τῶν Ἁγίων Πατριαρχῶν Κωνσταντινουπόλεως Ἀλεξάνδρου, Ἰωάννου, καί Παύλου τοῦ νέου

 Αὐ­τός ὁ μα­κά­ριος Ἀ­λέ­ξαν­δρος, ἐ­πει­δή ἦ­ταν γε­μᾶ­τος ἀ­πό κά­θε ἀ­ρε­τή, γι’ αὐ­τό ὑ­πῆρ­ξε πρω­το­πρε­σβύ­τε­ρος τοῦ Ἁ­γί­ου Μη­τρο­φά­νους τοῦ Πα­τριά­ρχου Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως, στά χρό­νια τοῦ Με­γά­λου  Κων­σταν­τί­νου, κατά τό ἔ­τος 325. Καί πα­ρέ­στη ἐ­πί­σης καί στήν Ἁ­γί­α καί Οἰ­κου­με­νι­κή Πρώ­τη Σύ­νο­δο τῆς Νι­καί­ας, στήν θέ­σι τοῦ Ἁ­γί­ου Μη­τρο­φά­νους, κα­θό­τι ὁ ἱ­ε­ρός Μη­τρο­φά­νης, ἐ­πει­δή ἦ­ταν γέ­ρον­τας καί ἄρ­ρω­στος, δέν μπό­ρε­σε νά πα­ρου­σια­σθῆ στήν Σύ­νο­δο[1]. Ἐ­νῶ λοι­πόν βρι­σκό­ταν σ’ αὐ­τήν ὁ θεῖ­ος αὐ­τός Ἀ­λέ­ξαν­δρος, ἀ­γω­νί­σθη­κε πο­λύ ὁ τρι­σμα­κά­ριος ὑ­πέρ τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου πί­στε­ως, ἐ­λέγ­χον­τας τήν ἀ­νορ­θο­δο­ξί­α τοῦ Ἀ­ρεί­ου. Καί, ἀ­φοῦ τε­λεί­ω­σε ἡ Σύ­νο­δος, πα­ρα­κά­λε­σε ὁ βα­σι­λιάς Κων­σταν­τῖ­νος ὅ­λους τούς θε­ο­φό­ρους ἐ­κεί­νους Πα­τέ­ρες καί πῆ­γαν στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι, γιά νά τήν εὐ­λο­γή­σουν, ἡ ὁ­ποί­α ἦ­ταν νε­ό­κτι­στη. Τό­τε Ἄγ­γε­λος Κυ­ρί­ου ἐμ­φα­νί­σθη­κε στόν Ἅ­γιο Μη­τρο­φά­νη καί τοῦ εἶ­πε· «Ἐ­πει­δή καί ἐ­σύ εὐ­χα­ρί­στη­σες μέ τόν πρέ­πον­τα τρό­πο τόν Θε­ό, γι’ αὐ­τό ὕ­στε­ρα ἀ­πό δέ­κα ἡ­μέ­ρες ἀ­να­χω­ρεῖς ἀ­πό αὐ­τήν τήν ζω­ή καί πη­γαί­νεις, γιά νά λά­βης τόν στέ­φα­νο ἀ­πό τόν Θε­ό. Τόν δέ θρό­νο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας θά τόν ἀ­να­λά­βη ἀν­τί γιά ἐ­σέ­να, καί θά τόν στο­λί­ση ὁ Ἀ­λέ­ξαν­δρος ὁ συλ­λει­τουρ­γός σου».

Ἔ­τσι μό­λις οἱ Ἅ­γιοι Πα­τέ­ρες τό ἔ­μα­θαν αὐ­τό, εὐ­φράν­θη­καν μα­ζί μέ τόν μα­κά­ριο Μη­τρο­φά­νη, τόν ὁ­ποῖ­ο, ἀ­φοῦ πέ­θα­νε, τόν ἐν­τα­φί­α­σαν καί χει­ρο­τό­νη­σαν ὡς Πα­τριά­ρχη τόν πα­νύ­μνη­το αὐ­τόν Ἀ­λέ­ξαν­δρο. Καί ἀ­φοῦ πέ­θα­νε ὁ βα­σι­λιάς Κων­σταν­τῖ­νος, ἔ­μει­νε δι­ά­δο­χος τῆς βα­σι­λεί­ας ὁ Κων­στάν­τιος ὁ υἱ­ός του, ὁ ὁ­ποῖ­ος ὑ­πε­ρα­σπι­ζό­ταν τήν αἵ­ρε­σι τοῦ ἀ­σε­βοῦς Ἀ­ρεί­ου καί πί­ε­ζε αὐ­τόν τόν Ἅ­γιο Ἀ­λέ­ξαν­δρο νά δε­χθῆ τόν Ἄ­ρει­ο καί νά συμ­φω­νή­ση μέ αὐ­τόν. Ὁ Ἅ­γιος ὅ­μως δέν πεί­σθη­κε, ἀλ­λά πα­ρα­κα­λῶντας τόν Θε­ό, ἔ­μει­νε εὔ­θυ­μος καί ἀ­μέ­ρι­μνος. Ὁ δέ Ἄ­ρει­ος θέ­λη­σε νά εἰσέλθη στήν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ τυ­ραν­νι­κά καί μέ βί­αι­ο τρό­πο μέ βα­σι­λι­κή ἐ­ξου­σί­α, ἀλ­λά τόν χτύ­πη­σε ἡ θεί­α δί­κη. Δι­ό­τι ἐ­νῶ πῆ­γε γιά τήν ἀ­νάγ­κη του, ἐ­κεῖ χύ­θη­καν ὅ­λα του τά ἐν­τό­σθια καί ἔ­τσι ξε­ψύ­χη­σε. Ὁ δέ Ἅ­γιος Ἀ­λέ­ξαν­δρος, ἀ­φοῦ θε­ά­ρε­στα ἐ­ποί­μα­νε τήν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ γιά εἴ­κο­σι τρί­α χρό­νια, ἔ­φυ­γε πρός τόν Κύ­ριο[2].



[1]   Βλέ­πε τό Συ­να­ξά­ρι τοῦ Ἁ­γί­ου Μη­τρο­φά­νους στίς 4 Ἰ­ου­νί­ου, ὁπό­τε καί ἑ­ορ­τά­ζε­ται.

[2]   Ἐ­πει­δή ἀ­να­φέ­ρον­ται ἐ­δῶ καί ὁ νέ­ος Παῦ­λος Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κός ἀ­πό τόν Παῦ­λο Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως τόν Ὁ­μο­λο­γη­τή, πού ἑ­ορ­τά­ζει στίς 6 Νο­εμ­βρί­ου, καί ὁ Ἰ­ω­άν­νης, γι’ αὐ­τό ἀ­να­φέ­ρου­με σχε­τι­κά μέ αὐ­τούς, ὅ,τι μπο­ρέ­σα­με νά βροῦ­με ἀ­πό τόν Με­λέ­τιο, δη­λα­δή, ὅ­τι ὁ μέν νέ­ος Παῦ­λος, ὁ ὁ­ποῖ­ος λέ­γε­ται καί δεύ­τε­ρος Παῦ­λος, ἦ­ταν τό ἔ­τος 641, στά χρό­νια τοῦ βα­σι­λιᾶ Κων­σταν­τί­νου τοῦ τε­τάρ­του, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­πο­κα­λεῖ­ται καί Κων­σταν­τῖ­νος Ἡ­ρά­κλει­ος καί Κων­σταν­τῖ­νος νέ­ος. Ὁ Ἰ­ω­άν­νης ἦ­ταν τό ἔ­τος 518 ἤ 520. Καί φαί­νε­ται, ὅ­τι εἶ­ναι ὁ ἴ­διος ἐ­κεῖ­νος Ἰ­ω­άν­νης, πού ἑ­ορ­τά­ζε­ται στίς 25 Αὐ­γού­στου μα­ζί μέ τόν Ἐ­πι­φά­νιο καί τόν Μηνᾶ, τούς Πα­τριά­ρχες Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως.

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης