Τῷ αὐτῷ μηνί ΙΖ΄, μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Ἀντωνίου τοῦ Μεγάλου. Τῇ 17ῃ τοῦ αὐτοῦ μηνός μνήμη τοῦ Ἁγίου ἐνδόξου νεομάρτυρος Γεωργίου τοῦ Ἰωαννίνων. Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ ὁ Ὅσιος καί θεοφόρος Πατήρ ἡμῶν Ἀντώνιος ὁ νέος καί θαυματουργός, ὁ ἐν τῇ Σκήτει τῆς Βερροίας ἀσκήσας, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.

Τῷ αὐτῷ μηνί ΙΖ΄, μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Ἀντωνίου τοῦ Μεγάλου.

 

  Αὐ­τός ὁ Μέ­γας Πα­τήρ ἡ­μῶν Ἀν­τώ­νιος ἦ­ταν ἀ­πό τήν Αἴ­γυ­πτο, δη­λα­δή τό Μι­σή­ρι, δι­δαγ­μέ­νος τήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ ἀ­πό τόν πα­τέ­ρα καί τήν μη­τέ­ρα του. Ἔ­ζη­σε κα­τά τούς χρό­νους τοῦ Δι­ο­κλη­τια­νοῦ καί Μα­ξι­μια­νοῦ, καί ἔ­φθα­σε ἕ­ως τούς χρό­νους τοῦ εὐ­σε­βοῦς βα­σι­λέ­ως Με­γά­λου Κων­σταν­τί­νου, κα­τά τό ἔ­τος 318. Αὐ­τός λοι­πόν ἐ­πει­δή πα­ρέ­δω­σε τόν ἑ­αυ­τό του στήν ἀ­σκη­τι­κή ζω­ή, τό­σο ὑ­πε­ρέ­βα­λε ὅ­λους τούς τό­τε ἀ­σκη­τές καί Ὁ­σί­ους, ὥ­στε ἔ­γι­νε σέ ὅ­λους τούς με­τα­γε­νέ­στε­ρους πα­ρά­δειγ­μα καί τύ­πος τῆς ἀ­σκή­σε­ως. Καί τό πα­ρά­δο­ξο εἶ­ναι, ὅ­τι καί πρῶ­τος αὐ­τός, ἤ μα­ζί μέ πο­λύ λί­γους, ἔ­γι­νε ἀρ­χη­γός τῆς ὑ­πε­ράν­θρω­πης αὐ­τῆς ἀ­σκη­τι­κῆς καί ἀγ­γε­λι­κῆς πο­λι­τεί­ας[43] καί μό­νος σχε­δόν ἔ­φθα­σε στήν κο­ρυ­φή αὐ­τῆς τῆς πο­λι­τεί­ας, ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρει ὁ ἐ­κτε­τα­μέ­νος Βί­ος του. Δι­ό­τι ἐ­μεῖς χρη­σι­μο­ποι­ῶν­τας τήν συν­το­μί­α δέν ἔ­χου­με εὐ­και­ρί­α νά δι­η­γού­μα­στε ἐ­κεῖ­να, πού εἶ­ναι δι­α­δε­δο­μέ­να στούς πολ­λούς γι’ αὐ­τόν τόν Μέ­γα Ἀν­τώ­νιο. Αὐ­τό μό­νο μπο­ροῦ­με νά ποῦ­με, ὅ­τι ὁ αὐ­τός ὁ Μέ­γας Πα­τήρ ἔ­χον­τας ἀ­κό­μη τό θνη­τό σῶ­μα, ἔ­βγαι­νε ἔ­ξω ἀ­πό τό σῶ­μα καί ἔ­βλε­πε τίς ἀ­να­βά­σεις τῶν ψυ­χῶν, ὅ­ταν ἔ­βγαι­ναν ἀ­πό τά σώ­μα­τα τῶν ἀν­θρώ­πων. Καί ὅ­τι ἄλ­λων ἀν­θρώ­πων οἱ ψυ­χές ἀ­νέ­βαι­ναν ὑ­ψη­λό­τε­ρα ἀ­πό τούς δαί­μο­νες, οἱ ὁ­ποῖ­οι ζη­τοῦ­σαν νά τίς συλ­λά­βουν[44], ἄλ­λων πά­λι, ὅ­τι συλ­λαμ­βά­νον­ταν ἀ­πό αὐ­τούς, ἀλ­λοί­μο­νο!, καί τίς κα­τέ­βα­ζαν σέ χά­σμα βα­θύ­τα­το· αὐ­τό τό πρᾶγ­μα ὅ­μως τό νά βλέ­πη τήν ἔ­ξο­δο δη­λα­δή τῶν ψυ­χῶν, εἶ­ναι γνώ­ρι­σμα μό­νης τῆς νο­ε­ρῆς καί ἀ­σώ­μα­της φύ­σε­ως.

Ἀ­φοῦ ἔ­ζη­σε 105 ἔ­τη, πρός τόν Κύ­ριο ἐ­ξε­δή­μη­σε κα­τά τό ἔ­τος 366. Τε­λεῖ­ται ἡ Σύ­να­ξί του καί ἑ­ορ­τή στήν ἁ­γι­ώ­τα­τη Με­γά­λη Ἐκ­κλη­σί­α. (Ὁ ἐ­κτε­νής Βί­ος του συ­νε­γρά­φη καί ἐ­στά­λη πρός τούς Μο­να­χούς πού ἦ­ταν στήν Αἴ­γυ­πτο ἀ­πό τόν Μέ­γα Ἀ­θα­νά­σιο τόν Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας ἑλ­λη­νι­κά, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Ἀ­γα­θήν ἅ­μιλ­λαν ἐ­νε­στή­σα­σθε». Ἀ­πό τό ἑλ­λη­νι­κό με­τα­φρά­σθη­κε στήν ἁ­πλῆ καί βρί­σκε­ται στόν Πα­ρά­δει­σο. Βλέ­πε καί ἐγ­κώ­μιό του στήν Σάλ­πιγ­γα[45]).

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ ὁ Ὅσιος καί θεοφόρος Πατήρ ἡμῶν Ἀντώνιος ὁ νέος καί θαυματουργός, ὁ ἐν τῇ Σκήτει τῆς Βερροίας ἀσκήσας, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.

Ἀντώνιον δέ, τόν νέον ποῦ τακτέον,

Εἰ μή παλαιῷ συνάμα Ἀντωνίῳ;

 

Αὐ­τός ὁ Ὅ­σιος Πα­τήρ ἡ­μῶν Ἀν­τώ­νιος ὁ νέ­ος, κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν Βέρ­ροι­α τῆς Μα­κε­δο­νί­ας. Γεν­νή­θη­κε ἀ­πό γο­νεῖς ἐ­νά­ρε­τους καί εὐ­τυ­χεῖς, ἀ­να­τρά­φη­κε ἐ­λεύ­θε­ρα καί ὡ­δη­γή­θη­κε ἀ­πό αὐ­τούς στήν ἀ­ρε­τή. Πρίν ἀ­κό­μη πε­ρά­ση τήν παι­δι­κή ἡ­λι­κί­α, ἐ­τρώ­θη ὁ ἀ­οί­δι­μος ἀ­πό τόν θεῖ­ο ἔ­ρω­τα. Ἔ­τσι, ἀ­φοῦ ἐγ­κα­τέ­λει­ψε κά­θε τρυ­φή καί μα­ται­ό­τη­τα τῆς ζω­ῆς αὐ­τῆς, πῆ­γε στό Μο­να­στή­ρι πού βρι­σκό­ταν στόν τό­πο, πού ὀ­νο­μά­ζε­ται Πε­ραί­α, κον­τά στό πο­τά­μι, πού ἔ­τρε­χε ἐ­κεῖ. Τό Μο­να­στή­ρι αὐ­τό κα­τά τόν και­ρό ἐ­κεῖ­νο εἶ­χε πλῆ­θος ἀ­πό Μο­να­χούς καί πλῆ­θος ἀ­πό ἐρ­γα­σί­α ἀ­ρε­τῆς. Ἐ­κεῖ λοι­πόν ἀ­φοῦ ἀρ­νή­θη­κε ὅ­λα τά πράγ­μα­τα καί ντύ­θη­κε τό σχῆ­μα τῶν Μο­να­χῶν, ἔ­κα­μνε πρό­θυ­μα κά­θε ὑ­πη­ρε­σί­α, πού ἐ­προ­στά­ζε­το, γε­νό­με­νος σέ ὅ­λους τούς ἀ­δελ­φούς κα­νό­νας καί πα­ρά­δειγ­μα κά­θε ἀ­ρε­τῆς. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ἐ­πε­θύ­μη­σε ὁ Ὅ­σιος νά ἀ­πο­κτή­ση ὑ­ψη­λό­τε­ρη ζω­ή, πα­ρε­κά­λε­σε τόν Ἡ­γού­με­νο καί τόν ἄ­φη­σε νά πά­η στό βου­νό, πού ἦ­ταν ἐ­κεῖ κον­τά καί νά ζή­ση ἥ­συ­χα καί σάν ἀ­να­χω­ρη­τής.

 Ἀ­φοῦ ἐ­ρεύ­νη­σε λοι­πόν ὅ­λον τόν τό­πο τοῦ βου­νοῦ, βρῆ­κε ἕ­να ἄ­βα­το σπή­λαι­ο καί σάν γκρε­μό κον­τά στό χεῖ­λος τοῦ πο­τα­μοῦ καί ἐ­κεῖ κα­τοί­κη­σε ὁ γεν­ναῖ­ος της ἀ­ρε­τῆς ἀ­γω­νι­στής. Κα­νέ­νας ἄν­θρω­πος δέν τόν γνώ­ρι­ζε, πα­ρά μό­νο ἕ­νας Ἱ­ε­ρέ­ας, ὁ ὁ­ποῖ­ος σέ ὡ­ρι­σμέ­νο και­ρό, ἔ­φερ­νε στόν Ὅ­σιο, ἀ­πό ἕ­να ἄ­γνω­στο καί στε­νό δρό­μο, τά ἅ­για Μυ­στή­ρια καί τόν με­τε­λάμ­βα­νε. Ἐ­κεῖ λοι­πόν πέ­ρα­σε ὁ Ἅ­γιος πε­νῆν­τα ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια καί ἄλ­λο τί­πο­τε δέν ἔ­τρω­γε, πα­ρά μό­νο τα χορ­τά­ρια πού φύ­τρω­ναν γύ­ρω ἀ­πό τό σπή­λαι­ο· οὔ­τε ἄλ­λο τί­πο­τε ἔ­πι­νε, πα­ρά μό­νον τό νε­ρό τοῦ πο­τα­μοῦ.

Ὅ­μως δέ­χθη­κε πολ­λούς καί με­γά­λους πει­ρα­σμούς ἀ­πό τούς δαί­μο­νες ὁ μα­κά­ριος, ὅ­πως τούς δι­η­γή­θη­κε αὐ­τούς ὁ ἱ­ε­ρέ­ας, πού τόν με­τα­λάμ­βα­νε. Κά­πο­τε δη­λα­δή οἱ δαί­μο­νες ἐρ­χό­με­νοι πρός τόν Ὅ­σιο ὡς λη­στές, τόν ἔ­δερ­ναν μέ­χρι θα­νά­του. Ἄλ­λο­τε πά­λι τοῦ φαί­νον­ταν σάν φο­βε­ρά καί ἀλ­λό­κο­τα θη­ρί­α. Καί ἄλ­λο­τε, κα­τά φαν­τα­σί­α, φού­σκω­ναν τό νε­ρό τοῦ πο­τα­μοῦ, τό ὁ­ποῖ­ο φαι­νό­ταν, ὅ­τι θά πνί­ξη τό σπή­λαι­ο καί τόν Ἅ­γιο. Μή μπο­ρῶν­τας ὅ­μως οἱ δαί­μο­νες νά με­τα­κι­νή­σουν τόν Ἅ­γιο ἀ­πό τόν τό­πο του, ἔ­φυ­γαν ντρο­πι­α­σμέ­νοι. Ὁ δέ Ὅ­σιος ἀ­φοῦ πέ­ρα­σε ἥ­συ­χα ἐκεῖ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό ἐν­νε­νῆν­τα χρό­νια, τέ­λει­ω­σε τήν ζω­ή του ἐ­κεῖ στό ἴ­διο σπή­λαι­ο, ὅ­που καί ἔ­γι­νε τό ἑ­ξῆς θαυ­μά­σιο:

Με­τά τόν θά­να­το τοῦ Ἁ­γί­ου πῆ­γαν με­ρι­κοί κυ­νη­γοί ἀ­πέ­να­τι ἀ­πό τό σπή­λαι­ο, ὅ­που βρι­σκό­ταν τό λεί­ψα­νό του· οἱ σκύ­λοι ὅ­μως τῶν κυ­νη­γῶν γά­βγι­ζαν προ­κα­λῶν­τας τα­ρα­χή. Οἱ κυ­νη­γοί λοι­πόν ἀ­κού­γον­τας τίς φω­νές τῶν σκύ­λων, τέν­τω­σαν τά μά­τιά τους, καί νά, βλέ­πουν ἑ­νός ἀν­θρώ­που χέ­ρι, τό ὁ­ποῖ­ο ἔ­κα­μνε νό­η­μα καί κα­λοῦ­σε τούς κυ­νη­γούς. Οἱ δέ κυ­νη­γοί, νο­μί­ζον­τας ὅ­τι κά­ποι­ος ἀ­πό τούς συν­τρό­φους τους βρῆ­κε κά­ποι­ο κα­λό κυ­νἠ­γι, πέ­ρα­σαν τόν πο­τα­μό μέ βι­α­σύ­νη καί ἀ­κο­λου­θῶν­τας τήν φω­νή τῶν σκύ­λων, πῆ­γαν στό σπή­λαι­ο, ἀλ­λά ἄν­θρω­πο βέ­βαι­α ζων­τα­νό δέν βρῆ­καν κα­νέ­να. Βλέ­πουν ὅ­μως τό ἅ­γιο λεί­ψα­νο τοῦ Ὁ­σί­ου ἐ­πά­νω στό ἔ­δα­φος νά εἶ­ναι το­πο­θε­τη­μέ­νο μέ τά­ξι. Πα­ρό­μοι­α βλέ­πουν καί ἕ­να καν­τῆ­λι ἀ­ναμ­μέ­νο πά­νω ἀ­πό τό λεί­ψα­νο. Ἀ­πό αὐ­τά λοι­πόν κα­τά­λα­βαν, ὅ­τι ἦ­ταν λεί­ψα­νο ἁ­γί­ου ἀν­θρώ­που· τό προ­σκύ­νη­σαν καί μέ εὐ­λά­βεια κα­τα­φι­λοῦ­σαν τά ἴ­χνη του. Κα­τό­πιν, ἀ­φοῦ ἐ­πέ­στρε­ψαν στήν πό­λι, φα­νέ­ρω­σαν τήν ὑ­πό­θε­σι στόν Ἀρ­χι­ε­ρέ­α.

Ὁ Ἀρ­χι­ε­ρέ­ας παίρ­νον­τας τούς Ἱ­ε­ρεῖς καί τό πλῆ­θος τῶν Χρι­στια­νῶν, πῆ­γε στό σπή­λαι­ο καί ἔ­τσι πῆ­ραν τό ἅ­γιο λεί­ψα­νο μέ λαμ­πά­δες, μέ μύ­ρα καί μέ ὑ­μνῳ­δί­ες καί ᾄ­σμα­τα. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ἀ­κο­λού­θη­σε φι­λο­νει­κί­α με­τα­ξύ τῶν Χρι­στια­νῶν, πού κα­τοι­κοῦ­σαν στήν Πε­ραί­α τοῦ πο­τα­μοῦ καί τῶν Χρι­στια­νῶν, πού κα­τοι­κοῦ­σαν στήν Βέρ­ροι­α, ποι­οί νά πά­ρουν τό ἅ­γιο λεί­ψα­νο, οἱ χω­ρι­κοί ἤ οἱ πο­λί­τες, γι’ αὐ­τό, ἔ­κρι­ναν σω­στό νά ἀ­φή­σουν τήν κρί­σι γιά τό θέ­μα αὐ­τό στόν Ἅ­γιο. Ἔ­βα­λαν λοι­πόν τό λεί­ψα­νο πά­νω σέ ἕ­να ἁ­μά­ξι καί, ἀ­φοῦ ἔ­δε­σαν στό ἁ­μά­ξι δύ­ο βό­δια ἄ­ζευ­κτα, τά ἄ­φη­σαν νά πᾶ­νε, ὅ­που θε­λή­σει ὁ Ἅ­γιος. Τά βό­δια λοι­πόν μέ γρή­γο­ρο δρό­μο, ἀ­φοῦ πέ­ρα­σαν τόν πο­τα­μό, πῆ­γαν κα­τευ­θεί­αν στήν Βέρ­ροι­α, χω­ρίς νά πα­ρα­στρα­τή­σουν κα­θό­λου. Μπαί­νον­τας λοι­πόν στήν πό­λι, πῆ­γαν τό λεί­ψα­νο στό πα­τρι­κό σπί­τι τοῦ Ἁ­γί­ου, ὅ­που προ­η­γου­μέ­νως ἦ­ταν Να­ός τῆς Θε­ο­τό­κου, τώ­ρα ὅ­μως εἶ­ναι Να­ός τοῦ Ἁ­γί­ου. Ἐ­κεῖ λοι­πόν στα­μά­τη­σαν τά βό­δια, σάν νά ἔ­λε­γαν, ὅ­τι ἐ­δῶ θέ­λει ὁ Ἅ­γιος νά το­πο­θε­τη­θῆ τό λεί­ψα­νό του. Ἀ­πό τό­τε λοι­πόν μέ­χρι τώ­ρα, ἐ­κεῖ βρί­σκε­ται τό λεί­ψα­νό του· καί μά­λι­στα ἡ ἁ­γί­α του κά­ρα, ἐ­λευ­θε­ρώ­νει δαι­μο­νι­σμέ­νους καί θαύ­μα­τα δι­ά­φο­ρα ἐ­νερ­γεῖ σέ ὅ­σους προ­σέρ­χον­ται μέ πί­στι. Τό δέ βου­νό ἐ­κεῖ­νο, ὅ­που ἦ­ταν τό σπή­λαι­ο τοῦ Ἁ­γί­ου, ἔ­γι­νε κα­τοι­κη­τή­ριο Μο­να­χῶν καί τό­σα πολ­λά ἀ­σκη­τή­ρια ἐ­κεῖ κτί­σθη­καν, ὥ­στε ὠ­νο­μά­σθη­κε σκή­τη τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀν­τω­νί­ου τοῦ νέ­ου. (Ἡ Ἀ­κο­λου­θί­α τοῦ Ἁ­γί­ου αὐ­τοῦ δύ­ο φο­ρές ἐκ­δό­θη­κε σέ ἰ­δι­αί­τε­ρη φυλ­λά­δα).

 Μνήμη τοῦ εὐσεβοῦς βασιλέως Θεοδοσίου τοῦ Μεγάλου.

 Ἡ βασιλεία ἐμποδών οὐχ ὡράθη,

Σοί ὦ Θεοδόσιε πρός σωτηρίαν.

 

 Ὁ εὐ­σε­βέ­στα­τος καί ἀ­οί­δι­μος αὐ­τός βα­σι­λιάς Θε­ο­δό­σιος ὁ Μέ­γας, γεν­νή­θη­κε στήν Ἱ­σπα­νί­α, ἔν­δο­ξος ὡς πρός τό γέ­νος καί πο­λύ ὀ­νο­μα­στός γιά τήν ἀν­δρεί­α. Ἀ­να­δεί­χθη­κε στρα­τη­γός ἀ­πό τόν βα­σι­λέ­α Γρα­τια­νό, τόν υἱ­ό τοῦ Οὐ­α­λεν­τια­νοῦ, καί κα­τό­πιν προ­ή­χθη ἀ­πό τόν ἴ­διο βα­σι­λιά στό Σύρ­μιο, τήν 16η Ἰ­α­νου­α­ρί­ου κα­τά τό ἔ­τος 379. Ἦ­ταν ἄ­ρι­στος Αὐ­το­κρά­το­ρας, ὅ­πως λέ­ει ὁ Με­λέ­τιος καί πο­λύ δι­έ­φε­ρε στήν κα­λω­σύ­νη ἀ­πό τούς ἄλ­λους βα­σι­λεῖς. Μο­λο­νό­τι ἦ­ταν λί­γο ὀ­ξύ­θυ­μος καί αὐ­τό εἶ­ναι φα­νε­ρό ἀ­πό τούς πολ­λούς καί ἀ­ναί­τιους φό­νους πού ἔ­κα­νε στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη, ἐξ αἰ­τί­ας τοῦ Βε­ρί­χου, ὁ ὁ­ποῖ­ος φο­νεύ­θηκε τό­τε, λί­γο ὅ­μως ἔ­λει­ψε νά κά­νη τά ἴ­δια καί στήν Ἀν­τι­ό­χεια, γιά τήν κα­τα­στρο­φή τῶν ἀν­δριά­ντων τῆς βα­σί­λισ­σας Πλα­κίλ­λας, τῆς συ­ζύ­γου του, ἡ ὁ­ποί­α ἑ­ορ­τά­ζε­ται κα­τά τήν 14η τοῦ Σε­πτεμ­βρί­ου.

Ἀλ­λ’ ὅ­μως ἀ­πό τό πρῶ­το δι­ωρ­θώ­θη­κε, διά μέ­σου τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀμ­βρο­σί­ου Ἐ­πι­σκό­που Με­δι­ο­λά­νων, ὁ ὁ­ποῖ­ος τόν ἐμ­πό­δι­σε ἀ­πό τήν εἴ­σο­δο τοῦ Να­οῦ, καί «ἱ­κα­νο­ποί­η­σιν ἔ­δω­κεν αὐ­τῷ», τήν ὁ­ποί­α ὄ­χι μό­νο δέ­χθη­κε ἀ­ναγ­κα­ζό­με­νος ἀ­πό τήν με­τά­νοι­α, ἀλ­λά καί ἔ­βγα­λε νό­μο, ὥ­στε ἡ κα­τα­δι­κα­στι­κή ἀ­πό­φα­σις σέ θά­να­το νά μήν ἐ­κτε­λῆ­ται ἀ­μέ­σως, ἀλ­λά με­τά ἀ­πό τριά­ντα ἡ­μέ­ρες.

Ἀ­πό τό δεύ­τε­ρο πά­λι τόν ἐμ­πό­δι­σε ὁ Πα­τριά­ρχης Ἀν­τι­ο­χεί­ας Φλα­βια­νός μέ τίς πα­ρα­κλή­σεις του μέ τήν πρε­σβεί­α του, ἀ­φοῦ βο­ή­θη­σαν ση­μαν­τι­κά καί οἱ ἀ­σκη­τές, πού ἦ­ταν γύ­ρω ἀ­πό τήν Ἀν­τι­ό­χεια, ὅ­πως μαρ­τυ­ρεῖ ὁ Χρυ­σό­στο­μος στούς λό­γους τῶν Ἀν­δριά­ντων καί ἐκ­θέ­τει πο­λύ ὡ­ραῖ­α ὁ Νι­κη­φό­ρος Κάλ­λι­στος. Μά­λι­στα τό­ση με­γά­λη με­τά­νοι­α ἔ­δει­ξε ὁ ἀ­εί­μνη­στος, ὥ­στε ἀ­ξι­ώ­θη­κε νά κά­μνη καί θαύ­μα­τα. Ἀ­να­φέ­ρει ὁ Κε­δρη­νός, ὅ­τι ὁ βα­σι­λιάς αὐ­τός θέ­λον­τας νά προ­σκυ­νή­ση τούς Ἁ­γί­ους Τό­πους τῆς Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ, ντύ­θη­κε σχῆ­μα ἰ­δι­ώ­τη καί πῆ­γε στόν Να­ό τῆς Ἁ­γί­ας Ἀ­να­στά­σε­ως καί κτύ­πη­σε τήν πόρ­τα. Ἄ­νοι­ξε ἕ­νας ὑ­πη­ρέ­της καί μπῆ­-

 

κε. Καί, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος! μο­λο­νό­τι τήν ὥ­ρα ἐ­κεί­νη ὅ­λες οἱ καν­δῆ­λες ἦ­ταν σβη­σμέ­νες, ἀ­μέ­σως ἄ­να­ψαν ὅ­λες σάν νά ἦ­ταν πα­νή­γυ­ρις. Ὁ ὑ­πη­ρέ­της ἐ­ξε­πλά­γη ἀ­πό αὐ­τό τό θαυ­μά­σιο καί τό ἀ­νήγ­γει­λε στόν Πα­τριά­ρχη. Ὁ Πα­τριά­ρχης μέ τήν προ­σευ­χή γνώ­ρι­σε ποι­ός ἦ­ταν καί τόν ­μα­κά­ρι­σε.

Εἶ­χε δέ τήν εὐ­τυ­χί­α αὐ­τός ὁ βα­σι­λιάς νά γί­νουν στίς ἡ­μέ­ρες του τά ἑ­ξῆς· Πρῶ­τον, στά χρό­νια του συγ­κρο­τή­θη­κε ἡ ἁ­γί­α καί Δευ­τέ­ρα Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δος, κα­τά τό ἔ­τος 381 καί ­κή­ρυ­ξε Θε­ό τό Πνεῦ­μα τό Ἅ­γιο. Καί στήν συ­νέ­χεια ἑρ­μη­νεύ­θη­κε τε­λεί­ως ἡ πε­ρί τῆς ὁ­μο­ου­σί­ου Τριά­δος θε­ο­λο­γί­α. Δεύ­τε­ρον, στά χρό­νια του ὑ­πῆρ­χαν ἄν­δρες σο­φώ­τα­τοι καί ἁ­γι­ώ­τα­τοι καί στήν Ἀ­να­το­λή καί στήν Δύ­σι. Τρί­τον, φά­νη­κε ἰ­σχυ­ρός κα­θαι­ρέ­της τῶν αἱ­ρε­τι­κῶν καί εἰ­δω­λο­λα­τρῶν. Τέ­ταρ­τον, ἔ­γι­νε καλ­λί­τε­κνος καί πέμ­πτον καί Ἅ­γιος. Αὐ­τός ὁ βα­σι­λιάς ἔ­γρα­ψε τό ἅ­γιο Εὐ­αγ­γέ­λιο μέ τά ἴ­δια του τά χέ­ρια καί κα­θη­με­ρι­νά το με­λε­τοῦ­σε. Ἀ­φοῦ λοι­πόν βα­σί­λευ­σε χρό­νια δε­κα­ε­πτά (ἤ δε­κα­έ­ξι κα­τά ἄλ­λους) καί ἔ­γι­νε ἑ­ξῆν­τα ἐ­τῶν, ἀ­πῆλ­θε πρός Κύ­ριο στά Με­δι­ό­λα­να τήν 17η τοῦ Ἰ­α­νου­α­ρί­ου κα­τά τό ἔ­τος 395 καί ἄ­φη­σε τόν μέν υἱ­ό του Ἀρ­κά­διο, βα­σι­λέ­α τῆς Ἀ­να­το­λῆς, ἐ­νῷ τόν Ὀ­νώ­ριο, βα­σι­λιά τῆς Δύ­σε­ως. Τό δέ λεί­ψα­νό του τό ἔ­φε­ραν στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι καί τό ἐν­τα­φί­α­σαν. Λέ­ει δέ ὁ ἱ­ε­ρός Αὐ­γου­στί­νος, ὅ­τι ὁ βα­σι­λιάς αὐ­τός πο­λύ συ­χνά ἔ­λε­γε, ὅ­τι χαι­ρό­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο πού εἶ­ναι μέ­λος τῆς τοῦ Θε­οῦ Ἐκ­κλη­σί­ας, πα­ρά πού ἦ­ταν ἐ­πί­γει­ος βα­σι­λιάς. (Βλέ­πε γι’ αὐ­τόν στόν β΄ τόμ. τοῦ Με­λε­τί­ου, σελ. 403, καί στήν Δω­δε­κά­βι­βλο τοῦ Δο­σι­θέ­ου, σελ. 246[4]).



[43] Βλέ­πε γι’ αὐ­τό στήν 14η τοῦ πα­ρόν­τος μη­νός στήν ὑ­πο­ση­μεί­ω­σι τοῦ Συ­να­ξα­ρί­ου τῶν Πα­τέ­ρων πού σκο­τώ­θη­καν στό Σι­νᾶ.

[44] Βλέπε γι’ αὐτό στό Συναξάρι τοῦ Ὁσίου Ἀμμοῦν τοῦ Αἰγυπτίου κατά τήν 4η τοῦ Ὀκτωβρίου.

[45] Ση­μει­ώ­νου­με ἐ­δῶ ἕ­να θαυ­μα­στό ἔ­παι­νο γιά τόν Μέ­γα αὐ­τόν Ἀν­τώ­νιο, ὁ ὁ­ποῖ­ος γρά­φε­ται στόν Εὐ­ερ­γε­τι­νό, βι­βλ. δ΄, ὑ­πό­θε­σις δ΄. Δη­λα­δή, ὅ­τι ἕ­νας γέ­ρον­τας δι­α­κρι­τι­κός πα­ρα­κά­λε­σε τόν Θε­ό, γιά νά ἰ­δῆ τούς Ὁ­σί­ους Πα­τέ­ρες πού ἔ­χουν κοι­μη­θῆ. Καί τούς εἶ­δε, ἐ­κτός μό­νο ἀ­πό τόν Ἀβ­βᾶ Ἀν­τώ­νιο. Τό­τε εἶ­πε στόν Ἄγ­γε­λο, πού τοῦ ἔ­δει­χνε τούς Πα­τέ­ρες. Ποῦ εἶ­ναι ὁ Ἀβ­βᾶς Ἀν­τώ­νιος; Καί ὁ Ἄγ­γε­λος τοῦ εἶ­πε, ὅ­τι ὁ Ἀν­τώ­νιος βρί­σκε­ται στόν τό­πο ἐ­κεῖ­νον, ὅ­που εἶ­ναι ὁ Θε­ός. Καί για­τί ὁ Ἀν­τώ­νιος ἀ­ξι­ώ­θη­κε τό­ση με­γα­λύ­τε­ρη δό­ξα ἀ­πό τούς ἄλ­λους Πα­τέ­ρες; Ἐ­πει­δή καί ἀ­γά­πη­σε τόν Θε­ό πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό ἐ­κεί­νους. Συ­νάν­τη­σε ὁ Ὅ­σιος Ἀμ­μοῦν ὁ Νη­τρι­ώ­της αὐ­τόν τόν Ἀβ­βᾶ Ἀν­τώ­νιο καί τοῦ εἶ­πε· «Ἐ­γώ πε­ρισ­σό­τε­ρο κό­πο κά­νω στήν ἄ­σκη­σι ἀ­πό ἐ­σέ­να καί πῶς τό δι­κό σου ὄ­νο­μα με­γα­λύν­θη­κε στούς ἀν­θρώ­πους πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό τό δι­κό μου;­». Ἀ­πο­κρί­θη­κε ὁ Ἀν­τώ­νιος· «Ἐ­πει­δή ἐ­γώ ἀ­γά­πη­σα τόν Θε­ό πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό σέ­να». Γι’ αὐ­τό καί συ­νή­θι­ζε ὁ ἀ­οί­δι­μος νά λέ­γη. «Ἐ­γώ δέν φο­βοῦ­μαι πλέ­ον τόν Θε­ό, ἀλ­λά τόν ἀ­γα­πῶ. Δι­ό­τι «Ἡ τε­λεί­α ἀ­γά­πη ἔ­ξω βάλ­λει τόν φό­βον». Ἀλ­λά καί ὁ Ἀβ­βᾶς Σι­σώ­ης, πού κα­τοι­κοῦ­σε στό ὄ­ρος τοῦ Με­γά­λου Ἀν­τω­νί­ου, ἀ­πάν­τη­σε πρός τόν ἀ­δελ­φό, πού τοῦ εἶ­πε· «Δέν ἔ­φθα­σες, πά­τερ, στά μέ­τρα τοῦ Ἀν­τω­νί­ου;­». Σ’ αὐ­τά, λέ­ω, ἀ­πο­κρί­θη­κε ὁ Σι­σώ­ης· «Ἄν εἶ­χα ἕ­ναν ἀ­πό τούς λο­γι­σμούς τοῦ Ἀν­τω­νί­ου, θά μπο­ροῦ­σα νά γί­νω ὅ­λος σάν φω­τιά» (σελ. 283 τοῦ Εὐ­ερ­γε­τι­νοῦ). Τό­σο πο­λύ ἀ­νώ­τε­ρος ἔ­γι­νε ἀ­πό τούς ἄλ­λους ἀ­σκη­τές ὁ Ἀν­τώ­νιος.

Καί τό ἑ­ξῆς ἀ­να­φέ­ρου­με, ὅ­τι οἱ πα­λαι­οί Ὅ­σιοι Πα­τέ­ρες, πού βρί­σκον­ται στά Μο­να­στή­ρια, μό­λις τε­λεί­ω­ναν τήν ἑ­ορ­τή τοῦ Με­γά­λου Ἀν­τω­νί­ου, ἀ­να­χω­ροῦ­σαν ἀ­πό τά Μο­να­στή­ριά τους καί πή­γαι­ναν στίς ἐ­ρή­μους καί στά ὄ­ρη καί στά σπή­λαι­α καί ἐ­κεῖ πα­ρέ­με­ναν μέ­χρι τήν ἑ­βδο­μά­δα τῶν Βα­ΐ­ων, κα­τά μί­μη­σι τοῦ Με­γά­λου Ἀν­τω­νί­ου, μᾶλ­λον δέ, κα­τά μί­μη­σι τοῦ Κυ­ρί­ου, ὁ ὁ­ποῖ­ος με­τά τό Βά­πτι­σμα, πού ἔ­γι­νε κα­τά τόν Ἰ­α­νουά­ριο, πῆ­γε στήν ἔ­ρη­μο καί ἐ­κεῖ νή­στευ­σε σα­ράν­τα ἡ­μέ­ρες. Κα­τά τήν ἑ­βδο­μά­δα τῶν Βα­ΐ­ων συγ­κεν­τρώ­νον­ταν πά­λι στά Μο­να­στή­ριά τους. Καί τήν Κυ­ρια­κή τῶν Βα­ΐ­ων ἔ­πρε­πε νά βρε­θοῦν ὅ­λοι συγ­κεν­τρω­μέ­νοι. Γι’ αὐ­τό καί στά τρο­πά­ρια τῆς ἑ­βδο­μά­δας αὐ­τῆς τῶν Βα­ΐ­ων, πο­λύ συ­χνά ἀ­να­φέ­ρον­ται τά ἑ­ξῆς λό­για, πού προ­σκα­λοῦν τούς Ὁ­σί­ους· «Οἱ ἐν τοῖς ἐ­ρή­μοις καί ὄ­ρε­σι καί σπη­λαί­οις, ἤ­κα­τε ἀ­θροί­σθη­τε σύν ἡ­μῖν βα­ϊ­ο­φό­ροι, ὑ­παν­τῆ­σαι τῷ Βα­σι­λεῖ καί Δε­σπό­τῃ» (τήν Πα­ρα­σκευ­ή). Πα­ρό­μοι­α καί τό πρῶ­το τρο­πά­ριο τῆς Κυ­ρια­κῆς τῶν Βα­ΐ­ων αὐ­τήν τήν Σύ­να­ξι τῶν Πα­τέ­ρων ἀ­να­φέ­ρει λέ­γον­τας· «Σή­με­ρον ἡ χά­ρις τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος ἡ­μᾶς συ­νή­γα­γε. Καί πάν­τες αἴ­ρον­τες τόν σταυ­ρόν σου λέ­γο­μεν». Δι­ό­τι οἱ τρι­σόλ­βιοι αὐ­τοί Πα­τέ­ρες σή­κω­ναν τόν σταυ­ρό τοῦ Κυ­ρί­ου στούς ὤ­μους τους μέ τούς ἀ­σκη­τι­κούς ἀ­γῶ­νες καί μέ τίς θλί­ψεις τῆς μο­να­δι­κῆς πο­λι­τεί­ας. Μό­νος ὁ Ἅ­γιος Σάβ­βας πα­ρέ­με­νε μέ­χρις ὅ­του τε­λεί­ω­νε τήν ἑ­ορ­τή τοῦ γέ­ρον­τός του Ἁ­γί­ου Εὐ­θυ­μί­ου καί τό­τε πή­γαι­νε στήν ἔρημο.

[4] Πε­ριτ­τά γρά­φε­ται στόν τυ­πω­μέ­νο Συ­να­ξα­ρι­στή κα­τά τήν ἡ­μέ­ρα αὐ­τή τό Συ­να­ξά­ρι τοῦ Ὁ­σί­ου Ἰ­ου­λια­νοῦ. Δι­ό­τι αὐ­τό γρά­φθη­κε νω­ρί­τε­ρα κα­τά τήν 18η  τοῦ Ὀ­κτω­βρί­ου μη­νός, κα­τά τήν ὁ­ποί­α καί ἑ­ορ­τά­ζε­ται. Πα­ρό­μοι­α πε­ριτ­τά γρά­φε­ται ἐ­δῶ ἡ μνή­μη καί τό Συ­να­ξά­ρι τοῦ Ὁ­σί­ου Πα­τρός ἡ­μῶν Θε­ο­δό­του Ἐ­πι­σκό­που Κυ­ρη­νεί­ας τῆς Κύ­πρου. Δι­ό­τι αὐ­τά γρά­φθη­καν νω­ρί­τε­ρα κα­τά τήν 2α τοῦ Μαρ­τί­ου, ὁ­πό­τε καί «ἐ­τε­λεύ­τη­σεν».

 

Τῇ 17 τοῦ αὐ­τοῦ μη­νός μνή­μη τοῦ Ἁ­γί­ου ἐν­δό­ξου νε­ο­μάρ­τυ­ρος Γε­ωρ­γί­ου τοῦ Ἰ­ω­αν­νί­νων.

Ἀ­πό τό χω­ρι­ό Τζούρ­χλη, ἐ­παρ­χί­ας Γρε­βε­νῶν τῶν Ἰ­ω­αν­νί­νων.

Αὐ­τός ὁ εὐ­λο­γη­μέ­νος νέ­ος ἀ­θλη­τής καί Μάρ­τυς τοῦ Χρι­στοῦ Γε­ώρ­γι­ος, τό καύ­χη­μα τῶν Ἰ­ω­αν­νί­νων καί πο­τα­μός τῶν θαυ­μά­των, ἡ πτῶ­σις τῶν ἀ­πί­στων καί ἀ­νά­στα­σις τῶν πι­στῶν, ἦ­ταν ἀ­πό τήν ἐ­παρ­χί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Γρε­βε­νῶν ἀ­πό ἕ­να χω­ρι­ό, πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν Τζούρ­χλη. Οἱ γο­νεῖς του ἦ­ταν πάμ­πτω­χοι, ὠ­νο­μά­ζον­ταν Κων­σταν­τῖ­νος καί Βα­σί­λω καί ἦ­ταν γε­ωρ­γοί. Ὅ­ταν ὁ Ἅ­γι­ος ἦ­ταν σέ ἡ­λι­κί­α ὀ­κτώ χρο­νῶν, ἔ­μει­νε ὀρ­φα­νός ἀ­πό γο­νεῖς, γι’ αὐ­τό ἔ­μει­νε ὑ­πό τήν προ­στα­σί­α τοῦ ἀ­δελ­φοῦ του καί τῆς ἀ­δελ­φῆς του. Λοι­πόν κα­θώς ἀ­κο­λού­θη­σαν πολ­λές ἀ­να­τα­ρα­χές καί ἔ­τρε­χαν πολ­λοί Ἀλ­βα­νοί καί ἄλ­λα στρα­τεύ­μα­τα πά­νω-κά­τω, προ­σκολ­λή­θη­κε  καί αὐ­τός ὁ εὐ­λο­γη­μέ­νος σέ με­ρι­κούς Ἀ­γά­δες ὑ­πο­μί­σθι­ος. Ἔ­πει­τα ἀ­πό λί­γο, ἀ­φοῦ πέ­ρα­σε λί­γος και­ρός, προ­σκολ­λή­θη­κε καί στόν Χατ­ζή Ἀ­βδου­λᾶν, ἕ­ναν ἀ­πό τούς ἀ­ξι­ω­μα­τι­κούς τοῦ Ἰ­μίν πασ­σᾶ, στόν ὁ­ποῖ­ο ἔ­κα­με πε­ρί­που γι­ά ὀ­κτώ χρό­νι­α τόν ἱπ­πο­κό­μο. Ἐ­φό­σον λοι­πόν ἦ­ταν καί μέ αὐ­τόν πρω­τύ­τε­ρα, κα­θώς συ­νη­θί­ζουν οἱ Ἀ­γα­ρη­νοί, καί γι­ά πολ­λές αἰ­τί­ες, δέν τόν φώ­να­ζαν μέ τό ὄ­νο­μά του ἀλ­λά τόν φώ­να­ζαν (ἐ Γκι­α­ούρ Χα­σάν), αὐ­τός ὅ­μως ἦ­ταν Χρι­στι­α­νός. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ὅ­μως δέν τόν θε­ω­ροῦ­σαν Χρι­στι­α­νό, ἀλ­λά Τοῦρ­κο. Λοι­πόν τί ἀ­κο­λού­θη­σε;

Ὁ Ἰ­μίν πασ­σᾶς ἦλ­θε γι­ά δεύ­τε­ρη φο­ρά ὡς ἡ­γε­μών στά Ἰ­ω­άν­νι­να, τό ἔ­τος 1836, ἔ­χον­τας μα­ζί του καί τόν Χατ­ζῆ Ἀ­βδου­λᾶν μα­ζί μέ τόν εὐ­λο­γη­μέ­νο Γε­ώρ­γι­ο. Λοιπόν κα­θώς ἦλ­θε, ἔ­πει­τα ἀ­πό πα­ρα­κί­νη­σι με­ρι­κῶν φί­λων του, ἀρ­ρα­βω­νι­ά­σθη­κε μέ μί­α νέ­α, Ἑ­λέ­νη στ’ ὄ­νο­μα, ὀρ­φα­νή ὅ­μως ἀ­πό γο­νεῖς, τήν ὁ­ποί­α ἐ­πι­σκέ­φθη­κε μί­α θεί­α της, πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν Θε­ο­φα­νώ καί εἶ­χε καί δύ­ο ἀ­δελ­φούς, πού ὠ­νο­μά­ζον­ταν Ἀ­λέ­ξι­ος καί Κων­σταν­τῖ­νος. Λοι­πόν αὐ­τή ἡ κό­ρη, ὅ­σο στά σω­μα­τι­κά ἦ­ταν πάμ­πτω­χη, τό­σο στά ψυ­χι­κά ἦ­ταν πλου­σι­ω­τά­τη, φρο­νι­μω­τά­τη καί θε­ό­φο­βη, κα­θώς μαρ­τυ­ροῦν πολ­λοί καί ἐ­γώ ὁ ἴ­δι­ος τήν εἶ­δα πολ­λές φο­ρές (ὡς πε­ρί­ερ­γος σ’ αὐ­τά). Ὁ­πό­τε αὐ­τή τήν ­ἡμέρα, πού τήν ἀρ­ρα­βω­νί­α­σε ἡ θεί­α της μέ τόν εὐ­λο­γη­μέ­νο Γε­ώρ­γι­ο, τί συ­νέ­βη; Κά­ποι­ος Τοῦρ­κος Ἰ­ω­αν­νί­της Χότ­ζ­ας, γνω­ρί­ζον­τας τόν Ἅ­γι­ο καί πρω­τύ­τε­ρα καί μᾶλ­λον γι­ά τήν ὀ­νο­μα­σί­α, πού τόν φώ­να­ζαν (Γκι­α­ούρ Χα­σάν) καί δι­ό­τι ἦ­ταν φυ­σι­κά θρῆ­σκος, συ­κο­φαν­τοῦ­σε τόν εὐ­λο­γη­μέ­νο. «Μπρέ τοῦ λέ­γει, ἐ­σύ εἶ­σαι Τοῦρ­κος, θέ­λεις νά πά­ρης Χρι­στι­α­νή γυ­ναῖ­κα;». Ὁ δέ Ἅ­γι­ος λέ­γει σ’ αὐ­τόν· «Ἐ­γώ ὡς Χρι­στι­α­νός πού εἶ­μαι, ζη­τῶ νά πά­ρω Χρι­στι­α­νή γυ­ναῖ­κα».

Ἐ­κεῖ­νος ὅ­μως ὁ τρι­σκα­τά­ρα­τος, τρέ­χει μό­νος του στόν Μεχ­κε­μέ καί συ­κο­φαν­τεῖ τόν εὐ­λο­γη­μέ­νο, λέ­γον­τας, ὅ­τι κά­ποι­ος Τοῦρ­κος ζη­τεῖ νά πά­ρη γι­ά γυναῖκα μί­α Χρι­στι­α­νή, ἐ­νῷ τόν γνω­ρί­ζω γι­ά Τοῦρ­κο». Λοι­πόν πα­ρου­σι­ά­ζει τόν εὐ­λο­γη­μέ­νο Γε­ώρ­γι­ο, ἐ­κεῖ ἐ­ρω­τᾶ­ται καί ἀ­πο­κρί­νε­ται μέ θάρ­ρος πρός τόν κα­τῆ. Ὁ κα­τής τόν φο­βε­ρί­ζει λέ­γον­τάς του∙ «Μπρέ ἐ­δῶ μαρ­τυ­ρεῖ, ὅ­τι εἶ­σαι Τοῦρ­κος». «Ὄ­χι», λέ­ει ὁ Ἅ­γι­ος, «Χρι­στι­α­νός ἤ­μουν καί εἶ­μαι». Λέ­γον­τας τόν λό­γο συγ­χρό­νως ἔ­κα­νε καί τό ση­μεῖ­ο τοῦ Σταυ­ροῦ. Ἔ­τυ­χε ὅ­μως μα­ζί καί ἕ­νας φί­λος εἰ­λι­κρι­νής τοῦ Ἁ­γί­ου, ὁ ὁ­ποῖ­ος ­γνώ­ρι­ζε τήν τουρ­κι­κή δι­ά­λε­κτο καί ἔ­χον­τας ταυ­τό­χρο­να καί μί­α ὑ­περ­φυ­σι­κή τόλ­μη, ἀν­τέ­κρου­ε πάν­το­τε τούς λό­γους τοῦ κα­τῆ, ἐ­πει­δή ὁ Ἅ­γι­ος ἦ­ταν φυ­σι­κά ὀ­λι­γό­λο­γος.

Ὁ κα­τής βλέ­ποντας κά­τι τέ­τοι­ο, ἀ­πε­φά­σι­σε καί τόν ἔ­στει­λε στόν βε­ζύ­ρη. Ἐ­ρω­τᾶ τόν Ἅ­γι­ο καί ἀ­πο­κρί­νε­ται τά ἴ­δι­α, ὅ­πως καί πρός τόν κα­τῆ. Μά­λι­στα ἔ­μα­θε, ὅ­τι ἦ­ταν ἄν­θρω­πος τοῦ Χατ­ζῆ Ἀ­βδου­λᾶ, ἔ­στει­λε καί τόν φώ­να­ξε, τόν ὁ­ποῖ­ο καί ἐ­ρω­τᾶ ἄν εἶ­ναι Χρι­στι­α­νός, ὁ δέ ἀ­φέν­της του, εἶ­πε· «Τόν γνω­ρί­ζω ἐξ ἀρ­χῆς, ὅ­τι εἶ­ναι Χρι­στι­α­νός καί ἔτ­σι ἐ­λευ­θε­ρώ­νε­ται ἀ­πό τήν συ­κο­φαν­τί­α καί μέ δι­α­τα­γή τοῦ ἡ­γε­μό­να γρά­φε­ται στόν κώ­δι­κα τοῦ κα­τῆ, ὅ­τι εἶ­ναι Χρι­στι­α­νός».

Αὐ­τή τήν ἑ­βδο­μά­δα λοι­πόν τήν ἐρ­χο­μέ­νη Κυ­ρι­α­κή ξη­με­ρώ­νον­τας τοῦ Ἁ­γί­ου Δη­μη­τρί­ου, στε­φα­νώ­θη­κε μέ τήν ἀ­να­φερ­θεῖ­σα Ἑ­λέ­νη καί σ’­ αὐ­τό τό δι­ά­στη­μα τοῦ και­ροῦ ἔ­φυ­γε ὁ Ἰ­μίν πασ­σᾶς καί ὁ ἀ­φέν­της του μα­ζί καί ὁ Ἅ­γι­ος καί πῆ­γαν στήν Προῦσ­σα, ἔ­πει­τα τόν ἄ­φη­σε καί ἦλ­θε στά Ἰ­ω­άν­νι­να, τό φθι­νό­πω­ρο κά­θη­σε με­ρι­κές ἡ­μέ­ρες καί ἔ­πει­τα προ­σε­λή­φθη ἱπ­πο­κό­μος μέ τόν Μου­τε­σε­λή­μη Φι­λι­ά­δων σταλ­μέ­νος ἀ­πό τόν νέ­ο ἡ­γε­μό­να Μου­στα­φᾶ πασ­σᾶ. Κά­νον­τας λοι­πόν τρεῖς μῆ­νες στίς Φι­λι­ά­δες, ἦλ­θε μα­ζί μέ τόν Μου­τε­σε­λί­μη, τόν ἀ­φέν­τη του, στά τέ­λη τοῦ μη­νός Δε­κεμ­βρί­ου, ἡ­μέ­ρα Τε­τάρ­τη, καί κα­θώς ἡ σύ­ζυ­γός του ἦ­ταν ἔγ­κυ­ος, γέν­νη­σε υἱ­ό ξη­με­ρώ­νον­τας τήν Πέμ­πτη. Λοι­πόν φεύ­γον­τας ὁ ἀ­φέν­της του, ζή­τη­σε νά πά­ρη καί τόν Ἅ­γι­ο μα­ζί του. Ὁ δέ Ἅ­γι­ος, τοῦ εἶ­πε, ἐ­γώ, πρός τό πα­ρόν δέν ἔρ­χο­μαι καί ἔτ­σι ἔ­μει­νε. Κα­τά τίς ἑ­πτά τοῦ μη­νός Ἰ­α­νου­α­ρί­ου βά­πτι­σε τόν υἱ­ό του καί ἐ­χά­ρη ὁ εὐ­λο­γη­μέ­νος, δι­ό­τι ἀ­ξι­ώ­θη­κε νά γί­νη πα­τέ­ρας, (φαί­νε­ται, ὅ­τι κα­τά τήν δι­άρ­κει­α αὐ­τῶν τῶν ἡ­με­ρῶν τοῦ ἔ­πλε­κε ὁ Οὐ­ρά­νι­ος πα­τήρ τόν ἀ­μά­ραν­το στέ­φα­νο τῆς δό­ξης τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου, δι­ό­τι περ­νῶντας αὐ­τές οἱ ἡ­μέ­ρες, τήν Τρί­τη πρω­ί πα­ρα­δό­θη­κε σέ ἕ­ναν ὕ­πνον τό­σο βα­θύ, ὥ­στε δέν ξύ­πνη­σε ὅ­λη τήν ἡ­μέ­ρα καί πολ­λές φο­ρές τόν ξυ­πνοῦ­σαν καί δέν κα­τα­λά­βαι­νε κα­θό­λου), τέ­λος πρός τό βρά­δυ ση­κώ­θη­κε καί ἄρ­χι­σε νά τρώ­η, κα­θώς λοι­πόν κα­τά τήν συ­νή­θει­α, ὅ­ταν τρῶ­με λέ­με· «Εἰς τό ὄ­νο­μα τοῦ Χρι­στοῦ» αὐ­τός ὅ­μως εἶ­πε. «Δό­ξα σοι ὁ Θε­ός». Τόν ρω­τᾶ λοι­πόν ἕ­νας ἀ­πό τούς συγ­γε­νεῖς του. Γι­α­τί εἶ­πες ἔτ­σι; Αὐ­τός τοῦ λέ­γει. «Ὦ, κα­η­μέ­νε δέν λέ­τε πά­λι κα­λά πού ξέ­ρω καί τό­σο. Ξη­με­ρώ­νον­τας λοι­πόν ἡ Τε­τάρ­τη ζη­τεῖ τά ἐν­δύ­μα­τά του τά κα­λά. Τά ἔ­δω­σαν καί ντύ­θη­κε καί φο­ρῶντας τα κί­νη­σε νά φύ­γη μέ τήν πρό­φα­σι νά βρῆ καμ­μί­α τύ­χη. Πη­γαί­νον­τας λοι­πόν ἕ­ως τήν πόρ­τα, ξα­να­γυ­ρί­ζει καί βλέ­πει μέ ἔκ­στα­σι με­γά­λη τόν υἱ­ό του καί τήν σύ­ζυ­γο καί τούς ἄλ­λους. Αὐ­τοί βλέ­πον­τας ἕ­να τέ­τοι­ο πρᾶγ­μα ἀ­πο­ροῦν λοι­πόν καί λέ­νε, γι­α­τί μᾶς βλέ­πεις ἔτ­σι; Καί αὐ­τός τούς λέ­ει, τί σᾶς πει­ρά­ζει (καί αὐ­τό τό ἔ­κα­νε δύ­ο φο­ρές). Ἔ­πει­τα κί­νη­σε καί πῆ­γε κα­τευ­θεί­αν πρός τήν ἀ­γο­ρά καί περ­νῶντας ἀ­πό τήν ἀ­γο­ρά τοῦ πλα­τά­νου πα­ρα­κά­τω, ἰ­δού ἐ­κεῖ­νος ὁ τρι­σκα­τά­ρα­τος χότ­ζας, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­τυ­χε νά εἶ­ναι μέ τόν κα­τῆ Μπου­λού­κμπα­ση αὐ­τή τήν ἐ­πο­χή, καί ἀ­μέ­σως τόν πι­ά­νει, κα­θώς καί πρίν ἀ­πό τό­σα χρό­νι­α πρω­τύ­τε­ρα καί τοῦ λέ­ει· «Ἕ­ως πό­τε θά γε­λᾶς μέ τήν πί­στι; Ἤ Τοῦρ­κος; Ἤ Χρι­στι­α­νός». Αὐ­τός ὅ­μως δει­λί­α­σε ὡς ἄν­θρω­πος καί, κα­τά κά­ποι­ον τρό­πο, πα­ρα­κα­λοῦ­σε ἐ­κεῖ­νον νά τόν ἀ­φή­ση καί κα­τά τύ­χη ἔ­τυ­χε νά περ­νᾶ καί ὁ ἀ­δελ­φός τῆς γυ­ναί­κας του Ἀ­λέ­ξι­ος, ὁ ὁ­ποῖ­ος πο­λε­μοῦ­σε νά τόν ἀ­πο­σπά­ση ἀ­πό τά χέ­ρι­α τοῦ προ­δό­τη. Ἐν τῷ με­τα­ξύ ὅ­μως βλέ­πον­τας τόν θό­ρυ­βο ἦλ­θαν καί ἄλ­λοι πολ­λοί Ἀ­γα­ρη­νοί. Δέν πα­ρέ­λει­ψαν ἀ­πό τό νά συγ­κεν­τρω­θῆ καί πλῆ­θος Χρι­στι­α­νῶν, πού ἔ­βλε­παν καί μά­λι­στα δύ­ο ἀ­πό τούς προ­ε­στούς τῆς κω­μο­πό­λε­ως Κο­νίτ­ζης, ὁ Γε­ώρ­γι­ος Δι­α­μάν­της καί ὁ Ἀ­δά­μος ἐκ Σπά­δων, ἄν­θρω­ποι κα­λώ­τα­τοι, ἀ­πό τούς ὁ­ποί­ους καί πλη­ρο­φο­ρή­θη­κα ἐ­γώ τά σχε­τι­κά μέ αὐ­τή τήν ἐ­πο­χή συμ­βάν­τα. Ἀ­πέ­ναν­τι λοι­πόν ἀ­πό ἐ­κεῖ, πού γι­νό­ταν αὐ­τή ἡ συ­ζή­τη­σι, ἦ­ταν ἡ κα­τοι­κί­α τοῦ Ντα­ούτ πα­σᾶ τῶν τα­κτι­κῶν, ὁ ὁ­ποῖ­ος βλέ­πον­τας αὐ­τή τήν ἀ­να­στά­τω­σι, ἀ­πέ­στει­λε ἀν­θρώ­πους του καί τούς ἀνέ­βα­σε μπρο­στά του, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­ρω­τᾶ, καί ἀ­κού­ει ἀ­πό τούς συ­κο­φάν­τες νά λέ­νε, ὅ­τι αὐ­τός ὁ ἄν­θρω­πος ἦ­ταν Τοῦρ­κος καί τόν ξέ­ρου­με ὅ­λοι μας, τώ­ρα ὅ­μως γύ­ρι­σε καί ἔ­γι­νε Χρι­στι­α­νός, ἐ­πει­δή βα­στᾶ στό φέ­σι τό ση­μεῖ­ο, τό ὁ­ποῖ­ο βα­στοῦν οἱ Χρι­στι­α­νοί.

Ἐ­ρω­τᾶ­ται ὁ Ἅ­γι­ος καί ἀ­πο­κρί­νε­ται μέ θάρ­ρος λέ­γον­τας· «Χρι­στι­α­νός γεν­νή­θη­κα, Χρι­στι­α­νός εἶ­μαι καί Χρι­στι­α­νός θά πε­θά­νω». Ὁ ἀρ­χι­στρά­τη­γος τοῦ τα­κτι­κοῦ, σκε­πτό­ταν πά­νω σ’ αὐ­τό. Ὁ Κα­πῆ Μπου­λού­κμπα­σης πού ἦ­ταν πα­ρών, ὅ­πως προ­εῖ­πα, πα­ρα­δί­νει στά χέ­ρι­α του τόν Ἅ­γι­ο, μα­ζί μέ ἕ­ναν ἄν­θρω­πό του, καί παίρ­νον­τάς τον τόν πῆ­γε στόν μι­α­ρό Μεκ­χε­μέν. Ὁ δέ κα­τῆς γνω­ρί­ζον­τάς τον ἀ­πό τήν πρώ­τη συ­κο­φαν­τί­α, τοῦ ἀ­πο­κρί­νε­ται στά τουρ­κι­κά· «Χρι­στι­α­νός εἶ­σαι ἐ­σύ;». Καί ὁ Ἅ­γι­ος ἀ­παν­τᾶ, «ναί». Τοῦ λέ­ει πά­λι ὁ κα­τῆς· «Κά­πο­τε ἤ­σουν Χρι­στι­α­νός, μά τώ­ρα εἶ­σαι Τοῦρ­κος». «Ὄ­χι, ὄ­χι», λέ­ει ὁ Ἅ­γι­ος. «Χρι­στι­α­νός εἶ­μαι κα­θώς καί ἐ­σύ ὁ ἴ­δι­ος τό μαρ­τυ­ρεῖς καί μέ ἔ­χεις ἀ­πό πέ­ρυ­σι πε­ρα­σμέ­νο στό παι­δί σου». Τοῦ λέ­ει ὁ κα­τής· «Τό­τε ἦ­ταν ἕ­νας μάρ­τυς, μά τώ­ρα μαρ­τυ­ροῦν πολ­λοί, ὅ­τι εἶ­σαι Τοῦρ­κος καί σύμ­φω­να μέ τήν μαρ­τυ­ρί­α αὐ­τῶν, πρέ­πει δύ­ο πράγ­μα­τα νά κά­νης· ἤ νά γί­νης Τοῦρ­κος ἤ νά σκο­τω­θῆς». Ὁ Ἅ­γι­ος τοῦ εἶ­πε· «Ὅ,τι θέ­λεις, κά­νε». Σ’ αὐ­τή τήν πε­ρί­στα­σι ἔ­τυ­χε νά εἶ­ναι ἕ­νας κα­κός γέ­ρος, πού εἶ­χε ἀρ­νη­θῆ τόν Χρι­στό, ἑ­βδο­μήν­τα ἐ­τῶν στήν ἡ­λι­κί­α, ὁ ὁ­ποῖ­ος σέ τέ­τοι­α κα­τά­στα­σι εἶ­χε τουρ­κέ­ψει ἀ­πό κω­φό­τη­τα τῆς γνώ­μης του. Αὐ­τός ὁ μι­α­ρός, κα­θώς ἔ­τυ­χε ἐ­κεῖ καί βλέ­πον­τας τόν Ἅ­γι­ο, ἄρ­χι­σε νά τοῦ λέ­η· «Μπρέ ἐ­γώ εἶ­χα ἑ­βδο­μήν­τα χρό­νι­α σ’ αὐ­τή τήν πί­στι καί τήν ἄ­φη­σα καί ἔ­γι­να μουσουλμᾶνος». Καί ὁ Ἅ­γι­ος, βλέ­πον­τας αὐ­τόν τόν νέ­ο ἑ­ω­σφό­ρο καί χω­ρίς νά φο­βη­θῆ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν σάν πρό­βα­το ἀ­νά­με­σα σέ λύ­κους, ἀλ­λά γε­μᾶ­τος ἀ­πό θεῖ­ο ζῆ­λο καί παίρ­νον­τας δύ­να­μι κα­τά κά­ποι­ο τρό­πο ἀ­πό τήν θεί­α πρό­νοι­α, λέ­ει πρός τόν κα­κόγε­ρο· «Ὤ μι­α­ρέ, ἀ­φή­νω αὐ­τούς τούς ἀ­ναί­σχυν­τους καί λέ­ω σ’ ἐ­σέ­να, ὅ­τι γι­ά τήν πί­στι μου γνω­ρί­ζω, ὅ­τι εἶ­ναι ἡ πι­ό λαμ­πρή ἀ­πό τόν ἥ­λι­ο, τοῦ­το δέ λέ­ω μό­νο, τρι­σά­θλι­ε· “μέ ποι­ά συ­νεί­δη­σι χω­ρί­σθη­κες ἀ­πό τήν οἰ­κο­γέ­νει­ά σου, πού ἐ­σύ ἔ­χεις τρεῖς υἱ­ούς καί τόν με­γα­λύ­τε­ρο παπ­πᾶ· λοι­πόν δέν σέ πό­νε­σε ἡ ψυ­χή νά τούς ἀ­πο­χω­ρι­σθῆς, βρω­μι­σμέ­νε κα­κό­γε­ρε;”».

Ὤ, τί γεν­ναι­ό­της ἀ­θλη­τι­κή! Ὤ τί ἀν­δρεί­α μαρ­τυ­ρι­κή! Ὤ τί βι­α­σύ­νη καί προ­θυ­μί­α, οὐ­ρα­νί­ων ἐ­παί­νων ἀ­ξί­α! (Κα­τά σύμ­πτω­σι ἔ­τυ­χε νά εἶ­ναι γραμ­μα­τέ­ας τοῦ κα­τῆ κά­ποι­ος Γε­ώρ­γι­ος, ἀ­νε­ψι­ός τοῦ Οἰ­κο­νό­μου ἀ­πό τά Δο­λι­α­νά, ὁ ὁ­ποῖ­ος μᾶς τό δι­η­γή­θη­κε). Γι­’­ αὐ­τό πα­ρα­τη­ροῦν, ἄν εἶ­ναι σου­νι­τευ­μέ­νος καί δέν εἶ­δαν τί­πο­τε.  Ὁ­δη­γεῖ­ται λοι­πόν τό πρό­βα­το τοῦ Χρι­στοῦ ἀ­πό τόν κα­τῆ στόν Ἀν­θύ­πα­το, ἐ­ρω­τᾶ­ται καί ἐ­κεῖ, αὐτός ἀ­πο­κρί­νε­ται τά ἴ­δι­α. Τέ­λος μέ προ­στα­γή φυ­λα­κί­ζε­ται καί ἐ­κεῖ κα­τά σύμ­πτω­σι βρῆ­κε καί ἄλ­λους πολ­λούς Χρι­στι­α­νούς καί μά­λι­στα δύ­ο Βουρ­μπι­α­νῖ­τες, τόν Χα­ρά­λαμ­πο καί τόν Γε­ώρ­γι­ο, οἱ ὁ­ποῖ­οι βλέ­πον­τάς τον τόν ρώ­τη­σαν, γι­ά ποι­ά αἰ­τί­α φυ­λα­κί­σθη­κε καί ὁ Ἅ­γι­ος τούς δι­η­γή­θη­κε τήν ἱ­στο­ρί­α. Αὐ­τοί ὅ­μως βλέ­πον­τάς τον ὀ­λι­γό­λο­γο φυ­σι­κά καί ὅ­τι ἡ ὑ­πό­θε­σι ἀ­φο­ροῦ­σε τήν θρη­σκεί­α, ἄρ­χι­σαν νά τόν ἐν­θαρ­ρύ­νουν πρός τό μαρ­τύ­ρι­ο μέ λό­γι­α πα­ραι­νε­τι­κά.                                                       

Ξη­με­ρώ­νον­τας ἡ Πέμ­πτη, ὁ­δη­γοῦν πά­λι τόν Ἅ­γι­ο στόν κα­τῆ, ὁ ὁ­ποῖ­ος τόν πα­ρα­κι­νοῦ­σε μέ τούς πα­ρα­κα­θη­μέ­νους του νά τουρ­κέ­ψη. Αὐ­τός ὅ­μως ἕ­να λό­γο ἔ­λε­γε· «Χρι­στι­α­νός εἶ­μαι, Χρι­στι­α­νός θά πε­θά­νω». Ὁ­δη­γεῖ­ται λοι­πόν στό δε­σμω­τή­ρι­ο καί βά­νουν τά πό­δι­α του στό ξύ­λο καί μί­α πλά­κα πε­ρί­που πενήντα ὀ­κά­δων, αὐ­τός ὅ­μως ­κοι­μή­θη­κε τό­σο ἐ­λα­φρά καί γλυ­κά, ὥ­στε δέν τό αἰ­σθάν­θη­κε κα­θό­λου, ἀλ­λά ἦ­ταν σάν νά εἶ­χε κοι­μη­θῆ σέ πα­πλώ­μα­τα. Καί ξυ­πνῶντας τόν ρώ­τη­σαν οἱ ἄλ­λοι· «Ἀ­δελ­φέ, πῶς πέ­ρα­σες τήν νύχ­τα; Ἐ­μεῖς φο­βη­θή­κα­με μήν πε­θά­νης ἀ­πό τό βά­ρος τῆς πέ­τρας». Ὁ Ἅ­γι­ος τούς εἶ­πε· «Ἐ­γώ δέν αἰ­σθάν­θη­κα κά­ποι­ον πό­νο, ἀλ­λά νά σᾶς δι­η­γη­θῶ καί μί­α ὀ­πτα­σί­α, πού εἶ­δα· Ἕ­νας νέ­ος ἀ­σπρο­φο­ρε­μέ­νος ἦλ­θε καί μοῦ εἶ­πε στά τούρ­κι­κα. Μήν φο­βᾶ­σαι Γε­ώρ­γι­ε, μπέν σε­λι­α­μέτ σε­νί βε­ρί­ρουμ». Ξη­με­ρώ­νον­τας λοι­πόν τό Σάβ­βα­το, ὁ­δη­γεῖ­ται πά­λι γι­ά τρί­τη φο­ρά στόν κα­τῆ, γι­ά νά ὁ­μο­λο­γή­ση καί γι­ά τρί­τη φο­ρά στήν Ἁ­γί­α Τρι­ά­δα. Καί ὁ κα­τῆς τοῦ λέ­ει· «Ἒ, τί λές;Ἦλ­θε ἡ ὥ­ρα νά σκο­τω­θῆς, θά σέ κά­νω ἰ­λι­ά­μι (ἀ­πό­φα­σι)». Ὁ Ἅ­γι­ος, χω­ρίς νά φο­βη­θῆ, ἀλ­λά μέ θάρ­ρος τοῦ εἶ­πε· «Ὅ,τι θέ­λεις κά­νε, δέν φο­βοῦ­μαι τί­πο­τε, ὄ­χι ἕ­να ἰ­λι­ά­μι, ἀλ­λά ἑ­κα­τό». Βλέ­πον­τας μί­α τέ­τοι­α γεν­ναι­ό­τη­τα ὁ κα­τής, ἀ­πο­φά­σι­σε νά τόν ἀ­πο­λύ­ση· ὅ­μως τό τρι­σκα­τά­ρα­το, βαρ­βα­ρι­κώ­τα­το καί δει­σι­δαι­μο­νέ­στα­το γέ­νος τῶν Ἰ­ω­αν­νι­τῶν Τούρ­κων, φώ­να­ζαν νά σκο­τω­θῆ ὁ ὑ­βρι­στής τοῦ Μω­α­με­θα­νι­σμοῦ, καί πε­ρισ­σό­τε­ρο σ’ αὐ­τό ­συ­νήρ­γη­σε ἡ αἱ­μο­χα­ρής, μι­σάν­θρω­πος καί μι­α­ρό­τα­τη ψυ­χή τοῦ Σι­έχ Ἀ­λῆ (δι­ό­τι ὅ­λοι οἱ Ὀ­θω­μα­νοί τόν εἶ­χαν αὐ­τόν ὡς ἔμ­βλη­μα) γι­ά νά θα­να­τω­θῆ.

Αὐ­τός μα­ζί μέ τόν πε­ρί­γυ­ρό του πα­ρου­σι­ά­σθη­κε δύ­ο φο­ρές στόν βε­ζύ­ρη καί τόν πα­ρα­κι­νοῦ­σε σέ φό­νο κα­τά τοῦ Ἁ­γί­ου καί αὐ­τός, χά­ριν τοῦ θρη­σκευ­τι­κοῦ σε­βα­σμοῦ, συμ­φώ­νη­σε. Ἔτ­σι λοι­πόν τούς ἔ­δω­σε τό ἰ­λι­ά­μι καί, παίρ­νον­τάς τον, τόν ὁ­δη­γοῦν σέ φυ­λα­κή (λέ­νε με­ρι­κοί, ὅ­τι τήν ἴ­δι­α ὥ­ρα, κα­τά τήν ὁ­ποί­α τούς ἔ­δω­σε τό ἰ­λι­ά­μι, ἔ­γι­νε μί­α ὑ­περ­βο­λι­κή ἀ­στρα­πή καί ἕ­νας κρό­τος τρο­με­ρός καί ἀ­να­βρα­σμός τῆς λί­μνης, ὥ­στε τρό­μα­ξαν οἱ ἄν­θρω­ποι). Αὐ­τό ὁ κα­θέ­νας ὅ­πως θέ­λει ἄς τό σκε­φθῆ.

Γι’ αὐ­τό ὑ­περ­μά­χη­σαν πο­λύ οἱ Πα­νι­ε­ρώ­τα­τοι· ὁ Ἅ­γι­ος Ἰ­ω­αν­νί­νων, Ἰ­ω­α­κείμ ὁ Χίος, ὁ Ἅ­γι­ος Ἄρ­της ὁ Νε­ό­φυ­τος, καί ὁ Ἅ­γι­ος Γρε­βε­νῶν, μέ τούς πρού­χον­τες τῆς πό­λε­ως καί συγ­γε­νεῖς του, ἀλ­λά δέν τά κα­τά­φε­ραν καί τέ­λος ἀ­πευ­θύν­θη­καν μέ παρ­ρη­σί­α οἱ δύ­ο καί ὁ Γρε­βε­νῶν καί ὁ Ἄρ­της στόν βε­ζύ­ρη, γι­ά νά τόν ἐ­λευ­θε­ρώ­σουν, ὁ ὁ­ποῖ­ος τούς ἀ­πο­κρί­θη­κε, ὅ­τι αὐ­τή εἶ­ναι ὑ­πό­θε­σι τοῦ κα­τῆ καί δέν μπο­ρῶ ἐ­γώ νά τό ἀ­ναι­ρέ­σω. Δέν στα­μα­τοῦ­σαν ὅ­μως νά στέλ­λουν ἀν­θρώ­πους στήν φυ­λα­κή, γι­ά νά τόν προ­τρέ­πουν στό μαρ­τύ­ρι­ο καί πε­ρισ­σό­τε­ρο οἱ προ­α­να­φερ­θέν­τες Χα­ρα­λάμ­πης καί Γε­ώρ­γι­ος δέν στα­μα­τοῦ­σαν πο­τέ νά τόν συμ­βου­λεύ­ουν, αὐ­τός ὅ­μως τούς ἔ­λε­γε· «Μήν πτο­ῆ­σθε, ἐ­γώ θά μαρ­τυ­ρή­σω γι­ά τόν Χρι­στό μου προ­θυ­μό­τα­τα». Ἦ­ταν δέ ὁ εὐ­λο­γη­μέ­νος τό­σο ἥ­συ­χος, κα­θώς ὁ ἴ­δι­ος μᾶς ἔ­λε­γε καί πε­ρισ­σό­τε­ρο ἡ γυναίκα του, ὅ­σο κα­νείς ἄλ­λος· δι­ό­τι ὅ­σες ἡ­μέ­ρες κά­θη­σε στήν φυ­λα­κή, πή­γαι­ναν ἐν τῷ με­τα­ξύ ἐ­κεῖ­νοι οἱ τρι­σκα­τά­ρα­τοι καί τόν πα­ρα­κι­νοῦ­σαν λέ­γον­τάς του νά τουρ­κέ­ψη· ὁ Ἅ­γι­ος ὅ­μως, ἄλ­λο δέν τούς ἔ­λε­γε, μό­νο τό ὅ­τι, «Χρι­στι­α­νός εἶ­μαι». Οἱ ἄλ­λοι ὅ­μως πού βρί­σκον­ταν στήν φυ­λα­κή τόν προ­έ­τρε­παν νά τούς ἐ­πι­πλήτ­τη καί αὐ­τός τούς ἔ­λε­γε· «Τώ­ρα θά τσα­κί­ζω τό κε­φά­λι μου νά φω­νά­ζω. Ἐ­γώ τούς εἶ­πα· «Χρι­στι­α­νός εἶ­μαι». Καί πε­ρισ­σό­τε­ρο ὁ κα­τα­ρα­μέ­νος δε­σμο­φύ­λα­κας δέν πα­ρέ­λει­πε νά τόν ἐ­νο­χλῆ πάν­το­τε, λέ­γον­τάς του· «Μπρέ Γε­ώρ­γι­ε, τούρ­κε­ψε τώ­ρα, γι­ά νά γλυ­τώ­σης τόν θά­να­το καί ἔ­πει­τα πη­γαί­νεις στήν Ἑλ­λά­δα ἤ ἀλ­λοῦ καί γί­νε­σαι πά­λι Χρι­στι­α­νός». Ὁ Ἅ­γι­ος ὅ­μως σκε­πτό­με­νος τά ψυ­χο­φθό­ρα του λό­γι­α τοῦ ἔ­λε­γε μέ τήν φυ­σι­κή του ἁ­πλό­τη­τα· «Ἐ­γώ Χρι­στι­α­νός θά πε­θά­νω, τί μέ ἀ­φο­ρᾶ τό με­τά;». Ξη­με­ρώ­νον­τας ἡ Δευ­τέ­ρα τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀν­τω­νί­ου κα­τά τίς τρεῖς ἡ ὥ­ρα τήν ἡμέρα, ἰ­δού ἔρ­χον­ται πέν­τε δή­μι­οι ἀ­πό τούς προ­α­να­φερ­θέν­τες. Ἐ­πει­δή καί ἐ­κεῖ­νοι ἦ­ταν γι­ά κε­φα­λι­κή ποι­νή, φο­βή­θη­καν καί ἄρ­χι­σαν νά προ­σεύ­χων­ται, ὅ­πως μπο­ροῦ­σαν, ὁ δέ Ἅ­γι­ος κα­θό­ταν κον­τά στήν φω­τι­ά, ἔ­χον­τας τό χέ­ρι του στό μά­γου­λό του· κα­τά σύμ­πτω­σι ὅ­μως δέν ἔ­τυ­χε νά εἶ­ναι ἐ­κεῖ ὁ δε­σμο­φύ­λα­κας. Ὁ Χα­ρά­λαμ­πος βλέ­πει ἕ­ναν νέ­ο ὀ­νό­μα­τι Τα­σού­λα καί τοῦ κά­μει νό­η­μα· «Γι­α­τί ἦλ­θαν οἱ δή­μι­οι;». Αὐ­τός τούς λέ­ει· «Γι­ά τόν Γε­ώρ­γι­ο». Τό­τε αὐ­τοί μυ­στι­κώ­τα­τα τοῦ λέ­νε· «Μή φο­βη­θῆς, ἀλ­λά ἔ­χε θάρ­ρος, λί­γος εἶ­ναι ὁ πό­νος καί ἔ­πει­τα χαί­ρε­σαι στόν αἰ­ῶ­να τόν ἅ­παν­τα». Μό­λις ἄ­κου­σε ὁ Ἅ­γι­ος τήν ἀ­πό­φα­σι τοῦ θα­νά­του, χά­ρη­κε ὑ­περ­βο­λι­κά δο­ξά­ζον­τας τόν Θε­ό, πού τόν ἀ­ξί­ω­σε νά πε­θά­νη γι­ά τό ὄ­νο­μά του τό Ἅ­γι­ο. Καί πά­λι τοῦ λέ­νε οἱ προ­α­να­φερ­θέν­τες· «Αὐ­τοί θά με­τα­χει­ρι­σθοῦν δι­άφο­ρους τρό­πους, γι­ά νά σοῦ πά­ρουν λό­γο, λοι­πόν, πρό­σε­χε κα­λά μή γε­λα­στῆς». Καί λέ­γον­τας αὐ­τά, ἄ­νοι­ξε ὁ δε­σμο­φύ­λα­κας καί λέ­γει τοῦ Ἁ­γί­ου· «Σή­κω», καί ση­κώ­θη­κε χα­ρού­με­νος. Ἄρ­χι­σε νά τόν δέ­νη κα­τά τήν συ­νή­θει­α τῶν κα­τα­δί­κων, ὁ δέ Ἅ­γι­ος ἔ­βα­ζε τίς κορ­δέ­λλες του, καί κα­τά σύμ­πτω­σι δέν ἔμ­παι­νε τό δε­ξι­ό, γι’ αὐ­τό ὁ Ἅ­γι­ος πα­ρα­κά­λε­σε νά τοῦ λύ­ση λί­γο τό χέ­ρι, καί ἔτ­σι τό ἔ­βα­λε λέ­γον­τας· «Ντέ σα­τα­νᾶ». Καί δί­δον­τας τόν τε­λευ­ταῖ­ο ἀ­σπα­σμό, τόν κί­νη­σαν γι­ά τήν σφα­γή. Ἔ­τρε­χε ὅ­μως μέ τό­ση προ­θυ­μί­α, ὅ­πως τό δι­ψα­σμέ­νο ἐ­λά­φι στίς πη­γές τῶν νε­ρῶν (σύμ­φω­να μέ τόν θεῖ­ο Δα­βίδ). Καί τοῦ λέ­νε οἱ δή­μι­οι· «Θά σέ κρε­μά­σου­με», ἐ­νῷ αὐ­τός ἀ­φοῦ τούς ξευ­τέ­λι­ζε καί τούς χλεύ­α­ζε, τούς ἀ­πο­κρί­θη­κε μέ γεν­ναι­ό­τη­τα· «Ὅ,τι θέ­λε­τε κά­νε­τε μπου­γι­ού­ρουν μί­α ὥ­ρα πρω­τύ­τε­ρα». Θαῦ­μα μέ­γα ἦ­ταν γι’ αὐ­τούς, πού ἔ­βλε­παν τόν Ἅ­γι­ο, δι­ό­τι ἔ­τρε­χε μέ τό­ση προ­θυ­μί­α καί ἀ­γαλ­λί­α­σι κον­τά στούς δη­μί­ους, ὥ­στε φαι­νό­ταν, ὅ­τι πε­τᾶ στόν ἀ­έ­ρα καί τό πρό­σω­πό του φαι­νό­ταν γε­λα­στό καί χα­ρού­με­νο, ἀ­στρά­πτον­τας ὅ­λο ἀ­πό τήν χα­ρά τῆς ψυ­χῆς του καί φέ­ρον­τάς τον στόν τό­πο τόν λε­γό­με­νο Κου­ρα­μα­νι­ό, ἐ­κεῖ πά­λι τόν ρω­τοῦν· «Τί εἶ­σαι ἐ­σύ;». «Χρι­στι­α­νός», εἶ­πε ὁ Ἅ­γι­ος, «προ­σκυ­νῶ τόν Χρι­στό μου καί τήν Δέ­σποι­νά μου Θε­ο­τό­κο». Καί λέ­γον­τας αὐ­τά, πα­ρα­κά­λε­σε τούς δη­μί­ους νά τοῦ λύ­σουν τά χέ­ρι­α, καί λύ­νον­τάς τα ἔ­κα­με τόν σταυ­ρό του καί φώ­να­ξε πρός τούς Χρι­στι­α­νούς· «Συγ­χω­ρῆ­στε με, ἀ­δελ­φοί, καί ὁ Θε­ός θά σᾶς συγ­χω­ρή­ση». Καί λέ­γον­τας ἔτ­σι τοῦ ἔ­βα­λαν τήν τρι­χι­ά καί τρα­βῶντας την πα­ρέ­δω­σε τό Πνεῦ­μα.

Καί ἔτ­σι ­τε­λεί­ω­σε ὁ γεν­ναι­ό­τα­τος, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν στήν ἡ­λι­κί­α τρι­άν­τα ἐ­τῶν. Λοι­πόν, σύμ­φω­να μέ τήν συ­νή­θει­α τῶν Ἀ­γα­ρη­νῶν, στά­θη­κε τρεῖς ἡ­μέ­ρες τό Ἅ­γι­ό του λεί­ψα­νο στήν φούρ­κα καί κά­θε βρά­δυ ἔ­βλε­παν οἱ φύ­λα­κες φῶς οὐ­ρά­νι­ο καί ἔ­λε­γαν στήν γλῶσ­σα τους· «Μπάκ, μπάκ, μπού σαϊ­τάν λα­ρί». Γι’ αὐ­τό τήν ἄλ­λη ἡ­μέ­ρα αὐ­τοί οἱ ἴ­δι­οι τό δι­η­γή­θη­καν καί στόν Ἀν­θύ­πα­το. Περ­νῶντας λοι­πόν οἱ τρεῖς ἡ­μέ­ρες, ἔ­πει­τα ἀ­πό πα­ρά­κλη­σι τῶν ἱπ­πο­κό­μων καί ἄλ­λων πρός τόν βε­ζύ­ρη, δό­θη­κε ἄ­δει­α καί πῆ­ραν τό Ἅ­γι­ό του λεί­ψα­νο ἕ­νας χω­ρο­φύ­λα­κας καί με­ρι­κοί Χρι­στι­α­νοί καί τό πρό­σφε­ραν στήν Μη­τρό­πο­λι, στήν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀ­θα­να­σί­ου, στήν ὁ­ποί­α ἦ­ταν γι’ αὐ­τό συγ­κεν­τρω­μέ­νοι ὅ­λοι οἱ Ἀρ­χι­ε­ρεῖς καί τό πλῆ­θος τῶν Χρι­στι­α­νῶν τῶν Ἰ­ω­αν­νί­νων καί μέ ὅ­λη τήν Χρι­στι­α­νι­κή πα­ρά­τα­ξι, μέ δά­κρυ­α ἀ­φ’ ἑ­νός καί μέ χα­ρά ἀ­φ’ ἑ­τέ­ρου, γι­ά τήν δό­ξα τῆς ἀ­μω­μή­του πί­στε­ως καί γι­ά τήν ντρο­πή τῶν Ἀ­γα­ρη­νῶν, πού δέν ἀ­πό­λαυ­σαν τήν συ­κο­φαν­τί­α τους, μέ λαμ­πρές ψαλμω­δί­ες καί ζῆ­λο πί­στε­ως, ἐν­τα­φί­α­σαν τό Ἅ­γι­ό του λεί­ψα­νο στό ἀ­ρι­στε­ρό μέ­ρος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, κον­τά στήν πύ­λη τοῦ Ἁ­γί­ου Βή­μα­τος χρι­στι­α­νι­κῶς καί με­γα­λο­πρε­πῶς.

Ὅ­σοι δέ ἀ­πό τούς Χρι­στι­α­νούς πῆ­ραν μέ­ρος ἀ­πό τήν τρι­χι­ά καί ἀ­πό τό πα­νί τοῦ ἐν­δύ­μα­τός του εἶ­δαν με­γά­λες θεραπεῖες, καί ὅ­σοι πα­ρο­μοί­ως ἔ­τρε­ξαν πρός τόν τά­φο τοῦ Ἁ­γί­ου· σέ ἄ­λα­λους ­δό­θη­κε ἡ φω­νή, σέ κουτ­σούς τό περ­πά­τη­μα καί σ’ ἐ­κεῖ­νο τό ξε­ρα­μέ­νο χέ­ρι τῆς γυ­ναίκας ἡ τέ­λει­α ὑ­γι­ής ἀ­νόρ­θω­σι καί γι­ά πολ­λούς ἄλ­λους ἡ προ­σέ­λευ­σις κα­τέ­στη θαυ­μα­τουρ­γή. Σέ πολ­λούς δέ ἐμ­φα­νί­σθη­κε σέ ὄ­νει­ρο, κα­θώς καί στήν σύ­ζυ­γό του ἐμ­φα­νί­στη­κε λέ­γον­τάς της· «Μή φο­βᾶ­σαι, ἐ­γώ θά σέ ἐ­πι­σκέ­πτω­μαι πάν­το­τε». Καί κα­θώς δια­σκορ­πί­σθη­κε ἡ φή­μη τῶν θαυ­μά­των του παν­τοῦ, ἔ­τρε­ξαν ἄ­πει­ρα πλή­θη ἀ­σθε­νῶν καί τρέ­χουν, οἱ ὁ­ποῖ­οι, σύμ­φω­να μέ τήν πί­στι τους, λἀμβαναν τήν ὑ­γεί­α τους. Κά­ποι­ος ἱ­ε­ρο­μό­να­χος φι­λο­μάρ­τυρας, μό­λις ἄ­κου­σε γι­ά τόν Ἅ­γι­ο, πα­ρα­κι­νού­με­νος ἀ­πό θεῖ­ο ζῆ­λο, ἔ­στει­λε στά Ἰ­ω­άν­νι­να καί τοῦ κα­τα­σκεύ­α­σαν τήν εἰ­κό­να του μέ ὅ­λα τά πα­ρά­ση­μα καί, χά­ριν εὐ­λα­βεί­ας, τήν λαμ­βά­νουν πολ­λοί ἀ­πό τούς ἀ­σθε­νεῖς γι­ά ἴ­α­σι ψυ­χι­κή καί σω­μα­τι­κή, ἐ­νῷ τήν φυ­λάτ­τει ὁ φι­λο­μάρ­τυς αὐ­τός ὡς μέ­γα θη­σαυ­ρό καί καύ­χη­μα.

Ἄς δο­ξά­σου­με καί ἐ­μεῖς ἀ­δελ­φοί τόν Θε­ό, πού μᾶς ἀ­ξί­ω­σε νά δοῦ­με μέ τά ἴ­δι­α μας τά μά­τι­α τήν γεν­ναι­ό­τη­τα τῶν ἀ­π’ αἰ­ῶ­νος Ἁ­γί­ων μαρ­τύ­ρων νά δι­α­σῴ­ζε­ται καί τώ­ρα στίς ἡ­μέ­ρες μας. Ἄς δο­ξά­σου­με τόν Θε­ό, λέ­ω, δι­ό­τι ὁ θά­να­τος τοῦ Ἁ­γί­ου νε­ο­μάρ­τυ­ρα ἔ­γι­νε ἀ­νά­στα­σις τῶν πι­στῶν καί πτῶ­σις τῶν ἀ­πί­στων, γι’ αὐ­τούς δέ τούς δη­λη­τη­ρι­ώ­δεις φλύ­α­ρους, πού μι­λοῦν ἐ­ναν­τί­ον τῆς Ἁ­γί­ας Ὀρ­θο­δό­ξου μας πί­στε­ως με­γά­λη ντρο­πή. Μέ τοῦ ὁ­ποί­ου τίς πολ­λές πρε­σβεῖ­ες καί ὅ­λων τῶν Ἁ­γί­ων ἄς ἀ­ξι­ω­θοῦ­με καί ἐ­μεῖς τῆς οὐ­ρά­νιας βα­σι­λεί­ας καί ἀ­θάνατης μα­κα­ρι­ό­τη­τας. Ἀ­μήν.

(Ἁγ. Νι­κο­δή­μου τοῦ Ἁ­γι­ο­ρεί­του, Νέ­ον Μαρ­τυ­ρο­λό­γι­ον, σελ. 281-285)

Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ μνή­μη τῆς Ὁ­σί­ας Μη­τρός ἡμῶν Ξε­νί­ας ἐν Πε­τρου­πό­λει (1806 ἤ 1814).

«Εἰς τό ὄ­νο­μα τοῦ Πα­τρός, τοῦ Υἱ­οῦ καί τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος». Ἐ­δῶ ἀ­να­παύ­ε­ται τό σῶ­μα τῆς δού­λης τοῦ Θε­οῦ, Ξέ­νι­ας Γκρηγ­κό­ρι­εβ­να, γυ­ναίκας τοῦ αὐ­το­κρα­το­ρι­κοῦ πρω­το­ψάλ­τη, συν­ταγ­μα­τάρ­χη Ἀν­δρέ­α Φε­ον­τό­ρο­βιτς Πε­τρώφ. Χή­ρα σέ ἡ­λι­κί­α 26 ἐ­τῶν, μί­α προ­σκυ­νή­τρι­α γι­ά 45 χρό­νι­α, ἔ­ζη­σε 71 χρό­νι­α. Ἦ­ταν γνω­στή μέ τό ὄ­νο­μα Ἀν­δρέ­ας Φε­ον­τό­ρο­βιτς».

Αὐ­τά γρά­φον­ται στό λα­κω­νι­κό ἐ­πι­τύμ­βι­ο πά­νω στόν τά­φο τῆς μα­κα­ρί­ας Ξέ­νι­ας, γραμ­μέ­να ἀ­πό ἕ­να ἄ­γνω­στο πρό­σω­πο. Καμ­μι­ά λαϊ­κή δι­ή­γη­σι, καμ­μι­ά ἀ­νά­μνη­σι ἀν­θρώ­πων, οὔ­τε γρα­πτές πη­γές δέν μᾶς προ­μη­θεύ­ουν πλη­ρο­φο­ρί­ες σχε­τι­κά μέ τήν κα­τα­γω­γή­ της, τήν παι­δεί­α της ἤ ἄλ­λη κοι­νω­νι­κή δρα­στη­ρι­ό­τη­τα. Ὅ­μως μπο­ροῦ­με νά ὑ­πο­θέ­σου­με, ὅ­τι ἡ Ξέ­νι­α Γκρηγ­κό­ρι­εβ­να δέν ἦ­ταν ἀ­πό χα­μη­λή οἰ­κο­γέ­νει­α. Ὁ σύ­ζυ­γός της, Ἀν­δρέ­ας Φε­ον­τό­ρο­βιτς Πε­τρώφ, εἶ­χε τόν βαθ­μό τοῦ συν­ταγ­μα­τάρ­χη καί ἦ­ταν πρω­το­ψάλ­της στήν βα­σι­λι­κή αὐ­λή. Ἡ θέ­σι αὐ­τή ἦ­ταν μί­α πο­λύ ὑ­ψη­λή κοι­νω­νι­κή θέ­σι καί ἔ­δι­νε δό­ξα καί ὑ­λι­κή ἀ­πο­λα­βή.

Ἦ­ταν νέ­οι. Εἶ­χαν ἀ­γά­πη με­τα­ξύ τους. Ὑ­πη­ρέ­τη­σαν καί οἱ δυ­ό στήν βα­σι­λι­κή αὐ­λή, ἔ­κα­ναν τό γά­μο τους, κα­λοῦ­σαν φι­λο­ξε­νου­μέ­νους στό

 

σπί­τι τους καί αὐ­τοί οἱ ἴ­δι­οι πή­γαι­ναν ὡς φι­λο­ξε­νού­με­νοι σέ ἄλ­λα σπί­τι­α. Αὐ­τά οἱ ἄν­θρω­ποι τά ὀ­νο­μά­ζουν «κα­λή τύ­χη» καί φαι­νό­ταν, ὅ­τι τί­πο­τε στό ἀν­δρό­γυ­νο αὐ­τό, τόν Ἀν­δρέ­α καί τήν Ξέ­νι­α, δέν θά ἔ­δι­νε τέ­λος σ’ αὐ­τή τους τήν χα­ρά. Ἀλ­λά ξαφ­νι­κά ὁ ἀ­να­πάν­τε­χος θά­να­τος τοῦ ἀ­γα­πη­μέ­νου συ­ζύ­γου κε­ραυ­νο­βό­λη­σε τήν Ξέ­νι­α Γκρηγ­κό­ρι­εβ­να. Τό­σο πο­λύ κα­τα­βλή­θη­κε αὐ­τή ἀ­πό θλῖ­ψι γι­ά τόν θά­να­το τοῦ συ­ζύ­γου της, ὥ­στε στούς πολ­λούς φαι­νό­ταν, ὅ­τι ἔ­χα­σε τά λο­γι­κά της. Ἔτ­σι νό­μι­σαν οἱ συγ­γε­νεῖς της, οἱ φί­λοι της καί οἱ γνω­στοί της.

Πραγ­μα­τι­κά ἡ συμ­πε­ρι­φο­ρά τῆς Ξέ­νι­ας με­τά τόν θά­να­το τοῦ συ­ζύ­γου της ἦ­ταν πο­λύ πε­ρί­ερ­γη. Στήν ἀρχή ἄρ­χι­σε νά βε­βαι­ώ­νη ὅ­λους, ὅ­σους τήν πε­ρι­τρι­γύ­ρι­ζαν, ὅ­τι ὁ σύ­ζυ­γός της δέν πέ­θα­νε, ἀλ­λά ὅ­τι πέ­θα­νε αὐ­τή. Φό­ρε­σε τά ροῦ­χα τοῦ νε­κροῦ συ­ζύ­γου της καί ἄρ­χι­σε νά ὀ­νο­μά­ζη τόν ἑ­αυ­τό της Ἀν­δρέ­α Φε­ον­τό­ρο­βιτς. Οἱ συγ­γε­νεῖς της τήν θε­ώ­ρη­σαν πε­ρισ­σό­τε­ρο γι­ά πα­ρά­φρο­να, ὅ­ταν αὐ­τή ἄρ­χι­σε νά μοι­ρά­ζη τήν πε­ρι­ου­σί­α της στούς φτω­χούς καί ὅ­ταν ἔ­δω­σε τό σπί­τι της στήν Πα­ρα­σκεύ­α Ἀν­τό­νο­βα.

Τί συ­νέ­βη­ πράγ­μα­τι μέ τήν Ξέ­νι­α Γκρηγ­κό­ρι­εβ­να; Ἀ­σφα­λῶς συ­νέ­βη­ μέ­σα της μία πλή­ρης πνευ­μα­τι­κή ἀν­τι­στρο­φή, πού, κα­τά τά ἴ­δι­α της τά λό­γι­α, ἡ Ξέ­νι­α Γκρηγ­κό­ρι­εβ­να Πέ­τρο­βα εἶ­χε πε­θά­νει!...

Βά­ζον­τας τά ροῦ­χα τοῦ συ­ζύ­γου της καί παίρ­νον­τας τό ὄ­νο­μά του ἦ­ταν, κα­τά τήν γνώ­μη της, σάν νά πα­ρα­τει­νό­ταν ἡ δι­κή του ζω­ή στό πρό­σω­πό της, γι­ά νά συγ­χω­ρη­θοῦν οἱ ἁ­μαρ­τί­ες του μέ τήν δι­κή της ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νη στόν Θε­ό ζω­ή. Τώ­ρα αὐ­τή πα­ρου­σί­α­ζε τόν ἑ­αυ­τό της στόν κό­σμο μέ τήν πι­ό δύ­σκο­λη ὑ­πη­ρε­σί­α τοῦ Θε­οῦ ὡς «κα­τά Χρι­στόν σα­λή».

Ἡ μα­κα­ρί­α Ξέ­νι­α, πού ἦ­ταν πλού­σι­α πρῶ­τα, ἔ­ζη­σε τώ­ρα μία φτω­χι­κή ζω­ή. Δέν εἶ­χε πραγ­μα­τι­κά ποῦ νά κλί­νη τήν κε­φα­λή της. Γι­ά σκέ­πη της εἶ­χε τόν με­λαγ­χο­λι­κό βρο­χε­ρό οὐ­ρα­νό τῆς ἁ­γί­ας Πετρουπόλεως, ἐ­νῷ γι­ά κρε­βά­τι της εἶ­χε τό ὑ­γρό γυ­μνό ἔ­δα­φος. Περ­νοῦ­σε τίς νύχ­τες της προ­σευ­χό­με­νη στό γυ­μνό ἔ­δα­φος τῶν χω­ρα­φι­ῶν. Αὐ­τό τό μαρ­τυ­ροῦ­σαν ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α καί οἱ κά­τοι­κοι, πού τήν ἀ­να­κά­λυ­ψαν, διότι εἶ­χαν τήν πε­ρι­έρ­γει­α νά μά­θουν, ποῦ ἐ­ξα­φα­νι­ζό­ταν τίς νύχ­τες. Κά­πο­τε κά­ποι­ος ἀ­στυ­νο­μι­κός τήν πα­ρα­κο­λού­θη­σε καί τήν εἶ­δε νά κλί­νη τά γό­να­τά της σέ ἕ­να ἀ­νοιχ­τό χω­ρά­φι καί νά προ­σεύ­χε­ται. Ἄρ­χι­σε νά προ­σεύ­χε­ται ἀ­πό τό βρά­δυ καί δέν ση­κώ­θη­κε μέ­χρι τό πρω­ί. Κα­τά τήν δι­άρ­κει­α τῶν προ­σευ­χῶν της ἔ­κα­νε με­τά­νοι­ες σέ ὅ­λες τίς δι­ευ­θύν­σεις προ­σευ­χό­με­νη γι­ά ὅ­λους τούς ὀρ­θό­δο­ξους χρι­στι­α­νούς.

Κα­τά τήν ἡ­μέ­ρα συ­νή­θως γύ­ρι­ζε γύ­ρω στούς δρό­μους τῆς ἁ­γί­ας Πετρουπόλεως. Τά κου­ρε­λι­α­σμέ­να ροῦ­χα της δύ­σκο­λα τήν σκέ­πα­ζαν. Στά πό­δι­α της εἶ­χε χα­λα­σμέ­να πα­πούτ­σι­α καί γύ­ρω ἀ­πό τό κε­φά­λι της εἶ­χε δε­μέ­νο ἕ­να πα­λι­ό μαν­τή­λι. Ἀ­κό­μα καί κα­τά τόν βα­ρύ χει­μῶ­να δέν φο­ροῦ­σε ζε­στά ροῦ­χα καί πα­πούτ­σι­α. Σέ ὅ­λες τίς πε­ρι­ό­δους τοῦ ἔ­τους τήν ἔ­βλε­παν ντυ­μέ­νη στά ἴ­δι­α κου­ρέ­λι­α. Τό κρύ­ο στήν ἁ­γί­α Πετρούπολι ἦ­ταν δυ­να­τό καί δι­α­περ­νοῦ­σε τά κόκ­κα­λα. Ἀλ­λά ἡ Χά­ρις τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, πού χύ­νε­ται μέ ἀ­φθο­νί­α στούς ἁ­γί­ους τοῦ Θε­οῦ, τούς ἔ­κα­νε νά νι­κοῦν τούς νό­μους τῆς φύ­σε­ως. Αὐ­τή ἡ Χά­ρις τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος ἔ­δι­νε ζε­στα­σι­ά καί δύ­να­μι στή μα­κα­ρί­α Ξέ­νι­α.

Ὅ­λοι ἀ­γα­ποῦ­σαν αὐ­τήν τήν ἥ­συ­χη, τήν ἤ­ρε­μη, τήν τα­πει­νή καί τήν εὐ­γε­νι­κή δού­λη τοῦ Θε­οῦ Ξέ­νι­α. Πολ­λοί τήν λυ­ποῦν­ταν καί τῆς ἔ­δι­ναν ἐ­λε­η­μο­σύ­νη, ἀλ­λά αὐ­τή δέν τήν ἔ­παιρ­νε. Ἐ­άν δε­χό­ταν κα­νέ­να μι­κρό κέρ­μα, ἀ­μέ­σως τό ἔ­δι­νε σέ κά­ποι­ον φτω­χό ζη­τι­ά­νο, κά­νον­τας κα­λό στούς ἀν­θρώ­πους στό ὄ­νο­μα τοῦ Ἀν­δρέ­α, ἔτ­σι ὥ­στε, ἄν ἡ ψυ­χή του ὑ­πέ­φε­ρε ἀ­πό τίς ἁ­μαρ­τί­ες του, γιά  τίς ὁ­ποῖ­ες δέν εἶ­χε με­τα­νο­ή­σει, οἱ πρά­ξεις της καί οἱ προ­σευ­χές της θά τόν βο­η­θοῦ­σαν. Τό ἐν­δι­α­φέ­ρον εἶ­ναι, ὅ­τι κά­νον­τας κα­λές πρά­ξεις καί προ­σφέ­ρον­τας προ­σευ­χές γι­ά τούς ἄλ­λους, πλη­σι­ά­ζεις πο­λύ τόν Θε­ό· καί αὐ­τό συ­νέ­βη­κε καί μέ τήν Ξέ­νι­α. Προ­σευ­χό­ταν τό­σο πο­λύ γι­ά τόν ἄν­δρα της καί αὐ­τό τήν ἔ­κα­νε Ἁ­γί­α!

Ὁ Κύ­ρι­ος εἶ­χε δώ­σει στήν Ξέ­νι­α πολ­λά πνευ­μα­τι­κά δῶ­ρα καί αὐ­τή ἄρ­χι­σε ­νά κά­νη πε­ρί­ερ­γα πράγ­μα­τα, ὅ­πως ὅ­τι περ­πα­τοῦ­σε ξυ­πό­λυ­τη στό χι­ό­νι καί φο­ροῦ­σε ἀ­συ­νή­θι­στα ροῦ­χα, ἔτ­σι, ὥ­στε οἱ ἄν­θρω­ποι νά μήν νο­μί­σουν, ὅ­τι ἐ­κεί­νη εἶ­ναι κά­τι τό ἐ­ξαι­ρε­τι­κό. Αὐ­τή με­ρι­κές φο­ρές γνώ­ρι­ζε, τί πρό­κει­ται νά συμ­βῆ πρίν αὐ­τό συμ­βῆ, ἤ ἄν οἱ ἄν­θρω­ποι εἶ­χαν ἕ­να πρό­βλη­μα καί δέν γνώ­ρι­ζαν τί θέ­λει ὁ Θε­ός νά κά­νουν, αὐ­τή μπο­ροῦ­σε νά τούς τό πῆ. Συ­χνά κοι­τά­ζον­τας μέ μία μα­τι­ά τούς ἀν­θρώ­πους, αὐ­τή ἤ­ξε­ρε ἄν αὐ­τοί ἔ­λε­γαν τήν ἀ­λή­θει­α ἤ ὄ­χι.

Με­ρι­κές φο­ρές, ὅ­ταν οἱ Χρι­στι­α­νοί κά­νουν κα­λές πρά­ξεις, τίς κά­νουν κρυ­φά, ὥ­στε μό­νο ὁ Θε­ός νά βλέ­πη. Αὐ­τό, διότι ὁ Κύ­ρι­ος εἶ­πε: «Μήν ἀ­φή­νης νά γνω­ρί­ζη τό ἀριστερό σου χέρι νά ξέρη τί κάνει τό δεξιό σου», καί, «Κά­νε τίς κα­λές σου πρά­ξεις μυ­στι­κά, ὥ­στε ὁ Πα­τέ­ρας, πού σέ βλέ­πει μυ­στι­κά νά σέ ἀν­τα­μεί­ψη φα­νε­ρά». Αὐ­τό εἶ­ναι πού ἀν­τι­προ­σω­πεύ­ει τήν εἰ­κό­να τῆς Ἁ­γί­ας Ξέ­νι­ας. Ὅ­ταν κτι­ζό­ταν μί­α Ἐκ­κλη­σί­α στό νε­κρο­τα­φεῖ­ο Σμό­λενκ, τή νύχ­τα ἡ μα­κα­ρί­α Ξέ­νι­α ἔ­σερ­νε λί­θους μέ τά ἀ­δύ­να­τα χέ­ρι­α της ὡς τήν κο­ρυ­φή τῶν τοί­χων τοῦ οἰ­κο­δο­μή­μα­τος. Μέ αὐ­τό πού ἔ­κα­νε ἔ­γρα­φε τό ὄ­νο­μά της γι­ά πάν­τα στό βι­βλί­ο τῶν μνη­μο­σύ­νων μέ τήν δέ­η­σι «ὑ­πέρ τῶν μα­κα­ρί­ων καί ἀ­ει­μνή­στων κτη­τό­ρων τοῦ ἁ­γί­ου οἴ­κου τού­του». Οἱ κτί­στες πα­ρα­ξε­νεύ­ον­ταν βλέ­πον­τας τούς λί­θους στήν κο­ρυ­φή. «Ἀ­πό ποῦ βρί­σκον­ται αὐ­τοί οἱ σω­ροί τῶν λί­θων κά­θε πρω­ί;» ἔ­λε­γαν. Τε­λι­κά, δυ­ό ἀπό  αὐ­τούς ἀ­πο­φά­σι­σαν νά πε­ρά­σουν τό βρά­δυ τους στό κοι­μη­τή­ρι­ο. Πε­ρί­με­ναν καί πε­ρί­με­ναν, καί ὅ­ταν ἔ­γι­νε σκο­τά­δι, ἡ Ἁ­γί­α Ξέ­νι­α ἐμ­φα­νί­σθη­κε. Ὅ­λο τό βρά­δυ τήν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν νά ἀ­νε­βά­ζη τά τοῦ­βλα στούς τοί­χους τῆς ἡ­μι­τε­λοῦς ἐκ­κλη­σί­ας.

Αὐ­τά, πού γρά­ψα­με μέ­χρι τώ­ρα γι’  αὐ­τούς τούς κό­πους καί τούς ἀ­γῶ­νες τῆς μα­κα­ρί­ας Ξέ­νι­ας, τά γνω­ρί­ζου­με ἀ­πό τό συ­να­ξά­ρι­ο τοῦ λα­οῦ. Πό­σα ὅ­μως ἄλ­λα ἄ­γνω­στα γι­ά μᾶς θά ὑ­πάρ­χουν γι’  αὐ­τή τήν θαυ­μα­στή ὁ­σί­α, πού εἶ­ναι ὅ­μως γνω­στά μό­νο στό Θε­ό;

Ὁ Κύ­ρι­ός μας Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός εἶ­πε: «Ὅ­στις θέ­λει ὀ­πί­σω μου ἀ­κο­λου­θεῖν, ἀ­παρ­νη­σά­σθω ἑ­αυ­τόν καί ἀ­ρά­τω τόν σταυ­ρόν αὐ­τοῦ καί ἀ­κο­λου­θεί­τω μοι» (Μάρκ. 8,34). Μέ τα­πεί­νω­σι, μέ ὑ­πο­μο­νή καί χα­ρά ἡ μα­κα­ρί­α Ξέ­νι­α σή­κω­σε μέ προ­θυ­μί­α καί αὐ­τα­πάρ­νη­σι τόν σταυ­ρό τῆς πνευ­μα­τι­κῆς πε­νί­ας καί, ἀν­τί νά σκέ­πτε­ται τό δι­κό της συμ­φέ­ρον, ἔ­κλει­σε στήν καρ­δι­ά της ὅ­λους τούς «γεί­το­νές» της μέ τίς δυ­στυ­χί­ες τους, τίς ἀ­νάγ­κες τους, τίς φρον­τί­δες καί τίς λῦ­πες τους. «Γεί­το­νές» της, εἰ­κο­νι­κά ­μι­λώντας, ἦ­ταν ὅ­λοι οἱ κά­τοι­κοι τῆς ἁ­γί­ας Πετρουπόλεως.

Σι­γά σι­γά οἱ ἄν­θρω­ποι τῆς πό­λεως πα­ρα­τή­ρη­σαν τά ση­μά­δι­α ἁ­γι­ό­τη­τας, πού ἦ­ταν τό ὑ­πό­στρω­μα τῆς φαι­νο­με­νι­κά δι­α­τα­ραγ­μέ­νης της ζω­ῆς: πα­ρου­σί­α­ζε τό χά­ρι­σμα τῆς προ­φη­τεί­ας καί ἡ ὅ­λη πα­ρου­σί­α της σχε­δόν πάν­τα ἐ­πι­βε­βαί­ω­νε τήν εὐ­λο­γί­α της. Τό Συ­να­ξά­ρι­ο λέ­ει: «Ἡ εὐ­λο­γί­α τοῦ Θε­οῦ φαι­νό­ταν νά τήν συ­νο­δεύ­η ὁ­που­δή­πο­τε ἐ­κεί­νη πή­γαι­νε».

Ἡ μα­κα­ρί­α Ξέ­νι­α, ὅ­ταν περ­πα­τοῦ­σε στόν δρό­μο, ἀ­πό ὅ­λες τίς με­ρι­ές, ἀ­πό ὅ­λα τά ἁ­μά­ξι­α, πού περ­νοῦ­σαν ἄ­κου­γε νά φω­νά­ζουν: «Ἀν­δρέ­α Φε­ον­τό­ρο­βιτς, στα­μά­τα. Θέ­λω νά σέ πά­ρω στό ἁ­μά­ξι μου, ἔ­στω καί γι­ά λί­γα βή­μα­τα». Καί ὅ­ταν ἀ­νέ­βαι­νε σέ κά­ποι­ο ἁ­μά­ξι, τό εἰ­σό­δη­μα τοῦ ὀ­χή­μα­τος αὐ­τοῦ τήν ἡ­μέ­ρα ἐ­κεί­νη ἦ­ταν πο­λύ με­γά­λο. Ἡ μα­κα­ρί­α Ξέ­νι­α προ­τι­μοῦ­σε νά ἐ­πι­βαί­νη σέ ἁ­μά­ξι­α ἀν­θρώ­πων, πού εἶ­χαν ἀ­νάγ­κη βο­η­θεί­ας. Ἐ­άν μι­λοῦ­σε μέ κα­νέ­ναν πού ἦ­ταν στε­νο­χω­ρη­μέ­νος, ἀ­μέ­σως αὐ­τός κα­τα­πρα­ϋ­νό­ταν καί τοῦ ἐρ­χό­ταν μί­α θαυ­μα­τουρ­γι­κή βο­ή­θει­α. Ὅ­ταν θώ­πευ­ε ἕ­να ἄρ­ρω­στο παι­δά­κι, ἀ­μέ­σως αὐ­τό γι­νό­ταν κα­λά. Οἱ ἔμ­πο­ροι τήν πα­ρα­κα­λοῦ­σαν νά πά­ρη κά­τι ὡς δῶ­ρο ἤ του­λά­χι­στον νά μπῆ στό κα­τά­στη­μά τους. Ἤ­ξε­ραν, ὅ­τι ἐ­κεί­νη τήν ἡ­μέ­ρα οἱ δου­λει­ές τους θά πή­γαι­ναν πο­λύ κα­λά καί τά κέρ­δη τους θά ἦταν πολ­λά.

Ἡ μα­κα­ρί­α Ξέ­νι­α ἔ­λα­βε ἀ­πό τόν Θε­ό καί τό προ­ο­ρα­τι­κό χά­ρι­σμα. Κά­πο­τε, τό ἔ­τος 1764, τα­ράχ­θη­κε πο­λύ καί ξέ­σπα­γε κά­θε ἡ­μέ­ρα σέ δά­κρυ­α. Οἱ ἄν­θρω­ποι τήν ρω­τοῦ­σαν τήν αἰ­τί­α πού κλαί­ει καί αὐ­τή ἀ­παν­τοῦ­σε: «Αἷ­μα, αἷ­μα, αὐ­λά­κι ἀ­πό αἷ­μα!». Τό­τε ὅ­λοι ἦ­ταν ἀ­νή­συ­χοι γι­ά τό τί ἄ­ρα­γε θά συ­νέ­βαι­νε. Ἀλ­λά τρεῖς ἑ­βδο­μά­δες ἀρ­γό­τε­ρα οἱ πο­λῖ­τες τῆς ἁ­γί­ας Πε­τρου­πό­λε­ως ἔ­μα­θαν, τί σή­μαι­ναν τά λό­για της. Ἀ­πό τήν ρω­σι­κή ἱ­στο­ρί­α γνω­ρί­ζου­με, ὅ­τι ἡ προ­σπά­θεια τοῦ ἀ­ξι­ω­μα­τι­κοῦ Μί­ρο­βιτς νά ἐ­λευ­θε­ρώ­ση τόν αἰχ­μά­λω­το βα­σι­λέ­α Ἰ­βάν Ἀν­τώ­νο­βιτς, πού ἦ­ταν φυ­λα­κι­σμέ­νος στό φρού­ριο Schlus-selburg, ἀ­πέ­τυ­χε καί ὁ Ἰ­βάν Ἀν­τώ­νο­βιτς φο­νεύ­θη­κε. Στίς 24 Δε­κεμ­βρί­ου 1761, τήν πα­ρα­μο­νή τῆς Γεν­νή­σε­ως τοῦ Χρι­στοῦ, ἡ μα­κα­ρί­α Ξέ­νι­α πε­ρι­ερ­χό­ταν τούς δρό­μους τῆς πρω­τεύ­ου­σας καί ἔ­λε­γε στόν κα­θέ­να νά φτι­ά­ξη τη­γα­νί­τες. Τήν ἑ­πό­με­νη ἡ­μέ­ρα ἀ­κού­στη­κε τό φο­βε­ρό νέ­ο: ἡ αὐ­το­κρά­τει­ρα Ἐ­λι­σά­βετ Πέ­τρο­βα πέ­θα­νε ξαφ­νι­κά. Οἱ τη­γα­νί­τες θά ἦ­ταν γι­ά τήν ἀ­γρυ­πνί­α, πού ἡ προι­κι­σμέ­νη μέ τό προ­ο­ρα­τι­κό χά­ρι­σμα ὁ­σί­α Ξέ­νι­α προ­φή­τευ­σε. Τέ­τοι­ες πε­ρι­πτώ­σεις, πού ἐκ­δη­λω­νό­ταν τό προ­ο­ρα­τι­κό χά­ρι­σμά της καί πε­ρι­πτώ­σεις βο­η­θει­ῶν, πού πρό­σφε­ρε στόν λα­ό μέ τό χά­ρι­σμά της αὐ­τό, ἔ­χου­με πολ­λές.

Ὁ ἀ­γώ­νας τῶν δι­ά Χρι­στόν σα­λῶν ἦ­ταν δύ­σκο­λος. Οἱ ἅ­γι­οι μο­να­στι­κοί πα­τέ­ρες καί ἀ­σκη­τές ἔ­φυ­γαν ἀ­πό τούς πει­ρα­σμούς αὐ­τοῦ τοῦ κό­σμου στήν ἔ­ρη­μο καί στά δά­ση καί ἔ­λα­βαν τήν ἀ­μοι­βή τῶν κό­πων τους στούς οὐ­ρα­νούς καί τό φω­το­στέ­φα­νο τῆς ἁ­γι­ό­τη­τάς τους στήν γῆ. Ὅ­μως οἱ μα­κά­ρι­οι δι­ά Χρι­στόν σα­λοί δέν ἄ­φη­σαν τόν κό­σμο καί μέ τήν ἐμ­φά­νι­σι τῆς σα­λό­τη­τας ἔ­κρυ­βαν τούς πνευ­μα­τι­κούς ἀ­γῶ­νες, μή θέ­λον­τας νά πα­ρου­σι­ά­σουν τούς ἑ­αυ­τούς τους ὡς δι­καί­ους ἀν­θρώ­πους, ἀλ­λά ὡς τρελ­λούς. Ἡ δού­λη τοῦ Θε­οῦ Ξέ­νι­α εἶ­δε κα­θα­ρά τήν δυ­σκο­λί­α αὐ­τοῦ τοῦ ἀ­γώ­να τῶν κα­τά Χρι­στόν σα­λῶν καί, γι­ά νά προ­ε­τοι­μά­ση­ πνευ­μα­τι­κῶς τήν ψυ­χή της, ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε ἀ­πό τήν ἁ­γί­α Πετρούπολι γι­ά ὀ­κτώ χρό­νι­α. Πρέ­πει νά ὑ­πο­θέ­σου­με, ὅ­τι αὐ­τό ἦ­ταν τό πρῶ­το στά­δι­ο τῆς ἐ­πί σα­ράν­τα πέν­τε χρό­νι­α ἀ­φι­ε­ρώ­σε­ώς της. Ὁ πρώ­ην Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος Ἀν­δρέ­ας εἶ­χε ἀ­ξι­ό­πι­στη πλη­ρο­φο­ρί­α, ὅ­τι ἡ μα­κα­ρί­α Ξέ­νι­α γι­ά τήν πνευ­μα­τι­κή της τε­λεί­ω­σι δα­πά­νη­σε αὐ­τά τά χρό­νι­α με­τα­ξύ τῶν Στά­ρετς, προ­ε­τοι­μά­ζον­τας τόν ἑ­αυ­τό της γι­ά τόν δύ­σκο­λο ἀ­γῶ­να τῶν δι­ά Χρι­στόν σα­λῶν καί ἦ­ταν κά­τω ἀ­πό τήν πνευ­μα­τι­κή τους κα­θο­δή­γη­σι.

Ποῦ ἦ­ταν οἱ Στά­ρετς; Ἴ­σως ἦ­ταν στό Hermitage ἤ σέ  ἕ­να ἀ­πό τά μο­να­στή­ρι­α, πού αὐ­τόν τόν και­ρό εἶ­χαν Στά­ρετς, μα­θη­τές τοῦ Παϊ­σί­ου Βε­λιτ­σκόφ­σκυ. Ὕ­στε­ρα ἀ­πό ὀχ­τώ χρό­νι­α πά­λι ξα­να­γύ­ρι­σε στήν πα­τρί­δα της, τήν ἁ­γί­α Πετρούπολι καί δέν τήν ξα­νάφη­σε στά ἄλ­λα τρι­άν­τα ἑ­πτά χρό­νι­α τῆς ζω­ῆς της σέ  αὐ­τόν τόν κό­σμο.

Ἦλ­θε τέ­λος ἡ στιγ­μή πού ἔ­λη­ξαν οἱ ἀ­γῶ­νες της. Ἡ μα­κα­ρί­α Ξέ­νι­α ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τόν πρό­σκαι­ρο κό­σμο καί εἰ­σῆλ­θε στόν αἰ­ώ­νι­ο. Ὑ­πο­θέ­τουν, ὅ­τι ἀ­να­παύ­θη­κε με­τα­ξύ τῶν ἐ­τῶν 1806 καί 1814. Δέν ὑ­πάρ­χει ἀ­κρι­βής πλη­ρο­φο­ρί­α σχε­τι­κά μέ αὐ­τόν τόν χρό­νο καί εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το νά κα­θο­ρί­σου­με ἀ­κρι­βῶς τήν χρο­νο­λο­γί­α τοῦ θα­νά­του της.

Γνω­ρί­ζον­τας τήν ἀ­γά­πη καί τόν σε­βα­σμό μέ τόν ὁ­ποῖ­ο τήν πε­ρι­έ­βα­λε ὁ κό­σμος, μπο­ροῦ­με νά ὑ­πο­θέ­σου­με μέ βε­βαι­ό­τη­τα, ὅ­τι ἡ κη­δεί­α της εἶ­χε με­γά­λη ἐ­πι­ση­μό­τη­τα καί ὅ­τι πο­λύς κό­σμος θά συγ­κεν­τρώ­θη­κε, γι­ά νά τῆς δώ­ση τόν τε­λευ­ταῖ­ο χαι­ρε­τι­σμό.

Ἀ­μέ­σως με­τά τήν κη­δεί­α της οἱ θαυ­μα­στές ἄρ­χι­σαν νά παίρ­νουν χοῦφ­τες χῶ­μα ἀ­πό τόν τά­φο της. Ὁ ἀ­ριθ­μός τῶν προ­σκυ­νη­τῶν αὔ­ξα­νε κά­θε ἡμέ­ρα. Ὁ σω­ρός τοῦ χώ­μα­τος στόν τά­φο της συ­νέ­χει­α ἐ­λατ­τω­νό­ταν. Τε­λι­κά το­πο­θε­τή­θη­κε στόν τά­φο της μία πέ­τρι­νη πλά­κα, ἀλ­λά καί αὐ­τήν τήν ἔ­σπα­ζαν κομ­μά­τι­α καί τήν ἀ­φαι­ροῦ­σαν. Τε­λι­κά το­πο­θε­τή­θη­κε πά­νω στόν τά­φο της μία πλά­κα ἀ­πό γρα­νί­τη μέ τήν ἐ­πι­γρα­φή, πού εἴ­πα­με στήν ἀρ­χή, καί ἔ­πει­τα κτί­σθη­κε στόν τά­φο της ἕ­να ἐκ­κλη­σά­κι μέ τίς προ­σφο­ρές τῶν πι­στῶν. Πολ­λοί πι­στοί ἄρ­χι­σαν νά γρά­φουν στούς τοί­χους τοῦ να­ϋ­δρί­ου δι­ά­φο­ρα αἰ­τή­μα­τα, ὥ­στε ἀ­ναγ­κά­σθη­καν νά τόν χρω­μα­τί­σουν. Οἱ ἱ­ε­ρεῖς ἔ­κα­ναν παν­νυ­χί­δες στό να­ό ἀ­πό νω­ρίς τό βρά­δυ μέ­χρι ἀρ­γά τό πρω­ί. Τά χέ­ρι­α τῶν ἀ­θεϊ­στῶν δέν σε­βά­σθη­καν τόν τό­πο τῆς ἀ­να­παύ­σε­ως τῆς ἁ­γί­ας. Γι’  αὐ­τό τά πα­ρά­θυ­ρα ἦ­ταν κλει­στά μέ σα­νί­δες καί ἡ εἴ­σο­δος ἦ­ταν κλει­στή, ἀλ­λά ὁ δρό­μος πρός τό νε­κρο­τα­φεῖ­ο Σμό­λενκ ἦ­ταν πάν­το­τε ἀ­νοιχ­τός. Νέ­οι καί γέ­ροι πή­γαι­ναν στό πα­ρεκ­κλή­σι­ο, ψι­θύ­ρι­ζαν τά αἰ­τή­μα­τά τους γι­ά βο­ή­θει­α καί ἔ­σκυ­βαν στό ἔ­δα­φος κον­τά στόν τά­φο. Καί ἡ μα­κα­ρί­α Ξέ­νι­α τούς βο­η­θοῦ­σε ὅ­λους.

Θαύ­μα­τα, θε­ρα­πεῖ­ες καί ἐμ­φα­νί­σεις τῆς Ἁ­γί­ας Ξέ­νι­ας συμ­βαί­νουν καί σή­με­ρα σέ ἐ­κεί­νους πού ἐ­πι­σκέ­πτον­ται τόν τά­φο της ἤ πού ἁ­πλᾶ ζη­τοῦ­ν τίς πρε­σβεῖ­ες της. Ὁ Θε­ός θε­ρα­πεύ­ει πολ­λούς ἀν­θρώ­πους ἀ­πό ἀ­σθέ­νει­ες καί πά­θη μέ­σῳ τῶν πρε­σβει­ῶν τῆς Ὁ­σί­ας Ξέ­νι­ας. Αὐ­τή τούς βο­η­θᾶ νά βροῦν δου­λει­ά, σπί­τι ἤ σύ­ζυ­γο (ὅ­λα αὐ­τά τά ὁ­ποῖ­α ἐ­κεί­νη ἀ­παρ­νή­θη­κε στήν δι­κή της ζω­ή). Ἡ Ἁ­γί­α Ξέ­νι­α δέν εἶ­χε σπί­τι καί ἔτ­σι γνω­ρί­ζει πό­σο σκλη­ρό εἶ­ναι νά ἔ­χης ἀ­νάγ­κη ἕ­να σπί­τι καί νά ζῆς ἄ­στε­γος. Στήν ἐκ­κλη­σί­α, τήν ἡ­μέ­ρα τῆς γι­ορ­τῆς της τήν κα­λοῦ­με «ἄ­στε­γη πε­ρι­πλα­νώ­με­νη», διότι ἐγ­κα­τέ­λει­ψε νω­ρίς τό σπί­τι της γι­ά τόν πα­ρά­δει­σο.

Ἕ­να εὐ­σε­βές ἔ­θι­μο εἶ­ναι ἡ προ­σφο­ρά Τρι­σα­γί­ου ὑ­πέρ ἀ­να­παύ­σε­ως τοῦ συ­ζύ­γου της Ἀν­τρέ­α, γι­ά τόν ὁ­ποῖ­ο ἐ­κεί­νη προ­σευ­χό­ταν πυ­ρε­τω­δῶς ἕ­ως τό τέ­λος τῆς ζω­ῆς της.

Θαυ­μα­στός ὁ Θε­ός ἐν τοῖς ἁ­γί­οις αὐ­τοῦ! Ἡ Ἁ­γί­α Ξέ­νι­α δο­ξά­στη­κε ἐ­πί­ση­μα πρῶ­τα ἀ­πό τήν ὀρ­θό­δο­ξη ἐκ­κλη­σί­α τῆς Ρω­σί­ας ἔ­ξω ἀ­πό τήν Ρω­σί­α, τό 1978 καί με­τέ­πει­τα τό 1988 ἀ­πό τό Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο τῆς Μό­σχας.

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης