ἡ φή­μη καὶ ἡ πρό­ο­δος τοῦ πλη­σί­ον, ἀν­τί νὰ μᾶς δί­νουν χα­ρά. με­τα­τρέ­πον­ται στὸ σα­ρά­κι τοῦ φθό­νου, ποὺ τρώ­ει τὰ σω­θι­κά μας. Ὅ­ταν αὐ­ξά­νε­ται ἡ πρό­ο­δος τοῦ πλη­σί­ον, αὐ­ξά­νε­ται καὶ τὸ δι­κό μας τὸ μί­σος ἐ­ναν­τί­ον του. Ἡ δι­κή μας εὐ­τυ­χί­α τό­τε πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται, ὅ­ταν πε­ρι­ο­ρί­ζων­ται καὶ οἱ σκι­ὲς τῶν δέν­δρων, ὅ­ταν βγαί­νη ὁ ἥ­λιος καὶ ἀ­νε­βαί­νη στὸν οὐ­ρα­νό.

Ὁ Θε­ὸς δί­νει τὴν ἐν­το­λὴ ὁ λό­γος τοῦ Χρι­στια­νοῦ νὰ εἶ­ναι πάν­το­τε ἡ ἀ­λή­θεια. Τὸ ναι ναι καὶ τὸ ὄ­χι, ὄ­χι. Ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριὰ ἀν­τι­στέ­κε­ται τὸ θέ­λη­μα τῆς ἀν­θρώ­πι­νης σάρ­κας. Ἄλ­λα λέ­νε τὰ χεί­λη, ἄλ­λα αἰ­σθά­νε­ται ἡ καρ­διά καὶ ἄλ­λα ἔ­χου­με στὸν  νοῦ μας. Οἱ συ­ν­δι­α­λέ­ξεις μας εἶ­ναι κα­λο­με­λε­τη­μέ­να ψεύ­δη μὲ τὸ πρό­σχη­μα τῆς φι­λί­ας καὶ τῆς φι­λο­φρο­νή­σε­ως.

Ὁ Θε­ὸς δί­νει ἐν­το­λὴ νὰ θε­ω­ροῦ­με ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λον ὡς μέ­λη τῆς ἴ­διας οἰ­κο­γέ­νειας. Ἡ ἀν­θρώ­πι­νη ὅ­μως σάρ­κα καὶ ἡ ἀ­πλη­στί­α τῆς σάρ­κας ὁ­πλί­ζουν τὸν ἀ­δελ­φὸ κα­τὰ τοῦ ἀ­δελ­φοῦ καὶ σπά­ει τοὺς στε­νώ­τε­ρους δε­σμοὺς τῆς φι­λί­ας καὶ τῆς συγ­γέ­νειας.

Δί­και­α ἰ­σχυ­ρί­ζον­ται ὅ­τι ὁ χει­ρό­τε­ρος ἐ­χθρὸς τοῦ ἀν­θρώ­που εἶ­ναι οἱ κό­λα­κες. Δί­και­α λοι­πὸν καὶ μεῖς μπο­ροῦ­με νὰ ποῦ­με ὅ­τι ὁ χει­ρό­τε­ρος κό­λα­κας εἶ­ναι ἡ ἀν­θρώ­πι­νη σάρ­κα. Ὅ­ταν ἐ­κτε­λέ­σου­με ὅ­λες τὶ­ςἐ­πι­θυ­μί­ες της θὰ­ πα­ρα­με­λή­σου­με τὴν ἐκ­πλή­ρω­σι ὅ­λων τῶν ἐν­το­λῶν τοῦ Θε­οῦ καὶ θὰ γί­νου­με ἕρ­μαι­οι τῶν πα­θῶν μας. Θὰ μοι­ά­σου­με μὲ τὸ φυ­τὸ ἐ­κεῖ­νο, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­πο­σπά­σθη­κε ἀ­πὸ τὸν βρά­χο τῆς πα­ρα­λί­ας, ἔ­πε­σε στὸν ἀ­φρὸ τῶν κυ­μά­των καὶ πε­ρι­φέ­ρε­ται ἐ­δῶ καὶ ἐ­κεῖ.  Λέ­γ­ει καὶ ὁ Ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος· «Ποι­οῦν­τες τὰ θε­λή­μα­τα τῆς σαρ­κός, γι­νό­με­θα τέ­κνα ὀρ­γῆς», δη­λα­δὴ Ὅ­ταν κά­νου­με τὶς ἐ­πι­θυ­μί­ες τῆς σάρ­κας, προ­κα­λοῦ­με τὴν ὀρ­γὴ τοῦ Θε­οῦ (Ἐ­φεσ 2,3).

Δεύ­τε­ρη αἰ­τί­α· ὁ κό­σμος

Δεύ­τε­ρο ἐμ­πό­διο γιὰ τὴν ἐκ­πλή­ρω­σι τῶν ἐν­το­λῶν τοῦ Θε­οῦ, νο­μί­ζω ὅ­τι πα­ρου­σι­ά­ζε­ται αὐ­τὸς ὁ κό­σμος στὸν ὁ­ποῖ­ο βρι­σκό­μα­στε με­τὰ τὴν πτῶ­σι. «Ἡ φι­λί­α τοῦ κό­σμου ἔ­χθρα τῷ Θε­ῷ ἐ­στι», δη­λα­δὴ Ἡ ἀ­γά­πη γιὰ τὸν ἁ­μαρ­τω­λὸ κό­σμο, εἶ­ναι ἔ­χθρα ἐ­ναν­τί­ον τοῦ Θε­οῦ, λέ­γει ὁ ἅ­γιος Ἰ­ά­κω­βος ὁ Ἀ­δελ­φό­θε­ος (Ἰ­άκ. 4,4).

Πράγ­μα­τι· ἄν ρί­ξη κα­νεὶς ἕ­να ἐ­ξε­τα­στι­κὸ βλέμ­μα θὰ δι­α­πι­στώ­ση ὅ­τι πράγ­μα­τι ὁ κό­σμος ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να σο­βα­ρὸ ἐμ­πό­διο γιὰ τὴν ἐ­φαρ­μο­γὴ τῶν ἐν­το­λῶν τοῦ Θε­οῦ. Χύ­νει λά­δι στὴν φω­τιὰ τῆς σάρ­κας.

Πό­σες φο­ρὲς ἀ­πο­φα­σί­ζου­με νὰ ἐκ­πλη­ρώ­σου­με τὶς ἐν­το­λὲς τοῦ Θε­οῦ καὶ πό­σες φο­ρὲς βρίσκουμε τὸν κό­σμο ἀν­τί­θε­το σὲ αὐ­τὸ ποὺ θέ­λου­με νὰ κά­νου­με; Σή­με­ρα ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ ἐ­φαρ­μό­σω τὶς ἐν­το­λές τοῦ Θε­οῦ. Πα­ρα­τη­ρῶ τὴν ὁ­δὸ στὴν ὁ­ποί­α μὲ προ­σκα­λεῖ νὰ βα­δί­σω ὁ νό­μος τοῦ Θε­οῦ· τὴν βλέ­πω στε­νὴ καὶ γε­μά­τη ἀ­πὸ θλί­ψεις καὶ στε­νο­χώ­ρι­ες καὶ λί­γοι εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νοι ποὺ τὴν ἀ­κο­λου­θοῦν. Πα­ρα­τη­ρῶ καὶ τὴν ο­δὸ στὴν ὁ­ποί­α μὲ προ­σκα­λεῖ ὁ κό­σμος νὰ τὴν βα­δί­σω· τὴν βλέ­πω πλα­τειὰ καὶ ἄ­νε­τη. Λε­ω­φό­ρο ὁ­λό­κλη­ρη καὶ πολ­λοὶ εἶ­ναι αὐ­τοὶ ποὺ τὴν ἀ­κο­λου­θοῦν. Πα­ρα­τη­ρῶ ὅ­τι λάμ­πει ὅ­πως ἡ φω­τιά. Δὲν πα­ρα­τη­ρῶ ὅ­μως καὶ­ει σὰν φω­τιὰ ὅ­σους τὴν πλη­σιά­ζουν. Πα­ρα­τη­ρῶ τὴν ἄλ­λη ὅ­τι εἶ­ναι γε­μά­τη ἀ­πὸ ἀγ­κά­θια καὶ τρι­βό­λια. Βλέ­πω τὴν ἄλ­λη στρωμ­μέ­νη μὲ κρί­να καὶ τρι­αν­τά­φυλ­λα.. Ἀ­να­λο­γί­ζο­μαι τοὺς μό­χθους τῆς πρώ­της, σκέ­πτο­μαι ὅ­μως καὶ τὰ θέλ­γη­τρα τῆς δεύ­τε­ρης. Ἀ­γω­νί­ζο­μαι νὰ εἰ­σέλ­θω «διὰ τῆς στε­νῆς πύ­λης», ἀλ­λὰ τὸ βλέμ­μα μου εἶ­ναι στραμ­μέ­νο στὴν πλα­τειὰ καὶ ἄ­νε­τη πύ­λη τοῦ κό­σμου. Προ­χω­ρῶ, ἀλ­λὰ χά­νω τὸ θάρ­ρος μου, καὶ νὰ ξαφ­νι­κὰ βρί­σκο­μαι νὰ βα­δί­ζω καὶ ἐ­γὼ μα­ζὶ μὲ ὅ­λο τὸ πλῆ­θος ἐ­κεῖ­νο ποὺ ἀ­κο­λου­θεῖ τὴν πλα­τεί­α ὁ­δό ποὺ ὁ­δη­γεῖ στὴν ἀ­πώ­λεια. «Οὐ­δεὶς ἐ­πι­βα­λὼν τὴν χεῖ­ρα αὐ­τοῦ ἐ­π’ ἄ­ρο­τρον καὶ βλέ­πων εἰς τὰ­ ὀ­πί­σω, εὔ­θε­τός ἐ­στιν εἰς τὴν βα­σι­λεί­αν τῶν οὐ­ρα­νῶν»· δη­λα­δὴ ὅ­ποι­ος βά­ζει τὸ χέ­ρι του στὸ ά­λέ­τρι καὶ κοι­τά­ζει πρὸς τὰ πί­σω, δὲν εἶ­ναι κα­τάλ­λη­λος γιὰ τὴν Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ, λέ­γει τὸ στό­μα τῆς ἀ­λη­θεί­ας.

Θέ­λου­με οἱ χρι­στια­νοὶ νὰ ἐ­φαρ­μό­ζου­με τὶς ἐν­το­λὲς τοῦ Θε­οῦ· ἀλ­λὰ συγ­χρό­νως θέ­λου­με νὰ ἐκ­πλη­ρώ­σου­με καὶ ὅ­λες τὶς ἀ­παι­τή­σεις τῆς ἁ­μαρ­τω­λῆς σάρ­κας ποὺ ἀν­τι­στρα­τεύ­ε­ται στὸν νό­μο τοῦ Θε­οῦ. Τὸν ἕ­να πα­ρα­σύ­ρει ἡ φι­λαυ­τί­α, τὸν ἄλ­λον ἡ κε­νο­δο­ξί­α, ὅ­λους τοὺς πα­ρα­σύ­ρει ὁ κό­σμος. Μᾶς προ­σκα­λεῖ ὁ Θε­ὸς. Ἀλ­λὰ οἱ ἄν­θρω­ποι εἶ­ναι αἰχ­μά­λω­τοι στὰ ἄγ­κι­στρα τοῦ ἁ­μαρ­τω­λοῦ κό­σμου. Ἔ­τσι ὅ­που ὁ κό­σμος ρί­χνει ἄ­φθο­νο τὸ δό­λω­μα, ἐ­κεῖ τρέ­χουν ὅ­λοι οἱ χρι­στια­νοί.

Πρό­κει­ται νὰ δώ­σου­με τὰ χρή­μα­τά μας στὶς ἡ­δο­νὲς καὶ τὶς ἀ­πο­λαύ­σεις, στὰ κέν­τρα τῶν δι­α­σκε­δά­σε­ων καὶ τῆς ἁ­μαρ­τί­ας; Πα­ρόν­τες ὅ­λοι οἱ χρι­στια­νοί. Καὶ ἄς ξη­με­ρώ­νει ἡ Κυ­ρια­κή. Ἀρ­γί­α εἶ­ναι ὄ­χι βε­βαι­α ἀρ­γί­α γιὰ τὸν Θε­ό. Γιὰ κά­ποι­ον ἄλ­λον. Πρό­κει­ται νὰ δώ­σου­με τὸν ὀ­βο­λό μας σὲ κά­ποι­ο ἔρ­γο τῆς ἐκ­κλη­σί­ας ἤ σὲ κά­ποι­ον συ­νάν­θρω­πο ποὺ ὑ­πο­φέ­ρει; Ἄ­φαν­τοι οἱ χρι­στια­νοί.

Λυ­πη­ρὸ εἶ­ναι νὰ λέ­η κα­νεὶς ὅ,τι μαρ­τυ­ρεῖ γιὰ τοὺς χρι­στια­νοὺς ἡ ση­με­ρι­νὴ πνευ­μα­τι­κὴ μας κα­τά­στα­σις. Σάρ­κα καὶ κό­σμος εἶ­ναι σή­με­ρα τὰ δύ­ο εἴ­δω­λα ποὺ λα­τρεύ­ουν οἱ χρι­στια­νοί καὶ λη­σμό­νη­σαν τὶς ἐν­το­λὲς τοῦ Θε­οῦ. Λέ­γει ὁ Κύ­ριος· «Οὐ­δεὶς δύ­να­ται δυ­σὶ κυ­ρί­οις δου­λεύ­ειν· ἢ γὰρ τὸν ἕ­να μι­σή­σει καὶ τὸν ἕ­τε­ρον ἀ­γα­πή­σει, ἤ τοῦ ἑ­νὸς ἀν­θέ­ξε­ται καὶ τοῦ ἑ­τέ­ρου κα­τα­φρο­νή­σει»· δη­λα­δή· Κα­νεὶς δὲν μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι δοῦ­λος σὲ δύ­ο κυ­ρί­ους· δι­ό­τι ἢ θὰ μι­σή­ση τὸν ἕ­να καὶ θὰ ἀ­γα­πή­ση τὸν ἄλ­λον, ἢ θὰ στη­ρι­χθῆ στὸν ἕ­να καὶ θὰ πε­ρι­φρο­νή­ση τὸν ἄλ­λον (Ματθ. 6,24).

Δὲν ἦ­ταν ὅ­μως καλ­λί­τε­ρη καὶ ἡ πνευ­μα­τι­κὴ κα­τά­στα­σις ὡ­ρι­σμέ­νων χρι­στια­νῶν καὶ στὰ χρό­νια ἐ­κεῖ­να ποὺ θε­ω­ροῦν­ται ὡς ὁ χρυ­σὸς αἰ­ώ­νας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Τό­τε ποὺ κυ­ρι­αρ­χοῦ­σε ὁ λό­γος τοῦ Ἱ­ε­ροῦ Χρυ­σο­στό­μου, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­ψα­χνε νὰ βρῆ πι­στὸ χρι­στια­νό μέ­σα στὴν ἐκ­κλη­σί­α καὶ ὄ­χι ἁ­πλῶς δὲν εὕ­ρι­σκε χρι­στια­νό, ἀλ­λὰ οὔ­τε ἄν­θρω­πο. Ἄς τὸν πα­ρα­κο­λου­θή­σου­με γιὰ λί­γο. Ὁ λό­γος του εἶ­ναι δι­α­χρο­νι­κός.

«Βλέ­πω ὅ­τι πολ­λοὶ γί­νον­ται με­τὰ τὸ βά­πτι­σμα πιὸ ἀ­δι­ά­φο­ροι ἀ­πὸ τοὺς ἀ­βά­πτι­στους καὶ δὲν ἔ­χουν κα­νέ­να βα­σι­κὸ γνώ­ρι­σμα τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς ζω­ῆς. Γι' αὐ­τὸ δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸ νὰ γνω­ρί­σῃ κα­νεὶς ἀ­μέ­σως οὔ­τε στὴν ἀ­γο­ρὰ οὔ­τε στὴν ἐκ­κλη­σί­α ποι­ὸς εἶ­ναι καὶ ποι­ὸς δὲν εἶ­ναι ὁ πι­στός, ἐ­κτὸς ἂν προ­σέ­ξῃ κα­νεὶς τὴν ὥ­ρα τῆς τε­λέ­σε­ως τῶν μυ­στη­ρί­ων καὶ δῆ ἄλ­λους νὰ ἐ­ξέρ­χων­ται καὶ ἄλ­λους νὰ πα­ρα­μέ­νουν μέ­σα. Ἔ­πρε­πε ὅ­μως νὰ γνω­ρί­ζων­ται ὄ­χι ἀ­πὸ τὸν τό­πο, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὸν τρό­πο. Εὔ­λο­γα βέ­βαι­α τὰ κο­σμι­κὰ ἀ­ξι­ώ­μα­τα γί­νον­ται ὁ­λο­φά­νε­ρα ἀ­πὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὰ ση­μά­δια. Ἡ δι­κὴ μας ὅ­μως ἀ­ξί­α πρέ­πει νὰ πη­γά­ζη ἀ­πὸ τὴν ψυ­χή. Δι­ό­τι ὁ πι­στὸς πρέ­πει νὰ δι­α­κρί­νε­ται ὄ­χι μό­νο ἀ­πὸ τὴ συμ­με­το­χὴ του στὰ μυ­στή­ρια ἀλ­λὰ καὶ ἀ­πὸ τὴν νέ­α του ζω­ή.

Ὁ πι­στὸς πρέ­πει νὰ εἶ­ναι πη­γὴ φω­τὸς καὶ ἁ­λά­τι τοῦ κό­σμου. Ὅ­ταν ὅ­μως δὲν εἶ­σαι εἰ­λι­κρι­νὴς οὔ­τε μὲ τὸν ἑ­αυ­τό σου καὶ ὅ­ταν δὲν πε­ρι­ο­ρί­ζης οὔ­τε τὴν δι­κὴ σου τὴν γάγ­γραι­να, ἀ­πὸ ποῦ θὰ σὲ γνω­ρί­σω τέ­λος πάν­των; Ἀ­πὸ τὸ ὅ­τι ἔ­λα­βες μέ­ρος στὸ μυ­στή­ριο τῆς θεί­ας εὐ­χα­ρι­στί­ας; Ἀλ­λὰ αὐ­τὸ κα­τα­λή­γει νὰ εἶ­ναι αἰ­τί­α τῆς τι­μω­ρί­ας σου. Δι­ό­τι τὰ με­γα­λύ­τε­ρα ἀ­ξι­ώ­μα­τα ἐ­πι­σύ­ρουν με­γα­λύ­τε­ρη ποι­νὴ γιὰ ἐ­κεί­νους πού δι­α­λέ­γουν τρό­πο ζω­ῆς ἀ­νά­ξιο τοῦ ἀ­ξι­ώ­μα­τός των.

Πρέ­πει, λοι­πόν, ὁ πι­στὸς νὰ ἀ­κτι­νο­βο­λῆ ὄ­χι μό­νο μὲ ὅ­σα τοῦ ἒ­δω­σε ὁ Θε­ὸς ἀλ­λὰ καὶ μὲ ὅ­σα κά­νει ὁ ἴ­διος καὶ ἀ­πὸ ὅ­λα νὰ δι­α­κρί­νε­ται καὶ ἀ­πὸ τὸ βά­δι­σμα καὶ ἀ­πὸ τὸ βλέμ­μα καὶ ἀ­πὸ τὴν ἐμ­φά­νι­σι κι ἀ­πὸ τὴν φω­νή. Αὐ­τά τὰ λέ­γω ὄ­χι γιὰ νὰ ἐ­πι­δι­ώ­κου­με στὴ ζω­ὴ μας τὴν ἐ­πί­δει­ξι, ἀλ­λὰ τὴν ὠ­φέ­λεια ἐ­κεί­νων πού μᾶς βλέ­πουν.

Τώ­ρα ὅ­μως, ἀ­πὸ ὅ,τι κι ἂν ζη­τή­σω νὰ σὲ γνω­ρί­σω, σὲ βρί­σκω νὰ ἐκ­δη­λώ­νε­σαι πάν­το­τε μὲ τὰ ἀν­τί­θε­τα. Ἂν π.χ. θέ­λω νὰ σὲ γνω­ρί­σω ἀ­πὸ τὸν τό­πο, σὲ βρί­σκω νὰ περ­νᾶς τὴν μέ­ρα σου στὰ ἱπ­πο­δρό­μια, στὰ θέ­α­τρα καὶ σὲ ἁ­μαρ­τω­λοὺς τό­πους, σὲ ἐ­πι­λή­ψι­μες συγ­κεν­τρώ­σεις, στὴν ἀ­γο­ρὰ καὶ σὲ συ­να­να­στρο­φὲς μὲ δι­ε­φθαρ­μέ­νους ἀν­θρώ­πους∙ ἂν σὲ κρί­νω μὲ κρι­τή­ριο τὸ ὕ­φος τοῦ προ­σώ­που σου, σὲ βλέ­πω νὰ καγ­χά­ζης συ­νέ­χεια καὶ νὰ εἶ­σαι ἀ­φη­ρη­μέ­νος σὰν γε­λοί­α καὶ ἐγ­κα­τα­λειμ­μέ­νη ἑ­ταί­ρα.

 Ἂν ἀ­πὸ τὰ ἐν­δύ­μα­τά σου, σὲ βλέ­πω νὰ μὴ βρί­σκε­σαι σὲ κα­λύ­τε­ρη κα­τά­στα­σι ἀ­πὸ τοὺς θε­α­τρί­νους∙ ἂν ἀ­πὸ τοὺς συ­νο­δοὺς σου, ἔ­χεις κον­τά σου πα­ρα­σί­τους καὶ κό­λα­κες∙ ἂν ἀ­πὸ τὰ λό­για σου, δὲν σὲ ἀ­κού­ω νὰ λές κά­τι τὸ συ­νε­τό, οὔ­τε τὸ ἀ­πα­ραί­τη­το οὔ­τε τὸ σπου­δαῖ­ο γιὰ τὴ ζω­ὴ μας. Ἂν ἀ­πὸ τὰ φα­γη­τά σου, ἡ ἐ­πί­κρι­σις στὸν το­μέ­α αὐ­τὸ θὰ εἶ­ναι με­γα­λύ­τε­ρη.

Ἀ­πό τί, λοι­πόν, ἀ­πάν­τη­σέ μου, θὰ μπο­ρέ­σω νὰ ἀ­να­γνω­ρί­σω ἐ­σέ­να τὸν πι­στό, ἀ­φοῦ ὅ­λα τὰ πα­ρα­πά­νω βε­βαι­ώ­νουν τὸ ἀν­τί­θε­το; Ἀλ­λὰ για­τὶ ὁ­μι­λῶ γιὰ πι­στό; Ἀ­φοῦ δὲν μπο­ρῶ νὰ κα­τα­λά­βω μὲ σι­γου­ριὰ ἂν εἶ­σαι ἂν­θρω­πος. Ὅ­ταν λα­κτί­ζης σὰν ὄ­νος καὶ πη­δᾶς ὅ­πως ὁ ταῦ­ρος καὶ χρε­με­τί­ζης γιὰ τὶς γυ­ναῖ­κες ὅ­πως ὁ ἵπ­πος καὶ εἶ­σαι λαί­μαρ­γος ὅ­πως ἡ ἀρ­κού­δα καὶ πα­χαί­νης τὸ σῶ­μά σου σὰν ἡ­μί­ο­νος καὶ μνη­σι­κα­κῆς ὅ­πως ἡ κα­μή­λα καὶ ἁρ­πά­ζης ὅ­πως ὁ λύ­κος, ὀρ­γί­ζε­σαι ὅ­πως τὸ φί­δι, δαγ­κώ­νης ὅ­πως ὁ σκορ­πιός, εἶ­σαι ὕ­που­λος ὅ­πως ἡ ἀ­λε­πού, ἔ­χῃς μέ­σα στὴν ψυ­χή σου δη­λη­τή­ριο ὅ­πως ἡ κόμ­πρα καὶ ἡ ὀ­χιὰ καὶ κά­νης πό­λε­μο κα­τὰ τῶν ἀ­δελ­φῶν σου ὅ­πως ὁ πο­νη­ρὸς ἐ­κεῖ­νος δι­ά­βο­λος, πῶς εἶ­ναι δυ­να­τὸ νὰ σὲ ὑ­πο­λο­γί­ζω με­τα­ξὺ τῶν ἀν­θρώ­πων, ἀ­φοῦ βλέ­πω νὰ ἔ­χῃς αὐ­τοῦ τοῦ εἴ­δους τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά;

Ἐ­νῶ ἀ­να­ζη­τῶ τὴν δι­α­φο­ρὰ με­τα­ξὺ πι­στοῦ καὶ κα­τη­χου­μέ­νου, ὑ­πάρ­χει κίν­δυ­νος νὰ μὴ βρῶ δι­α­φο­ρὰ με­τα­ξὺ ἀν­θρώ­που καὶ θη­ρί­ου.

Τὶ νὰ σὲ ὀ­νο­μά­σω λοι­πόν; Θη­ρί­ο; Τὰ θη­ρί­α ὅ­μως ἔ­χουν ἕ­να ἀ­πὸ αὐ­τά τὰ ἐ­λατ­τώ­μα­τα. Ἐ­σύ, ἀν­τί­θε­τα, ἀ­φοῦ τὰ συγ­κέν­τρω­σες ὅ­λα μα­ζί, προ­χω­ρεῖς πέ­ρα ἀ­πὸ τὴν ζῳ­ώ­δη κα­τά­στα­σι ἐ­κεί­νων. Νὰ σὲ ἀ­πο­κα­λέ­σω σα­τα­νᾶ; Ἀλ­λὰ ὁ σα­τα­νᾶς οὔ­τε κοι­λι­ό­δου­λος εἶ­ναι, οὔ­τε εἶ­ναι ἐ­ρω­τευ­μέ­νος μὲ τὰ χρή­μα­τα. Ἀ­πάν­τη­σέ μου λοι­πόν. Πῶς θὰ σὲ ἀ­πο­κα­λῶ ἂν­θρω­πο, ὅ­ταν ἔ­χης πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­λατ­τώ­μα­τα ἀ­πὸ τὰ θη­ρί­α καὶ ἀ­πὸ τὸν σα­τα­νᾶ; Καὶ ἂν δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸ νὰ σὲ λέ­γω ἄν­θρω­πο, πῶς θὰ σὲ ἀ­πο­κα­λέ­σω πι­στό; Καὶ τὸ χει­ρό­τε­ρο εἶ­ναι βέ­βαι­α ὅ­τι, ἐ­πει­δὴ ἔ­χου­με τό­ση κα­κί­α, δὲν ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε ὅ­τι ἡ ψυ­χὴ μας ἔ­χα­σε τὴν ὀ­μορ­φιά της, οὔ­τε κα­τα­νο­οῦ­με τὴν ἀ­σχή­μια της. Ἀλ­λὰ ὅ­ταν βρί­σκε­σαι στὸ κου­ρεῖ­ο καὶ πε­ρι­ποι­εῖ­σαι τὴν κό­μη σου, παίρ­νεις τὸν κα­θρέ­πτη καὶ ἐ­ξε­τά­ζεις μὲ με­γά­λη προ­σο­χὴ τὴν γε­νι­κὴ εἰ­κό­να τῶν μαλ­λι­ῶν σου καὶ ῥω­τᾶς τοὺς πα­ρευ­ρι­σκο­μέ­νους καὶ τὸν κου­ρέ­α τὸν ἴ­διο, ἂν τα­κτο­ποί­η­σε ὡ­ραῖ­α τὸ μπρο­στι­νὸ τμῆ­μα της. Καί, ἂν καὶ εἶ­σαι γέ­ρος, δὲν ντρέ­πε­σαι νὰ ἐ­πι­δι­ώ­κης συ­χνὰ νε­α­νι­κὴ ἐμ­φά­νι­σι. Καὶ δὲν ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε κα­θό­λου ὅ­τι ἡ ψυ­χή μας δὲν ἔ­χα­σε ἀ­πλῶς τὴν ὀ­μορ­φιά της, ἀλ­λὰ ἔ­γι­νε σὰν τὰ θη­ρί­α, ἔ­γι­νε, ὅ­πως λέ­ει ὁ εἰ­δω­λο­λα­τρι­κὸς μῦ­θος, Σκύλ­λα ἢ Χί­μαι­ρα. Ἂν καὶ ὑ­πάρ­χει βέ­βαι­α καὶ γιὰ τὴν πε­ρί­πτω­σι αὐ­τὴ πνευ­μα­τι­κὸς κα­θρέ­πτης, καὶ μά­λι­στα πο­λὺ κα­λύ­τε­ρος ἀ­πὸ τὸν ἄλ­λο καὶ χρη­σι­μώ­τε­ρος. Δι­ό­τι δὲν δεί­χνει μό­νον ἂν ἒ­χα­σε τὴν ὀ­μορ­φιά της, ἀλ­λά, ἂν θέ­λου­με, τῆς δί­δει καὶ ἀ­πίστευ­τη ὀ­μορ­φιά. (Κα­τὰ Ματ­θαῖ­ον Δ΄ Ε­ΠΕ 9,136-142. PG  57,48).

 

Ὅ­ταν λέ­η ὅ­μως αὐ­τὰ ὁ ἅ­γιος δὲν ἐν­νο­εῖ ὅ­τι πρέ­πει κά­ποιος νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψη τὸν κό­σμο καὶ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του καὶ νὰ πά­η σὲ κἀ­ποι­α κα­λύ­βη ἢ σὲ κά­ποι­ο μο­να­στή­ρι γιὰ νὰ ἐ­κτε­λέ­ση ἀ­πε­ρί­σπα­στα τὶς ἐν­το­λὲς τοῦ Θε­οῦ. Ὄ­χι, το­νί­ζει καὶ πά­λι, ὁ ἱ­ε­ρὸς Χρυ­σό­στο­μος. «Δὲν λέ­ω νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψε­τε τὶς πό­λεις καὶ τὶς οἰ­κο­γέ­νει­ές σας, ἀλ­λὰ ἐ­νῶ εἶ­σαι μέ­σα στὴν πό­λι δεῖ­ξε ἔμ­πρα­κτα τὴν ἀ­ρε­τή σου». Ὁ Προ­φή­της Δα­βίδ ἦ­ταν καὶ βα­σι­λιὰς καὶ πο­λι­τι­κὸς καὶ ἄ­ρι­στος πο­λε­μι­στής. Ἀλ­λὰ πο­τὲ δὲν ἐγ­κα­τέ­λι­πε τὶς ἐν­το­λὲς τοῦ Θε­οῦ, οὔ­τε πα­ρα­με­λοῦ­σε τὰ κα­θή­κον­τα καὶ τὶς ὑ­πο­χρε­ώ­σεις ποὺ εἶ­χε στὸν κό­σμο. Μέ­σα στὸ πλῆ­θος τῶν δη­μο­σί­ων ὑ­πο­θέ­σε­ων χω­ρὶς φό­βο μπο­ροῦ­σε νὰ λέ­η· «Κύ­ρι­ε, ἑ­πτὰ φο­ρὲς τὴν ἡ­μέ­ρα σὲ δο­ξο­λό­γη­σα γιὰ τὶς δί­και­ες κρί­σεις τῆς ννο­μο­θε­σί­ας σου καὶ τῆς ἀν­τα­πο­δό­σε­ώς σου» (Ψαλμ. 118,164). Με­σά­νυ­κτα ση­κω­νό­ταν ἀ­πὸ τὸ κρεβ­βά­τι του γιὰ νὰ δο­ξο­λο­γή­ση τὸν Θε­ό· «Με­σο­νύ­κτιον ἐ­ξε­γει­ρό­μην τοῦ ἐ­ξο­μο­λο­γή­σα­σθαι τῷ ὀ­νό­μα­τί σου», δη­λα­δή· Γε­μᾶ­τος ἀ­πὸ εὐ­γνω­μο­σύ­νη σηκ­ων­ό­μουν τὰ με­σά­νυ­κτα γιὰ νὰ σὲ δο­ξο­λο­γή­σω καὶ νὰ σὲ ἀ­νυ­μνή­σω γιὰ τὰ δί­και­α πα­ραγ­γέλ­μα­τα τοῦ νό­μου σου, μὲ τὴν τή­ρη­σι τῶν ὁ­ποί­ων σώ­θη­κα ἀ­πὸ τὶς πα­γί­δες.

Ὁ Θε­ὸς μᾶς χά­ρι­σε τὰ πάν­τα· ἀ­ξι­ώ­μα­τα, τι­μές, πλού­τη,  καὶ ὅ,τι ἄλ­λο μπο­ροῦ­σε νὰ κά­νη γὰ τὴν δι­κή μας σω­τη­ρί­α, γιὰ νὰ τὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σου­με γιὰ τὴν τή­ρη­σι τῶν ἐν­τολ­λῶν του. «Ὅ­λα ἔ­γι­ναν γιὰ μᾶς» ἀ­να­φω­νεῖ ὁ Ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος (Α΄ Κορ. 1,15).

Σοῦ χά­ρι­σε ὁ Θε­ὸς παι­διά καὶ ἐ­νῶ ἐ­σὺ βρί­σκε­σαι στὰ βα­θειὰ γεν­ρά­μα­τα τὰ βλέ­πεις καὶ τὰ χαί­ρε­σαι σὰν ὄρ­θια κυ­πα­ρίσ­σια μπρο­στά σου; Ἀ­νά­θρε­ψέ τα λοι­πόν μὲ τὴν παι­δεί­α καὶ τὴν νου­θεσία τοῦ Κυ­ρί­ου καὶ μὲ τὸ τρό­πο τῆς ζω­ῆς σου δεῖ­ξε καὶ σὲ αὐ­τὰ τὸν δρό­μο ποὺ ὁ­δη­γεῖ πρὸς τὴν Βα­σι­λεί­α τῶν Οὐ­ρα­νῶν. Σοῦ χά­ρισε ὁ Θε­ὸς πλού­τη καὶ δό­ξα; Μὴ ξε­χά­νης ὅ­τι μπο­ρεῖς μὲ τὸν πλοῦ­το καὶ τὴν ἐ­ξου­σί­α ποὺ σοῦ ἔ­χουν χα­ρί­σει νὰ φα­νῆς χρή­σι­μος στὴν Ἐκ­κλη­σί­α καὶ τὴν κοι­νω­νί­α γιὰ νὰ δο­ξά­ζε­ται ἔ­τσι πε­ρισ­σό­τε­ρο ὁ Θε­ός. Σὲ στέ­ρη­σε ὁ Θε­ὸς τὰ κο­σμι­κὰ ἀ­γα­θά; Μὴν κα­τη­γο­ρῆς τὸν Θε­ὸ καὶ μὴ φθο­νῆς τὸν πλη­σί­ον σου. Αὐ­τὸς ὁ κό­σμος εἶ­ναι γιὰ ὅ­λους μί­α πα­λαί­στρα, ἕ­νας στί­βος ποὺ ὅ­λοι ἀ­γω­νί­ζον­ται μὲ τὶς θλί­ψεις καὶ τὶς στε­νο­χώ­ρι­ες. Οἱ χα­ρές του εἶ­ναι ὅ­πως τὰ φῶ­τα ἐ­κεῖ­να, τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­νά­βουν γιὰ λί­γη ὥ­ρα καὶ κα­τό­πιν ἐ­ξα­φα­νί­ζον­ται καὶ φεύ­γουν. Ἔ­τσι ὅ­ταν το­πο­θε­τή­σου­με μέ­σα στὴν ψυ­χή μας τὰ πράγ­μα­τα τοῦ κό­σμου, ὅ­λοι μας μπο­ροῦ­με νὰ ἐ­φαρ­μό­ζου­με τὶς ἐν­το­λὲς τοῦ Θε­οῦ. Ὅ­ταν ὅ­μως τὸν κό­σμο αὐ­τὸν τὸν πρό­σκαι­ρο τὸν θε­ω­ροῦ­με ὡς σκο­πὸ τῆς ὑ­πάρ­ξε­ώς μας καὶ ὄν­τας μέ­σα στὸν κό­σμο λη­σμο­νοῦ­με τὸν Θε­ὸ καὶ τὴν Ἐ­κλη­σί­α του καὶ δὲν θυ­σι­ά­ζου­με με­ρι­κὰ ἀ­πὸ τὰ ἀ­γα­θά του γιὰ τὴν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ, τό­τε εἴ­μα­στε δοῦ­λοι τοῦ κό­σμου καὶ τό­τε ὁ κό­σμος εἶ­ναι ἕ­να πο­λὺ με­γά­λο ἐμ­πό­διο γιὰ τὴν ἐ­φαρ­μο­γὴ τῶν ἐν­το­λῶν τοῦ Θε­οῦ.

Ἀλλὰ και­ρὸς εἶ­ναι νὰ βγά­λου­με ἀ­πὸ τὴν μέ­ση τὰ ὅ­σα ­ἐμ­πό­δια ὑ­πάρ­χουν γιὰ να μπο­ρέ­σου­με νὰ ἐ­φαρ­μό­ζου­με τὶς ἐ­ντο­λὲς τοῦ Θε­οῦ. Τὰ ἀ­γα­θὰ τοῦ κό­σμου αὐ­τοῦ, ὁ πλοῦ­τος καὶ ἡ δό­ξα εἶ­ναι ἄ­στα­τες θε­ό­τη­τες, ὅ­πως ἄσ­τατ­οι εἶ­ναι καὶ οἱ ἄν­θρω­ποι ποὺ τὰ λα­τρεύ­ουν. Τρο­χὸς εἶ­ναι ὁ κόσμ­ος αὐ­τὸς καὶ τὸ μέλ­λον ἄ­γνω­στο καὶ ἡ τύ­χη ἀ­ό­ρα­τη. Ποι­ὸς μπο­ρεῖ νὰ ὀ­νο­μά­ση δι­κό του κά­ποι­ο μέ­ρος τὸ ὁ­ποῖ­ο κα­τέ­χει; ποι­ὸς μπο­ρεῖ νὰ πῆ ὅ­τι πράγ­μα­τι αὐ­τὴ ἡ σπι­θα­μὴ τῆς γῆς εἶ­ναι δι­κή του; Μό­νο γιὰ ἕ­να κομ­μά­τι γῆς μπο­ροῦ­με νὰ ποῦ­με ὅ­τι μᾶς ἀ­νή­κει, ἀλ­λὰ καὶ ἐ­κεῖ­νο εἶ­ναι προ­σω­ρι­νό μας κτῆ­μα. Τὸ μέ­ρος ποὺ πε­ρι­λαμ­βά­νει ἕ­νας τά­φος. Σή­με­ρα ἐ­πι­κρα­τεῖ γα­λή­νη καὶ κα­λω­σύ­νη, αὔ­ριον τρι­κυ­μί­α καὶ με­γά­λη θα­λασ­σο­τα­ρα­χή. Σή­με­ρα οἰ­κο­δο­μοῦ­με τὰ μέ­γα­ρα τῶν χρυ­σῶν καὶ με­γά­λων μας ἐλ­πί­δων, ἀλ­λὰ ξα­φνι­κὰ ὁ Θε­ὸς ἀ­πὸ ψη­λὰ γε­λά­ει μὲ τὰ σχέ­διά μας. Καὶ σὲ μί­α ἀ­να­πάν­τε­χη στιγ­μὴ τὰ βλέ­που­με ὅλ­α σὲ κλά­σμα­τα δευ­τε­ρο­λέ­πτου νὰ σω­ρι­ά­ζων­ται κά­τω.

Μά­ται­α καὶ ἄ­στα­τα καὶ πρό­σκαι­ρα εἶ­ναι τὰ ἀ­γα­θὰ τοῦ κόσ­μου, τὰ ὁ­ποῖ­α ἐ­κτι­μοῦ­με πε­ρισσσό­τε­ρο α­πὸ τὶς ἐν­το­λὲς τοῦ Θε­οῦ. Πρό­σε­ξε πῶς φεύγουν οἱ ἄν­θρ­ω­ποι ὅ­πως οἱ σκι­ές. Πρό­σε­ξε πῶς περ­νοῦν οἱ γε­νε­ὲς σὰν τὰ κύμ­μα­τα. Σή­με­ρα ἄ­φο­β­οι καὶ ἀ­τρό­μη­τοι πέ­φτου­με μέ­σα στὰ κύ­μα­τα, γιὰ νὰ μπο­ρέ­σου­με νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­σου­με τὶς ἀ­νάγ­κες τοῦ κό­σμου, ἀλ­λὰ ξα­φ­νι­κὰ ὁ ὠ­κε­α­νὸς ἄλ­λον τὸν κα­τα­πνί­γει σὲ ἄ­γνω­στο βά­θος, ἄλ­λον τὸν κα­τα­βρο­χθί­ζει στὰ­ ἔγ­κα­τά του καὶ φεύ­γει ἔ­τσι ἀ­δι­ά­βα­στος, ὅ­πως λέ­γε­ται, ἄλ­λον ἀν­τὶ γιὰ τοὺς συγ­γε­νεῖς τὸν πε­ρι­συλ­λέ­γουν τὰ θα­λάσ­σια κή­τη, ἄλ­λον πά­λι τὸν ρί­χνει ἡ θά­λασ­σα σκω­λη­κο­φα­γω­μέ­νο στὶς ἀ­κτές της χω­ρὶς­ νὰ μπο­ρέ­ση πλέ­ον κα­νένας νὰ τὸν ἀ­να­γνω­ρί­ση ποι­ὸς εἶ­ναι.

Σή­με­ρα εἴ­μα­στε ὑ­γι­εῖς καὶ ρω­μα­λέ­οι καὶ πε­ρι­φρο­νοῦ­με τὸν θά­να­το, νο­μί­ζον­τας ὅ­τι δὲν πρόκει­ται νὰ πε­θά­νου­με. Ξαφ­νι­κὰ ὅ­μως ἔρ­χε­ται μί­α ἄ­γνω­στη ἀ­σθέ­νεια­ καὶ βλέ­πει κα­νεὶς τοὺς ἀν­θρώ­πους σὰν τὰ μα­νι­τά­ρια­ νὰ πέ­φτουν κά­τω ἥ ὅ­πως τὸ στά­χυ τοῦ σι­τα­ριοῦ ὅ­ταν τὸ χτυ­πά­η τὸ χα­λά­ζι, ἤ ὅ­πως τὸ χορ­τά­ρι ὅ­ταν τὸ κό­βη τὸ δρε­πά­νι.

Σή­μερα ­μί­α ὑ­πε­ρή­φα­νη πο­λι­τεί­α ἀ­νυ­ψώ­νε­ται μέ­χρι τὰ ἄ­στρα τοῦ οὐ­ρα­νοῦ. Σὲ λί­γα λε­πτὰ ἕ­να δυ­να­τὸ τσου­νά­μι καὶ δὲν βρί­σκε­ται τί­πο­τε στὸν τό­πο ἐ­κεῖ­νον. Δο­κά­ρια­ πο­ὺ κα­πνί­ζουν πέ­τρες καὶ σέ­δε­ρα καὶ ὅ,τι ἄλλο πε­ταγ­μέ­να παν­τοῦ, γέ­φυ­ρες σι­δερέ­νι­ες νὰ φλέ­γων­ται· ὅ­λα μαρ­τυ­ροῦν ὅ­τι κά­πο­τε ὑ­πῆρ­χε ­μία ­πε­ρή­φα­νη πό­λις, ἡ ὁ­ποί­α σή­με­ρα ἐ­ξα­φανίσ­θη­κε ἀ­πὸ τὸν χάρ­τη τῆς γῆς. Κά­τω ἀ­πὸ τὰ πέ­τρι­να θε­μέ­λια καὶ τοὺς προ­η­γού­με­νους ὑ­περ­με­γέ­θεις ἐ­κεί­νους οὐ­ρα­νο­ξύ­στες μπο­ρεῖ νὰ φα­να­τα­σθῆ κα­νεὶ­ς ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν καὶ τά­φη­καν δε­κά­δες ἤ καὶ ἑ­κα­τον­τά­δες ἀν­θρώ­πι­νες ὑ­πάρ­ξεις. «Οὐ­αί οὐ­αὶ ἡ πό­λις ἡ Βα­βυ­λών, ἡ πό­λις ἡ ἱ­σχυ­ρά ὅ­τι ἐν μιᾷ ὥ­ρᾳ ἦλ­θεν ἡ κρί­σις σου» (Ἀ­πο­κάλ.).

Ξέ­νοι καὶ πα­ρε­πί­δη­μοι εἴ­μα­στε σ’ αὐ­τὸν τὸν κόσ­μο. Ὅ­ταν βέ­βαι­α ὁ κό­σμος μᾶς κα­τα­θέλ­γη, τό­τε δὲν σκε­πτό­μα­στε τὶς ἐν­το­λὲς τοῦ Θε­οῦ. Ἔρ­χε­ται ὅ­μως ὥ­ρα κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α ὁ κό­σμος μᾶς ἐγ­κλα­τα­λεί­πει, ἔρ­χε­ται ὥ­ρα κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α οἱ φί­λοι μας ἀ­πο­μα­κρύ­νον­ται ἀπὸ κον­τά μας, για­τὶ δὲν μπο­ροῦν πλέ­ον νὰ μᾶς βο­η­θή­σουν. Ἔρ­χε­ται ὥ­ρα ποὺ μὲ σκυμ­μέ­νο τὸ­ κε­φά­λι καὶ μὲ βρεγ­μέ­να τὰ μά­τια μας ἀ­πὸ τὸ κλάμ­μα ἐ­πιστρέ­φου­με ἀ­πὸ τὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο ὅ­που πρὶν ἀ­πὸ λί­γο ξε­προβ­ο­δί­σα­με κά­ποι­ον συ­νάν­θρω­πό μας, κά­ποι­ο πρό­σω­πο πο­λὺ ἀ­γα­πη­τό μας, ἔρ­χε­ται ὥ­ρα ποὺ ἡ ζω­ὴ φεύ­γει ἀ­πὸ τὰ ­πό­δια μας, ὅ­πως ἡ ξη­ρὰ φεύ­γει ἀ­πὸ τὰ­ πό­δια ἐ­κεί­νου ποὺ ξα­νοί­γε­ται στὸ πέ­λα­γος.

Ἄς πα­ρα­τη­ρή­ση ὁ κά­θε ἕ­νας ἀ­πὸ ἐ­μᾶς τὰ χρό­νια ποὺ ἔ­χουν πε­ρά­σει. Ἐ­ξα­φανίσ­θ­η­καν σὰν ἕ­να εὐ­χά­ρι­στο ἢ δυ­σά­ρε­στο ὄ­νει­ρο. Ἄς πα­ρα­τη­ρή­ση καὶ τὸ μέλ­λον. Τὰ χρό­νια ­περ­νοῦν καὶ τὸ ­πέ­ρα­σμα αὐ­τὸ ἀ­σπρί­ζει τὰ μαλ­λιὰ μας. Ἄς πα­ρα­τη­ρή­σου­με τὸν τά­φο. Κά­ποι­α πλά­κα θὰ κα­λύ­ψη καὶ τὸ δι­κό μας σῶ­μα, τὸ ὁ­ποῖο θὰ πε­ρι­μέ­νη τὴν ἔ­σχα­τη σάλ­πιγ­γα τῆς ἐκ νε­κρῶν ἀ­να­στά­σε­ως γιὰ νὰ δώ­ση λό­γο μα­ζὶ με τὴν ψυ­χή του γιὰ ὅ,τι ἔ­κα­νε. Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ τύ­χη τῶν ἐ­φή­με­ρων ἀν­θρώ­πων. Κα­θη­με­ρι­νὰ οἱ ἀν­θρώ­πι­νες γε­νι­ὲς ἐ­ξα­φα­νί­ζον­ται καὶ αὐτὴ σκό­νι τους ἀ­κόμ­η δι­α­σκορ­πί­ζε­ται. Ποῦ εἶ­ναι οἱ φί­λοι καὶ οἱ πρό­γο­νοι; Ἦλ­θαν καὶ ἀ­πο­ῆλ­θαν ὅ­πῶς τὰ ἄ­στα­τα ρεύ­μα­τα τοῦ πο­τα­μοῦ καὶ σὲ λί­γο καὶ τὰ δι­κά μας τὰ σώ­μα­τα θὰ εἶ­ναι ἄ­γνω­στα ἀ­νά­μεσα σὲ  τό­σα ἄλ­λα.

Κά­ποι­ος βα­σι­λιὰς τῆς Αἰ­γύ­πτου δι­έ­τα­ξε τὸ ἑ­ξῆς στοὺς ὑ­πη­κό­ους του· ὅ­ταν πε­θά­νη νὰ πά­ρουν ἕ­να σά­βα­νο νὰ τὸ ὑ­ψώ­σουν νὰ τὸ δῆ ὅ­λος ὁ ­λα­ὸς καὶ νὰ φω­νά­ξουν δυ­να­τά· Νὰ, ὁ βα­σι­λιὰς ἀ­πὸ ὅ­λο του τὸν πλοῦ­το μό­νον αὐ­τὸ παίρ­νει καὶ μὲ αὐ­τὸ σκε­πά­ζε­ται στὸν τά­φο». Γυ­μνὸς ἐ­ξῆ­λθον ἐκ κοι­λί­ας μη­τρός μου γυ­μνὸς καὶ ἀ­πε­λεύ­σο­μαι» ἔ­λε­γε καὶ ὁ πού­α­θλος Ἰ­ώβ.

Τὶ συμ­βαί­νει λοι­πὸν τώ­ρα; Πό­τε ἄ­ρα­γε ἐ­μεῖς ἐ­κτε­λοῦ­με τὶς ἐν­το­λὲς τοῦ Θε­οῦ; Πῶς τὶς ἐ­κτε­λοῦ­με; Ὅ­ταν σὰν τὴν ὀ­χιὰ πα­ρα­τη­ροῦ­με πό­τε θὰ μᾶς δοθῆ ἡ εὐ­και­ρί­α νὰ χύ­σου­με τὸ δη­­λη­τή­ριο τοῦ φθό­νου, ἄ­ρα­γε τό­τε ἐ­φαρμόζου­με τὶς ἐν­το­λὲς τοῦ Θε­οῦ; Ὅ­ταν εἴ­μα­στε δε­μέ­νο­ι χει­ρο­πό­δα­ρα ἀ­πὸ τὴν πλε­ο­νε­ξί­α καὶ βλέ­που­με τὸν πλη­σί­ο­ν μὲ βρεγ­μέ­να τά μά­τια του νὰ τρώ­η ξη­ρὸ ψω­μὶ, καὶ ἄν ὑ­πάρ­χη καὶ αὐ­τό, ἐ­πει­δὴ δὲν μπο­ρεῖ νὰ ξο­φλή­ση τὰ χρέ­η του καὶ τὸν κυ­νη­γοῦν, τό­τε ἐ­μεῖς ποὺ κα­λο­περ­νᾶ­με δίπλα του, ἄ­ρα­γε ἐ­φαρ­μό­ζου­με τὶς ἐν­το­λὲς τοῦ Θε­οῦ;

Ἀ­πο­κρί­νε­ται ὁ Θε­ός. Γι­ὰ­ ποι­ὸ λό­γο σοῦ ἔ­δω­σα τὸν νό­μο καὶ τοὺς Προ­φῆ­τες; Για­τὶ σοῦ ἔ­σε­τει­λα τὸν Υἱ­ό μου καὶ σταυ­ρώ­θη­κε γιὰ σέ­να; Ὄ­χι γιὰ νὰ σὲ ἀ­παλ­λά­ξη ἀ­πὸ τὴν ἁ­μα­­ρτία ­καὶ νὰ σὲ δι­δά­ξη τὶς ἐν­το­λές μου; Γιὰ ποι­ὸ σκο­πό, ἀ­πο­κρί­νε­ται ὁ Σω­τή­ρας μας, α­νέ­βη­κα στὸν Γολ­γο­θᾶ καὶ σταυ­ρώ­θη­κα καὶ πο­τί­σθη­κα μὲ ξύ­δι; Ὄ­χι γιὰ νὰ σὲ δι­δά­ξω νὰ τη­ρῆς τὶς ἐν­το­λές μου;

Γιατὶ ἑτοίμασα δεῖπνο καὶ σὲ κάλεσα διὰ τῶν Αποστόλων μου στὴν Ἐκκλησία μου; Ὄ­χι γιὰ νὰ σὲ δι­δά­ξουν νὰ τη­ρῆς ὅ­σα τοὺς δι­έ­τα­ξα; Γιὰ ποι­ὸ λό­γο, λέ­γουν οἱ Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας, ὑ­πε­μεί­να­με γιὰ τό­σα μαρ­τύ­ρια καὶ προ­τι­μή­σα­με νὰ δώ­σου­με πο­τα­μοὺς αἱ­μά­των καὶ χορ­τά­σα­με τὰ θη­ρί­α τῆς γῆς καὶ ὑ­πο­φέ­ρα­με ἀ­να­ρίθ­μη­τα μαρ­τύ­ρια; Ὅ­σα κά­να­τε ἐ­σεῖς, ἐ­μεῖς δὲν τὰ κά­νου­με σή­με­ρα. Ὅ­σα σή­με­ρα κά­νου­με ἐ­μεῖς, ἐ­σεῖς οἱ Πα­τέ­ρες μας οὔ­τε τὰ δι­α­νο­η­θή­κα­τε πο­τέ.

Ἐ­κεῖ­νοι ἀ­γά­πη­σαν τὸν Θε­ὸ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τὸν ἑ­αυ­τό τους, ἐ­μεῖς ἀ­γα­πᾶ­με τὸν ἑ­αυ­τό μας πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τὸν Θε­ό. Ἐ­κεῖ­νοι θυ­σί­α­ζαν τὸν κό­σμο γιὰ τὸν Θε­ό. Ἐ­μεῖς θυ­σι­ά­ζου­με τὸν Θε­ὸ γιὰ τὴν ἀ­γά­πη τοῦ κό­σμου. Πό­σο δι­α­φέ­ρου­με ἀ­πὸ ἐ­κεί­νους!

Νὰ πῶς οἱ χρι­στια­νοὶ πα­τοῦν στὰ πτώ­μα­τα τῶν ἀν­θρώ­πων, πῶς ὁ ἕ­νας σκά­βει τὸν λάκ­κο τοῦ ἄλ­λου! Ποῦ εἶ­ναι τὰ χρό­νια ἐ­κεῖ­να ποὺ οἱ εἰ­δω­λο­λά­τρες θαύ­μα­ζαν τοὺς Χρι­στια­νοὺς λέ­γον­τας· Προ­σέξ­τε πῶς ἀ­γα­πᾶ ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λον!

Ἀλ­λὰ ἀ­γα­πη­τοί μου, ἄς ξυ­πνή­σου­με ἀ­πὸ τὸν λή­θαρ­γο στὸν ὁ­ποῖ­ον βρι­σκό­μα­στε. Ἄς σκε­φθοῦ­με τὸ πρό­σκαι­ρο τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ζω­ῆς. «Κά­θε ἀν­θρώ­πι­νη σάρ­κα, φω­νά­ζει ὁ προ­φή­της Ἠ­σα­ΐ­ας, καὶ κά­θε ἀν­θρώ­πι­νη δο­ξα, εἶ­ναι ὅ­πως τὸ λου­λού­δι τοῦ ἀ­γροῦ. Ξη­ρά­θη­κε τὸ χορ­τά­ρι καὶ τὸ λου­λού­δι του ἔ­πε­σε» (Ἡ­σα­ΐ­ας 40,2). Ἄς σκε­φθοῦ­με τὸ τι­πο­τέ­νιο τῶν κο­σμι­κῶν ἀ­γα­θῶν. «Ὁ κό­σμος πα­ρέρ­χε­ται καὶ ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α αὐ­τοῦ». Ἄς μὴ θαυ­μά­σου­με τί­πο­τε ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να ποὺ δὲν πα­ρα­μέ­νουν, ἄς μὴ κρατ΄ση­ου­με στὴν ἀγ­κα­λιά μας τί­πο­τε ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να ποὺ δὲν εἶ­ναι στα­θε­ρά.

Εἶ­ναι και­ρὸς νὰ ξυ­πνή­σου­με ἀ­πὸ τὸν πνευ­μα­τι­κὸ ὕ­πνο καὶ νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψου­με τὰ ἔρ­γα τῆς ἁ­μαρ­τί­ας καὶ τοῦ σκό­τους καὶ νὰ ντυ­θοῦ­με τὰ ἔρ­γα τοῦ φω­τός. Ἄς θυ­μώ­μα­στε νύ­κτα καὶ ἡ­μέ­ρα τὸ ἄ­στα­το καὶ ἀ­βέ­βαι­α τῶν κοσ­μι­κῶν πραγ­μά­των γιὰ νὰ ἐ­κτε­λοῦ­με τὶς ἐν­το­λὲς τοῦ Θε­οῦ. Μὲ μέ­τρο ἄς ἀ­πο­λαμ­βά­νου­με τὰ ἀ­γα­θὰ τοῦ πα­ρόν­τος κόσ­μου, δο­ξά­ζον­τας καὶ εὐ­χα­ρι­στῶν­τας τὸν Θε­ὸ, καὶ ἄς δε­χώ­μα­στε μὲ ὑ­πο­μο­νὴ καὶ καρ­τε­ρί­α τὶς θλί­ψεις καὶ τὶς δο­κι­μα­σί­ες.

Ἔ­τσι ζῶν­τας καὶ περ­νῶν­τας τὶς ἡ­μέ­ρες τῆς πα­ρού­σης ζω­ῆς ἔ­χον­τας πάν­το­τε μπρο­στά μας τὴν  με­τρι­ό­τη­τα τοῦ κό­σμου, θὰ μπο­ρέ­σου­με νὰ ἀ­πο­φεύ­γου­με τὰ κω­λύ­μα­τα τῆς σάρ­κας καὶ τοῦ κό­σμου, νὰ ἐ­κτε­λοῦ­με τὶς ἐν­το­λὲς τοῦ Θε­οῦ καὶ νὰ γί­νου­με μέ­το­χοι τῶν ἐ­πηγ­γελ­μέ­νων ἐ­κεί­νων ἀ­γα­θῶν μὲ την χά­ρι καὶ φι­λαν­θρω­πί­α τοῦ Κυ­ρί­ου καὶ Θε­οῦ καὶ Σω­τῆ­ρα μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ. Ἀ­μήν.

 

 

 

 

 

 

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης